Μάρξ και Ενγκελς όχι μόνο για αρχάριους

Η έντυπη έκδοση που χρησιμοποιήθηκε, για την μεταφορά σε ηλεκτρονική μορφή, είναι στο πολυτονικό σύστημα. Η σάρωση το μετάτρεψε σε ‘μονοτονικό’.

Σχόλια στην ηλεκτρονική διεύθυνση: wd (at) wd-ist (dot) org

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει στα ελληνικά μια εκλαϊκευμένη και ορθή παρουσίαση της εξέλιξης της μαρξιστικής θεωρίας σε σχέση με το διεθνές εργατικό κίνημα. Αυτός είναι ένας απ' τους λόγους πού οι περισσότεροι μαθαίνουν τη θεωρία αύτη αποκλειστικά με τη μορφή της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Για την εξαιρετική σπουδαιότητα της μαρξιστικής κριτικής της οικονομίας δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ωστόσο ή κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι μόνο ό μισός Μαρξ. Ό μαρξισμός στην πληρότητα του ωστόσο, έχει την έννοια της διαρκώς νέας προσπάθειας να ερμηνευτούν οι γενικές οικονομικές συνθήκες σε συσχετισμό με τις κάθε φορά ιδιαίτερες ιστορικές μορφοποιήσεις.

Μετά την ηθικολογική κριτική του καπιταλισμού απ’ τους αντιαυταρχικούς, η χρήση της πολιτικής οικονομίας σαν ένα όπλο για τη διαμάχη με το κυρίαρχο κοινωνικό σχήμα ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Το επόμενο βήμα όμως πρέπει τώρα να ’ναι, να μην αφεθεί η πολιτική οικονομία να απονεκρωθεί σε μια παγερή λογική, αλλά να δουλευτεί με τη συνείδηση της ιστορίας της.

Ας είμαστε ειλικρινείς: ποιος από μας γνωρίζει καλά την ιστορία του καπιταλισμού και του εργατικού κινήματος; Ωραία: μερικοί συσχετισμοί υπάρχουν στους περισσότερους από μας. Τους μάθαμε με κάποιο τρόπο — αλλά εξαντλούνται τελικά σε απομονωμένα αναμεταξύ τους στοιχεία.

Και η γραφτή ιστορία του εργατικού κινήματος; Σε μεγάλο βαθμό έχει υποβιβαστεί σε επιστήμη της νομιμοποίησης, σε αναδρομική δικαίωση της συγκεκριμένης ρεαλιστικής πολιτικής. Ότι δεν ταίριαζε στους σοσιαλδημοκράτες και σταλινικούς ιστορικούς στην εικόνα πού είχαν για την πολιτική αυτή, διαγραφόταν. Κίνητρο γι’ αύτη τη γραφή της ιστορίας είναι ή αντίληψη των κυρίαρχων.

Το κείμενο αυτό του Ριαζάνωφ είναι αντίθετα μια απόπειρα ν’ αποδοθεί ή πραγματική ιστορία. Βασίζεται σε διαλέξεις με γενικό θέμα «Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς», πού της έκανε σε βιομηχανικούς εργάτες το 1922 στη Μόσχα.
Δε χρησιμοποιεί επιστημονικές μεγαλόσχημες λέξεις, ωστόσο πασχίζει να εφαρμόσει κυρίως τη μαρξιστική μέθοδο της ανάλυσης πάνω στην ιστορία του ίδιου του μαρξισμού. Αυτό δεν είναι μόνο ενδιαφέρον, αλλά προφυλάσσει τον αναγνώστη από την ιδεολογική χειραγώγηση. Ό αναγνώστης μαθαίνει, επειδή αντιλαμβάνεται την ιστορία των ταξικών αγώνων και την εξέλιξη της διαλεκτικής θεωρίας μέσα απ’ τη σύγχρονη σημασία τους. Αυτή είναι η πρόθεση του βιβλίου. Ό Ριαζάνωφ δουλεύει σαν προπαγανδιστής του μαρξισμού: όντας εκδότης των Απάντων τον Μαρξ και του Ένγκελς στη δεκαετία του 1920, είχε μελετήσει βαθιά το μαρξισμό κι είχε βιωθεί σαν πρακτικός επαναστάτης την ιστορική του δύναμη.

Το βιβλίο απευθύνεται βασικά σε αρχάριους, γιατί είναι απλογραμμένο και ευκολοδιάβαστο. Στα προβλήματα όμως του εργατικού κινήματος είμαστε άλλωστε σχεδόν όλοι αρχάριοι.

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΡΙΑΖΑΝΩΦ

ΜΠΕΡΝΤ ΡΑΜΠΕΛΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΡΙΑΖΑΝΩΦ

Αν αναζητήσουμε μια κατάσταση ανάλογη με κείνη της δυτικογερμανικής διανόησης, θα τη βρούμε στην κατάσταση της ρώσικης διανόησης πριν και γύρω απ’ το 1900. Υπάρχει ωστόσο μια ποιοτική διαφορά. Ενώ εδώ με τη νίκη του φασισμού και με την καπιταλιστική μεταπολεμική εξέλιξη καταστράφηκαν πρώτα πρώτα οι μορφές οργάνωσης και η παράδοση ενός επαναστατικού εργατικού κινήματος, έτσι πού η διαμορφούμενη σοσιαλιστική διανόηση, όντας σε κοινωνική απομόνωση, μπορούσε πρακτικά να δράσει μόνο ανάμεσα στις τάξεις, στη Ρωσία οι δραστηριότητες της αναρχικής διανόησης στην απαρχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, των ταξικών αγώνων και του σχηματισμού του κόμματος, βρισκόταν μέσα στην εργατική τάξη. Η έλλειψη ιστορικών παραδόσεων και κομματικών ομαδοποιήσεων του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού - στη Ρωσία εξαιτίας της ελλιπούς βιομηχανικής ανάπτυξης δεν υπήρχε ούτε μια ισχυρή αστική τάξη με συνείδηση του εαυτού της ούτε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα - ανάγκασε αυτή τη διανόηση να δημιουργεί αυταπάτες για την ιστορική της αποστολή. Αηδιασμένη από το εξουσιαστικό σύστημα του τσαρικού δεσποτισμού και συγκλονισμένη απ’ τις ωμές μεθόδους εξανδραποδισμού των χωρικών και την εκμετάλλευση των εργατών απ’ τον καπιταλισμό, σχεδίασε το πολιτικό της πρόγραμμα, με απόπειρες εναντία στις κεφαλές και τους αξιωματούχους του τσαρισμού, προσπαθώντας ν’ ανάψει τη φλόγα για μια αγροτική εξέγερση. Πάνω στη βάση της συλλογικής παραγωγής των αγροτικών κοινοτήτων θα εγκαθιδρυόταν ένας αγροτικός σοσιαλισμός, που στην αντίπερα της βίας και της ωμότητας του τσαρισμού και του καπιταλισμού, θα ’φερνε στη γη τη βασιλεία των ουρανών. Αύτη ή ουτοπία, στην όποια συνδυαζόταν η ηθική βδελυγμία με τα παλιά αστικά και προκαπιταλιστικά ιδανικά, περιείχε βέβαια ακόμα πολλά ελιτίστικα στοιχεία: γιατί οι αγρότες θα οδηγούνταν σ’ αυτή την κοινωνική αρμονία με μια εκπαιδευτική δικτατορία ή με την επιτήρηση των λογίων.

Με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών συνθηκών γινόταν όλο και πιο φανερό ότι η Ρωσία δε μπορούσε ν’ αποφύγει την ιστορική περίοδο του καπιταλισμού. Δεν είναι συμπτωματικό, το ότι το έργο του Μαρξ βρήκε αμέτρητους ενδιαφερόμενους στα γυμνάσια και στα πανεπιστήμια, γιατί φαινόταν να καταδείχνει τους νόμους κίνησης και της ρωσικής ανάπτυξης. Οι ρώσοι μαρξιστές διατύπωσαν πρώτα την αναγκαιότητα να διαμορφωθούν καπιταλιστικές σχέσεις στη Ρωσία, και υπογράμμισαν έτσι την αναγκαιότητα των ταξικών ενεργειών της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Η πρώτη τάξη είχε την ιστορική αποστολή να πραγματοποιήσει την αστική επανάσταση, οι εργάτες είχαν το καθήκον, μετά απ’ αυτή την επανάσταση, να επιδιώξουν το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Έτσι οι μαρξιστές απέκρουσαν όλες τις αυταπάτες των λαϊκιστών για τις αναρχικές ενέργειες, για την ατομική τρομοκρατία και για το σοσιαλισμό των αγροτικών κοινοτήτων.

Η μαρξιστική θεωρία αποτελούσε γι’ αυτούς ένα είδος κοσμοθεώρησης, μια γενική επιστημονική απόδειξη για την αναγκαιότητα του καπιταλισμού και την αναγκαιότητα τον σοσιαλισμού. Μιας και η Ρωσία βρισκόταν κάτω απ’ την επίδραση του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου και ήταν αναγκασμένη να προφτάσει τη βιομηχανική υπέροχη αυτών των κοινωνιών, ό δυτικός καπιταλισμός και το δυτικό εργατικό κίνημα αποτελούσαν γι’ αύτη το πρότυπο. Με μια τέτοια μέθοδο θεώρησης θα παραγνωρίζονταν οι ρωσικές ιδιομορφίες και οι πολιτικές μεσολαβήσεις. Έτσι, μια ομάδα μαρξιστών, οι «νόμιμοι» μαρξιστές, που πήραν αυτή την ονομασία επειδή απολάμβαναν στα πανεπιστήμια μια γελοία ελευθερία - όπως λ.χ. οι Μπουλγκάκωφ, Τουγκάν-Μπαρανόφκσι ή ο Στρούβε -πολύ σύντομα άρχισαν να ονειροπολούν το δυτικό καπιταλισμό και την αστική δημοκρατία, κι έγιναν έτσι οι ιδεολογικοί προπομποί του φιλελευθερισμού στη Ρωσία, που δεν είχε βρει. η ίδια ακόμα τον καιρό να καταλήξει σε μια κατάλληλη ιδεολογία. Εννοείται ότι οι νόμιμοι μαρξιστές αναγνώριζαν τη σοσιαλδημοκρατική αναθεώρηση του μαρξισμού, την αποστροφή από την ταξική πάλη, σαν επιβεβαίωση του προγράμματος τους. Η άλλη ομάδα που σχεδόν καθόλου δε διέφερε από τους μαρξιστές φιλελεύθερους, με την αφηρημένη τους αφομοίωση της μαρξιστικής θεωρίας και την ταύτιση της ρώσικης ανάπτυξης με τη δυτικοευρωπαϊκή, προσανατολίστηκε προπάντων στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, που ήταν για τους ρώσους αδερφούς παράδειγμα και πρότυπο, απ’ την άποψη ότι, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, διευρυνόταν αυτόματα το εργατικό κίνημα κι αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία. Η θεωρία των ταξικών αγώνων αντικριζόταν περισσότερο απ’ τη σκοπιά της εξέλιξης, της ειρηνικής παραλαβής της εξουσίας από τους εργάτες.

Το πρώτο πού είχαν να κάνουν ό Πλεχάνωφ, ό Άξελροντ, ό Μαρτώφ ή ό Λένιν, ήταν ν' αποδείξουν τη συνάφεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της ταξικής πάλης και της οργάνωσης της εργατικής τάξης απέναντι στις αντιλήψεις των φιλελεύθερων και των λαϊκιστών. Με τις πρώτες απεργίες των εργατών απ’ το 1895 στα νεογέννητα βιομηχανικά κέντρα της Μόσχας, της Πετρούπολης, της λεκάνης του Ντόνεζ και της περιοχής των Ουραλίων, η ομάδα αυτή πίεζε να συνασπίσει τους απειράριθμους κύκλους σ’ ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ώστε ν’ αποκτήσει πολιτική επιρροή στο αυθόρμητο εργατικό κίνημα. Το χτίσιμο του κόμματος απαιτούσε επικαιρότητα, γιατί η τσαρική γραφειοκρατία ήθελε με «κοινωνική πολιτική» και αστυνομική επιτήρηση να παγιδέψει τους εργάτες, ενώ οι φιλελεύθεροι πάσχιζαν να ρυμουλκήσουν προς το μέρος τους αυτή την τάξη. Ταυτόχρονα οι αυθόρμητα δημιουργούμενες εργατικές ομάδες και μεμονωμένοι κύκλοι διανοούμενων, περιόριζαν τον πολιτικό ταξικό αγώνα σε αποκλειστικά συνδικαλιστικές, σε «οικονομικές» μορφές πάλης.

Στην τάση αυτή έπρεπε ν' αντιπαραταχτεί το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο απέκτησε ό Ντ. Μπ. Ριαζάνωφ τις πολιτικές του ιδέες, ανέπτυξε την πολιτική του στράτευση και μέσα απ' αυτή την κατάσταση προβληματίστηκε σοβαρά πάνω στη θεωρία του Μαρξ. Γεννήθηκε το 1870 στην Οδησσό από εβραίους γονείς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δαβίδ Μπορίσοβιτς Γκόλντενταχ. Το όνομα Ριαζάνωφ το πήρε αργότερα σαν ψευδώνυμο, για να μη μπορεί να τον εντοπίσει η τσαρική μυστική αστυνομία, η Οχράνα. Στα δεκαεφτά του πήρε μέρος στο αναρχικό κίνημα των ναρόντνικων, των λαϊκιστών. Η διάλυση αυτής της μυστικής οργάνωσης παρακίνησε τον Ριαζάνωφ ν' ασχοληθεί με τη σοσιαλιστική κριτική του αναρχισμού με το μαρξισμό. Το 1888 και το 1890 έκανε σύντομα ταξίδια στο εξωτερικό. Γνώρισε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των διάφορων χωρών κι απέκτησε συνάμα μια εποπτεία των διαφορών ομάδων των ρώσων επαναστατών στην εξορία. Η θεωρητική απολογία του Πλεχάνωφ με την ιδεολογία των λαϊκιστών στα βιβλία Οι Διαφορές μας και Σοσιαλισμός και Πολιτικός Αγώνας τον εντυπωσίασαν έντονα. Γιαυτό το δεύτερο ταξίδι του το έκανε κυρίως για να γνωρίσει την ομάδα «Απελευθέρωση της Εργασίας», τον Πλεχάνωφ, τον Άξελροντ, τη Ζατσούλιτς, και κυρίως τις δημοσιεύσεις τους.

Αμέσως μετά την επιστροφή του, ό Ριαζάνωφ πιάστηκε και καταδικάστηκε σε τέσσερα, χρόνια φυλακή για «ανατρεπτική» δραστηριότητα. Μετά έζησε μέχρι το 1900 κάτω από αστυνομική επιτήρηση στη ρώσικη κωμόπολη Κίσινεφ. Διάβασε πολύ μαρξιστική φιλολογία. Δεν πήρε μέρος στην ίδρυση του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της Ρωσίας, πού πραγματοποιήθηκε παράνομα το 1898 στο Μίνσκ. Το 1901 πήγε στο εξωτερικό κι έλαβε μέρος στα συνέδρια του κόμματος στη Γενεύη και στη Ζυρίχη, και μετά εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου πολύ σύντομα έγινε επίλεκτος εκπρόσωπος της ομάδας εξόριστων «Μπάρμπα» (αγώνας). Οι εμπειρίες του στη Ρωσία και οι μελέτες του πάνω στο μαρξισμό τον έφεραν αντιμέτωπο με τα σχέδια της κομματικής ομάδας πού είχε συγκεντρωθεί γύρω απ’ την εφημερίδα Ίσκρα(σπίθα). Σύμφωνα μ’ αυτά τα σχέδια, έπρεπε να δημιουργηθεί ένα συγκεντρωτικό κόμμα, πού κάτω απ' τις απολυταρχικές συνθήκες στη Ρωσία έπρεπε ν’ αναλάβει τη σοσιαλιστική δράση και προπαγάνδα και να μεταδώσει στους εργάτες τη σοσιαλιστική συνείδηση. Ό Ριαζάνωφ πίστευε ότι ό σχεδιαζόμενος δίχως όρους αγώνας κατά του «οικονομισμού» και η αντίληψη για ένα κόμμα από επαγγελματίες επαναστάτες, οδηγούσαν τους ρώσους σοσιαλιστές στο σεχταρισμό. Αυτός, αντίθετα, ξεκινούσε απ’ το συλλογισμό ότι με τη δημιουργία εργοστασίων και σύγχρονων βιομηχανικών κέντρων, θα αναπτύσσονταν οι αυθόρμητοι αγώνες των εργατών, πού κάτω απ’ τις ρώσικες συνθήκες του τσαρισμού θα έτειναν να μετατραπούν σε πολιτικό αγώνα για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Όπως η περίοδος του αναρχικού αγώνα της επαναστατικής διανόησης στην απαρχή του «καπιταλιστικού προσανατολισμού» της Ρωσίας ήταν ένα αναγκαίο μεταβατικό στάδιο του πολιτικού αγώνα για την πτώση του τσαρισμού, όπως αυτός ό αγώνας έπρεπε να αποκτήσει μια μαζική βάση με τη γέννηση των δυο σύγχρονων τάξεων, έτσι κι η περιορισμένη τακτική του «οικονομισμού» μέσα στο εργατικό κίνημα θα καταργούνταν πολύ σύντομα με την όξυνση των ταξικών αγώνων. Μόνο μέσα στο πλαίσιο αυτών των μαζικών αγώνων των εργατών θα μπορούσε ν’ αναπτυχτεί το σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα, πού θα συνένωνε και την ομάδα της σοσιαλιστικής διανόησης και τα διάφορα στοιχεία του εργατικού κινήματος. Την αντίληψη ότι η διανόηση θα μεταφέρει την ταξική συνείδηση στην εργατική τάξη, τη θεωρούσε ό Ριαζάνωφ επιστροφή στο δογματικό σοσιαλισμό. Η ταξική συνείδηση, έτσι ερμήνευε τη θεωρία του Μαρξ, είναι προϊόν των συνθηκών της καπιταλιστικής παραγωγής και των αγώνων ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές, πού αναπτύσσονται απ’ αυτές τις συνθήκες. Είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα της παράδοσης του εργατικού κινήματος. Ένας συγκεντρωτισμός του κόμματος, πού δε μπορεί ν’ αφομοιώσει τις αυθόρμητες παρορμήσεις αυτών των αγώνων επειδή δεν είναι έκφραση του ταξικού αγώνα, αναγκαστικά θ’ αποξενώσει αυτό το κόμμα απ’ τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, θα πνίξει την ενδοκομματική δημοκρατία και θα διαφθείρει το κόμμα σ’ ένα ιεραρχικό κόμμα υποτελών. Ένα τέτοιο κόμμα αποτελεί επιστροφή στον πρώιμο αστικό γιακωβινισμό ή στη συνωμοτική οργάνωση των λαϊκιστών.

Αυτή η θέση που ανέπτυξε ό Ριαζάνωφ το 1902 ερχόταν σ’ έντονη αντίθεση με την αντίληψη του Λένιν. Ό Ριαζάνωφ συνόψισε τις σκέψεις του στις μπροσούρες Κριτική για το Σχέδιο Προγράμματος του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Συντεταγμένη από το Επιτελείο της « Ίσκρα». Υλικό για την Επεξεργασία του Κομματικού Προγράμματος 1902-1903 και Δυο Αλήθειες, πού εκδόθηκαν το 1903 στη Γενεύη. Σαν εκπρόσωπος της ομάδας του Βερολίνου θέλησε να πάρει μέρος στο 2ο Κομματικό Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, στο οποίο ολοκληρώθηκε η διάσπαση του κόμματος σε μενσεβίκους και μπολσεβίκους. Δεν αναγνωρίστηκε όμως η αντιπροσώπευση του, κι έτσι, δίχως να μπορέσει να λάβει μέρος στη συζήτηση, υποχρεώθηκε να φύγει. Ό Ριαζάνωφ δεν ήταν με τους μενσεβίκους, έστω κι αν έβλεπε με συμπάθεια τη θέση του Μαρτώφ, πού έμοιαζε με τη δική του. Δεν προσχώρησε σε καμιά ομάδα, γιατί θεωρούσε άσκοπη και βλαβερή τη διάσπαση του κόμματος τη στιγμή πού στη Ρωσία αναπτύσσονταν οι ταξικοί αγώνες.

Η παραδοχή του Μαρξ κι ό προσανατολισμός του στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία - τους σημαντικότερους θεωρητικούς και πολιτικούς της εκπροσώπους τους γνώρισε στο Βερολίνο και μελέτησε και αποδέχτηκε τις θεωρίες τους σαν έκφραση επίκαιρων μαρξιστικών αναλύσεων — τον στιγμάτισαν προσωρινά σαν οπαδό του ρώσικου μαρξισμού, πού πίστευε ότι ή ρώσικη ανάπτυξη του καπιταλισμού θα παρακολουθούσε τις δυτικές μορφές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η επικείμενη επανάσταση στη Ρωσία ήταν γι’ αυτόν αστικού τύπου, στην οποία αναγκαστικά η αστική τάξη θα ’παίρνε την εξουσία κι η εργατική τάξη θα «καταδικαζόταν» ιστορικά στο ρόλο της αντιπολίτευσης, μέχρις ότου η καπιταλιστική εκβιομηχάνιση να έβαζε την υλική βάση για μια σοσιαλιστική επανάσταση.

Όταν ξέσπασαν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις των εργατών και η επανάσταση των αγροτών ενάντια στις ημιφεουδαρχικές συνθήκες στη χώρα, ό Ριαζάνωφ επέστρεψε το φθινόπωρο του 1905 στη Ρωσία. Στην Πετρούπολη έλαβε μέρος στην οργάνωση του διαμορφούμενου συνδικαλιστικού κινήματος. Στις μέρες της επανάστασης και της αντεπανάστασης έκανε σκέψεις, όπως και πολλοί ρώσοι επαναστάτες, γύρω απ’ το αφηρημένο πρότυπο της επανάστασης. Πολύ σύντομα η οικονομικά και πολιτικά αδύναμη ρώσικη αστική τάξη δείχτηκε πρόθυμη να κάνει συμβιβασμούς με τον τσαρισμό και να παραιτηθεί από την εγκαθίδρυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μόνο η εργατική τάξη απέδειξε, με τις μορφές δράσης της και με το σχηματισμό των σοβιέτ - εμβρυακές μορφές μιας επαναστατικής κυβέρνησης κάτω απ’ την πρωτογενή επιρροή των εργατών - πώς ήταν ικανή να δράσει πολιτικά, πώς ήταν σε θέση να εγκαθιδρύσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία και να λύσει το αγροτικό ζήτημα προς το συμφέρον των αγροτών. Ωστόσο άμεσα, με τα πρώτα βήματα, η εργατική τάξη θα είχε πραγματώσει και τα δικά της συμφέροντα- στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα είχε αναλάβει την κοινωνικοποίηση των βασικών βιομηχανιών, θα είχε συντρίψει ως ένα βαθμό τον τσαρικό διοικητικό μηχανισμό, ή μάλλον θα τον είχε αντικαταστήσει με μορφές δημοκρατικής αυτοδιοίκησης, και θα είχε διαλύσει το στρατό φτιάχνοντας ένα σύστημα πολιτοφυλακής. Η πράξη της ρώσικης επανάστασης έφερνε στην επικαιρότητα το πρόβλημα, αν έπρεπε ό τσαρισμός ν’ αντικατασταθεί από μια «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και των αγροτών» ή από μια εργατική κυβέρνηση, πού με τα οικονομικά και πολιτικά μέτρα στη βιομηχανικά καθυστερημένη Ρωσία θα εγκαινίαζε τη «διαρκή επανάσταση», δίνοντας έτσι το σύνθημα για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση. Ενώ ένα τμήμα των ρώσων σοσιαλδημοκρατών επέμενε συντηρητικά στο παλιό πρότυπο, η ομάδα γύρω απ’ τον Λένιν υποστήριζε τη θέση της «δημοκρατικής δικτατορίας των εργατών και των αγροτών». μια μικρή ομάδα γύρω απ’ τον Τρότσκι παρουσίασε τη θεωρία της «διαρκούς επανάστασης», από τη θεωρία του μαρξισμού και την ανάλυση των επαναστατικών γεγονότων.

Αρχικά ό Ριαζάνωφ δεν άνηκε σε καμιά ομάδα. Ενώ ό Λένιν ξεκινούσε από έναν αφηρημένο αυτοπεριορισμό του προλεταριάτου, πού θα έμενε προσκολλημένο στα «παραδείγματα» της αστικής επανάστασης, ό Τρότσκι υπολόγιζε πολύ γενικά στη διεθνή υποστήριξη της ρώσικης επανάστασης, πού έμελλε να αποτύχει απομονωμένη. Ό Ριαζάνωφ, μετά από μια σύντομη φυλάκιση, επέστρεψε στη Ρωσία και μετά τη συμμετοχή του στη συνδιάσκεψη των ρώσων σοσιαλδημοκρατών στη Στοκχόλμη γύρισε στη Γερμανία. Στη Γενεύη είχε δημοσιεύσει το 1905 ένα κείμενο, Για την Απελευθέρωση των Αγροτών, στο οποίο συνέκρινε την εξέταση του αγροτικού ζητήματος στη Γαλλία πού έκανε ό Μαρξ, με τα συγκεκριμένα καθήκοντα και τις συνθήκες της ρώσικης επανάστασης. Τώρα, το 1907, ανέλαβε να εργαστεί πάνω στην προβληματική του Μαρξ για τη σχέση του αυθόρμητου εργατικού κινήματος και του εργατικού κόμματος, και για τη σχέση σοσιαλδημοκρατίας και συνδικαλιστικού κινήματος. Στη Στοκχόλμη όλοι σχεδόν οι ρώσοι επαναστάτες υποστήριζαν πώς ό συνδικαλισμός πρέπει να υποταχτεί στο κόμμα. το ίδιο υποστήριξε και στη Γερμανία η πλειοψηφία των γερμανών σοσιαλδημοκρατών κατά τη διάρκεια της «διαμάχης για τη μαζική απεργία», και ό Ριαζάνωφ έσπευσε να γράψει μια ιστορία της Πρώτης Διεθνούς, μια και δε μπορούσε να πάρει μια σαφή μαρξιστική απάντηση στο συνδικαλιστικό πρόβλημα.

Για το έργο αυτό χρησιμοποίησε το αρχείο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, όπου βρισκόταν ένα μεγάλο μέρος απ’ το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, πού το διευθύνανε ό Μπέρνσταϊν και ό Μέρινγκ. Στους δυο αυτούς είχε δώσει δηλαδή εντολή το κόμμα να εξαντλήσουν την κληρονομιά για τη θεωρία και την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας. Ό Ριαζάνωφ ερεύνησε για το έργο του και την αλληλογραφία της κόρης του Μαρξ, της Λάουρας Λαφαργκ και μελέτησε στο Βρετανικό Μουσείο τα πρωτότυπα έγγραφα της Πρώτης Διεθνούς Εργατικής Οργάνωσης. Μ’ αυτή την ευκαιρία ανακάλυψε πάμπολλα αδημοσίευτα κείμενα, άρθρα, σχέδια, ολόκληρη την αλληλογραφία και τα αποσπάσματα του Μαρξ και του Ένγκελς, πού μέχρι τότε ούτε είχαν δημοσιευτεί ούτε είχαν συμπεριληφθεί ακόμα στην παρουσίαση της θεωρίας του Μαρξ. Έκτος από μεμονωμένα κείμενα, όπως λ.χ. το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, τα σχετικά με τη Γαλλία κείμενα, τους τρεις τόμους του Κεφαλαίου, την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας και τα όψιμα έργα του Ένγκελς, τα περισσότερα έργα του μαρξισμού ήταν άγνωστα. Άλλα και οι αναλύσεις του Μαρξ πού είχαν δημοσιευτεί μέχρι τότε είχαν κυκλοφορήσει σε λίγα αντίτυπα κι ήταν γνωστές μόνο σ έναν επίλεκτο κύκλο από ειδήμονες. Οι «κληρονόμοι» συμπεριφέρθηκαν μ’ εξαιρετική μικρότητα στο μαρξισμό, πράγμα πού δεν είναι εκπληκτικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ό κριτικός του Μαρξ, ό Μπέρνσταϊν, πού συνέκρινε το μαρξισμό με το μπλανκισμό, δηλαδή με τον ουτοπικό σοσιαλισμό, πού συκοφαντούσε τη διαλεκτική του Μαρξ σαν ενατένιση και απλή ιδεαλιστική κατασκευή, ήταν ό επιστημονικός φρουρός της πνευματικής αυτής κληρονομιάς. Μόλις το 1902 κυκλοφόρησε μια έκδοση των έργων του επιμελημένη απ’ τον Μέρινγκ, με περικομμένα και επιλεγμένα κείμενα από τα πρώιμα και τα όψιμα έργα του Μαρξ. το 1904 ό Κάρλ Κάουτσκι άφησε εμβρόντητο το μαρξιστικό κοινό με την έκδοση των τριών τόμων των Θεωριών για την Υπεραξία και το 1906 ό Μπέρνσταϊν φάνηκε πρόθυμος να δημοσιέψει στο βιβλίο του Ντοκουμέντα του Σοσιαλισμού την «αλληλογραφία» κι αποσπάσματα απ’ τη Γερμανική Ιδεολογία. Η αλληλογραφία, οι προεργασίες για το Κεφάλαιο, άπειρα άρθρα εφημερίδων και εκθέσεις, προπάντων απ’ τις δεκαετίες του 1850 και 1860, πού μπορούσαν να εξηγήσουν την εξέλιξη και την τροποποίηση της σκέψης του Μαρξ και του Ένγκελς, έμειναν εντελώς άγνωστα. Η αναθεωρητική συζήτηση μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία φαινόταν να επιδρά πάνω στην παραδοχή του Μαρξ και την προπαγάνδα του μαρξισμού: ό Μαρξ έπρεπε να αντιμετωπιστεί σαν ψόφιος σκύλος.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό, το ότι ένας ρώσος σοσιαλιστής, πού η σκέψη του διαμορφώθηκε απ’ τα επαναστατικά γεγονότα στη Ρωσία, επεξέτεινε την παραδοχή του Μαρξ στο συνολικό έργο του Μαρξ, ξανοίγοντας έτσι τα έργα του Μαρξ για τον πολιτικό αγώνα.

Ό Ριαζάνωφ ανακίνησε την έκδοση της δίτομης επιλογής απ' την αλληλογραφία Μαρξ-Ένγκελς, πού έφτασε το 1913 στην αγορά σαν μια πανάκριβη έκδοση. Δε μπόρεσε να εμποδίσει αυτή τη μορφή της έκδοσης για ειδήμονες και λόγιους, όπως δε μπόρεσε να εμποδίσει την παράλειψη, πού έγινε κυρίως απ’ τον Μπέρνσταϊν, ολόκληρων επιστολών και αποσπασμάτων απ’ τις επιστολές, εξαιτίας του δήθεν «πολεμικού ύφους» τους. Μπορούσε να ’ναι ευτυχής πού, με την υποστήριξη του Αουγκούστ Μπέμπελ, κατόρθωσε να εκδοθούν αυτά τα σημαντικά για την κατανόηση και τη διαμόρφωση της θεωρίας του μαρξισμού κείμενα. Ό ίδιος, κεντρισμένος απ’ το ερευνητικό έργο του για την Πρώτη Διεθνή, προετοίμασε δύο τόμους με συγκεντρωμένα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς - περιείχαν αποκλειστικά τα άρθρα των εφημερίδων και σύντομες μελέτες απ’ την περίοδο 1852-1862 - πού πραγματεύονταν τη διπλωματική ιστορία της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ρωσίας, καθώς και την ιστορία του ανατολικού πολέμου. Την ανάλυση των Μαρξ-Ένγκελς για τη διπλωματία των τριών σημαντικότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων μετά την επανάσταση του 1848 - αφού η συμπαιγνία της αγγλικής αστικής τάξης και των βουλευτών της, του γαλλικού βοναπαρτισμού και του τσαρισμού, είχε φροντίσει για τη νίκη της αντεπανάστασης στην Ευρώπη - ό Ριαζάνωφ τη θεωρούσε σημαντική για την εκτίμηση των διπλωματικών ελιγμών της τσαρικής κυβέρνησης και των ξένων συμμάχων της Αντάτ μετά τη συντριβή της ρώσικης επανάστασης του 1905. Γιατί, όπως και μετά το 1848, οι κυβερνήσεις, στο όνομα της αστικής τάξης «τους», προσπαθούσαν να φροντίσουν για την επέκταση των αγορών και για την προσάρτηση ξένων περιοχών, ώστε με την απόκτηση φτηνών πρώτων υλών και την εξασφάλιση νέων αγορών ή στρατιωτικά στρατηγικών θέσεων, να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και να στρέψουν με σοβινιστική πολιτική τις ταξικές αντιθέσεις μέσα στην κοινωνία προς τα «έξω». Αν η δεκαετία του 1850 - αυτήν ακριβώς επεξεργάστηκε ό Μαρξ — ήταν η στιγμή της γέννησης της επιθετικής πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, τότε οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, πάνω στη βάση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών σχέσεων, τραβούσαν προς το «ανώτατο πεδίο», δηλαδή τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η αντίθεση ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, πού γεννιέται από μια τέτοια πολιτική, οδήγησε το 1856 στον κριμαϊκό πόλεμο ανάμεσα στη Ρωσία απ’ τη μια, και την Τουρκία, Γαλλία και Αγγλία απ’ την άλλη. Ό αντεπαναστατικός συνασπισμός της περιόδου του 1848 διασπάστηκε. Τα άμεσα επακόλουθα του πολέμου ήταν για τη Ρωσία οι μεταρρυθμιστικοί νόμοι του 1861, πού αποσκοπούσαν να ενισχύσουν την ανάπτυξη του καπιταλισμού με μια μερική απελευθέρωση των αγροτών απ’ τις φεουδαρχικές μορφές κυριαρχίας. Η δημιουργούμενη αντιπολίτευση των διανοούμενων, των ναρόντνικων, ανάγγελλε κιόλας τους επικείμενους ταξικούς αγώνες στη Ρωσία. Στη Δυτική Ευρώπη το εργατικό κίνημα συνερχόταν απ’ τις ήττες και δημιούργησε το 1864 τη Διεθνή Ένωση των Εργατών. Ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος στον εικοστό αιώνα έμελλε να φέρει στην ημερήσια διάταξη τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη.

Η έκρηξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου διέκοψε τη δημοσίευση αυτών των συγκεντρωμένων κειμένων, πού κυκλοφόρησαν τελικά το 1917. Στο πλαίσιο αυτής της εκδοτικής δραστηριότητας, ό Ριαζάνωφ δημοσίευσε το 1909 σ’ ένα ξεχωριστό φυλλάδιο της Νέας Εποχής, του θεωρητικού οργάνου της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, μια μεγάλη έκθεση, «Ό Κάρλ Μαρξ για την Καταγωγή της Επικυριαρχίας της Ρωσίας στην Ευρώπη», στην οποία αξιολογούσε τις μελέτες του Μαρξ για την άγγλο-ρωσική διπλωματία, για να διαπιστώσει τα αίτια της πολιτικής συμμαχίας ανάμεσα στον αναπτυγμένο καπιταλισμό και τον απολυταρχισμό, η οποία είχε ανασυγκροτηθεί μετά το 1905 με το χαρακτήρα μιας συνασπισμένης ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Στην έκθεση αυτή αναφέρθηκε προπάντων στη μαρξιστική επισήμανση του χαρακτήρα του τσαρισμού, πού σύμφωνα με τον Μαρξ ήδη από το 17ο και 18ο αιώνα, με την υποστήριξη του ξένου κεφαλαίου, εξελίχτηκε από ασιατική δεσποτεία σε ευρωπαϊκό απολυταρχισμό. Ό τσαρικός απολυταρχισμός δεν ήταν αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού μέσα σε μια φεουδαρχική κοινωνία. ή διαμόρφωση φεουδαρχικών μορφών κυριαρχίας, πού είναι οι εμβρυακές μορφές του καπιταλισμού, και ή μετατροπή του ασιατικού δεσποτισμού σε κρατική οργάνωση του απολυταρχισμού, πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα, διατηρώντας τις καθιερωμένες ασιατικές μορφές της κρατικής δομής και τη συντήρηση, ή μάλλον την ανάμιξη, του ασιατικού τρόπου παραγωγής με φεουδαρχικές μορφές κυριαρχίας μέσα στις συνθήκες της χώρας. Το τσαρικό κράτος, με την καθυστέρηση της καπιταλιστικής οικονομίας της Ρωσίας και την υπεροχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Δύση, απέκτησε αποφασιστική σημασία. Εδώ βρίσκονταν οι ιστορικές ιδιομορφίες της εξέλιξης του καπιταλισμού, των τάξεων και των ταξικών αγώνων της Ρωσίας. Όπως ή ρώσικη αστική τάξη, από τότε πού δημιουργήθηκε, εξαρτιόταν από το ξένο κεφάλαιο και τον τσαρισμό, έτσι και για την εργατική τάξη ήταν δοσμένη η δυνατότητα, συμμαχώντας με τη μάζα των αγροτών και με το διεθνές προλεταριάτο, να πραγματοποιήσει την κοινωνική επανάσταση, να δημιουργήσει πολιτικές μορφές της κοινωνικής χειραφέτησης των εργατών και των αγροτών και να ξεπεράσει την οικονομική καθυστέρηση της Ρωσίας με την υποστήριξη της δυτικοευρωπαϊκής επανάστασης. Στο θεωρητικό-ιστορικό έργο του Ριαζάνωφ φάνηκε, με την πολιτικά προσανατολισμένη παραδοχή του Μαρξ, η σαφής και οριστική αποστροφή των αφηρημένων προτύπων της επανάστασης και της ταύτισης με τη θεωρία και την τακτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, όπως κυριαρχούσαν στο «ρώσικο μαρξισμό» των διάφορων Πλεχάνωφ.

Το 1909 ό Ριαζάνωφ δημοσίευσε μια ακόμα εργασία με τίτλο Ό Κάρλ Μαρξ και οι Ρώσοι της Δεκαετίας του 1840, πού ασχολούνταν προπάντων με την καταγωγή της σοσιαλιστικής σκέψης στη Ρωσία και την επίδραση του Μαρξ. Την ίδια χρονιά εργάστηκε σαν δάσκαλος στο μπολσεβίκικο κομματικό σχολείο στο Κάπρι, όπου έκανε διαλέξεις για τον «Μαρξ και τα Συνδικάτα» και για τα προβλήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Όταν αυτή η προπαγανδιστική σχολή πέρασε στην ομάδα του Μπογκντάνωφ και εναντιώθηκε στη λενινιστική Κεντρική Επιτροπή, έφυγε από το Κάπρι κι εργάστηκε δημοσιογραφικά στο Παρίσι. Έγραφε, ανάμεσα στ’ άλλα, στη Νέα Εποχή, στον αυστριακό Αγώνα, στην Πράβδα του Τρότσκι στη Βιένη κλπ. Το 1913, μετά το θάνατο του Μπέμπελ, έγραψε μια μπροσούρα Στη Μνήμη του Μπέμπελ, στην οποία επισήμανε τη διάσπαση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας με τη μαρξιστική επαναστατική παράδοση, πού σαν ένα «θεματοφύλακα» της θεωρούσε τον εργατικό ηγέτη Μπέμπελ.

Με το ξέσπασμα του πολέμου το 1914 τάχθηκε ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους σοσιαλδημοκράτες –«προασπιστές της πατρίδας». Σαν μέλος της διάσκεψης του Τσίμερβαλντ των ευρωπαίων σοσιαλιστών και σαν δημοσιογράφος της παρισινής Νασκαλό, υποστήριξε μια άμεση ειρήνη δίχως εδαφικές προσαρτήσεις και παραχωρήσεις, και τάχθηκε με τη θέση του Λένιν να μετατραπεί ό ιμπεριαλιστικός πόλεμος σε εμφύλιο πόλεμο. Η ρώσικη επανάσταση δεν ήρθε απρόσμενα για τον Ριαζάνωφ. Οι κυβερνήσεις επιβράδυναν την επιστροφή του εχθρού του πολέμου και επαναστάτη μαρξιστή, πού λίγο μετά την άφιξη του στη Ρωσία σαν μέλος της ομάδας των «διεθνιστών» μαζί με τον Τρότσκι, τον Λουναρτσάρσκι, τον Μανουίλσκι, τον Προκόφσκι, τον Ουρίτσκι κλπ. προσχώρησε τον Αύγουστο του 1917 στο κόμμα των μπολσεβίκων.

Θα ξεπερνούσε το πλαίσιο μιας εποπτείας της θεωρητικής και πολιτικής δράσης του Ριαζάνωφ μέσα στους μπολσεβίκους απ’ το 1917 μέχρι το 1931, τη χρονιά της καταδίκης και της διαγραφής του, αν θέλαμε να διαγράψουμε διεξοδικά τη θεωρητική και πολιτική σπουδαιότητα αυτού του επαναστάτη. Εδώ θα αναφέρουμε μονάχα μερικά χαρακτηριστικά σημεία για τις πολιτικές και επιστημονικές του δραστηριότητες.

Το Δεκέμβρη του 1917, δυο μήνες δηλαδή μετά την οκτωβριανή επανάσταση, ανέλαβε μαζί με τον Κάμενεφ την πρωτοβουλία για το σχηματισμό μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης συνασπισμού, επειδή φοβόταν ότι μια σοσιαλιστική κυβέρνηση πού θ’ αποτελούνταν αποκλειστικά από μπολσεβίκους και αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες, θα φθειρόταν γρήγορα και θ’ απομονωνόταν απ’ την εργατική τάξη, και δε θα μπορούσε να εκτελέσει τα ιστορικά καθήκοντα της οικοδόμησης των σοβιέτ και του εργατικού έλεγχου, την επίλυση του αγροτικού ζητήματος και την οικονομική ανοικοδόμηση.

Την άνοιξη του 1918, μαζί με τους αριστερούς κομμουνιστές γύρω απ' τον Μπουχάριν, τον Ράντεκ, τον Οσίνσκι κλπ., τάχθηκε ενάντια στη συμφωνία της Βρέστης για ειρήνη με τη Γερμανία, επειδή είχε την εντύπωση ότι έτσι ή νεαρή σοβιετική εξουσία πρόδινε τον επαναστατικό διεθνισμό, περιοριζόταν στον εαυτό της, παρέδιδε τους πολωνούς και ουκρανούς εργάτες κι αγρότες και το λετονικό προλεταριάτο στην αντεπανάσταση, και με την εγκατάλειψη του δεύτερου μετώπου υποστήριζε έμμεσα το γερμανικό ιμπεριαλισμό, δηλαδή βοηθούσε την παράταση του παγκόσμιου πολέμου.

Από το 1918, στο 7ο, 8ο και 9ο συνέδριο του κόμματος των μπολσεβίκων, ό Ριαζάνωφ υποστήριξε την ανεξαρτησία των συνδικάτων απέναντι στο μπολσεβίκικο κόμμα και το κράτος. Σαν πρακτικός οργανωτής του ρώσικου συνδικαλιστικού κινήματος, δε συνηγορούσε υπέρ του απολιτικού τρεϊντ-γιουνιονισμού, αλλά ξεκινούσε απ’ το γεγονός ότι αμέσως μετά την οκτωβριανή επανάσταση δε μπορούσε να γίνει σκέψη για μια σοσιαλιστική οικοδόμηση της Σοβιετικής Ρωσίας, κι ότι ή προλεταριακή κυβέρνηση έπρεπε πρώτα πρώτα να νικήσει στον εμφύλιο πόλεμο, να ξεπεράσει την οικονομική καταστροφή και να αποκαταστήσει μια στενή οικονομική σχέση ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία. Αυτό σήμαινε για τον Ριαζάνωφ ότι το οικονομικό συμφέρον της εργατικής τάξης και ή πολιτική της σοβιετικής κυβέρνησης δε μπορούσαν να ’ναι άμεσα ταυτισμένα, ότι έπρεπε να δοθεί στους εργάτες, δηλαδή στα συνδικάτα, ή δυνατότητα να αμυνθούν ενάντια στις παραφυάδες αυτής της δικτατορίας του προλεταριάτου σε μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα, ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση του κρατικού μηχανισμού, ενάντια στις κακές συνθήκες εργασίας και πληρωμής, πράγμα πού έπρεπε να φτάνει μέχρι την απεργία. Μονό έτσι θα μπορούσαν οι εργάτες να καταπολεμήσουν τα αναπόφευκτα λάθη της σοβιετικής εξουσίας κι έτσι να υποστηρίξουν αυτή τη μορφή εξουσίας, δηλαδή, να ταχθούν υπέρ της ενίσχυσης των σοβιέτ και του εργατικού ελέγχου. Μ’ όλα αυτά εκδηλωνόταν ενάντια στα σχέδια του Τρότσκι να στρατιωτικοποιήσει την εργασία και συνεπώς και τα συνδικάτα. Ταυτόχρονα μ’ αυτή την πρόταση τασσόταν ενάντια στην άμεση σύμπραξη συνδικάτων και σοβιετικής εξουσίας, αλλά και ενάντια στο συνδικαλισμό της εργατικής αντιπολίτευσης, πού ήθελαν, τα συνδικάτα να την προβάλουν σαν τη βάση μιας προλεταριακής δημοκρατίας. Τις σκέψεις του πάνω σ’ αυτό το θέμα ό Ριαζάνωφ τις συνόψισε στη μπροσούρα Τα Καθήκοντα των Συνδικάτων πριν και κατά την Περίοδο της Δικτατορίας του Προλεταριάτου, πού κυκλοφόρησε το 1921. Δεν πρέπει να τονιστεί ότι ό Ριαζάνωφ δε μπόρεσε να επικρατήσει στα σημαντικά πολιτικά ζητήματα μέσα στο κόμμα, πράγμα πού δε σημαίνει ότι δεν ασκούσε καμιά θεωρητική πολιτική επιρροή ακόμα και πάνω στον Λένιν. Στο σύγχρονο ιστορικό μένει μόνο να κρίνει το ρεαλισμό και τον ουτοπισμό των τέτοιου είδους προτάσεων. Οι προβληματισμοί του Ριαζάνωφ σκοπεύουν πάντα στις δυνατότητες να χειραφετηθεί ή εργατική τάξη, αφού ληφθούν υπόψη οι καθυστερημένες παραγωγικές σχέσεις πού δεν επέτρεπαν την άμεση εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Αφού στην κατοπινή οικονομική οικοδόμηση της Σοβιετικής Ένωσης το πρόβλημα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης μετατέθηκε στο μακρινό μέλλον, για να λησμονηθεί τελικά κάτω από το πρόσχημα των «αναγκών» της εκβιομηχάνισης και των «φυσικών αναγκαιοτητών της τεχνικής επανάστασης», οι συλλογισμοί του Ριαζάνωφ αποτελούν σπουδαίες θεωρητικές προϋποθέσεις για τον προλεταριακό εκδημοκρατισμό του σημερινού «πραγματικού σοσιαλισμού».

Τα οικονομικά πειράματα του πολεμικού κομμουνισμού και τα πολιτικά καθήκοντα της δικτατορίας του προλεταριάτου απέδειξαν όχι μόνο τη «δημιουργική» εφαρμογή του μαρξισμού στη συγκεκριμένη κατάσταση από τους μπολσεβίκους ρεαλιστές πολιτικούς, αλλά απέδειξαν συνάμα πόσο ευπρόσβλητη είναι ή μάζα των κομματικών μελών αλλά και των μεμονωμένων θεωρητικών, από στοιχεία της αστικής ιδεολογίας και του ουτοπικού σοσιαλισμού. Αυτό φάνηκε καθαρά στους λόγους και τα γραφτά του Λένιν, του Τρότσκι, του Μπουχάριν, του Ζηνόβιεφ, και σ’ όλους τους άλλους πολιτικούς του κόμματος και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Οι συνταγές για τον πολεμικό κομμουνισμό και τη διεθνή επανάσταση επινοήθηκαν στην ενατένιση ενός δογματικού σοσιαλισμού, και σπανιότερα ήταν αποτελέσματα μαρξιστικών αναλύσεων.

Γιαυτό το θέμα δεν ήταν μόνο, με πρωτοβουλία της κρατικής « Υπηρεσίας Πολιτικής Προπαγάνδας», να αναπτυχθεί η προπαγάνδα του μαρξισμού ανάμεσα στα μέλη του κόμματος, τους συνδικαλιστές, τους μη κομματικούς εργάτες και αγρότες, στον Κόκκινο Στρατό και στο Κόκκινο Ναυτικό, την Κομμουνιστική Ένωση της Νεολαίας (Κομσομόλ). Ταυτόχρονα έπρεπε να γίνει επεξεργασία των προβλήματος της μαρξιστικής θεωρίας και να ενισχυθεί η ανάλυση και η ερευνά πάνω στη βάση του κριτικού μαρξισμού. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκε την άνοιξη του 1921 το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς και ή Σοσιαλιστική Ακαδημία Επιστημών. Τα κυριότερα καθήκοντα αυτού του Ινστιτούτου, κάτω απ’ τη διεύθυνση του Ριαζάνωφ, ήταν: Έκδοση ολόκληρου του έργου του Μαρξ και του Ένγκελς, μελέτη τής σοσιαλιστικής θεωρίας και του διεθνούς εργατικού κινήματος και μαζική διάδοση του μαρξισμού.

Η ίδρυση και το επιστημονικό πολιτικό πρόγραμμα δουλειάς του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς βρίσκονταν σύμφωνα με τη θεωρητική πεποίθηση του Ριαζάνωφ σε στενή σχέση με την τακτική της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, δηλαδή με την πολιτική υποχώρηση των μπολσεβίκων μπροστά στην επιρροή της μικρής εμπορευματικής παραγωγής της αγροτικής οικονομίας των μικροκτηματιών και το καπιταλιστικό εμπόριο. Αυτή η ΝΕΠ ήταν για τον Ριαζάνωφ ένα «αγροτικό ρήγμα», πού μπορούσε να το ακολουθήσει ένα «καπιταλιστικό ρήγμα», πράγμα πού θα προετοίμαζε την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων. Τώρα έπρεπε να οικοδομηθεί γρήγορα η σοσιαλιστική μεγάλη βιομηχανία και να ενισχυθεί η προλεταριακή εξουσία με την επαναδραστηριοποίηση των σοβιέτ, ώστε μακροπρόθεσμα να υπερέχουν σ’ αυτές τις καπιταλιστικές επιδράσεις. Τώρα ακριβώς έπρεπε ν’ αναλυθεί από μαρξιστική σκοπιά η συγκεκριμένη κατάσταση των ταξικών σχέσεων της Σοβιετικής Ένωσης, ώστε να μη γίνουν λάθη και να μη βυθιστούν στον οπορτουνισμό και τη μικροαστική πολιτική.

Παράλληλα με την προετοιμασία της έκδοσης των Απάντων Μαρξ-Ένγκελς, ό Ριαζάνωφ έδινε διαλέξεις στο πανεπιστήμιο Σβερντλόβσκ και στο πλαίσιο της Σοσιαλιστικής Ακαδημίας έκανε μια σειρά μαθημάτων με θέμα «Μαρξ και Ένγκελς», σε εργάτες του κόμματος, πού δημοσιεύτηκαν το 1922 - και σε δεύτερη έκδοση το 1929 - σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Η εφαρμογή της μεθόδου του Μαρξ πάνω στον ίδιο το μαρξισμό, πού σήμαινε για τον Ριαζάνωφ «κριτικό μαρξισμό», εκδηλώθηκε σ’ αυτή τη σειρά των μαθημάτων στο παράδειγμα των πολιτικών και θεωρητικών Μαρξ και Ένγκελς. Ό Ριαζάνωφ ήθελε να δείξει, ότι ό μαρξισμός δεν ήταν ούτε μια «μεγαλοφυής ιδέα» ούτε ένα αφηρημένο πρότυπο κοινωνικής εξέλιξης κλπ., αλλά προϊόν της συγκεκριμένης κοινωνικής εξέλιξης των ταξικών αγώνων. Μ’ αυτό ήθελε ό Ριαζάνωφ να αντιταχθεί σε κάθε είδους λατρεία των προσωπικοτήτων, πού άλλωστε είναι ξένη και προς τη θεωρία του Μαρξ. Μ’ αφορμή την Ένωση των Κομμουνιστών και την Πρώτη Διεθνή, ό Ριαζάνωφ έδειξε ότι η οργάνωση των εργατών ήταν κι αυτή έκφραση των ταξικών αγώνων κι όχι έργο διανοούμενων. Αντίθετα προς το αστικό κόμμα με την άβουλη μάζα του, το εργατικό κόμμα χαρακτηριζόταν από πειθαρχία, δηλαδή συμμετοχή όλων των μελών του κόμματος στις συνθήκες του αγώνα, πράγμα πού έκανε απαραίτητα τα δημοκρατικά συγκεντρωτικά σχήματα μέσα στο εργατικό κόμμα, πού θα μπορούσε να παίρνει απ’ τη βάση όλες τις παρορμήσεις και κάθε κριτική. Η λατρεία του ηγέτη, τα συγκεντρωτικά κόμματα, οι δογματικές συνταγές - μετονομασμένες σε στρατηγική - ήταν πολιτικά μέσα αυτοδιορισμένων εργατικών ηγετών του τύπου ενός Λασάλ. Και μ’ αφορμή την Παρισινή Κομμούνα ό Ριαζάνωφ υπογράμμισε την άποψη του Μαρξ, ότι ή εργατική τάξη έπρεπε να απελευθερώσει την κοινωνικοποίηση της παραγωγής από τα καπιταλιστικά δεσμά και να προβάλει τις πολιτικές μορφές της κοινωνικής χειραφέτησης, ότι έπρεπε να συντριβεί το αστικό κράτος και να εγκαθιδρυθεί ή προλεταριακή δημοκρατία. Ταυτόχρονα επισήμανε ότι δε μπορούσε να πετύχει ή οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια πόλη ή σε μια χώρα αλλά σύμφωνα με τον Μαρξ μόνο ή ένωση περισσότερων σοσιαλιστικών χωρών πάνω στη βάση αναπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσε να τελειώσει νικηφόρα την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μ’ αυτές τις παραγράφους ό Ριαζάνωφ: στρεφόταν ενάντια στη λατρεία του Λένιν, πού είχε αρχίσει να εμφανίζεται στη Σοβιετική Ένωση, ήθελε να υποδείξει κριτικά την απαγόρευση των φραξιών και την αύξηση της εξουσίας του Πολιτικού Γραφείου και της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, και με την εκτίμηση του για την Κομμούνα σχολίαζε έμμεσα τις αυταπάτες μιας δικτατορίας πού έτεινε ν’ αποκλείσει την εργατική τάξη και τις αυταπάτες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα. Δεν είναι περίεργο πού ό ανώτατος διοικητής απαγόρεψε και εξαφάνισε το κείμενο αυτό το 1931.

Το 1922 ό Ριαζάνωφ εκπόνησε ένα πιο μεγάλο έργο, το Διάγραμμα της Ιστορίας του Μαρξισμού. Στην εφημερίδα Αρχείο του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς δημοσιεύτηκε το 1924 το «Για την Ιστορία της Πρώτης Διεθνούς. Η Γέννηση της Διεθνούς Ένωσης Εργατών». Το 1923 δημοσίευσε τη συλλογή εκθέσεων ευρωπαίων σοσιαλιστών για τον Μαρξ: Κάρλ Μαρξ, Στοχαστής, Άνθρωπος και Επαναστάτης. Ό Ριαζάνωφ συνεργάστηκε στην Επιθεώρηση Κάτω απ’ τη Σημαία του Μαρξισμού, όπου ανάμεσα σε αλλά δημοσίευσε το 1922 μια έκθεση για τους «Όουεν και Ρικάρντο» και κριτικάρισε το βιβλίο του Μπρούμπαχερ για τον Μπακούνιν, πού είχε τίτλο Πώς Γράφουμε Μερικές Φορές Ιστορία; Στο αρχείο τον Γκρύνμπεργκ, το Αρχείο της Ιστορίας του Σοσιαλισμού και του Εργατικού Κινήματος, δημοσιεύτηκε στο τεύχος 15 το άρθρο του Ριαζάνωφ «Εβδομήντα Χρόνια για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας».

Πολύ προσεχτικά προετοίμασε την έκδοση των Απάντων Μαρξ-Ένγκελς, θα κυκλοφορούσε σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος παραλάβαινε όλα τα έργα και τα κείμενα έκτος απ’ το Κεφάλαιο. το δεύτερο μέρος αφορούσε το Κεφάλαιο με όλες τις προεργασίες το τρίτο μέρος προοριζόταν για την Αλληλογραφία, και το τέταρτο μέρος θα περιλάβαινε το γενικό ευρετήριο. Το πρώτο κεφαλαίο της μελέτης του μαρξισμού ήταν αφιερωμένο στο Αρχείο του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς. Σ’ αυτό έγραψαν μελετητές του μαρξισμού απ’ όλο τον κόσμο για τη λογική οικοδόμηση του Κεφαλαίου, για τη μέθοδο του Μαρξ στη συγκεκριμένη ανάλυση, και για τις ειδικές πλευρές της σοσιαλιστικής θεωρίας και του εργατικού κινήματος. Σ’ ένα δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάστηκαν τα κείμενα του Μαρξ που είχαν βρεθεί πρόσφατα, ερμηνεύτηκαν και έγιναν προσιτά στην πλατιά κοινή γνώμη, προτού ακόμα να περιληφθούν στην έκδοση των Απάντων. Και σ’ ένα τρίτο κεφαλαίο ακολουθούσε ή κριτική μαρξιστικών κείμενων και μελετών. Στην επιθεώρηση αυτή υπήρχε έτοιμο υλικό, που έδειχνε ένα ψηλό επίπεδο παραδοχής του Μαρξ, και το οποίο πέρασε στην αφάνεια, δηλαδή στην πολιτική αφάνεια.

Ό Ριαζάνωφ δεν έλαβε μέρος στον αγώνα των ομάδων μέσα στο ΚΚΣΕ. Αφιερώθηκε απόλυτα στην ιστορική αποστολή. του, την έκδοση των Απάντων Μαρξ-Ένγκελς. Ωστόσο δε φοβήθηκε να εκδηλωθεί κριτικά, όταν ή ομάδα του Στάλιν, στ’ όνομα ενός «μαρξισμού-λενινισμού», γελοιοποίησε τον Μαρξ σαν θεωρητικό ενός αρχαϊκού ανταγωνιστικού καπιταλισμού, τον αντιμετώπισε δηλαδή ακριβώς όπως οι ρεβιζιονιστές της δυτικοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, σαν ψόφιο σκυλί, παράγοντας με την παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού τους ένα δογματικό, ουτοπικό σοσιαλισμό. Όταν το 1931 προετοιμάστηκε μια δίκη ενάντια στους μενσεβίκους ειδικούς του σχεδιασμού Μπαζάρωφ, Γκρόμαν, Σουχάνωφ κλπ., για να βρεθούν υπεύθυνοι για τα λάθη σχεδιασμού, πιάστηκε κι ό Ριαζάνωφ, επειδή στο Ινστιτούτο είχε απασχολήσει σαν μεταφραστές πολλούς παλιούς μενσεβίκους. Εξορίστηκε και πέθανε πιθανότατα το 1935 ή το 1936. Μέχρι σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί ένας απ' τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους ερευνητές του μαρξισμού, μόλο πού ακόμα όλες οι εκδόσεις του Μαρξ στηρίζονται στις δικές του επιμέλειες και παρατηρήσεις. Η αναγνώριση των πολιτικών και θεωρητικών εργασιών του Ριαζάνωφ θ’ αποτελεί και μια εκδήλωση της ανάπτυξης του επαναστατικού αγώνα της εργατικής τάξης της Δυτικής Ευρώπης και του προλεταριακού εκδημοκρατισμού των σοσιαλιστικών χωρών.

Εισαγωγή - Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία - Η μεγάλη γαλλική επανάσταση και ή επίδραση της στη Γερμανία

ΠΡΩΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Εισαγωγή - Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία - Η μεγάλη γαλλική επανάσταση και ή επίδραση της στη Γερμανία.

Μόλο πού το θέμα μου είναι καθαρά ιστορικό, για μένα υπάρχει κι ένα θεωρητικό καθήκον. Σύντροφοι, ό Μαρξ κι ό Ένγκελς σας ενδιαφέρουν σαν δημιουργοί αυτού πού ονομάζουμε υλιστική αντίληψη της ιστορίας, σαν δημιουργοί του επιστημονικού σοσιαλισμού. Θέλω λοιπόν να σας διηγηθώ την ιστορία του Μαρξ και του Ένγκελς χρησιμοποιώντας τη δική τους μέθοδο, εφαρμόζοντας δηλαδή την υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Πριν απ’ όλα, επιτρέψτε μου να σας πω μερικά εισαγωγικά.

Παρά το γεγονός ότι έχουμε ένα πρόγραμμα, πού υπογραμμίζει κυρίως τη σημασία της συλλογικότητας, έχουμε συνηθίσει ν' αποδίδουμε μερικές φορές υπερβολικά μεγάλη σημασία στο ρόλο της προσωπικότητας μέσα στην ιστορία. Έτσι υποτιμάμε κάπως το ρόλο της μάζας, και καμιά φορά ξεχνάμε όλες τις γενικές ιστορικές και οικονομικές συνθήκες, πού με τη σειρά τους καθορίζουν το ρόλο αυτών των προσωπικοτήτων. Αυτό γίνεται συχνά ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό. Άς πάρουμε δυο προσωπικότητες - τον Μαρξ καί τον Ένγκελς. Η προσωπικότητα του Ένγκελς επισκιάζεται λίγο σε σύγκριση με τον Μαρξ. Αργότερα θα δούμε ποια ακριβώς ήταν η σχέση τους. Όσο αφορά τώρα τον Μαρξ, δεν υπάρχει στην ιστορία του δέκατου ένατου αιώνα άνθρωπος, πού με τη δραστηριότητα καί το επιστημονικό του έργο να έχει καθορίσει έτσι καί τίς σκέψεις καί τίς πράξεις μιας ολόκληρης σειράς γενεών, σε πολλές χώρες. Ό άνθρωπος αυτός έχει πεθάνει από καιρό. Στά 1933 κλείνουν 50 χρόνια από το θάνατο του. Κι όμως η σκέψη του εξακολουθεί να επηρεάζει καί να καθοδηγεί την πνευματική ανάπτυξη ακόμα καί των πιο μακρινών χωρών - χωρών πού, όσο ζούσε, δεν είχαν ακούσει τίποτα γι' αυτόν. Ας πάρουμε τη δική μας χώρα. Το όνομα του Μαρξ είναι πολύ γνωστό στη Ρωσία. Έχουν περάσει κιόλας 50 χρόνια από την έκδοση της ρώσικης μετάφρασης του Κεφαλαίου κι ή επίδραση του μαρξισμού, αυτού του συστήματος ιδεών, μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο. Για πολλούς αιώνες ακόμα κανένας ιστορικός δε θα είναι σε θέση να ερευνήσει τη ρώσικη ιστορία της δεκαετίας του 1880, αν πιο μπροστά δε μελετήσει τα έργα του Μαρξ καί του Ένγκελς. Τόσο ολοκληρωτικά έχουν εισχωρήσει ό Μαρξ κι ό Ένγκελς μέσα στην ιστορία της ρώσικης κοινωνικής καί σοσιαλιστικής σκέψης, καί μέσα στην ιστορία του ρώσικου επαναστατικού εργατικού κινήματος.

Έχουμε λοιπόν μπροστά μας ανθρώπους εξαιρετικής σπουδαιότητας, πού επηρέασαν πολύ σημαντικά την κατεύθυνση της ανθρώπινης σκέψης.

Ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε κάτω από ποιες συνθήκες και μέσα σε ποιο περιβάλλον αναπτύχθηκαν αυτοί οι άνθρωποι. Κάθε άνθρωπος είναι προϊόν μιας ορισμένης ιστορικής εποχής. Κάθε μεγαλοφυΐα, πού έχει να προσφέρει κάτι καινούργιο, βασίζεται στο παλιό πού είχε δημιουργηθεί πριν απ’ αυτήν. Η μεγαλοφυία δεν αναπτύσσεται από το μηδέν. Ακόμα περισσότερο: αν θέλετε να διαπιστώσετε το πραγματικό μέτρο της ιδιοφυίας και της πρωτοτυπίας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, μπορείτε να το πετύχετε μόνο αν έχετε μια εικόνα, έστω καί κατά προσέγγιση, για το τί είχε επιτευχθεί μέχρι την εμφάνιση αυτού του ανθρώπου, για τη βαθμίδα ανάπτυξης πού είχε φτάσει ή ανθρώπινη σκέψη καί ή ανθρώπινη κοινωνία, τη στιγμή πού ό άνθρωπος αυτός άρχιζε να δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντος του.

Για να καταλάβουμε τον Μαρξ - καί τούτο θα ‘ταν ή πρακτική εφαρμογή της μεθόδου του Μαρξ πάνω στον ίδιο - πρέπει ν' ασχοληθούμε με το παρακάτω πρόβλημα: Πρέπει να εξετάσουμε την επίδραση της ιστορικής κατάστασης εκείνης της εποχής πάνω στον Μαρξ καί τον Ένγκελς.

Ό Μαρξ γεννήθηκε στίς 5 Μάη του 1818 στο Τρίρ, ό Ένγκελς στίς 28 Νοέμβρη του 1820 στο Μπαρμεν. Θα προσθέσω πώς οι δυό πόλεις, Τρίρ καί Μπαρμεν, βρίσκονται στη Γερμανία. Βρίσκονται μάλιστα στην ίδια επαρχία, πού ονομάζεται Ρηνανία. Μέσα απ’ αυτήν περνάει ό Ρήνος, πού αποτελεί τη μεθόριο ανάμεσα στη Γαλλία καί τη Γερμανία. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς γεννήθηκαν λοιπόν στην ίδια επικράτεια, για να χρησιμοποιήσω μια δική μας έκφραση. Γνωρίζετε απ’ την πείρα σας, πώς ένα παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του βρίσκεται κυρίως κάτω απ' την επίδραση της οικογένειας, πού αποτελεί το άμεσο περιβάλλον του. Στά 10 ή 12 χρόνια του αρχίζει ή επίδραση ενός πλατύτερου περιβάλλοντος, πού ξεκινάει από το σχολείο. Αρχίζει τότε να συναντάει μπροστά του μια σειρά από φαινόμενα καί γεγονότα, πού δεν υπάρχουν στο στενό κύκλο της οικογενειακής ζωής. Αν δηλαδή στα χρόνια 1818-1820, προσθέσουμε δέκα με δώδεκα χρόνια, φτάνουμε περίπου στα χρόνια 1830-31. Μπορούμε λοιπόν να πούμε απ’ τα πριν, ότι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, γεννημένοι το 1818 καί το 1820, αντίστοιχα, δέχτηκαν στίς αρχές της δεκαετίας του 1830 την επίδραση μιας ορισμένης κοινωνικοϊστορικής κατάστασης. Συγκρατείστε αυτές τις ημερομηνίες. Παρακάτω θα σας διευκολύνουν να παρακολουθήσετε τους συλλογισμούς μου.

Ας προσπαθήσουμε τώρα να προσδιορίσουμε με συντομία τη μορφή πού είχε αυτή ή κοινωνικοϊστορική κατάσταση. Το 1830 καί το 1831 είναι για την Ευρώπη χρονιές επανάστασης. Το 1830 έγινε στη Γαλλία ή λεγόμενη Ιουλιανή επανάσταση, πού ξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ τη Δύση μέχρι την Ανατολή, έφτασε καί στη Ρωσία καί προκάλεσε στο βασίλειο της Πολωνίας την εξέγερση του 1831. Τούτο σημαίνει λοιπόν, ότι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, ήδη στα 11 καί τα 12 χρόνια τους, έζησαν μια επαναστατική θύελλα, καί δέχτηκαν τίς εντυπώσεις μιας επαναστατικής περιόδου. Όμως ή Ιουλιανή επανάσταση του 1830 δεν ήταν παρά το τέλος μιας άλλης, ακόμα πιο σημαντικής επαναστατικής θύελλας, πού πρέπει να γνωρίσουμε τίς συνέπειες καί την επίδραση της, για να καταλάβουμε την ιστορική κατάσταση, μέσα στην οποία μεγάλωσαν ο Μαρξ κι ό Ένγκελς.

Η ιστορία του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα πριν απ’ το 1830 πού άρχισε ή «συνειδητή» ζωή του Μαρξ καί του Ένγκελς, καθορίζεται από δύο θεμελιώδη γεγονότα: τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία καί τη μεγάλη επανάσταση στη Γαλλία. Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία αρχίζει περίπου το 1760 καί πιάνει μια πολύ μεγάλη περίοδο. Φτάνει στο αποκορύφωμα της γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, καί τελειώνει στην Αγγλία μόλις κατά το 1830 περίπου. Τί σημαίνει όμως «βιομηχανική επανάσταση»; Αυτή ή ονομασία, πού προέρχεται απ' τον Ένγκελς, χαρακτηρίζει τα ακόλουθα: Η Αγγλία, περίπου στίς αρχές του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα, ήταν ήδη μια καπιταλιστική χώρα. Υπήρχε εκεί ήδη μια τάξη μισθωτών εργατών, μια τάξη προλετάριων, δηλαδή μια τάξη ανθρώπων χωρίς καμιά ιδιοκτησία, χωρίς κανένα μέσο παραγωγής στην κατοχή τους. Για να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι, ήταν υποχρεωμένοι να πουλάνε τον εαυτό τους ή, καθώς λέμε: να πουλάνε την εργατική τους δύναμη σαν εμπόρευμα. Υπήρχε ήδη ή τάξη των καπιταλιστών πού εκμεταλλευόταν την εργατική τάξη, καί υπήρχε ή τάξη των γαιοκτημόνων.

Αυτός ό καπιταλισμός στην Αγγλία των μέσων του 18ου αιώνα, ήταν ωστόσο ακόμα ένας καπιταλισμός, πού τεχνολογικά βασιζόταν στην παλιά χειρωνακτική παραγωγή, στη χειροτεχνία. Μ’ αυτό δεν εννοούμε την παλιά χειροτεχνική παραγωγή, όπου σε κάθε μικρή επιχείρηση υπήρχε ένας μάστορας, δύο ή τρείς καλφάδες καί μερικοί μαθητευόμενοι. Ακριβώς αυτός ό παλιός χειροτεχνικός τρόπος παραγωγής είχε παραχωρήσει τη θέση του στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αναπτύχθηκε στην Αγγλία ή μορφή της καπιταλιστικής παραγωγής πού ονομάζεται μανουφακτούρα. Το στάδιο της μανουφακτούρας στην καπιταλιστική ανάπτυξη της παραγωγής, χαρακτηρίζεται άπ’ το ότι - ενώ ήδη υπάρχει ή εκμεταλλευτική σχέση ανάμεσα στους καπιταλιστές καί στους εργάτες - δεν ξεπερνάει το όριο της χειροτεχνικής παραγωγής. Όμως από τεχνική άποψη καί σ’ ό,τι αφορά την οργάνωση της εργασίας, διαφέρει από τον παλιό χειροτεχνικό τρόπο παραγωγής, άπ’ το ότι τώρα ό καπιταλιστής συγκεντρώνει σ’ ένα μεγάλο κτίριο 100 με 200 χειροτέχνες. Στό παλιό χειροτεχνικό εργαστήριο εργάζονται πέντε, έξι, εφτά άνθρωποι, μέσα σ’ ένα χώρο. Τώρα αναπτύσσεται σε μεγάλη έκταση ένας καταμερισμός της εργασίας μ’ όλες του τίς συνέπειες. Υπάρχει ένα καπιταλιστικό εργοστάσιο, χωρίς μηχανές, χωρίς αυτόματους μηχανισμούς, στο οποίο όμως ό καταμερισμός της εργασίας, ή διάρθρωση του τρόπου παραγωγής ακόμα καί στα διάφορα ανεξάρτητα στάδια, έχει προχωρήσει ήδη πάρα πολύ. Στά μέσα του 18ου αιώνα αυτή ή περίοδος της μανουφακτούρας φτάνει στην Αγγλία στην πιο μεγάλη της άνθηση.

Μόλις στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, περίπου άπ’ τη δεκαετία του 1760, αρχίζουν ν’ αλλάζουν καί οι τεχνολογικές βάσεις της παραγωγής. Τα εργαλεία των χειροτεχνών αντικαθίστανται από τίς μηχανές. Η αρχή γίνεται στο σημαντικότερο κλάδο της αγγλικής παραγωγής, στην υφαντουργία. Μια σειρά από εφευρέσεις επαναστατικοποιούν, ή μια μετά την άλλη, την τεχνική της χειρωνακτικής κλωστοϋφαντουργίας. Αναφέρω μόνο, ότι περίπου μέχρι τα τέλη του 1780 είχαν εφευρεθεί ήδη υφαντικές και κλωστικές μηχανές. Το 1785 ό Βάττ εφεύρε την τελειοποιημένη ατμομηχανή, πού άνοιξε τη δυνατότητα της δημιουργίας εργοστασίων μέσα στίς πόλεις, κι όχι μόνο στίς όχθες των ποταμών, πού παρείχαν την απαραίτητη ενέργεια. Αυτό πάλι, με τη σειρά του δημιούργησε ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη σύμπτυξη και τη συγκέντρωση της παραγωγής. Άπ’ το 1785. δηλαδή άπ' τη στιγμή πού εφευρέθηκε ή ατμομηχανή, αρχίζουν προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί ό ατμός σε μια ολόκληρη σειρά βιομηχανικών κλάδων. Αυτό όμως δεν προχώρησε τόσο γρήγορα, όσο λένε μερικές φορές τα βιβλία μας. Γι αυτό ολόκληρη την περίοδο από το 1760 μέχρι το 1830, τη χαρακτήρισα σαν περίοδο αυτής της μεγάλης βιομηχανικής επανάστασης. Έτσι λ.χ. ή αυτόματη κλωστική μηχανή, πού τη γνωρίζετε από τα εργοστάσια μας, πήρε την οριστική τελειοποιημένη μορφή της μόλις το 1825. Ό αργαλειός πήρε τη σημερινή μορφή του μόλις το 1813, μόλο πού οι πρώτοι αργαλειοί είχαν ήδη εφευρεθεί πριν άπ' το 1766, καί ένας αρκετά ικανοποιητικός αργαλειός είχε κατασκευαστεί το 1785 από τον Άρκράιτ.

Φανταστείτε τώρα μια χωρά, όπου σ’ αυτά τα 70 χρόνια οί εφευρέσεις διαδέχονται ή μια την άλλη, όπου ή παραγωγή συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο καί συντελείται αδιάκοπα μια διαδικασία μαρασμού, εξαφάνισης καί καταστροφής της μικρής χειρονακτικής παραγωγής, μια διαδικασία εξαφάνισης των μικρών κλωστοϋφαντουργικών εργαστηρίων. Στη θέση των χειροτεχνών διαμορφώνεται μια μάζα προλετάριων, πού μεγαλώνει σταθερά. Βλέπετε λοιπόν πως στην Αγγλία, γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα καί ιδιαίτερα στίς αρχές του 19ου - στη θέση της παλιάς εργατικής τάξης πού άρχισε ν' αναπτύσσεται το 16ο καί 17ο αιώνα καί πού στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν περιλάμβανε παρά ένα ασήμαντο κομμάτι του πληθυσμού - αναπτύσσεται μια σημαντική κοινωνική τάξη, πού βάζει τη σφραγίδα της σ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Ταυτόχρονα μ’ αυτή τη βιομηχανική επανάσταση, ολοκληρώνεται καί μια σοβαρότατη συγκέντρωση μέσα στην ίδια την εργατική τάξη. Γίνεται μια αδιάκοπη μεταβολή όλων των οικονομικών σχέσεων, το ξερίζωμα της παλιάς γενιάς των υφαντών καί των κλωστών, πού βγαίνουν έξω άπ’ τις παραδοσιακές, συνηθισμένες συνθήκες διαβίωσης. Ενώ παλιά ό εργάτης της μανουφακτούρας ήξερε ακόμα ότι ό πατέρας του καί ό παππούς του είχαν ζήσει κάτω άπ’ τις ίδιες συνθήκες, ότι δε διέφερε διόλου άπ' το χειροτέχνη καί το γεωργό, εμφανίστηκαν τώρα στη θέση αυτών των σχέσεων συνθήκες διαβίωσης, κάτω άπ’ τις οποίες ό καθένας καταλάβαινε πως χτες τα πράγματα ήταν ακόμα έτσι, αλλά σήμερα όλα είχαν αλλάξει. Χτες υπήρχαν ακόμα παραδοσιακές, στενές, δυνατές σχέσεις ανάμεσα στους επιχειρηματίες καί τους εργάτες. Τώρα όλα ήταν αλλιώτικα. Οί επιχειρηματίες ρίχνουν ανελέητα δεκάδες εκατοντάδες εργάτες στο δρόμο. Σαν απάντηση σ’ αυτή τη ριζική αλλαγή των όρων διαβίωσης των εργατών, αναπτύσσεται μια αντίδραση - όχι όμως με την έννοια πού την καταλαβαίνουμε συνήθως: οί εργάτες στρέφονται ενάντια σ’ αυτές τίς συγκλονιστικές αλλαγές, ενάντια σ’ αυτό το είδος της επανάστασης. Απελπίζονται, προσπαθούν να πετάξουν από πάνω τους αυτές τις καινούργιες συνθήκες ζωής. Είναι λοιπόν αυτονόητο, πώς όλο τους το μίσος, όλη τους τη δυσαρέσκεια, τη στρέφουν αρχικά ενάντια στίς χειροπιαστές μορφές αυτής της καινούργιας κι αβάσταχτης γι’ αυτούς επανάστασης, δηλαδή ενάντια στίς μηχανές, στίς οποίες νομίζουν πώς προσωποποιούνται όλα τα κακά. Έτσι, στίς αρχές του 19ου αιώνα, αρχίζει μια σειρά από εξεγέρσεις των εργατών ενάντια στίς μηχανές καί ενάντια στίς καινούργιες τεχνικές συνθήκες της παραγωγής. Οί εξεγέρσεις αυτές παίρνουν τη μεγαλύτερη έκταση τους στην Αγγλία το 1815. Είπα παραπάνω πώς ό αργαλειός πήρε την πιο τελειοποιημένη μορφή του το 1813. Τη χρονιά αυτή το κίνημα αγκαλιάζει όλα τα βιομηχανικά κέντρα, καί από καθαρά αυθόρμητο μετατρέπεται σε οργανωμένο, δημιουργεί τα δικά του συνθήματα κι αποκτά τους δικούς του ηγέτες. Το κίνημα αυτό, πού στρεφόταν ενάντια στίς μηχανές, είναι γνωστό σαν «κίνημα των λουδιστών».

Άλλοι λένε πως ή λέξη προέρχεται άπ’ το όνομα ενός εργάτη, άλλοι πάλι πώς προέρχεται άπ’ το όνομα του μυθικού στρατηγού Λούντ, πού μ’ αυτό οί εργάτες υπέγραφαν τίς προκηρύξεις τους.

Ενάντια σ’ αυτό το κίνημα των λουδιστών, οί κυρίαρχες τάξεις, η τότε άρχουσα ολιγαρχία, παίρνουν τα πιο ωμά καταπιεστικά μέτρα. Κάθε καταστροφή καί κάθε απόπειρα καταστροφής των μηχανών τιμωρείται με θάνατο, καί πολλοί εργάτες σέρνονται στην κρεμάλα.

Χρειαζόταν ένα πιο αναπτυγμένο στάδιο του εργατικού κινήματος, απαιτούνταν η προπαγάνδα των επαναστατών, για να εξηγήσει στους εργάτες πώς δε φταίνε οί μηχανές αλλά οί όροι κάτω άπ’ τους οποίους χρησιμοποιούνται. Αυτό το επαναστατικό κίνημα, πού έταξε σκοπό του να κάνει τους εργάτες μια συνειδητή μάζα, ικανή να παλέψει ενάντια σε ορισμένες κοινωνικές καί πολιτικές συνθήκες, αρχίζει να παίρνει τεράστιες διαστάσεις στην Αγγλία από το 1815. Δε θα μιλήσω περισσότερο γι’ αυτό το κίνημα. Ωστόσο θα ’θελα να σας πω, σύντροφοι, ότι κι αυτό το επαναστατικό κίνημα πού άρχισε το 1815-1817, είχε τους πρόδρομους του λίγο νωρίτερα, δηλαδή στα τέλη του 18ου αιώνα.

Για να νιώσουμε τη σημασία αυτών των προδρόμων πρέπει τώρα να στραφούμε στη Γαλλία, γιατί αν δε γνωρίζουμε το ρόλο πού έπαιξε ή γαλλική επανάσταση, θα ’ναι δύσκολο να καταλάβουμε τα πρώτα βήματα του αγγλικού εργατικού κινήματος.

Η γαλλική επανάσταση ξέσπασε, καθώς ξέρετε, το 1789. Φτάνει στο αποκορύφωμα της το 1793. Άπ’ το 1794 αρχίζει ή παρακμή της, πού οδηγεί μέσα σε λίγα χρόνια στην εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας του Ναπολέοντα. Το 1799 ό Ναπολέοντας πραγματοποιεί το πραξικόπημα του, γίνεται για 5 χρόνια ύπατος, μετά αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας, καί κυβερνάει τη Γαλλία μέχρι το 1815.

Η Γαλλία, μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, ήταν μια χώρα πού στην κορυφή της βρισκόταν ένας απόλυτος άρχοντας. Στήν πραγματικότητα ή εξουσία άνηκε στους ευγενείς - πού είχαν πουλήσει με κάποιο αντάλλαγμα ένα μέρος της επιρροής τους στη νεοδημιουργημένη χρηματιστική καί εμπορική αστική τάξη - καί στον κλήρο. Ένα ισχυρότατο κίνημα πού αρχίζει στη Γαλλία μέσα στίς λαϊκές μάζες - τους μικροπαραγωγούς, τους γεωργούς, τους μικρομεσαίους εργοστασιάρχες πού δεν είχαν κανένα προνόμιο - εξελίσσεται σε επαναστατικό κίνημα. Στους αγώνες πού ακολούθησαν ανάμεσα στίς διάφορες κοινωνικές ομάδες, την τάξη των φτωχών των πόλεων καί τίς προνομιούχες τάξεις, ή εξουσία πέφτει στίς 10 Αυγούστου του 1792 στα χέρια της επαναστατικής μικροαστικής τάξης καί της εργατιάς του Παρισιού. Η εξωτερική έκφραση αυτής της κυριαρχίας είναι ή κυριαρχία των γιακωβίνων, πού καθοδηγούνται από τον Ροβεσπιέρο καί τον Μαρά. Θα προσθέσω κι ένα τρίτο όνομα, πού σας είναι γνωστό, το όνομα του Νταντόν. Για δυο χρόνια ή Γαλλία βρίσκεται στα χέρια του ξεσηκωμένου λαού, πού ή πρωτοπορία του είναι το επαναστατικό Παρίσι.

Οί γιακωβίνοι ήταν εκπρόσωποι της αστικής τάξης, εκπρόσωποι όμως πού κράτησαν τίς διεκδικήσεις της αστικής τάξης μέσα σε λογικά όρια. Δεν ήταν κομμουνιστές ούτε σοσιαλιστές. Ούτε ό Ροβεσπιέρος ούτε ό Μαρά ήταν κομμουνιστές καί σοσιαλιστές. Απεναντίας, τόσο ό Ροβεσπιέρος όσο κι ό Μαρά κι ό Νταντόν, δεν ήταν παρά μικροαστοί δημοκράτες, πού είχαν αναλάβει ένα ρόλο, ένα ιστορικό καθήκον πού έπρεπε να εκπληρώσει ολόκληρη ή αστική τάξη: να καθαρίσουν τη Γαλλία άπ’ όλα τα κατάλοιπα του φεουδαρχικού καθεστώτος, να δημιουργήσουν πολιτικές συνθήκες τέτοιες, πού να μπορεί ν’ αναπτυχθεί ελεύθερα ή δραστηριότητα των ιδιωτών ιδιοκτητών, τέτοιες πού τίποτα να μην εμποδίζει τον κάθε μικροϊδιοκτήτη να έχει κάποια μέτρια κέρδη από ένα τίμιο εισόδημα ή από την έντιμη εκμετάλλευση άλλων ανθρώπων. Στον αγώνα όμως ενάντια στη φεουδαρχία, ενάντια στην αριστοκρατία, στον αγώνα βασικά ενάντια σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη πού είχε συνασπιστεί κατά της Γαλλίας, οί γιακωβίνοι Ροβεσπιέρος καί Μαρά έπαιξαν το ρόλο επαναστατών ηγετών. Σ’ αυτό τον αγώνα ενάντια σ’ ολόκληρη την Ευρώπη αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο της επαναστατικής προπαγάνδας. Για ν' αντιπαρατάξουν τη δύναμη των λαϊκών μαζών στη δύναμη της φεουδαρχίας καί των βασιλιάδων, ρίξανε το σύνθημα: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στα καλύβια!» Στά λάβαρα τους είχαν γράψει το σύνθημα «Ελευθερία. Ισότητα, Αδελφοσύνη».

Οί πρώτες επιτυχίες της γαλλικής επανάστασης επέδρασαν άμεσα καί στη Ρηνανία, όπου οργανώθηκαν σύλλογοι γιακωβίνων. Πολλοί γερμανοί είχαν καταταχτεί σαν εθελοντές στο γαλλικό στρατό. Μερικοί άπ' αυτούς, στο Παρίσι, συμμετείχαν σε διάφορες επαναστατικές οργανώσεις. Στή Ρηνανία καί στο Πφάλτς διατηρήθηκε για πολύ καιρό μια ισχυρή επιρροή της γαλλικής επανάστασης - οί ηρωικές της παραδόσεις επιδρούσαν πάνω στη νέα γενιά μέχρι τίς αρχές του 19ου αιώνα. Ακόμα κι ό σφετεριστής Ναπολέοντας, ένας κατακτητής, στον αγώνα του κατά της γηραιάς μοναρχικής καί φεουδαρχικής Ευρώπης, αναγκάστηκε να στηριχτεί στα βασικά επιτεύγματα της γαλλικής επανάστασης, απλά καί μόνο επειδή σαν κατακτητής εμφανιζόταν ταυτόχρονα καί σαν εχθρός του φεουδαρχικού καθεστώτος. Είχε αρχίσει τη στρατιωτική του σταδιοδρομία στον επαναστατικό στρατό. (Ό δικός μας Κόκκινος Στρατός εξάλλου, αφομοίωσε θαυμάσια την πείρα άπ’ τους μεγάλους επαναστατικούς αγώνες.) Μια τεράστια μάζα γάλλων στρατιωτών, πού στην αρχή ήταν ξυπόλυτοι, κουρελήδες, οπλισμένοι μερικές φορές μόνο με ραβδιά, πολέμησε με τα πανίσχυρα πρωσικά στρατεύματα, καί τα νίκησε με τον ενθουσιασμό καί την αριθμητική υπεροχή της, τα νίκησε επειδή έσπαζε το ηθικό καί διέλυσε τον εχθρικό στρατό, στέλνοντας του προκηρύξεις προτού του στείλει βόλια. Αυτή την επαναστατική προπαγάνδα τη χρησιμοποίησε στους πολέμους του ακόμα κι ό Ναπολέοντας. Ηξερε καλά ότι τα κανόνια είναι πολύ ισχυρό όπλο, μέχρι την τελευταία μέρα όμως, δεν περιφρόνησε ποτέ το όπλο της επαναστατικής προπαγάνδας — αυτό το όπλο πού αποσυνθέτει τόσο τέλεια τα αντίπαλα στρατεύματα.

Η επίδραση της γαλλικής επανάστασης απλώθηκε καί προς την Ανατολή, έφτασε μάλιστα μέχρι τη γηραιά Πετρούπολη. Στά παλιά μας βιβλία μπορείτε να διαβάσετε πώς, όταν έφτασε ή είδηση για την κατάληψη της Βαστίλης, οί άνθρωποι αγκαλιάζονταν καί φιλιόντουσαν ακόμα καί στην Πετρούπολη.

Στή Ρωσία υπήρχε ήδη μια μικρή ομάδα - το πιο σημαντικό πρόσωπο σ' αυτήν ήταν ό Ραντίστσεφ - πού καταλάβαινε πολύ καλά τη σημασία των γεγονότων της γαλλικής επανάστασης. Η επίδραση της γαλλικής επανάστασης εκδηλώνεται σε μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση σ’ όλες τίς χώρες της Ευρώπης. Ακόμα καί στην Αγγλία, πού βρισκόταν επικεφαλής όλων σχεδόν των εναντίον της Γαλλίας συνασπισμένων κρατών, απλώθηκε όχι μόνο στα μικροαστικά στοιχεία, αλλά καί στον πολυάριθμο εργατικό πληθυσμό πού είχε δημιουργηθεί από τη βιομηχανική επανάσταση. Ακριβώς το 1791 καί το 1792 δημιουργείται στην Αγγλία η πρώτη επαναστατική εργατική οργάνωση. Η εργατική αυτή οργάνωση έχει το όνομα «Σύλλογος Αλληλογραφίας»• είναι ένας σύλλογος πού πήρε αυτό το όνομα για να ξεγλιστρήσει άπ’ τους αγγλικούς νόμους. Γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα ή Αγγλία ήταν μια συνταγματική χώρα. Είχε περάσει ήδη από δυο επαναστάσεις - η μια στα μέσα και η άλλη στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα. Θεωρούνταν πολύ ελεύθερη χώρα, στην οποία επιτρέπονταν οί σύλλογοι καί οί εταιρίες, χωρίς όμως κανένας άπ’ αυτούς τους συλλόγους καί τίς εταιρίες να επιτρέπεται να έρθει σε οργανωτική επαφή με άλλες εταιρίες. Για να παρακάμψουν λοιπόν αύτη την απαγόρευση, οί εργατικές ενώσεις σκέφτηκαν να δημιουργούν, όπου μπορούσαν, τους «Συλλόγους Αλληλογραφίας». Αυτοί ήταν σύλλογοι πού αλληλογραφούσαν μεταξύ τους καί βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία. Ό σύλλογος του Λονδίνου διευθύνονταν από τον παπουτσή Τόμας Χάρντυ, ένα σκοτσέζο με γαλλική καταγωγή. Το επώνυμο του σημαίνει «ό γενναίος». Ό Χάρντυ έπεισε πολλούς εργάτες να γραφτούν στο σύλλογο. Η εισφορά των μελών ήταν πολύ μικρή. Η ένωση διοργάνωνε συναντήσεις καί συγκεντρώσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της ήταν χειροτέχνες - παπουτσήδες καί ραφτάδες. Ό λόγος είναι ότι ή βιομηχανική επανάσταση, όπως είπα, είχε αρχίσει να ασκεί τη διαλυτική της επίδραση στην παλιά παραγωγή της μανουφακτούρας και στην παλιά χειροτεχνία. Θα αναφέρω ένα ακόμα όνομα πού συνδέεται με τη μεταγενέστερη ιστορία του εργατικού κινήματος στην Αγγλία, τον Φράνσις Πλές. Είναι ένας ράφτης, πού τ’ όνομα του θα το συναντήσουμε στην ιστορία του αγγλικού τρεϊντ-γιουνιονισμού. Θα μπορούσα ν’ αναφέρω τα ονόματα μιας σειράς εργατών. Οί περισσότεροι τους είναι χειροτέχνες. Θ’ αναφέρω ακόμα τον παπουτσή Χόλκαφτ, προικισμένο ποιητή, δημοσιογράφο καί ρήτορα, πού έπαιξε μεγάλο ρόλο στα τέλη του 18ου αιώνα.

Αυτός ό «Σύλλογος Αλληλογραφίας» λοιπόν, το 1792, δυο τρεις βδομάδες μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία (10 Αυγούστου 1792), έστειλε κρυφά με το γάλλο πρεσβευτή στο Λονδίνο, ένα μήνυμα συμπάθειας καί συμπαράστασης στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Αυτό το χαιρετιστήριο μήνυμα, μια άπ’ τις πρώτες εκδηλώσεις της διεθνούς αλληλεγγύης καί συμπάθειας, έκανε βαθιά εντύπωση στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση γιατί ήταν χαιρετιστήριο μήνυμα του αγγλικού λαού, ενώ οι κυρίαρχες τάξεις της Αγγλίας συμπεριφέρονταν τότε πολύ εχθρικά απέναντι στη Γαλλία. Η Εθνοσυνέλευση απάντησε στο χαιρετισμό με μια ιδιαίτερη απόφαση. Οί σχέσεις των αγγλικών εργατικών συλλόγων, με τους γάλλους γιακωβίνους έδωσαν στην αγγλική ολιγαρχία την αφορμή ν' αρχίσει τη δίωξη αυτού του συλλόγου. Εναντίον του Χάρντυ καί άλλων απαγγέλθηκαν διάφορες κατηγορίες. Αν διαβάσετε τις αγορεύσεις των εισαγγελέων στίς δίκες πού ακολούθησαν, θα δείτε με ποιο τρόπο οι αγγλικές καπιταλιστικές ομάδες επωφελήθηκαν από την επανάσταση για ν’ αποσπάσουν από την επαναστατική Γαλλία αποικίες στην Ασία καί στην Αμερική.

Ο κίνδυνος πού απειλούσε την κυριαρχία της, ανάγκασε την αγγλική ολιγαρχία να πάρει μια σειρά από μέτρα κατά του ανερχόμενου εργατικού κινήματος. Γύρω στο 1800 απαγορεύονται καί οί ενώσεις καί οί σύλλογοι που μέχρι τότε είχαν το δικαίωμα να ιδρύουν τα εύπορα αστικά στοιχεία, και πού συνεπώς δε μπορούσαν ν' απαγορευτούν στους χειροτέχνες. Ειδικά όμως απαγορεύονται όλοι οί σύλλογοι πού αλληλογραφούν μεταξύ τους καί βρίσκονται σε μια επικοινωνία. Το 1799 ένας νόμος απαγορεύει ειδικά κάθε νόμιμη ένωση εργατών στην Αγγλία. Από το 1799 μέχρι το 1824, αφαιρείται από την αγγλική εργατική τάξη κάθε δικαίωμα του συνέρχεσθαι καί συνεταιρίζεσθαι.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα πίσω στο 1815. Το κίνημα των «λουδιστών», πού είχε σαν αποκλειστικό σκοπό την καταστροφή των μηχανών, παραχώρησε τη θέση του σε μία πιο συνειδητή πάλη. Οί καινούργιες οργανώσεις ανέλαβαν το καθήκον ν’ αλλάξουν τις πολιτικές συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης. Απαιτήσανε κατά πρώτο λόγο το δικαίωμα του συνέρχεσθαι καί του συνεταιρίζεσθαι, καί την ελευθερία του τύπου. Το 1817 αρχίζει με ένα σκληρό αγώνα, πού προκάλεσε το 1819 στο μεγάλο κέντρο της αγγλικής βαμβακοβιομηχανίας, στο Μάντσεστερ, μια περίφημη μάχη. Η μάχη έγινε στο Πήτερσφηλντ, οί άγγλοι εργάτες όμως ονόμασαν αυτή τη σφαγή μάχη του «Πήτερλω».

Σύντροφοι, σίγουρα έχετε ακούσει το όνομα «Βατερλώ»: έτσι ονομαζόταν ό τόπος όπου οί σύμμαχοι νίκησαν το 1815 τον Ναπολέοντα. Εναντίον των εργατών στάλθηκαν τεράστιες δυνάμεις ιππικού. Η μάχη τέλειωσε με τη δολοφονία πολλών ανθρώπων. Όπως ό δικός μας ό Νικόλαος συγχάρηκε κάποτε τους γενναίους δραγόνους, πού είχαν πυροβολήσει μέσα στήν ανυπεράσπιστη μάζα των εργατών του Γιάροσλαβ, όμοια κι ό άγγλος βασιλιάς συγχάρηκε τους θαρραλέους ιππείς, πού νίκησαν τους άοπλους εργάτες. Πέρα απ’ αυτό, πάρθηκαν βάρβαρα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη, γνωστά με τ' όνομα «έξι διατάγματα». Ωστόσο το αποτέλεσμα αυτών των διώξεων ήταν να δυναμώσει ό επαναστατικός αγώνας, καί το 1824 οί άγγλοι εργάτες κατέκτησαν τον περίφημο νόμο του συνεταιρισμού, πού ήταν μια παραδοχή του επαναστατικού κινήματος. Σ’ αυτό συνετέλεσε ό Πλές, πού ανέφερα παραπάνω, καί πού την εποχή εκείνη είχε πάψει να ’ναι επαναστάτης σύντροφός κι είχε γίνει αυτόνομος επιχειρηματίας, χωρίς όμως να διακόψει τίς σχέσεις του με τους ριζοσπάστες στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Αυτό το κίνημα πού είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στους εργάτες, με στόχο του την ίδρυση εργατικών οργανώσεων καί εργατικών ενώσεων, για ν’ αμυνθεί ενάντια στην καταπίεση των επιχειρηματιών, για να πετύχει καλύτερους όρους εργασίας καί μεγαλύτερο μισθό, απέκτησε τώρα μια νομική βάση. Απ’ την εποχή αυτή αρχίζει ν' αναπτύσσεται το αγγλικό τρεϊντ-γιουνιονιστικό κίνημα. Μέσα σ’ αυτό οργανώνονται τώρα καί πολιτικοί σύλλογοι, πού τάζουν σκοπό τους την απόκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Όλα αυτά διαδραματίζονται μέσα στη δεκαετία του 1820.

Στό μεταξύ στη Γαλλία, όπως είπα, ό Ναπολέοντας συντρίφτηκε οριστικά το 1815 για να παλινορθωθεί κατόπι ή παλιά μοναρχία των Βουρβόνων με τον Λουδοβίκο ΙΗ'. Αρχίζει τότε ή εποχή της παλινόρθωσης, πού διαρκεί κάπου 15 χρόνια. Αφού ξαναπήρε το θρόνο με τη βοήθεια της ξένης επέμβασης, με τη βοήθεια του τσάρου Αλέξανδρου Α', ό Λουδοβίκος κάνει μια σειρά από παραχωρήσεις στους γαιοκτήμονες πού πλήγηκαν κατά την επανάσταση. Δε μπορούσε βέβαια να τους επιστρέψει τη γη τους - αυτή έμεινε στους γεωργούς - τους παρηγόρησε όμως με αποζημιώσεις ύψους πολλών δισεκατομμυρίων φράγκων. Ό Λουδοβίκος πάσχισε μ’ όλες τίς δυνάμεις του να αναχαιτίσει την παραπέρα εξέλιξη των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών. Προσπάθησε ν' αναστείλει όσο το δυνατό περισσότερες άπ' τίς παραχωρήσεις πού είχε αναγκαστεί να κάνει. Ό αγώνας ανάμεσα στους φιλελεύθερους καί τους συντηρητικούς, πού φθείρει τη δυναστεία των Βουρβόνων, συνεχίζεται μέχρι τον Ιούλη του 1830, οπότε ξεσπάει μια νέα επανάσταση.

Η Αγγλία, πού στα τέλη του 18ου αιώνα είχε απαντήσει στη γαλλική επανάσταση με το δυνάμωμα του εργατικού κινήματος, γνωρίζει τώρα, κάτω άπ' την επίδραση της Ιουλιανής επανάστασης, ένα νέο επαναστατικό αναβρασμό. Αρχίζει μια μεγάλη κίνηση για την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Σύμφωνα με τους αγγλικούς νόμους, δικαίωμα ψήφου είχε μόνο ένα ελάχιστο τμήμα του πληθυσμού, κυρίως οί μεγαλογαιοκτήμονες. Αυτοί συνέβαινε πολλές φορές να κατέχουν αγροκτήματα με δυο-

τρεις ψηφοφόρους (οι λεγόμενοι σάπιοι οικισμοί), καί στέλναν στη Βουλή των Κοινοτήτων όποιο βουλευτή τους έκανε κέφι. Τα κυβερνώντα κόμματα, οι Τόρυς καί οι Ούίγοι, εκπροσωπούν ουσιαστικά τίς διάφορες φράξιες της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων. Άπ’ αυτά τα άλληλομισούμενα κόμματα, το φιλελεύθερο, οί Ούίγοι, παίρνει την πρωτοβουλία. Θεωρεί απαραίτητο να κάνει μια παραχώρηση στο λαό καί να πραγματοποιήσει μια εκλογική μεταρρύθμιση. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ αποκτήσει τώρα δικαίωμα ψήφου ό πιο εύπορος πληθυσμός, δηλαδή ή βιομηχανική αστική τάξη. Οί εξαπατημένοι ήταν πάλι οί εργάτες. Σάν αντίδραση σ’ αυτή την προδοσία της φιλελεύθερης αστικής τάξης - στην οποία είχε συμμετάσχει κι ό Πλές, το πρώην μέλος του συλλόγου αλληλογραφίας - μετά από λίγα χρόνια καί μετά από διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες, οργανώνεται το 1836 ή Ένωση των Εργατών του Λονδίνου. Αυτή, αντίθετα άπ’ τον παλιό σύλλογο αλληλογραφίας, φέρει ήδη το κλασικό όνομα του εργατικού συλλόγου. Επικεφαλής αυτού του συλλόγου ήταν κάμποσοι ικανοί εργάτες. Οί πιο αξιόλογοι ήταν ό Ούίλιαμ Λόβετ καί ό Χένρυ Χέζρινγκτον. Το 1837 ό Λόβετ καί οί σύντροφοι του διατύπωσαν για πρώτη φορά τίς θεμελιώδεις πολιτικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Βάζουν ήδη καθήκον τους να οργανώσουν τους εργάτες σ' ένα ξέχωρο πολιτικό κόμμα, με ιδιαίτερο πολιτικό πρόγραμμα. Ωστόσο σκοπός τους δεν ήταν να σχηματίσουν ένα κόμμα της εργατικής τάξης, πού θα αντιπαρέθετε το ιδιαίτερο πρόγραμμα του απέναντι σ’ όλα τα άλλα αστικά κόμματα, αλλά ένα εργατικό κόμμα, πού διεκδικεί την ίδια εξουσία με όλα τ’ άλλα κόμματα. Θέλει επίσης να συμμετέχει στην πολιτική ζωή. Θέλει μέσα σ’ αυτό το αστικό πολιτικό περιβάλλον ν’ αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης. Δε βάζει κανέναν απολύτως ιδιαίτερο στόχο καί δε φτιάχνει απολύτους κανένα ιδιαίτερο οικονομικό πρόγραμμα απέναντι σ' ολόκληρη την αστική κοινωνία. Τούτο μπορείτε να το καταλάβετε, αν θυμηθείτε πώς στην Αυστραλία καί στη Νέα Ζηλανδία υπάρχουν τέτοια εργατικά κόμματα, πού δεν έχουν τάξει σκοπό τους τη ριζική αλλαγή των κοινωνικών όρων καθαυτών. Μερικές φορές συμμαχούν στενά με τα αστικά κόμματα, για να εξασφαλίσουν στους εργάτες ένα ορισμένο μερίδιο επιρροής στον κυβερνητικό μηχανισμό.

Το έγγραφο, στο οποίο ό Λόβετ καί οί σύντροφοι του διατύπωσαν τίς διεκδικήσεις των εργατών, πήρε τ' όνομα «Χάρτα», καί το κίνημα ονομάστηκε «χαρτιστικό». Χαρτιστές αποκαλούνταν οί εργάτες πού είχαν φτιάξει αυτή τη χάρτα. Πρόβαλαν έξι διεκδικήσεις: καθολικό δικαίωμα ψήφου, κοινοβούλιο πού να εκλέγεται κάθε χρόνο, μυστική ψηφοφορία, αμοιβή των βουλευτών, διαίρεση της χώρας σε ίσες εκλογικές περιφέρειες καί δικαίωμα του εκλέγεσθαι για όλους, ανεξάρτητα άπ' τα περιουσιακά τους στοιχεία. Έτσι ξεκίνησε το χαρτιστικό κίνημα.

Όπως βλέπετε, το κίνημα αυτό άρχισε το 1837, όταν ό Μαρξ ήταν 19 χρονών καί ό Ένγκελς 17. Αποτελεί το πιο ψηλό σημείο πού έφτασε το εργατικό κίνημα, μέχρι τη στιγμή πού ό Μαρξ κι ό Ένγκελς άρχισαν να παρατηρούν συνειδητά το περιβάλλον τους.

Στή Γαλλία, όπου ή επανάσταση του Ιούλη του 1830 προκάλεσε την πτώση των Βουρβόνων, δεν εγκαθιδρύθηκε ή δημοκρατία πού επιδίωκαν οί επαναστατικές οργανώσεις της δεκαετίας του 1820, αλλά μια συνταγματική μοναρχία με επικεφαλής τώρα μια νέα δυναστεία, τη λεγόμενη δυναστεία της Ορλεάνης, πού κατά τη διάρκεια της μεγάλης γαλλικής επανάστασης κι αργότερα, την εποχή της παλινόρθωσης, αντιπολιτευόταν τους συγγενείς της τους Βουρβόνους.

Αυτή ή ιουλιανή μοναρχία αφήνει ελεύθερη τη βιομηχανική, εμπορική καί χρηματιστική αστική τάξη, να επιταχύνει τη διαδικασία του πλουτισμού της, καί κατευθύνει τα χτυπήματα της ενάντια στην εργατική τάξη, στην οποία ήδη εκδηλώνεται, αδύναμα όμως ακόμα, ή ανάγκη για μια οργάνωση.

Στίς αρχές της δεκαετίας του 1830 οί επαναστατικοί σύλλογοι αποτελούνται κυρίως από φοιτητές καί διανοούμενους, οι εργάτες είναι ελάχιστοι ανάμεσα τους. Ωστόσο, σαν απάντηση για την αλλαγή μέσα στην αστική τάξη, ξεσπά το 1831 στη Λυών, το κέντρο της βιομηχανίας μεταξωτών, μια εργατική εξέγερση. Για μερικές μέρες οί εργάτες παίρνουν την πόλη στα χέρια τους. Δεν προβάλλουν καμιά απολύτως πολιτική αξίωση. Στίς σημαίες τους γράφουν το σύνθημα «Να ζήσουμε δουλεύοντας ή να πεθάνουμε παλεύοντας!» Τελικά νικήθηκαν καί γνώρισαν όλα τα συνηθισμένα επακόλουθα μιας τέτοιας ήττας.

Αυτή ή εξέγερση επαναλήφθηκε γι’ άλλη μια φορά το 1834, στην ίδια πόλη. Ό ρόλος της ήταν τεράστιος, πολύ μεγαλύτερος άπ' το ρόλο της Ιουλιανής επανάστασης. Η Ιουλιανή επανάσταση επέδρασε κυρίως στα μικροαστικά, τα λεγόμενα δημοκρατικά στοιχεία. Η εξέγερση στη Λυών καί ή επανάληψη της, φανέρωσε για πρώτη φορά την επαναστατική σημασία των εργατικών στοιχείων πού - έστω καί αρχικά σε μια μόνο πόλη - σηκώνουν το λάβαρο της εξέγερσης ενάντια σ' ολόκληρη την αστική τάξη καί θίγουν σοβαρά το πρόβλημα των εργατών. Οί αξιώσεις πού πρόβαλε το προλεταριάτο της Λυών, δε στρέφονταν ακόμα ενάντια στα θεμέλια της αστικής τάξης πραγμάτων καθαυτής, αλλά ενάντια στους καπιταλιστές καί στην εκμετάλλευση.

Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, τόσο στη Γαλλία όσο καί στην Αγγλία, εμφανίζεται στο προσκήνιο ή νέα επαναστατική τάξη - το προλεταριάτο. Στήν Αγγλία βλέπετε την προσπάθεια πού καταβάλλει αυτό το προλεταριάτο για να οργανωθεί. Καί στη Γαλλία βλέπετε, μετά την εξέγερση στη Λυών, τίς πρώτες απόπειρες της επαναστατικής του οργάνωσης. Ό λαμπρότερος εκπρόσωπος αυτού του κινήματος είναι ό Ώγκύστ Μπλανκί, ένας άπ' τους πιο μεγάλους γάλλους επαναστάτες. Πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιούλη. Κι ακριβώς κάτω άπ' την επίδραση των εξεγέρσεων της Λυών, πού έδειξαν πώς το πιο επαναστατικό στοιχείο στη Γαλλία είναι οί εργάτες, ό Μπλανκί αρχίζει μαζί με τους συντρόφους του να οργανώνει επαναστατικές ενώσεις ανάμεσα στους εργάτες του Παρισιού. Σ’ αυτές τίς επαναστατικές ενώσεις συμμετέχουν, όπως κάποτε στην εποχή της μεγάλης γαλλικής επανάστασης στο Παρίσι, καί στοιχεία ξένων εθνοτήτων - γερμανοί, βέλγοι κι ελβετοί. Ό Μπλανκί καί οί σύντροφοι του, πού βάζουν σκοπό τους να καταλάβουν επαναστατικά την πολιτική εξουσία και να πετύχουν μια σειρά από μετρά προς όφελος της εργατικής τάξης, επιχειρούν το Μάη του 1839 μια τολμηρή απόπειρα, μια εξέγερση πού καταλήγει σε αποτυχία. Αυτή ή εξέγερση του Μάη στο Παρίσι πού, το επαναλαμβάνω, κατέληξε σε ήττα, καί για τον Μπλανκί σε ισόβια κάθειρξη αντί για θάνατο, προκάλεσε καί τη φυλάκιση μιας σειράς γερμανών πού είχαν πάρει μέρος σ' αυτήν. Θα αναφέρω έναν απ’ αυτούς τους γερμανούς, πού τ’ όνομα του θα το συναντήσουμε καί παρακάτω - είναι ό Σάπερ, πού μαζί με τους συντρόφους του εξαναγκάστηκε μετά από λίγους μήνες να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Φεύγουν για το Λονδίνο κι οργανώνουν εκεί το Φλεβάρη του 1840 την Εργατική Μορφωτική Ένωση.

Θυμηθείτε τώρα, ότι την εποχή αύτη ό Μαρξ είναι κιόλας 22 χρονών καί ό Ένγκελς 20. Φτάνουμε στο αποκορύφωμα του προλεταριακού επαναστατικού εργατικού κινήματος, την εποχή πού ό Μαρξ κι ό Ένγκελς γίνονται συνειδητοί άνθρωποι. Τώρα λοιπόν θα πρέπει, πρίν άπ' όλα, να δούμε διεξοδικότερα ολόκληρη την ιστορική κατάσταση γενικά, καί την κατάσταση στη Γερμανία ειδικά, όπως είχε διαμορφωθεί στη Ρηνανία, όπου έζησαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς τα νεανικά τους χρόνια. Μετά θα σκιαγραφήσω καί την εξέλιξη του γερμανικού κινήματος.

Τό επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία του 1830 - Η Ρηνανία -Τα νεανικά χρόνια του Μαρξ καί τον Ένγκελς - Οι φιλολογικές εργασίες του Ένγκελς - Ό Μαρξ συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ

Τό επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία του 1830 - Η Ρηνανία -Τα νεανικά χρόνια του Μαρξ καί τον Ένγκελς - Οι φιλολογικές εργασίες του Ένγκελς - Ό Μαρξ συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου.

Οι πόλεμοι με τον Ναπολέοντα είχαν τελείωση. Στους πολέμους αυτούς, όπως ξέρετε, εκτός άπ’ την Αγγλία, πού ήταν η ψυχή του συνασπισμού, είχε πάρει μέρος καί η θεοφοβούμενη πατρίδα μας, μαζί με τους γερμανούς καί τους αυστριακούς. Η πατρίδα μας συμμετείχε τόσο ενεργά, πού ό ευλογημένος Αλέξανδρος έπαιξε τον πρώτο ρόλο στο συνέδριο της Βιέννης (αυτό, μετά από κείνο το μεγάλο πόλεμο, αποφάσισε για την τύχη της Ευρώπης, καί ονομάστηκε έτσι επειδή έγινε στη Βιέννη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας). Η ειρήνη της Βιέννης δεν ταχτοποίησε καλύτερα τα πράγματα της Ευρώπης απ’ ό,τι η ειρήνη των Βερσαλλιών πού τερμάτισε τον τελευταίο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αλυσόδεσε τη Γαλλία καί της αφαίρεσε όλες τις εδαφικές κατακτήσεις της επαναστατικής περιόδου. Οί γαλλικές αποικίες δόθηκαν στην Αγγλία, ενώ η Γερμανία, πού περίμενε την ένωση της μετά άπ’ αυτό τον απελευθερωτικό πόλεμο, διχοτομήθηκε οριστικά στη Βόρεια Γερμανία καί την Αυστρία.

Λίγο μετά το 1815 στη Γερμανία, ανάμεσα στους διανοούμενους καί τους φοιτητές, αρχίζει μια κίνηση πού κύριος στόχος της είναι η αποκατάσταση της ενότητας της Γερμανίας - αρχικά, όχι ακόμα η δημοκρατία, αλλά μόνο μια ενιαία Γερμανία. Ό κυριότερος εχθρός ήταν τότε η Ρωσία, πού λίγο πρίν, αμέσως μετά το συνέδριο της Βιέννης, είχε συνάψει με τη Γερμανία καί την Αυστρία την «Ιερή Συμμαχία» πού στρεφόταν ενάντια σ’ όλα τα επαναστατικά κινήματα. Ιδρυτές της θεωρούνταν ό Αλέξανδρος ό Α’ καί ό αυτοκράτορας της Αυστρίας, στην πραγματικότητα όμως ψυχή ολόκληρης αυτής της πολιτικής ήταν ό Μέτερνιχ, ό ρυθμιστής της αυστριακής πολιτικής. Ωστόσο κύριος εκπρόσωπος της αντίδρασης θεωρούνταν η Ρωσία, κι όταν άρχισε ν’ αναπτύσσεται ανάμεσα στη διανόηση καί τους φοιτητές το φιλελεύθερο κίνημα, πού σκοπό του είχε να διαδώσει την κουλτούρα και τη διαφώτιση μέσα στο γερμανικό λαό για να προετοιμάσει την ενοποίηση, το μίσος στράφηκε κυρίως προς τη Ρωσία, γιατί την είδαν σαν εκπρόσωπο του συντηρητισμού καί της αντίδρασης. Άπ’ αυτό το κίνημα αναπτύχθηκαν διάφοροι κύκλοι στα πανεπιστήμια της Ίένας, του Γκίσενερ κ.ά. Τό 1819 ένας φοιτητής, ό Κάρλ Σάντ, δολοφόνησε το γερμανό συγγραφέα Κοτσέμπουε πού θεωρούνταν, όχι άδικα, κατάσκοπος των ρώσων. Αυτή η τρομοκρατική ενέργεια έκανε μεγάλη αίσθηση στη Ρωσία, όπου ό Κάρλ Σάντ έγινε το ίνδαλμα πολλών άπ’ τους κατοπινούς μας δεκεμβριστές, κι έδωσε στον Μέτερνιχ και στίς γερμανικές αρχές την αφορμή να πέσουν πάνω στους γερμανούς διανοούμενους. Παρόλα αυτά οί φοιτητικοί σύλλογοι δε διαλύθηκαν, αλλά έγιναν ακόμα πιο επαναστατικοί, καί μέσα άπ’ αυτούς αναπτύχθηκαν σιγά σιγά στα μέσα της δεκαετίας του 1820 επαναστατικές οργανώσεις.

Σύντροφοι, πριν από λίγο ανέφερα το δικό μας κίνημα των δεκεμβριστών, πού στίς 14 Δεκέμβρη του 1825 έκανε μια απόπειρα ένοπλης εξέγερσης, πού κατέληξε σε ήττα. Πρέπει να προσθέσω πώς αυτό το κίνημα δεν είναι ένα απομονωμένο, καθαρά ρώσικο κίνημα. Αυτό το κίνημα αναπτύχθηκε κάτω άπ’ την επίδραση του επαναστατικού κινήματος των διανοούμενων στην Πολωνία, την Αυστρία, τη Γαλλία καί τη μακρινή Ισπανία. Είναι ένα διανοουμενίστικο επαναστατικό κίνημα στο όποιο αντιστοιχούσε ένα ειδικό ρεύμα στη λογοτεχνία, με σημαντικότερο καί λαμπρότερο εκπρόσωπο το γνωστό δημοσιολόγο και πρώτο γερμανό πολιτικό συγγραφέα Λούντβιχ Μπέρνε (πού είχε εβραϊκή καταγωγή καί άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της γερμανικής πολιτικής σκέψης). Ηταν ένας γνήσιος δημοκράτης πολιτικός, πού την εποχή εκείνη ενδιαφερόταν ελάχιστα για το κοινωνικό πρόβλημα, όντας πεισμένος, ότι όλα μπορούσαν να διορθωθούν προς το καλύτερο, φτάνει ό λαός ν’ αποκτούσε απόλυτη πολιτική ελευθερία.

Ετσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1830 όταν, όπως ξέρετε, ξέσπασε στη Γαλλία η Ιουλιανή επανάσταση. Σάς είπα ήδη πώς είχε τεράστιο αντίχτυπο σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ τη Γαλλία μέχρι την Ανατολή, ξέχωρα μεγάλη όμως ήταν η επίδραση που άσκησε στη Γερμανία. Σέ μερικά μέρη προκάλεσε στάσεις καί εξεγέρσεις πού κατέληξαν σε μερικές συνταγματικές παραχωρήσεις στα γερμανικά κρατίδια. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε γρήγορα αυτό το κίνημα, γιατί δεν ήταν πραγματικά ριζωμένο στίς λαϊκές μάζες.

Ενα δεύτερο κύμα αναταραχής απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη Γερμανία μετά την πολωνική εξέγερση του 1831. Άλλη μια άμεση συνέπεια της Ιουλιανής επανάστασης κατέληξε σε ήττα, πού οδήγησε ένα πλήθος καταδιωγμένων πολωνών επαναστατών, να ζητήσουν καταφύγιο στη Γερμανία. Ετσι, ανάμεσα στους γερμανούς διανοούμενους, ενισχύεται πάλι το παλιό ρεύμα: μίσος για τη Ρωσία καί συμπαράσταση στην καταπιεσμένη Πολωνία. πού τρομοκρατείται από τη Ρωσία.

Κάτω άπ’ την επίδραση των δύο αυτών γεγονότων μετά το 1831, παρά την ήττα της Ιουλιανής επανάστασης, δημιουργούνται μερικά επαναστατικά κινήματα, με τα οποία πρέπει ν’ ασχοληθούμε με συντομία. Θέλω να επισημάνω τα γεγονότα εκείνα, πού με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ίσως επέδρασαν πάνω στο νεαρό Μαρξ καί το νεαρό Ένγκελς. Το 1832 το επαναστατικό κίνημα στη Νότια Γερμανία συγκεντρώνεται στο Πφάλτς, κι όχι στη Ρηνανία. Όπως ακριβώς η Ρηνανία, το Πφάλτς βρισκόταν για πολύ καιρό στα χέρια των γάλλων, καί μόλις μετά το 1815 αποδόθηκε πάλι στη Γερμανία. Η Ρηνανία παραχωρήθηκε στην Πρωσία καί το Πφάλτς στη Βαβαρία, όπου η αντίδραση κυριαρχούσε όπως καί στην Πρωσία. Εύκολα θά καταλάβετε ότι οί κάτοικοι της Ρηνανίας, πού ήταν συνηθισμένοι στίς πιο ελεύθερες γαλλικές συνθήκες, καθώς κι οί κάτοικοι του Πφάλτς, ήταν φυσικό ν’ αντιδράσουν σφοδρά. Κάθε επαναστατική ενέργεια στη Γαλλία, ήταν φυσικό να ενισχύει την αντιπολιτευτική τους διάθεση. Το 1831 το κίνημα αυτό παίρνει μεγάλη έκταση ανάμεσα στους φιλελεύθερους διανοούμενους, τους δικηγόρους καί τους συγγραφείς. Το 1832 οί δικηγόροι Βίρθ καί Ζίμπενπφάϊφερ οργάνωσαν στο Χάμπαχ μια μεγάλη γιορτή, όπου εμφανίστηκαν πολλοί ομιλητές - ανάμεσα τους κι ό Μπέρνε. Όλοι διακήρυξαν την ανάγκη για μια ελεύθερη, ενωμένη Γερμανία. Ανάμεσα στους ακροατές ήταν κι ένας πού έφτιαχνε βούρτσες, ό Γιόχαν-Φίλιπ Μπέκερ, πού τότε ήταν κάπου 23 χρονών. Το όνομα του Μπέκερ θά το συναντήσουμε πολλές φορές στην ιστορία του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος. Βρισκόταν σε στενή επαφή με αρκετές γενιές ρώσων επαναστατών, άπ’ τον Μπακούνιν μέχρι τον Πλεχάνωφ. Ό Μπέκερ πάσχιζε τότε να πείσει τους διανοούμενους, πώς δεν έπρεπε να περιορίζονται στην αγκιτάτσια, αλλά πώς ήταν απαραίτητο να προετοιμάζονται για την ένοπλη επανάσταση. Ό Μπέκερ ήταν ένας τυπικός επαναστάτης παλιού τύπου. Ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος, έγινε αργότερα συγγραφέας, μολονότι δεν ήταν ποτέ εξαιρετικός θεωρητικός, αλλά μάλλον ό τύπος του επαναστάτη πρακτικιστή. Μετά τη γιορτή στο Χάμπαχ, μένει ακόμα μερικά χρόνια στη Γερμανία καί ασχολείται με το θέμα πού απασχολούσε τους δικούς μας επαναστάτες στη δεκαετία του 1870: κάνει διάφορες κινήσεις καί προπαγάνδα, οργανώνει αποδράσεις συντρόφων καί αιφνιδιαστικές επιθέσεις για την απελευθέρωση συντρόφων απ’ τη φυλακή. Μ’ αυτό τον τρόπο καταφέρνει να βοηθήσει μερικούς επαναστάτες. Το 1833 η ομάδα με την όποια συνδεόταν ό Μπέκερ στενά - ό ίδιος βρισκόταν τότε στη φυλακή - επιχειρεί μια ένοπλη επίθεση κατά της φρουράς στη Φραγκφούρτη για να πάρει όπλα. Στή Φραγκφούρτη συνεδρίαζε τότε η γερουσία. Οί φοιτητές καί οί εργάτες, μέλη αυτής της ομάδας, ήταν πεισμένοι πώς αν κατάφερναν να πραγματοποιήσουν μια ένοπλη εξέγερση σ’ αυτή την πόλη θ’ ασκούσαν μεγάλη επίδραση σ’ ολόκληρη τη Γερμανία απέτυχαν όμως. Ενα άπ’ τα πιο σημαντικά πρόσωπα αυτής της εξέγερσης ήταν ό Κάρλ Σάπερ. Τον είδαμε στο Παρίσι. Τώρα τον συναντάμε πάνω σε γερμανικό έδαφος. Ό Σάπερ κατάφερε να διαφεύγει στη Γαλλία. Ολόκληρο το κίνημα συγκεντρώνεται, όπως θά καταλάβατε σύντροφοι, ακριβώς στα μέρη πού βρίσκονταν για πολλά χρόνια κάτω από γαλλική επικυριαρχία.

Πρέπει ακόμα ν’ αναφερθεί το επαναστατικό κίνημα στο δουκάτο της Έσσης. Σ’ αυτό το δουκάτο επικεφαλής του κινήματος είναι ό Βάιντιγκ, πάστορας καί θρησκευόμενος, αλλά συνάμα συνειδητός οπαδός της πολιτικής ελευθερίας καί φανατικός υποστηριχτής της ενοποίησης της Γερμανίας. Φτιάχνει ένα μυστικό τυπογραφείο όπου τυπώνει επαναστατικές προκηρύξεις. Προσπαθεί να συνασπίσει γύρω του τους διανοούμενους. Ένας άπ’ αυτούς τους διανοούμενους, πού είχαν τεράστια συμμετοχή στο κίνημα, ήταν ό Γκέοργκ Μπύχνερ, πού μερικοί σύντροφοι σίγουρα τον γνωρίζουν σαν θεατρικό συγγραφέα του έργου Ό Θάνατος τον Νταντόν. Ό Γκέοργκ Μπύχνερ διαφέρει άπ’ τον Βάιντιγκ στο ότι, με την πολιτική του δραστηριότητα, απέδειξε ότι ήταν απαραίτητο να επιτευχθεί η αλληλεγγύη των γεωργών της Έσσης. Γ’ αυτούς τους γεωργούς ίδρυσε μια ειδική προπαγανδιστική εφημερίδα είναι η πρώτη προσπάθεια στο είδος της. Ό Βάιντιγκ τύπωνε αυτή την εφημερίδα στο μυστικό τυπογραφείο του. Το 1835 ό Βάιντιγκ συλλαμβάνεται. Ό Μπύχνερ ξέφυγε την τελευταία στιγμή. Διέφυγε στην Ελβετία, οπού πέθανε μετά από λίγο καιρό. Ό Βάιντιγκ κλείστηκε στη φυλακή και μαστιγώθηκε. Πρέπει να προσθέσω ότι ό Βάιντιγκ ήταν στενός συγγενής του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, κι ότι ό τελευταίος μεγάλωσε κάτω άπ’ την επήρεια αυτών των εντυπώσεων, πού χαράχτηκαν βαθιά στο παιδικό του μυαλό.

Μερικοί άπ’ τους επαναστάτες πού είχε απελευθερώσει άπ’ τη φυλακή ό Μπέκερ - ό Σάπερ, πού ξέφυγε μετά την εξέγερση της Φραγκφούρτης, μετά ό Σούστερ - εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και ίδρυσαν εκεί μια μυστική ένωση - την «Ένωση των Προγραμμένων». Κάτω άπ’ την επίδραση του Σούστερ και μερικών γερμανών εργατών, άπ’ το μεγάλο πλήθος αυτών πού είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι, οί σοσιαλιστικές τάσεις ενισχύονται ολοένα καί περισσότερο, πράγμα πού τελικά προκαλεί τη διάσπαση της ένωσης. Ένα τμήμα της, κάτω απ’ την ηγεσία του Σούστερ, ιδρύει την «Ένωση των Δίκαιων» πού διατηρείται στο Παρίσι τρία χρόνια. Τα μέλη της πήραν μέρος στην εξέγερση του Μπλανκί καί μοιράστηκαν την τύχη των μπλανκιστών, μαζί με τους όποιους κλείστηκαν στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση τους ό Σάπερ καί οί σύντροφοι του πήγαν στο Λονδίνο. Εκεί ίδρυσαν την Εργατική Μορφωτική Ένωση, πού αργότερα έγινε κομμουνιστική.

Στή δεκαετία του 1830 οί γερμανοί διανοούμενοι βρίσκονταν κάτω άπ’ την ισχυρή επίδραση πού ασκούσε ό Μπέρνε καί μερικοί άλλοι συγγραφείς, με σπουδαιότερο ανάμεσα τους τον Χάινριχ Χάινε, ποιητή καί δημοσιογράφο, πού η αλληλογραφία του άπ’ το Παρίσι μαζί με την αλληλογραφία του Λούντβιχ Μπέρνε, βοήθησε σημαντικά στη διάπλαση της γερμανικής νεολαίας.

Σύντροφοι, θα περάσω τώρα στον Μαρξ καί τον Ένγκελς. Σάς ανέφερα δύο ονόματα: Μπέρνε καί Χάινε - κι οί δυο ήταν εβραίοι. Ό Μπέρνε ήταν γέννημα του Πφάλτς καί ό Χάινε της Ρηνανίας. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς κατάγονται επίσης από τη Ρηνανία. Ό Μαρξ ήταν επίσης εβραίος.

Ένα άπ’ τα ερωτήματα πού μπαίνουν είναι, σε ποιο βαθμό τό γεγονός ότι ό Μαρξ ήταν εβραίος, επηρέασε την παραπέρα εξέλιξη του;

Είναι γεγονός, ότι στην ιστορία της γερμανικής διανόησης, στην ιστορία της γερμανικής σκέψης, του γερμανικού σοσιαλισμού, οί τέσσερις εβραίοι: ό Μαρξ, ό Λασάλ, ό Χάινε καί ό Μπέρνε, έπαιξαν ένα πολύ μεγάλο ρόλο. Θα μπορούσα εδώ ν’ αναφέρω κι άλλα ονόματα, παίρνω όμως μόνο τα πιο διάσημα. Αναμφίβολα, το γεγονός ότι ό Μαρξ - όπως καί ό Χάινε - ήταν εβραίος, είχε μια ορισμένη επίδραση στην κατεύθυνση της πολιτικής του σκέψης. Όταν η φοιτητική διανόηση διαμαρτυρόταν ενάντια στην κοινωνική καί πολιτική τάξη πραγμάτων πού κυριαρχούσε τότε στη Γερμανία, η εβραϊκή διανόηση αισθανόταν αυτό το ζυγό ακόμα περισσότερο. Πρέπει να διαβάσει κανείς στα κείμενα του Μπέρνε τη λογοκρισία πού ίσχυε τότε στη Γερμανία, πρέπει να διαβάσει τα άρθρα του, στα οποία στιγματίζει ολόκληρο το φιλισταϊσμό της τοτινής Γερμανίας, καί την κυριαρχία της αστυνομικής νοοτροπίας, για να δεί πώς κάθε άνθρωπος, έστω καί λίγο συνειδητοποιημένος καί με λίγη μόνο μόρφωση, ήταν υποχρεωμένος να διαμαρτυρηθεί ενάντια σ’ αυτές τίς συνθήκες ζωής, πού ήταν πιο βαριές για τους εβραίους. Ό Μπέρνε πέρασε όλη τη νεανική του ζωή στην εβρέικη συνοικία της Φραγκφούρτης, κάτω άπ’ τίς ίδιες συνθήκες πού ζούσαν οί εβραίοι στο σκοτεινό μεσαίωνα. Αυτή η κατάσταση πίεζε εξίσου βαριά καί τον Χάινε.

Για τον Μαρξ οί συνθήκες ήταν κάπως διαφορετικές, πράγμα πού κάνει μερικούς βιογράφους του ν’ αρνούνται σχεδόν ολότελα αυτή την επίδραση. Θα μιλήσω εδώ κάπως διεξοδικότερα, για να σας εξηγήσω τις συνθήκες κάτω άπ’ τις οποίες μεγάλωσε ό νεαρός Μαρξ.

Ό Μαρξ ήταν γιος του δικηγόρου καί κατοπινού δικαστικού σύμβουλου Χάινριχ Μαρξ, πού ήταν πολύ καλλιεργημένος καί μορφωμένος άνθρωπος, απαλλαγμένος απόλυτα από την επίδραση της τελετουργικής θρησκείας. Για τον πατέρα του Μαρξ. γνωρίζουμε πως ήταν ένθερμος θαυμαστής της γαλλικής λογοτεχνίας του διαφωτισμού του 18ου αιώνα, καί ότι γενικά η γαλλική επιρροή ήταν ισχυρότατη μέσα στην οικογένεια Μαρξ. Ό πατέρας του Μαρξ διάβαζε με απόλαυση - κι έμαθε καί το γιο του να κάνει το ίδιο - έργα συγγραφέων, όπως ό άγγλος φιλόσοφος Λόκ, οί γάλλοι διαφωτιστές Βολταίρος καί Ντιντερό. Ό Λόκ, ένας άπ’ τους ιδεολόγους της δεύτερης, της λεγόμενης ένδοξης επανάστασης (1688), καταπολέμησε σε φιλοσοφικό επίπεδο τον ισχυρισμό πώς οί ιδέες είναι έμφυτες. Απέδειξε ότι ό άνθρωπος δεν έχει έμφυτες ιδέες, πού υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ την πείρα, ότι απεναντίας κάθε ιδέα, κάθε καινούργια σκέψη, δεν είναι παρά προϊόν της πείρας καί της παιδείας, δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες, επαναλάμβανε συνέχεια. Οί γάλλοι υλιστές βάδιζαν προς την ίδια κατεύθυνση. Ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει τίποτα στο ανθρώπινο πνεύμα, πού να μην υπήρξε σαν αίσθηση, πού να μη διαπέρασε προηγούμενα τίς αισθήσεις. Κι αυτοί επίσης δεν αναγνώριζαν καμιά απολύτως έμφυτη ιδέα. Το πόσο μακριά έφτανε αυτή η ατμόσφαιρα του γαλλικού υλισμού, θα το δείτε σ’ ένα παράδειγμα πού θ’ αναφέρω αμέσως.

Ό πατέρας του Μαρξ, αν καί από παλιά είχε διακόψει τίς σχέσεις του με τη θρησκεία, εξακολουθούσε να συνδέεται με τον ιουδαϊσμό, καί μόλις το 1824 πέρασε στο χριστιανισμό, όταν ό Μαρξ ήταν έξι χρονών. Ό Μέρινγκ, στη βιογραφία του Μαρξ, προσπάθησε ν’ αποδείξει πώς αυτό αποτελούσε πράξη ενός άνθρωπου πού ήθελε ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να μπει στην πολιτισμένη αστική κοινωνία. Μέχρι έναν ορισμένο βαθμό έπαιξε καί το στοιχείο αυτό κάποιο ρόλο, όμως εδώ συνεπέδρασε καί η επιθυμία να γλιτώσει από όλα τα καινούργια καταπιεστικά μέτρα, στα οποία ήταν εκτεθειμένοι οί εβραίοι μετά το 1815, όταν η Ρηνανία παραχωρήθηκε πάλι, στους πρώσους. Ό ίδιος ό Μαρξ - κι αυτό πρέπει να τονιστεί - ενδιαφερόταν πολύ στα νεανικά του χρόνια για το εβραϊκό πρόβλημα, μόλο πού ό ίδιος πνευματικά δε συνδεόταν καθόλου με τον ιουδαϊσμό. Διατηρούσε πάντως σχέσεις με την ιουδαϊκή κοινότητα του Τριρ. Οί ιουδαίοι προσπαθούσαν, με μια σειρά από προσφυγές, ν’ απαλλαγούν άπ’ τα διάφορα καταπιεστικά μέτρα. Σέ μια περίπτωση γνωρίζουμε, πώς κοντινοί συγγενείς του Μαρξ κι ολόκληρη η κοινότητα στράφηκε σ’ αυτόν με την παράκληση να τους συντάξει ένα τέτοιο κείμενο. Την εποχή εκείνη ό Μαρξ ήταν ήδη 24 χρονών.

Αυτό αποδείχνει, ότι ό Μαρξ δεν περιφρονούσε καθόλου τους συγγενείς του, ότι ενδιαφερόταν για το εβραϊκό πρόβλημα καί ότι συμμετείχε στον αγώνα για τη λεγόμενη χειραφέτηση των εβραίων. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να κάνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στο φτωχό ιουδαϊκό πληθυσμό, πού του συμπαραστεκόταν, καί στους εκπρόσωπους του πλούσιου χρηματιστικού ιουδαϊσμού, αν καί πρέπει να προσθέσουμε ότι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στα μέρη πού ζούσε ό Μαρξ δεν υπήρχαν πλούσιοι εβραίοι. Ό πλούσιος ιουδαϊσμός ήταν συγκεντρωμένος τότε στο Αμβούργο καί στη Φραγκφούρτη.

Η πόλη Τρίρ, όπου γεννήθηκε ό Μαρξ κι όπου μερικοί απ’ τους προγόνους του ήταν ραββίνοι, βρισκόταν, καθώς είπα, στη Ρηνανία, μια άπ’ τις πρωσικές επαρχίες, πού έσφυζε από βιομηχανική καί πολιτική ζωή. Σ’ αυτή την πόλη πού ζούσε ό Μαρξ, ήταν αναπτυγμένη η δερματοβιομηχανία καί η υφαντουργία. Ηταν μια παλιά μεσαιωνική πόλη, πού το 10ο αιώνα είχε παίξει σπουδαίο ρόλο, μια δεύτερη Ρώμη, η έδρα του καθολικού επίσκοπου, ήταν όμως καί μια βιομηχανική πόλη, πού την εποχή της γαλλικής επανάστασης συγκλονίστηκε από ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα. Οπωσδήποτε η μανουφακτούρα αναπτύχθηκε εδώ πολύ λιγότερο σε σύγκριση με τα βόρεια τμήματα της Ρηνανίας, όπου βρίσκονταν τα κέντρα της μεταλλουργίας καί της βαμβακουργίας. Το Τρίρ είναι χτισμένο σ’ ένα παραπόταμο του Ρήνου, τον Μόζελ, στο κέντρο της αμπελουργίας, όπου είχαν διατηρηθεί κατάλοιπα της κοινοτικής ιδιοκτησίας, όπου η αγροτιά αποτελούνταν από μικροϊδιοκτήτες κι όπου δεν υπήρχαν ακόμα πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες. Το Τρίρ είχε διατηρήσει το χαρακτήρα μιας μεσαιωνικής πόλης. Από μερικές πηγές γνωρίζουμε πως ό Μαρξ, σ’ αυτά τα χρόνια, ενδιαφερόταν πολύ για την κατάσταση των αγροτών. Από τότε κιόλας έκανε εκδρομές στα χωριά της περιοχής καί μάζευε λεπτομερείς πληροφορίες για τη ζωή των αγροτών. Μερικά χρόνια αργότερα απέδειξε στα άρθρα του μέχρι ποιο βαθμό γνώριζε όλες τίς λεπτομέρειες καί τίς συνθήκες της αγροτικής ζωής.

Στό γυμνάσιο ο Μαρξ είναι ένας άπ’ τους πιο προικισμένους μαθητές. Αυτό το παρατηρούν κι οί δάσκαλοι. Τυχαίνει να έχουμε στα χέρια μας ένα έγγραφο, έναν έπαινο για τον Μαρξ, από έναν άπ’ τους δασκάλους του, ένα πολύ επαινετικό ενδεικτικό για την τελευταία του εργασία, την έκθεση των απολυτήριων εξετάσεων. Ό δάσκαλος επαινεί τόσο το περιεχόμενο όσο καί τη μορφή, καί θεωρεί απαραίτητο να ξεχωρίσει ένα συλλογισμό, πού προφανώς σάστισε κι αυτόν τον ίδιο. Ό Μαρξ έπρεπε να γράψει μια έκθεση για το πώς διαλέγουν το επάγγελμα τους οί νέοι άνθρωποι, στην όποια αυτός ωστόσο τοποθέτησε το πρόβλημα διαφορετικά.

Απέδειξε πώς δε μπορεί να υπάρξει ελεύθερη εκλογή επαγγέλματος. Πως ό άνθρωπος γεννιέται κάτω από συνθήκες που καθορίζουν ήδη από τα πριν το επάγγελμα του καί δημιουργούν την κοσμοθεωρία του. Σ’ αυτό μπορεί κανείς να δεί το σπέρμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Όμως, μετά άπ’ αυτά πού είπα για τον πατέρα του, δε βλέπετε εδώ παρά την απόδειξη, ότι κάτω άπ’ την επίδραση του πατέρα του, ό Μαρξ ήδη άπ’ τα νεανικά του χρόνια είχε αφομοιώσει μερικές άπ’ τίς ιδέες του γαλλικού υλισμού.

Όταν τέλειωσε ό Μαρξ το γυμνάσιο ήταν 16 χρονών. Στό πανεπιστήμιο μπήκε το 1836, δηλαδή σε μια εποχή πού είχε ήδη τελειώσει μια σειρά από επαναστατικές εξεγέρσεις, καί πού στα πανεπιστήμια καί στην κοινωνική ζωή είχε επέλθει μια κάποια ηρεμία.

Για να καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να πω, σύντροφοι, θα καταφύγω στό δικό μας ρώσικο επαναστατικό κίνημα. Η δικιά μου γενιά θυμάται ακόμα πολύ καλά τη δεκαετία του 1880. Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1870 καί στις αρχές της δεκαετίας του 1880. κράτησε περίπου μέχρι το 1883/84, πού έγινε φανερό ότι η παλιά ομάδα «Λαϊκή Ελευθερία»1 (Ναρόντναγια Βόλγια) είχε ηττηθεί. Το διάστημα 1887-1889, ιδιαίτερα μετά την απόπειρα κατά του Αλεξάνδρου Γ’ στις 1 του Μάρτη 1887, έφεραν στα πανεπιστήμια μια περίοδο απόλυτης αντίδρασης καί ολικού τερματισμού του επαναστατικού κινήματος. Οί συνομήλικοι μου - εκείνοι πού παρόλα αυτά δεν έχασαν την επαναστατική τους ορμή - άρχισαν τότε να μελετούν τα αίτια της αποτυχίας αυτού του πολιτικο-έπαναστατικού κινήματος καί ασχολούνται για ένα χρονικό διάστημα με την επιστήμη.

Ένα παρόμοιο ρεύμα συναντάμε καί στη Γερμανία, την εποχή πού ό Μαρξ μπήκε στο πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστημιακά του χρόνια τα περνάει ό Μαρξ με επίπονες μελέτες. Απ’ την περίοδο αυτή υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο, ένα γράμμα του δεκαεννιάχρονου Μαρξ προς τον πατέρα του.

Ό πατέρας είχε μετρήσει πολύ σωστά το γιο του καί τον καταλάβαινε. Φτάνει να διαβάσει κανείς την απάντηση του, για να δεί πόσο καλλιεργημένος άνθρωπος ήταν. Στήν ιστορία των επαναστατών σπάνια υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, ό πατέρας να καταλαβαίνει απόλυτα το γιο του, καί κείνος να μπορεί ν’ αντιμετωπίζει τον πατέρα του όπως ένα στενό του φίλο. Αυτή την εποχή ό Μαρξ αναζητάει μια κοσμοθεωρία, μια θεωρία πού να του επιτρέπει να θεμελιώσει θεωρητικά το μίσος πού ήδη έτρεφε τότε κατά της κυρίαρχης πολιτικής καί κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Παρακάτω θα εξετάσω το θέμα αυτό πιο διεξοδικά. Τώρα θα σας πω μόνο, ότι σ’ αυτή την αναζήτηση ό Μαρξ έγινε οπαδός της φιλοσοφίας του Χέγκελ, καί μάλιστα κάτω άπ’ τη μορφή πού της έδωσαν οί νεοχεγκελιανοί, όταν έσπασαν ριζικά κάθε δεσμό με όλες τίς προκαταλήψεις, όταν απ’ τη φιλοσοφία του Χέγκελ άντλησαν τα πιο ριζοσπαστικά συμπεράσματα στο πεδίο της πολιτικής, των αστικών σχέσεων καί των θρησκευτικών σχέσεων. Το 1841 ό Μαρξ τελειώνει τίς σπουδές του καί παίρνει τον τίτλο του διδάκτορα.

Ακριβώς αύτη την εποχή καταλήγει κι ό νεαρός Ένγκελς στο χώρο των νεοχεγκελιανών. Παρακάτω θα ξαναγυρίσω στο θέμα αυτό.

Ό Ένγκελς γεννήθηκε στην πόλη Μπάρμεν, στη βόρεια Ρηνανία, στο κέντρο της βαμβακουργίας καί της εριουργίας, κοντά στην Εσση, το μελλοντικό τεράστιο κέντρο της μεταλλουργίας. Ό Ένγκελς είχε γερμανική καταγωγή καί άνηκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια.

Έχω στα χέρια μου ένα βιβλίο με τα γενεαλογικά δέντρα των εμπόρων καί των εργοστασιαρχών της Ρηνανίας. Η οικογένεια του Ένγκελς κατέχει πολύ τιμητική θέση. Βρίσκει κανείς εδώ το οικόσημο της οικογένειας Ένγκελς, βλέπει κανείς, πώς αυτοί οί έμποροι άνηκαν στο παλιό γένος των ευγενών και πώς, όπως κι οί ευγενείς, είχαν το οικόσημο τους. Σά να ‘θελαν να δείξουν τη μελλοντική ειρηνική πορεία της ζωής του Ένγκελς καί τις φιλειρηνικές του τάσεις, οί προγονοί του τοποθέτησαν στο κέντρο του εμβλήματος τους έναν άγγελο μ’ ένα κλωνάρι ελιάς. Κάτω από ένα τέτοιο έμβλημα γεννήθηκε ό Ένγκελς. Η οικογένεια των Ένγκελς φτάνει ως το 16ο αιώνα. Αντίθετα, στον Μαρξ δύσκολα μπορούμε να διαπιστωθούμε ποιος ήταν ό παππούς του. Γνωστό είναι μόνο ότι η οικογένεια του Μαρξ ήταν μια οικογένεια ραββίνων. Το ενδιαφέρον όμως γι’ αυτήν ήταν τόσο μικρό, πού δεν έφτασε πιο μακριά απ’ τον παππού. Για την καταγωγή του Ένγκελς υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με μερικές ενδείξεις, ό Ένγκελς είναι μακρινός απόγονος του γάλλου Ντ’ Άνζ, ενός προτεστάντη καί ουγενότου, πού για να ξεφύγει άπ’ τους διώκτες του αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γερμανία. Οί τωρινοί συγγενείς του Ένγκελς. πού επιθυμούν ν’ αποδείξουν την καθαρά γερμανική καταγωγή του το αμφισβητούν. Οπωσδήποτε, ήδη άπ’ την αρχή του 17ου αιώνα φαίνεται ότι η οικογένεια Ένγκελς είναι μια παλιά οικογένεια βιομηχάνων μάλλινων υφασμάτων, πού γίνονται αργότερα βιομήχανοι βαμβακερών υφασμάτων. Είναι εξαιρετικά εύπορη καί κάνει μεγάλες προσπάθειες να επεκταθεί σε διεθνή κλίμακα. Ό πατέρας του Ένγκελς ιδρύει μαζί με το φίλο του Ερμεν ένα υφαντουργείο στην πατρίδα του, κι άλλο ένα στο Μάντσεστερ, καί γίνεται έτσι αγγλογερμανικός βιομήχανος.

Ό πατέρας του Ένγκελς ήταν διαμαρτυρόμενος, θυμίζει καταπληκτικά τους παλιούς καλβινιστές. πού συνδύαζαν βαθιά πίστη με την όχι λιγότερο βαθιά πεποίθηση, ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να πλουτίζει με την παραγωγή καί το εμπόριο, καί να συσσωρεύει κεφάλαιο. Ηταν ένας φανατικός θρησκόληπτος άνθρωπος, πού το κάθε λεπτό πού του περίσσευε άπ’ το κυνήγι του χρήματος, δεν ήθελε να το ξοδέψει πουθενά αλλού, παρά μόνο σε θρησκευτικές ασχολίες. Ετσι ανάμεσα στον Ένγκελς καί στον πατέρα του διαμορφώθηκαν σχέσεις διαμετρικά αντίθετες άπ’ τίς σχέσεις του Μαρξ προς τον δικό του. Πολύ γρήγορα διάφορα κοσμοθεωρητικά ζητήματα έφεραν τον Ένγκελς σέ σύγκρουση με τον πατέρα του. Ό πατέρας, θέλοντας να κάνει το γιο του έμπορο, τον ανατρέφει με εμπορικό πνεύμα. Όταν ό γιος έγινε 17 χρονών, τον στέλνει στη Βρέμη, μια απ’ τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της Γερμανίας. Εκεί ό Ένγκελς αναγκάζεται να δουλέψει τρία χρόνια σ’ ένα εμπορικό γραφείο. Απ’ τα γράμματα του Ένγκελς στους συμμαθητές του, μπορεί κανείς να διακρίνει την προσπάθεια πού καταβάλλει. μιας καί βρέθηκε μέσα ο’ αυτό το περιβάλλον, να αποφύγει την επίδραση του.

Πολύ σύντομα επηρεάζεται από τον Μπέρνε καί τον Χάινε. Στά 14 του χρόνια γίνεται συγγραφέας, κι αμέσως με τίς πρώτες εργασίες του καταλαμβάνει μια θέση ανάμεσα στους φιλελεύθερους δημοκράτες της Γερμανίας. Τα πρώτα άρθρα του (υπογραμμένα με το ψευδώνυμο Όσβαλντ), με τα οποία τράβηξε αμέσως την προσοχή, μαστιγώνουν αλύπητα ολόκληρο το περιβάλλον μέσα στο οποίο πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Τα άρθρα αυτά προξένησαν βαθιά εντύπωση. Ένιωθε κανείς πώς εδώ γράφει ένας άνθρωπος, πού μεγάλωσε σ’ αυτό τον τόπο καί γνωρίζει καλά όλους τους ήρωες του. Ηδη στη Βρέμη απελευθερώνεται εντελώς άπ’ όλες τίς θρησκευτικές προκαταλήψεις καί μεταβάλλεται σε γάλλο γιακωβίνο.

Γύρω στο 1841, που ήταν 20 χρονών, σαν γιος πλούσιου βιομηχάνου κατατάσσεται εθελοντικά στο πυροβολικό της φρουράς του Βερολίνου. Εκεί πέφτει στον ίδιο κύκλο των νεοχεγκελιανών, στον οποίο ανήκε κι ό Μαρξ. Μαζί τους ό Ένγκελς συμμετέχει στον αγώνα ενάντια σ’ όλες τίς προκαταλήψεις, καί προσχωρεί κι αυτός - ακριβώς όπως ό Μαρξ - στην πιο ριζοσπαστική πτέρυγα της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Την ίδια εποχή -πού όπως λέγεται ό Μαρξ μένει κλεισμένος στο σπίτι του καί προετοιμάζεται για την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία - ό Ένγκελς. πού έχει αρχίσει να γράφει άπ’ το 1839 αποκτά ήδη ξεχωριστή θέση στους φιλολογικούς κύκλους, καί συμμετέχει πολύ ενεργά στην πάλη των ιδεών πού διεξάγεται ανάμεσα στους οπαδούς των παλιών καί των νέων φιλοσοφικών συστημάτων. Τελικά το 1842 ό Μαρξ κι ό Ένγκελς συνεργάζονται σε μια κοινή εργασία.

Ό Μαρξ τέλειωσε τίς πανεπιστημιακές του σπουδές καί πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα τον Απρίλη του 1841. Αρχικά σκόπευε να αναπτύξει φιλοσοφική καί επιστημονική δραστηριότητα, παραιτήθηκε όμως άπ’ αυτή τη σκέψη, όταν στο φίλο καί δάσκαλο του Μπρούνο Μπάουερ, που ήταν ένας άπ’ τους αρχηγούς των νεοχεγκελιανών καί ασκούσε αυστηρή κριτική στην επίσημη θεολογία, αφαιρέθηκε το δικαίωμα να διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Βόνης. Τότε ακριβώς, στην κατάλληλη στιγμή, προσκλήθηκε να συνεργαστεί με μια καινούργια εφημερίδα. Οί εκπρόσωποι της πιο ριζοσπαστικής πτέρυγας της εμπορικής καί βιομηχανικής αστικής τάξης στη Ρηνανία, ό Καμπχάουζεν καί άλλοι, είχαν αποφασίσει να ιδρύσουν το δικό τους πολιτικό όργανο. Η πιο σημαντική εφημερίδα στη Ρηνανία ήταν η Εφημερίδα της Κολωνίας, καί η Κολωνία ήταν τότε το πιο εξελιγμένο βιομηχανικό κέντρο της επαρχίας. Η ριζοσπαστική αστική τάξη της Ρηνανίας ήθελε σ’ αύτη τη δουλική κυβερνητική εφημερίδα ν’ αντιτάξει το δικό της όργανο, για να υπερασπίσει απέναντι στη φεουδαρχία τα δικά της οικονομικά συμφέροντα. Σημαντικό ρόλο έπαιζε, εκτός άπ’ τον Καμπχάουζεν, ό γνωστός επιχειρηματίας-κατασκευαστής σιδηροδρομικών γραμμών Μέβισεν. Είχαν μαζέψει χρήματα, έλειπαν όμως οί συντάκτες. Είχε γίνει το ίδιο πού γνωρίζουμε άπ’ τη ρώσικη ιστορία. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν από εύπορους βιομηχάνους, και δόθηκαν σε μια ορισμένη ομάδα συγγραφέων. Έτσι έγινε κι εδώ: Επικεφαλής της εφημερίδας βρισκόταν μια ομάδα από νεαρούς φιλόσοφους, νεαρούς λογοτέχνες της εποχής αυτής. Ανάμεσα τους τον κυριότερο ρόλο έπαιζε ό Μόζες Χές. Ό Μόζες Χές ήταν πιο μεγάλος άπ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Πολύ νωρίς είχε προσχωρήσει στο απελευθερωτικό κίνημα, κι απέδειξε ήδη κατά τη δεκαετία του 1830 την ανάγκη να υπάρξει μια συμμαχία ανάμεσα στα προηγμένα έθνη, για να κατακτηθεί η πολιτική και πολιτιστική ελευθερία. Αυτός ό Μόζες Χές, κάτω άπ’ την επίδραση του γαλλικού κομμουνιστικού κινήματος, έγινε κομμουνιστής ήδη το 1842. πιο νωρίς άπ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Μαζί με άλλους συντρόφους γίνεται ένας άπ’ τους σημαντικότερους συντάκτες της Εφημερίδας του Ρήνου.

Ό Μαρξ ζούσε τότε στη Βόνη. Για πολύ καιρό ήταν μόνο συνεργάτης κι έστελνε άρθρα στην εφημερίδα σαν ένας άπ’ τους σημαντικότερους δημοσιολόγους της εποχής. Σιγά σιγά όμως, πήρε μέσα στην εφημερίδα μια διευθυντική θέση. Μέχρι τότε διευθυντής της εφημερίδας ήταν ό Χές, μαζί με δυο νεαρούς συντρόφους. Έτσι η εφημερίδα αυτή, αν και εκδιδόταν με έξοδα της βιομηχανικής αστικής τάξης της επαρχίας, ήταν ταυτόχρονα και όργανο μιας ομάδας των πιο νέων καί πιο ριζοσπαστικών συγγραφέων του Βερολίνου, στην όποια άνηκαν κι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς. Το φθινόπωρο του 1842, ό Μαρξ εγκαθίσταται στην Κολωνία κι αμέσως δίνει στην εφημερίδα μια νέα κατεύθυνση. Αντίθετα άπ’ τους φίλους του Βερολίνου καί τον Ένγκελς, επιμένει ότι ό πιο θεμελιώδης καί ριζοσπαστικός αγώνας πρέπει να δοθεί με τίς υπάρχουσες κοινωνικές καί πολιτικές συνθήκες, όχι όμως μόνο φραστικά-ριζοσπαστικά. Εδώ φαίνονται κιόλας οι διαφορετικοί όροι, κάτω άπ’ τους οποίους αναπτύχθηκαν αυτός και ό Ένγκελς, καί το γεγονός ότι ό Μαρξ δεν είχε υποστεί τον ίδιο θρησκευτικό καί διανοητικό ζυγό πού είχε υποχρεωθεί να υποστεί ό νεαρός Ένγκελς. Γιαυτό στον αγώνα κατά της θρησκείας είναι πιο ψύχραιμος καί δεν το θεωρεί αναγκαίο να ρίξει όλες του τις δυνάμεις στην κριτική της θρησκείας. Από μια απλή επιφανειακή πολεμική, προτιμάει μια πολύ θεμελιακή κριτική, θεωρώντας αυτή τη μορφή της σύγκρουσης αναγκαία για να διατηρήσει την εφημερίδα.

Οι βιογράφοι του Μαρξ αναφέρουν, ότι η συνάντηση του Μαρξ καί του Ένγκελς στη σύνταξη της Εφημερίδας του Ρήνου ήταν πολύ ψυχρή. Ό Ένγκελς. πού ήταν ένας άπ’ τους ανταποκριτές της εφημερίδας στο Βερολίνο, προτού φύγει για την Αγγλία, πέρασε από την Κολωνία. Είναι πιθανά, να είχε κάνει από τότε μια αποφασιστική συζήτηση με τον Μαρξ, στην οποία αυτός υπερασπίστηκε την τακτική του, καί παράλληλα έθεσε αποφασιστικά το εργατικό πρόβλημα. Επέκρινε καυστικά τους νόμους κατά της αυτοδίκαιης υλοτομίας («νόμοι για την κλοπή της ξυλείας»). Απέδειξε, ότι οί νόμοι αυτοί διαπνέονταν απ’ το πνεύμα των ιδιοκτητών, των γαιοκτημόνων, πού πάσχιζαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις να εκμεταλλευτούν τους μικροαγρότες κατασκευάζοντας σκόπιμα διατάγματα, πού μετέτρεπαν τους αγρότες θέλοντας καί μη σε ληστές. Τώρα δημοσιεύει, πάλι στην Εφημερίδα του Ρήνου, μια σειρά από άρθρα για την κατάσταση των παλιών γνώριμων του, των αγροτών του Μόζελ. Τα άρθρα αυτά προκαλούν μια άγρια διαμάχη με τον ανώτατο πρόεδρο της Ρηνανίας.

Στήν εφημερίδα επιβάλλεται διπλή λογοκρισία. Αφού, σύμφωνα με την κυβερνητική άποψη, ό Μαρξ ήταν η ψυχή της εφημερίδας, επιζητείται η απομάκρυνση του. Ο καινούργιος λογοκριτής τρέφει βέβαια μεγάλη εκτίμηση γι’ αυτόν το λαμπρό κι έξυπνο δημοσιογράφο, πού παρακάμπτει επιδέξια πολλά εμπόδια της λογοκρισίας, συνεχίζει όμως να τον καταγγέλλει, τώρα όχι πια στη σύνταξη, αλλά καί πέρα άπ’ αυτήν, στην ομάδα των μετόχων πού βρίσκονται πίσω άπ’ την εφημερίδα. Αυτοί αρχίζουν ν’ ανησυχούν καί ζητούν άπ’ τον Μαρξ να ‘ναι λίγο πιο προσεχτικός για ν’ αποφύγει ενδεχόμενες δυσχέρειες. Ό Μαρξ αρνιέται να συμμορφωθεί. Υποστηρίζει πώς, κάθε προσπάθεια να γίνει πιο μετριοπαθής, θα είναι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη, καί πώς η κυβέρνηση δε θα ησύχαζε με κάτι τέτοιο. Τελικά παραιτείται απ’ τη σύνταξη καί εγκαταλείπει την εφημερίδα. Αυτό όμως δεν κατάφερε να σώσει την εφημερίδα. Πολύ σύντομα η έκδοση της σταματάει οριστικά.

Οταν ό Μαρξ εγκατέλειψε την εφημερίδα ήταν εντελώς άλλος άνθρωπος άπ’ ότι όταν μπήκε. Δε μπήκε σαν κομμουνιστής, αλλά μόνο σαν ριζοσπάστης δημοκράτης, ένας δημοκράτης όμως πού ενδιαφερόταν για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των χωρικών, καί πού αργότερα άρχισε να ενδιαφέρεται για όλα τα βασικά οικονομικά προβλήματα πού σχετίζονταν με την κατάσταση τους. Αυτό ανάγκασε τον Μαρξ. πού μέχρι την εποχή εκείνη είχε ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με τη φιλοσοφία καί τη νομολογία, ν’ ασχοληθεί ολοένα καί περισσότερο με τα οικονομικά καί άλλα ειδικά προβλήματα.

Οταν ο Μαρξ έφυγε απ’ την Εφημερίδα του Ρήνου δεν ήταν κομμουνιστής, αντιμετώπιζε όμως τον κομμουνισμό σαν ένα ξέχωρο κίνημα, σαν μια ξέχωρη κοσμοθεώρηση. Μαζί με τον Α. Ρούγκε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στη Γερμανία δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να ασκηθεί πολιτική καί κοινωνική προπαγάνδα. Γιαυτό αποφασίζουν να πάνε στο Παρίσι κι εκεί να εκδώσουν το περιοδικό Γερμανογαλλικά Χρονικά. Μ’ αυτό τον τίτλο ήθελαν να υπογραμμίσουν, αντίθετα άπ’ τους γάλλους καί τους γερμανούς εθνικιστές, ότι μια άπ’ τίς προϋποθέσεις για να πετύχει ό αγώνας ενάντια στην αντίδραση, είναι η στενή πολιτική συμμαχία ανάμεσα στη Γερμανία καί τη Γαλλία. Στά Γερμανογαλλικά Χρονικά ό Μαρξ διατυπώνει για πρώτη φορά τα βασικά σημεία της μελλοντικής κοσμοθεώρησής του: από ριζοσπάστης δημοκράτης μετατρέπεται σε κομμουνιστή.

Την επόμενη φορά θα σας μιλήσω για την πνευματική προετοιμασία αυτής της νέας μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, καί θα σας δείξω τα καινούργια καί πρωτότυπα πράγματα πού έδωσε άπ’ το 1844 ό Μαρξ στην ιστορία αυτής της σκέψης.

Η σύνδεση του επιστημονικού σοσιαλισμού με τη φιλοσοφία — Ό υλισμός — Κάντ — Φίχτε — Χέγκελ — Φόϋερμπαχ — Ό διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ - Η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου.

ΤΡΙΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Η σύνδεση του επιστημονικού σοσιαλισμού με τη φιλοσοφία — Ό υλισμός — Κάντ — Φίχτε — Χέγκελ — Φόϋερμπαχ — Ό διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ - Η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου.

Για να κατανοήσουμε τι πραγματικά νέο δημιούργησε ό 25χρονος Μαρξ, θα προσπαθήσω να έξετάσω μαζί σας με συντομία, τί βρήκε ό Μαρξ στο πεδίο της φιλοσοφίας.

Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω καταρχή τα γνωστά λόγια του Ένγκελς στον πρόλογο του βιβλίου Η Εξέλιξη του Σοσιαλισμου από την Ουτοπία στην Επιστήμη. γράφει εκεί: «Εμείς οι γερμανοί σοσιαλιστές, είμαστε περήφανοι πού καταγόμαστε όχι μόνο άπ’ τον Σαίν-Σιμόν, τον Φουριέ καί τον Όουεν, αλλά κι από τον Κάντ, τον Φίχτε και τον Χέγκελ».2

Ό Ενγκελς δεν αναφέρει ακόμα εδώ ένα τέταρτο γερμανό φιλόσοφο, τον Φόϋερμπαχ, στον οποίο αφιέρωσε αργότερα ένα ιδιαίτερο έργο, θα εξετάσω τώρα τη φιλοσοφική προέλευση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Δεν είμαι ειδικός στη φιλοσοφία. Προσπάθησα μόνο κάποτε ν’ αποκτήσω μια ιδέα για τα βασικά φιλοσοφικά προβλήματα, όπως έχουν προσπαθήσει όλοι να ξεκαθαρίσουν από που αρχίζει η εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Το βασικό πρόβλημα - έτσι το έθεσε κι ό Ενγκελς - είναι αν πριν άπ’ τον κόσμο υπήρξε μια κάποια δημιουργός αρχή, δηλαδή αν, όπως μας συνήθισαν από παιδιά, υπάρχει θεός. Αυτός ό δημιουργός, το παντοδύναμο όν, μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές σε διάφορες θρησκείες, μπορεί να έχει καί τη μορφή του απεριόριστου ουράνιου μονάρχη, πού έχει στη διάθεση του αμέτρητους αγγέλους. Μπορεί να μεταβιβάζει τις απόλυτες εξουσίες του σε παπάδες, επισκόπους καί πάπες. Μπορεί τέλος, σαν καλός καί φωτισμένος μονάρχης, να εκδώσει μια για πάντα ένα σύνταγμα, θεμελιώδεις νόμους, πού να διέπουν όλη την ανθρωπότητα καί το φυσικό κόσμο, καί στην άπειρη σοφία του ν’ απολαμβάνει την αγάπη καί το σεβασμό των παιδιών του, πού δεν ανακατεύονται στίς δικές του υποθέσεις. Κοντολογής, μπορεί να παρουσιάζεται με τις πιο διαφορετικές μορφές, όμως άπ’ τη στιγμή πού αναγνωρίζετε την κυριαρχία αύτου του θεού κι αυτών των υποθεών, αναγνωρίζετε ταυτόχρονα, πώς υπάρχει κάποιο προαιώνιο ον, πού μια ωραία μέρα είπε: Ας γίνει ό κόσμος! Κι έγινε ό κόσμος.

Ετσι λοιπόν, υποτίθεται η σκέψη, η επιθυμία, η πρόθεση να δημιουργηθεί αυτός ό κόσμος, υπήρχε κάπου έξω άπ’ αυτό τον κόσμο - που ακριβώς, είναι άγνωστο. Το μυστικό δεν έχει φωτιστεί μέχρι σήμερα από κανένα φιλόσοφο.

Το προαιώνιο αυτό όν δημιουργεί ολόκληρο το Είναι. Μ’ αυτό τον τρόπο η συνείδηση, το πνεύμα, καθορίζει ό,τι υπάρχει. Η ιδέα δημιουργεί την ύλη, η συνείδηση καθορίζει το Είναι. Στήν πραγματικότητα, αυτή η νέα μορφή πού παρουσιάζεται, η «πρώτη αρχή», παρά τη φιλοσοφική της μεταμφίεση, δεν είναι παρά η παλιά θεολογική, θρησκευτική κοσμοθεώρηση.

Το ερώτημα είναι τούτο: μπορεί μέσα σ’ αυτό το Είναι όπου βρισκόμαστε - σ’ ό,τι υπάρχει - είναι δυνατό να συμβεί κάτι λες κι επηρεάζεται από κάποιο άγνωστο ύπεργήινο όν - όποιο όνομα καί να ‘χει αυτό το όν: Θεός, Πατέρας, Υιός, Αγιο Πνεύμα, ή ακόμα καί Λογική; Μπορεί να ονομάζεται, όπως στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, «Λόγος». «Εν αρχή ην ό Λόγος». Αυτός ό Λόγος δημιούργησε το Είναι. Ό Λόγος δημιούργησε τον κόσμο.

Ενάντια σ’ αυτή την αντίληψη, το «Εν αρχή ην ό Λόγος», αγωνίστηκαν ήδη το 18ο αίωνα οί ύλιστές, εκπρόσωποι της καινούργιας κοσμοθεώρησης, της νέας τάξης των επαναστατών αστών, έχοντας ξεκινήσει πόλεμο ενάντια σ’ όλες τίς παραδοσιακές κοινωνικές καταστάσεις, ενάντια στη φεουδαρχική κοινωνική τάξη πραγμάτων. Η παλιά κοσμοθεώρηση δε μπορούσε ν’ απαντήσει στο πώς γεννήθηκε το καινούργιο, πού αναμφίβολα έκανε την εποχή τους να διαφέρει άπ’ την παλιά κι άπ’ όλες τίς προγενέστερες.

Η συνείδηση, η ιδέα, το λογικό είχαν ένα μεγάλο μειονέκτημα, αφού ήταν μοναδικά καί αμετάβλητα. Η παρατήρηση όμως έδειχνε, πώς καθετί το γήινο μεταβάλλεται. Το Είναι, αυτό πού υπάρχει, έπαιρνε τίς πιο διαφορετικές μορφές. Στό βαθμό πού το ‘χετε παρατηρήσει στην ιστορία ή στη ζωή σας — καί τα ταξίδια κι οί ανακαλύψεις πρόσφεραν καθημερινά καινούργιο υλικό - φάνηκε ότι υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά κράτη, διαφορετικές ιδέες.

Πρέπει να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα, από πού προέρχεται όλη αυτή η ποικιλία, πώς δημιουργούνται οί διαφορές πού υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους κι ανάμεσα στα πράγματα.

Όσο περισσότερο στρέφονταν οί φιλόσοφοι στο παρελθόν, στην ιστορία της ανθρωπότητας, ανακάλυπταν διαφορετικούς λαούς. Αλλοι εξαφανίζονταν, άλλοι συνέχιζαν να υπάρχουν. Οί άγγλοι επέζησαν περνώντας από διάφορες εποχές, το ίδιο καί οί γάλλοι. Από πού προέρχεται αυτή η διαφορά στο χώρο καί στο χρόνο, από πού γεννήθηκαν όλα αυτά, αν η αίτια για τα πάντα είναι μια καί η αυτή αρχή, λ.χ. ό θεός; Δε μας μένει παρά να υποθέσουμε, ότι ό θεός, χωρίς να υπάρχει πάντα μια συγκεκριμένη αιτία, έτσι γι’ αστείο, αποφασίζει σήμερα να γίνει η Αγγλία, αύριο η Γερμανία, μεθαύριο η Γαλλία. Ετσι του ‘ρχεται στο κεφάλι -καί σήμερα βασιλεύουν στην Αγγλία οί Στιούαρτ, αυριο αποκεφαλίζεται ό ελαφρόμυαλος Κάρολος καί κυβερνάει ό σεμνός πουριτανός Κρόμβελ.

Από το 18ο αιωνα — αλλά ήδη κι άπ’ το 17ο αιώνα γίνεται φανερό, ότι στο βαθμό πού αυτό το Είναι, αυτή η ζωή, ολόκληρος αυτός ό ανθρώπινος κόσμος, όλες αυτές οί άνθρωπινες σχέσεις μεταβάλλονται τόσο απότομα κάτω άπ’ την επίδραση των πράξεων των ίδιων των ανθρώπων - η αντίληψη ότι η πηγή των πάντων είναι κάποια θεότητα, προκαλούσε ολοένα καί μεγαλύτερη δυσπιστία. Γιατί αυτό πού εξηγεί τα πάντα στην ποικιλομορφία τους στό χρόνο καί στό χώρο, δεν εξηγεί ακόμα τίποτα άπολύτως. Το γεγονός ότι τα πράγματα δημιουργούνται κάτω από διαφορετικές προϋποθέσεις, κάτω άπ’ την επίδραση διαφορετικών αίτιων, μπορεί να εξηγηθεί από τη διαφορα καί όχι άπ’ την ταυτότητα των πραγμάτων. Καθεμιά άπ’ αυτες τις διαφορές πρέπει να ερμηνευτεί με τις ιδιαίτερες, τις εντελώς ειδικές αιτίες καί τίς ιδιαίτερες επιδράσεις πού τη δημιούργησαν.

Ηδη οι άγγλοι φιλόσοφοι, που ζούσαν κάτω άπ’ τίς συνθήκες ενός ταχύτατα αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, καί πού είχαν την πείρα δυο επαναστάσεων, είχαν θέσει αποφασιστικά το πρόβλημα: Υπάρχει λοιπόν πραγματικά μια τέτοια δύναμη, πού τα δημιουργεί όλα αυτά ανεξάρτητα άπ’ τη βούληση των ανθρώπων: Όλες αυτές τίς διάφορες ιδέες, πού εκδηλώθηκαν καί αλληλοπολεμήθηκαν την εποχή της αγγλικής επανάστασης, τίς είχαν γεννήσει αρχικά με τον ίδιο τρόπο οί άνθρωποι. Παρόλες τις προσπάθειες να τίς συνδέσουν με τη Βίβλο, αυτές έφερναν με σαφή καί φανερό τρόπο τη σφραγίδα του νεωτερισμου.

Οί γάλλοι ύλιστές, για τους όποιους σας έχω μιλήσει, έθεσαν αυτό το πρόβλημα με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα: αυτή η δύναμη, πού υποτίθεται πώς βρίσκεται κάπου έξω άπ’ το δικό μας κόσμο, μια θεϊκή δύναμη, πού ασχολείται συνέχεια με τη νέα Ευρώπη καί σκέφτεται καί διευθύνει τα πάντα, είναι ανύπαρκτη. Απεναντίας, όλα αυτά πού αποτελούν για μας αυτό το Είναι, αυτή την ιστορία, είναι το αποτέλεσμα της δραστηριότητας των ανθρώπων.

Οί γάλλοι ύλιστές δε μπορούσαν να καταδείξουν καί να εξηγήσουν, τί καθορίζει τίς ενέργειες των ανθρώπων, αλλά είχαν ήδη σαν δοσμένο, ότι την ιστορία δεν την κάνει ούτε ό θεός, ούτε μια κάποια έξωτερική δύναμη, αλλά ότι ολα αυτά τα γεγονότα τα δημιουργούν οί ίδιοι οί άνθρωποι. Εδώ όμως έπεφταν σε μια αντίφαση: ήξεραν, ότι οί άνθρωποι ενεργούν διαφορετικά γιατί έχουν διαφορετικά συμφέροντα καί διαφορετικές απόψεις. Ωστόσο αυτοί οί φιλόσοφοι δε γνωριζαν ακόμα τί ακριβώς είναι αυτό πού καθορίζει τα διάφορα συμφέροντα των άνθρωπων, τί τα προκαλεί, κάτω από ποιες διαφορετικές συνθήκες αναπτύσσονται. Αντίθετα. κατά την άποψη τους η ανατροφή των ίδιων των ανθρώπων καθορίζεται άπ’ αυτόν ή τον άλλο «νομοθέτη» πού εξουσιάζει τους άνθρωπους καί καθορίζει τίς πράξεις τους σαν ένας άλλος θεός.

Μερικοί άπ’ αυτούς τους γάλλους ύλιστές, έθεταν κιόλας ξεκάθαρα ένα άλλο πρόβλημα. Φυσικά, τους έλεγαν οί αντίπαλοι τους, ό θεός δε μπορεί να μοιάζει ούτε με το φοβερό ιουδαϊκό θεό, ούτε με τη χριστιανική Αγία Τριάδα: Πατέρα, Υίό καί Αγιο Πνεύμα. υπάρχει όμως μια πνευματική απαρχή, πού έθεσε μέσα στην ίδια την υλη τη δυνατότητα του σκέπτεσθαι, ένα πνεύμα, πού μ’ αυτό τον τρόπο προηγήθηκε της φύσης. Οί γάλλοι ύλιστές απαντούσαν ότι γι’ αυτό δεν απαιτείται κάποια έξωτερική δύναμη, καί ότι η ικανότητα της αίσθησης υπάρχει μέσα στην ίδια την υλη.

Η επιστήμη γενικά, ιδιαίτερα η φυσική επιστήμη, την εποχή πού οί γάλλοι ύλιστές επεξεργάζονταν την άποψη τους, δεν ήταν ακόμα αρκετά αναπτυγμένη. ωστόσο ήδη από τότε διατύπωσαν αυτή τη θεμελιώδη θέση.

Ό καθένας, πού αυτοχαρακτηρίζεται ύλιστής, αρνιέται ότι η συνείδηση, το πνεύμα - με την έννοια πού κατανοούμε τίς λέξεις αυτές - προηγήθηκε άπ’ την υλη, τη φύση. Εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια δεν υπήρχε πάνω στη γη ούτε ίχνος ζωντανής οργανικής ύπαρξης, κατά συνέπεια δεν υπήρχε ούτε αυτό πού ονομάζεται σκέψη. αυτό πού ονομάζεται συνείδηση δεν υπήρχε. Το Είναι, η φύση, η υλη, προηγήθηκαν της συνείδησης, του πνεύματος, της σκέψης.

Θα ‘ταν όμως λαθεμένο να σκεφτεί κανείς, ότι η υλη είναι οπωσδήποτε κάτι τραχύ, βαρύ, άσκημο, καί η ιδέα είναι οπωσδήποτε κάτι λεπτό, ανάλαφρο καί καθαρό. Μερικοί, ιδιαίτερα οί χυδαίοι ύλιστές καί ανάμεσα τους καί απλά οί νέοι άνθρωποι, μερικές φορές στην έξαψη της συζήτησης ισχυρίζονται σκόπιμα, ότι η υλη είναι κάτι βαρύ καί τραχύ, για να εξοργίσουν έτσι τους φαρισαίους του ιδεαλισμού, πού μιλούν για «το ωραίο καί το υψηλό», καί ταυτόχρονα ικανοποιούνται θαυμάσια μ’ ολόκληρη τη βρωμιά καί την άχρειότητα του αστικού κόσμου.

Απεναντίας, αν γνωρίσετε τη φυσική επιστήμη, θα δείτε, ότι στη διάρκεια των τελευταίων 150 χρόνων η υλη απέκτησε μια αφάνταστα λεπτή καί ευκίνητη υπόσταση. Απ’ την εποχή, πού η βιομηχανική επανάσταση ανέτρεψε ολόκληρη την παλιά, σχεδόν ακίνητη φυσική οικονομία, ολα μπήκαν σε κίνηση. Ό,τι κοιμόταν αφυπνίστηκε, ο,τι ήταν ακίνητο μπήκε σε κίνηση. Μέσα στη στερεή καί, καθως φαινόταν, άπολιθωμένη ύλη, ανακαλύφθηκαν ανυποψίαστες δυνάμεις και νέες μορφές κίνησης.

Το πόσο ανεπαρκείς ήταν οί γνώσεις των γάλλων υλιστών, μπορείτε να το συμπεράνετε από τα παρακάτω γεγονότα: όταν ό Χόλμπαχ, ένας άπ’ τους συνεπέστερους γάλλους ύλιστές. έγραφε το βιβλίο του Σύστημα της Φύσης, δεν ήξερε ακόμα αυτά πού ξέρουν σήμερα όλοι, όσοι έχουν τελειώσει το δικό μας δημοτικό σχολείο. Γ’ αυτόν ό αέρας ήταν κάτι το αδιαίρετο, ήταν ένα άπ’ τα σημαντικότερα βασικά στοιχεία της φύσης, δηλαδή δεν ήξερε για τον αέρα περισσότερα πράγματα άπ’ οσα γνώριζαν οί έλληνες 2000 χρόνια πριν άπ’ αυτόν. Μερικά χρόνια μετά τη δημοσίευση του κυριότερου έργου του Χόλμπαχ, η χημεία απέδειξε - κατά πρώτο λόγο ό Λαβουαζιέ — ότι ό αέρας αποτελείται από διάφορα στοιχεία, από άζωτο καί οξυγόνο, με τα οποία είναι ανακατεμένα σε ελάχιστες ποσότητες κι άλλα στοιχεία. Καί μετά από άλλα 100 χρόνια, ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα, η χημεία ανακάλυψε μέσα σ αυτό το ελάχιστο μίγμα τα λεγόμενα ευγενή αέρια - αργόν καί ήλιον — πού είναι επίσης ύλη, αλλά ας πουμε μια ύλη εξαιρετικά λεπτεπίλεπτης κατασκευής.

Κι άλλο ένα παράδειγμα, σύντροφοι: Στή Σοβιετική Ρωσία χρησιμοποιούμε εντατικά την τηλεγραφία. Μας πρόσφερε τεράστιες υπηρεσίες σ’ όλο το διάστημα του αποκλεισμού καί σ’ όλο το διάστημα του εμφύλιου πολέμου. Χωρίς αυτήν θα πλανιόμασταν κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Καί η τηλεγραφία, αν κανείς παρακολουθήσει την εξέλιξη της, υπάρχει μόνο 26 χρόνια. Μόλις το 1897 ανακαλύφθηκαν στη νεκρή καί τραχιά ύλη, πράγματα τόσο άυλα, πού για να τα ξεχωρίσουμε υποχρεωθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε ονομασίες, πού υπάρχουν ήδη στην αρχαία ινδική θρησκεία. Το ραδιόφωνο μεταδίδει ήχους. Μπορούμε εδώ, στη Μόσχα, ν’ ακούσουμε μια συναυλία πού εκτελείται κάμποσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Κι ολα αυτά γίνονται όχι με τη βοήθεια του «πνεύματος», αλλά με τη βοήθεια μιας - φυσικά εξαιρετικά λεπτής καί ανάλαφρης - ύλης, πού ερευνάται καί διευθύνεται από μας τους ίδιους.

Σάς ανέφερα αυτά τα παραδείγματα για να δείξω, πόσο οπισθοδρομικές είναι οί συνηθισμένες αντιλήψεις για το υλικό καί το άϋλο. Ακόμα πιο οπισθοδρομικές ήταν το 18ο αιώνα. Αν οί ύλιστές εκείνης της εποχής είχαν στη διάθεση τους όλες αυτές τίς καινούργιες γνώσεις, θα ήταν λιγότερο «τραχιοί», καί δε θα άπωθουσαν τόσο πολύ όλους τους «ευαίσθητους» ανθρώπους.

Οί σύγχρονοι του Κάντ γερμανοί φιλόσοφοι, υποστήριξαν την ορθόδοξη άποψη. Τη θεωρία των υλιστών την άπέκρουαν σαν άθεη καί ανήθικη. Ό Κάντ δεν αρκούνταν σε μια τόσο απλή απόφαση. Αναγνώριζε πολύ καλά ολόκληρη την αστάθεια των παραδοσιακών θρησκευτικών αντιλήψεων. Του έλειπε όμως η τόλμη καί η συνέπεια για να σπάσει οριστικά κάθε δεσμό με το παλιό.

Το 1781 δημοσίευσε το κυριότερο έργο του, την Κριτική του Καθαρου Λόγου. Εκεί αναπτύσσεται με πολλή εμβρίθεια, ότι δεν υπάρχει καμιά άπολύτως απόδειξη για την υπαρξη θεού, για την αθανασία της ψυχής καί για τίς αιώνιες ιδέες, ότι η γνώση μας στηρίζεται στην πείρα. Εμείς βέβαια δε μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τα ίδια τα πράγματα, την ουσία τους, αλλά μόνο τίς μορφές πού εκδηλώνονται, επιδρώντας στις αισθήσεις μας. Η ουσία όλων των πραγμάτων, πού κρύβεται πίσω άπ’ τα φαινόμενα, παραμένει για μας άγνωστη για πάντα. Μ αυτό τον τρόπο χαράχτηκε μια γέφυρα ανάμεσα στον υλισμό καί στον ιδεαλισμό, ανάμεσα στην επιστήμη καί στη θρησκεία. Ό Κάντ αρνιόταν τίς κατακτήσεις της επιστήμης στη διερεύνηση της φύσης, ταυτόχρονα όμως άφηνε μια πορτούλα ανοιχτή για τη θρησκεία, δίνοντας της τη δυνατότητα να βαφτίζει την ουσία των πραγμάτων με τ’ όνομα του θεού.

Την επαμφοτερίζουσα στάση του, την επιθυμία του να μη θίξει ούτε την επιστήμη ούτε την πίστη, ό Κάντ την προχώρησε ακόμα πιο πέρα. Έγραψε ένα δεύτερο βιβλίο, την Κριτική του Πρακτικού Λόγου. Σ’ αυτό πάσχιζε με πολλή εμβρίθεια ν’ αποδείξει, ότι αν στη θεωρία μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα χωρίς θεό, χωρίς την αθανασία της ψυχής, ωστόσο στην πράξη είναι υποχρεωμένος να τ’ αναγνωρίζει όλα αυτά. γιατί η παραίτηση άπ’ αυτά θ’ αφαιρούσε από την ανθρώπινη δραστηριότητα κάθε ηθικό υπόβαθρο.

Ό γερμανός ποιητής Χάινε, πού ήταν ένας μεγάλος φίλος του Μαρξ καί πού σε μια ορισμένη εποχή είχε μεγάλη επιρροή πάνω του, περιγράφει πολύ παραστατικά τα ελατήρια αυτής της στάσης του Κάντ. Ό Κάντ είχε ένα γέρο, θεοσεβούμενο υπηρέτη, τον Λάμπε, πού έμενε μαζί με τον κύριο του 40 χρόνια καί τον φρόντιζε, οπως φροντίζει ό δούλος παιδαγωγός τον αφέντη του, το νεαρό ευγενή. Για τον Κάντ ό Λάμπε ήταν η προσωποποίηση του κοσμάκη, πού δε μπορεί να ζήσει χωρίς πίστη. Καί ό Χάινε, αφού εκθέτει με λαμπρό τρόπο όλη την επαναστατική σημασία πού έχει η Κριτική του Καθαρου Λόγου στην πάλη με τη θρησκεία κι ακόμα στην πάλη με την πίστη σε μια καθαρά θεϊκή προέλευση, εξηγεί τωρα γιατί ό Κάντ χρειαζόταν την Κριτική του Πρακτικου Λόγου, στην οποία ξαναχτίζει πάλι όλα αυτά πού είχε ό ιδιος γκρεμίσει. Γράφει λοιπόν ό Χάινε:

Μετά την τραγωδία έρχεται η φάρσα. Ό Ιμμάνουελ Κάντ έπαιξε ίσαμε τώρα το ρόλο του αδιάλλακτου φιλοσόφου, όρμησε στον ουρανό, αφόπλισε τη φρουρά του, ό άνωτατος άρχοντας του κόσμου κολυμπάει ανήμπορος μέσα στο αίμα του, δεν υπάρχει τωρα πια καμιά ευσπλαχνία, καμιά πατρική στοργή, καμιά ανταμοιβή στον άλλο κόσμο, η αθανασία της ψυχής πνέει τα λοίσθια - ρόγχοι, αγκομαχητά - κι ό γέρο Λάμπε στέκει κειδά με την ομπρέλα παραμάσχαλα, σα θλιμμένος θεατής, καί κρύος ίδρωτας καί δάκρια του λούζουν το πρόσωπο. Τότε τον Κάντ τον πιάνει η συμπόνοια, καί δείχνει πώς δεν είναι μόνο ένας μεγάλος φιλόσοφος, μα κι ένας καλός άνθρωπος, καί στοχάζεται καί μισοκαλόβολα-μισοειρωνικά λέει: «Ό γέρο Λάμπε πρέπει να χει ένα Θεό, αλλιώς ό φτωχός άνθρωπος δέ μπορεί να ναι ευτυχισμένος - ό άνθρωπος όμως πρέπει να ‘ναι ευτυχισμένος πάνω στον κόσμο - αυτό λέει η πρακτική λογική - ας είναι - ας εγγυηθεί κι η πρακτική λογική την ύπαρξη του θεού»3.

Μεγάλη σημασία είχε ό Κάντ καί για την ιστορία της επιστήμης. Μαζί με το γάλλο αστρονόμο Λαπλάς απέδειξε, ότι η γη μας δε δημιουργήθηκε μέσα σε μια μέρα άπ’ το θεό, όπως λέει η Βίβλος, αλλά ότι είναι προϊόν μιας μακρόχρονης εξέλιξης, ότι μαζί με όλα τ’ άλλα ουράνια σώματα διαμορφώθηκε άπ’ τη συμπύκνωση της άμορφης, αραιωμένης ύλης των αρχέγονων νεφών.

Ό Κάντ ουσιαστικά ήταν ό συμφίλιωτής της παλιάς καί της καινούργιας φιλοσοφίας, ένας συμφιλιωτής καί σ όλα τα πεδία της πρακτικής ζωής. Μόλο πού δεν κατόρθωσε να σπάσει άποφιασιστικά τους δεσμούς του με το παρελθόν, ωστόσο έκανε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός. Οί συνεπέστεροι απ’ τους μαθητές του, πού κατάλαβαν εξίσου καλά με τον Χάινε την πραγματική αίτια της διπροσωπίας του, απέρριψαν την Κριτική τον Πρακτικου Λόγου καί ταυτόχρονα άντλησαν ριζοσπαστικά συμπεράσματα από την Κριτική του Καθαρου Λόγου.

Δε θα μιλήσω διεξοδικά για το φιλόσοφο Φίχτε, πού τον αναφέρει ό Ενγκελς. Αυτός άσκησε ασύγκριτα μεγαλύτερη επίδραση στον Λασάλ παρά στον Μαρξ καί τον Ενγκελς. Στή φιλοσοφία του όμως υπάρχει ένα στοιχείο πού δεν αναπτύχθηκε καθόλου στο σύστημα του Κάντ, καί πού άσκησε μεγάλη επιρροή πάνω στη γερμανική επαναστατική διανόηση. Ενώ ό Κάντ ήταν ειρηνικός καθηγητής, πού για δεκαετίες ολόκληρες δεν απομακρύνθηκε άπ’ το αγαπημένο του Καίνιγκσμπεργκ, ό Φίχτε ήταν όχι μόνο ένας φιλόσοφος, αλλά κι ένας πρακτικός άνθρωπος της δράσης. Κι ακριβώς αυτό το στοιχείο της δρασης, της ενεργητικότητας, το εισήγαγε μέσα στη φιλοσοφία του. Στήν παλιά αντίληψη για μια ειδική εξουσία πού διευθύνει καί καθοδηγεί τους ανθρώπους, αντιπαράθεσε την καινούργια αντίληψη, πού κάνει την ανθρώπινη προσωπικότητα καί τη δράση της κύρια πηγή κάθε θεωρίας καί πράξης.

Περισσότερο άπ’ όλους επηρέασε τον Μαρξ καί τον Ένγκελς ό γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ, πού έχτισε το φιλοσοφικό του σύστημα πάνω στη βάση μιας κριτικής των συστημάτων του Κάντ καί του Φίχτε.

Στά νεανικά του χρόνια ό Χέγκελ ήταν ένθερμος οπαδός της γαλλικής επανάστασης, όμως το 1831 πού πέθανε, ήταν καθηγητής καί υπάλληλος της Πρωσίας καί η φιλοσοφία του απολάμβανε την επιδοκιμασία της φωτισμένης άνωτερης τάξης.

Ασυναίσθητα μπαίνει τώρα το έρωτημα, πώς μπόρεσε η φιλοσοφία του Χέγκελ να γίνει η πηγή, άπ’ την οποία έσβησαν τη δίψα τους για γνώση ό Μαρξ, ό Ένγκελς καί ό Λασάλ; Τι υπήρχε μέσα στη φιλοσοφία του Χέγκελ πού τραβούσε ακαταμάχητα τους λαμπρότερους εκπρόσωπους της επαναστατικής καί κοινωνικής σκέψης;

Η φιλοσοφία του Κάντ, στις βασικές της γραμμές, είχε δημιουργηθεί ήδη πριν άπ’ τη μεγάλη γαλλική επανάσταση. Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ό Κάντ ήταν κιόλας 65 χρονών. Επηρεάστηκε βέβαια άπ’ αυτήν, κι εδώ όμως δεν ξέφυγε άπ’ τους συνηθισμένους συμβιβασμούς του ούτε άπ’ τα συμφιλιωτικά του συμπεράσματα. Εκείνο πού πρέπει να θυμόσαστε είναι ότι, όπως είδαμε, στο βαθμό πού αφορά την ιστορία του πλανήτη μας, στο χώρο της φύσης άφομοίωσε τη θεωρία της εξέλιξης• ωστόσο, ολόκληρο το σύστημα του περιοριζόταν στην εξήγηση του κόσμου, όπως είναι.

Αντίθετα ό Χέγκελ, πού είχε περάσει μέσα άπ’ τις εμπειρίες του τέλους του 18ου καί των αρχών του 19ου αιώνα - μιας εποχής τεράστιων αναστατώσεων της οικονομικής καί της πολιτικής ζωής - συγκέντρωσε την προσοχή του στην ερμηνεία του κόσμου, έτσι όπως αναπτύσσεται. Δεν υπάρχει τίποτα πού να μη βρίσκεται σε κίνηση. Η απόλυτη ιδέα του, η λογική, ζεί και εμφανίζεται μόνο μέσα στη διαδικασία μιας αδιάκοπης κίνησης, της εξέλιξη. Τα πάντα κυλάνε, μεταβάλλονται, καταστρέφονται. Η αδιάκοπη κίνηση, η αδιάκοπη εξέλιξη της απόλυτης ιδέας, καθορίζει την εξέλιξη ολόκληρου του κόσμου μας σ’ όλα τα επίπεδα. Γιά να κατανοήσουμε τα φαινόμενα πού μας περιβάλλουν, δεν αρκεί να τα μελετήσουμε, όπως υπάρχουν τωρα, πρέπει να κατανοήσουμε πώς εξελίχθηκαν. γιατί καθετί πού μας περιβάλλει είναι το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης εξέλιξης. Ακόμα περισσότερο. Ακόμα κι αν με την πρωτη ματιά έχουμε την εντύπωση, ότι ένα δοσμένο πράγμα βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας, αν το εξετάσουμε προσεχτικά καί συνηθίσουμε το μάτι μας πάνω του, θα δούμε ότι μέσα του συντελείται μια κίνηση, μια πάλη, ότι μέσα του ενεργούν άπ’ τη μια μεριά ορισμένες επιδράσεις καί δυνάμεις πού το διατηρούν στην κατάσταση πού το γνωρίζουμε, κι άπ’ την άλλη μεριά επιδράσεις καί δυνάμεις πού έπιδιωκουν να το αλλάξουν.

Σέ κάθε φαινόμενο, σε κάθε πράγμα, διαδραματίζεται μια πάλη αυτών των δυο αρχών, της θέσης καί της αντίθεσης. Απ’ αυτές τις δυο αρχές η μία είναι η διατηρούσα κι η άλλη η καταστρέφουσα. Η διαδικασία της πάλης αυτών των δυο αρχών, πού υπάρχουν σε κάθε φαινόμενο, καταλήγει σε κάτι ενδιάμεσο, στην ένωση των συγκρουόμενων αρχών.

Στή γλώσσα του Χέγκελ τούτο εκφράστηκε έτσι: Η λογική, η σκέψη, η ιδέα δεν παραμένουν ακίνητα, δεν απολιθώνονται σε μια κατάσταση, δεν εφησυχάζουν σε μια θέση. Απεναντίας, αυτή η θέση, αύτη η σκέψη, έρχεται σε αντίφαση με τον εαυτό της, χωρίζεται σε δυο σκέψεις αντίθετες, στην κατάφαση καί στην άρνηση, στο Ναι καί στο Οχι. Η πάλη αυτών των δυο αντιμαχόμενων στοιχείων, πού καταλήγουν στην αντίθεση, δημιουργεί την κίνηση, πού ό Χέγκελ την ονομάζει διαλεκτική, για να υπογραμμίσει το στοιχείο της πάλης πού υπάρχει μέσα της. Στήν πάλη αυτή, σ’ αυτή τη διαλεκτική, οί δυο αντιθέσεις εξισώνονται αμοιβαία καί συνενώνονται. Η συγχώνευση αυτών των δυο αντιφατικών σκέψεων διαμορφώνει μια νέα σκέψη — τη σύνθεση τους. Αυτή η καινούργια σκέψη, αυτή η καινούργια ιδέα, χωρίζεται πάλι με τη σειρά της σε δυο αντίθετες σκέψεις - η θέση παράγει μια αντίθεση κι οί δυο συνενώνονται πάλι σε μια καινούργια σύνθεση.

Έτσι ό Χέγκελ θεωρούσε κάθε φαινόμενο, κάθε πράγμα, σαν μια διαδικασία, σαν κάτι πού βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση καί σε αδιάκοπη εξέλιξη. Κάθε φαινόμενο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας προγενέστερης αλλαγής, αλλά φέρει μέσα του καί το σπέρμα μιας καινούργιας αλλαγής. Ποτέ δεν εφησυχάζει σε μια κατακτημένη βαθμίδα - σύμφωνα με το μότο: έτσι ήταν πάντα, έτσι θα ναι για πάντα. Απεναντίας, μόλις κατακτήσει μια καινούργια βαθμίδα, αρχίζει μέσα του η πάλη των καινούργιων αντιφάσεων. Όπως τόσο ωραία λέει ό Χέγκελ, ακριβώς η πάλη των αντιθέσεων είναι η πηγή της εξέλιξης.

Αυτό αποτελούσε καί το επαναστατικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Χέγκελ. Μόλο πού ό Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής, μόλο πού γι αυτόν η βάση ήταν το πνεύμα κι όχι η φύση, η ιδέα κι όχι η ύλη, άσκησε μια τεράστια επίδραση σ’ όλες τίς ιστορικές καί κοινωνικές επιστήμες, ακόμα καί στίς φυσικές επιστήμες. Προωθησε τη διερεύνηση της πραγματικότητας, πίεσε να αναζητηθούν όλες οί μορφές εξέλιξης της απόλυτης ιδέας. Όσο πιο ποικιλόμορφες ήταν οί εκδηλώσεις αυτής της ίδέας, τόσο πιο ποικιλόμορφες ήταν οι εκδηλώσεις, οί διαδικασίες των οποίων έπρεπε να μελετηθεί η εξέλιξη.

Για να καταλάβετε ακόμα καλύτερα, τί ακριβώς ήταν τόσο ελκυστικό σ’ αυτή τη φαινομενικά στεγνή φιλοσοφία με τη νεφελώδη γλώσσα της, τί τραβούσε σ’ αυτήν τον Μαρξ, τον Ένγκελς καί τον Λασάλ, τί τράβηξε σ’ αυτήν καί τους δικούς μας ρώσους επαναστάτες - τον Μπιελίνσκι, τον Χέρτσεν, τόν Μπακούνιν, τον Τσερνιτσέφσκι - θα σας διαβάσω τί γράφει γι’ αυτήν ό τελευταίος:

Η αιώνια αλλαγή της μορφής, η αιώνια απώθηση της μορφής, πού γεννιέται από κάποιο ορισμένο περιεχόμενο η κάποια ορισμένη τάση, εξαιτίας της ενίσχυσης αυτής της τάσης, της ανώτατης εξέλιξης αυτού του περιεχομένου - όποιος κατάλαβε αυτό τον παντοδύναμο, αιώνιο, πανταχού παρόντα νόμο, όποιος συνήθισε να τον εφαρμόζει, σε κάθε φαινόμενο - πόσο ήρεμα αντιμετωπίζει, τίς δυνατότητες, πού τόσο συγκλονίζουν τους άλλους. Καί με τα λόγια του ποιητή:

Ποντάρησα τα πάντα μου στο μηδέν, κι ό κόσμος ολόκληρος μου ανήκει.

Δεν πενθεί για τίποτα απ αυτά πού επέζησαν, καί λέει: Ας γίνει ό,τι να ‘ναι, θα ‘ρθουν καί καλύτερες μέρες.

Δε θα σταθώ στίς άλλες πλευρές της χεγκελιανής φιλοσοφίας, πού εξηγούν γιατί έδωσε μια τόσο ισχυρή ώθηση για μια πιο προσεχτική μελέτη της πραγματικότητας. Όσο περισσότερο οι μαθητές του Χέγκελ μελετούσαν την πραγματικότητα στο φως, καί κάτω άπ’ την καθοδήγηση, της διαλεκτικής μεθόδου πού δημιούργησε ό δάσκαλος τους, τόσο πιο φανερό γινόταν ένα αποφασιστικό μειονέκτημα αυτής της φιλοσοφίας: ήταν μια ιδεαλιστική φιλοσοφία, δηλαδή βασική κινητήρια δύναμη καί γενεσιουργό αιτία θεωρούσε την απόλυτη ιδέα, τη συνείδηση πού καθορίζει το Είναι.

Αυτό το αδύνατο σημείο του χεγκελιανού συστήματος προκαλούσε την κριτική. Μπορούσε κανείς να πει, ότι ουσιαστικά αυτή η απόλυτη ιδέα δεν ήταν παρά μια νέα παραλλαγή της παλιάς γνωστής μας τριάδας, Θεός-Πατέρας, Υιός καί Αγιο Πνεύμα, αυτού του άϋλου θεού πού φιλόσοφοι όπως ό Βολταίρος τον δημιούργησαν για τον εαυτό τους καί προπάντων για το λαό.

Κι ακριβώς κάτω άπ’ αυτή τη σκοπιά εξετάζει τη φιλοσοφία του Χέγκελ ένας άπ’ τους πιο προικισμένους μαθητές του, ό Λούντβιχ Φόϋερμπαχ. Αυτός κατανοούσε πολύ καλά την επαναστατική πλευρά της φιλοσοφίας του Χέγκελ καί την αφομοίωσε, κατόπι όμως έθεσε το παρακάτω ερώτημα: Μπορεί πραγματικά αυτή η απόλυτη ιδέα, στην εξέλιξη της, να καθορίσει όλο το Είναι; Ό Φόϋερμπαχ απάντησε αρνητικά σ’ αυτό το ερώτημα. Αντέστρεψε τη βασική θέση του Χέγκελ καί έδειξε ότι, απεναντίας, το Είναι καθορίζει τη συνείδηση, ότι υπήρξε μια εποχή πού το «Είναι» υπήρχε χωρίς συνείδηση, έδειξε ότι η σκέψη, η ίδια η ιδέα, είναι ένα προϊόν του Είναι. Άπ’ τη σκοπιά του η χεγκελιανή φιλοσοφία ήταν το τελευταίο θεολογικό σύστημα, γιατί αντικαθιστούσε το θεό μ’ ένα εξίσου αρχέγονο όν, την απόλυτη ιδέα. Ό Φόϋερμπαχ απέδειξε, ότι όλες οί αντιλήψεις μας για το θεό, τα διάφορα θρησκευτικά συστήματα, ανάμεσα τους κι ό χριστιανισμός, είναι προϊόντα του ίδιου του άνθρωπου, ότι σύμφωνα μ’ αυτά δε δημιουργεί ό θεός τον άνθρωπο, αλλά αντίστροφα, ό άνθρωπος δημιουργεί το θεό κατ’ εικόνα του. Φτάνει να ξεκαθαρίσει κανείς όλο αυτό τον κόσμο άπ’ τα φαντάσματα, άπ’ τα εξωγήινα πλάσματα, άπ’ τους αγγέλους, τίς μάγισσες καί τα παρόμοια φαινόμενα, πού έχουν όλα το ίδιο υπόβαθρο, μια θεϊκή οντότητα, καί θα μείνει ό ανθρώπινος κόσμος. Ετσι βασική αρχή ολόκληρης της φιλοσοφίας του Φόϋερμπαχ είναι ό άνθρωπος. Ανώτατος νόμος για τον ανθρώπινο κόσμο δεν είναι ό νόμος του θεού, αλλά το καλό του ιδιου του άνθρωπου. Για να το εκφράσουμε στην επιστημονική γλώσσα: ό Φόϋερμπαχ στην παλιά θεολογική αρχή αντέταξε μια νέα αρχή, την ανθρωπολογική ή ανθρώπινη.

Αν διαβάσετε τους παλιούς κριτικούς καί δημοσιολόγους μας, τον Τσερνιτσέφσκι καί τον Ντομπρολιούμπωφ, θα δείτε σύντροφοι, ότι η κοσμοθεώρησή τους βασίζεται ακριβώς σ’ αυτή την ανθρωπολογική μορφή, ότι γι’ αυτούς αφετηριακό σημείο είναι ό άνθρωπος κι οί ανάγκες του. Για να οικοδομηθεί μια πραγματική ανθρώπινη κοινότητα, πρέπει να ενδιαφερθεί κανείς όχι μόνο για το πνεύμα, αλλά καί για το σώμα, πρέπει να ενδιαφερθεί για την ικανοποίηση όλων των αναγκών του ανθρώπου.

Πρέπει να δημιουργηθούν προϋποθέσεις, κάτω άπ’ τίς όποιες ό άνθρωπος να μπορεί ν αναπτύξει όλες του τίς ικανότητες. Σ αυτά τα συμπεράσματα κατέληξαν με τη βοήθεια του Φόϋερμπαχ. Κι όλα αυτά τα αφομοίωσαν κι ό Μαρξ κι ό Ενγκελς καθώς κι όλοι οί προοδευτικοί διανοούμενοι της εποχής εκείνης. Αν μελετήσετε την ιστορία της ρώσικης κοινωνικής σκέψης, θα συναντήσετε αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο. Φτάνει να συγκρίνετε τα έργα του Μαρξ καί του Ενγκελς, πού τα ‘γραψαν μέχρι το 1845, με τα έργα του Χέρτσεν, του Μπιελίνσκι, του Ντομπρολιούμπωφ καί του Τσερνιτσέφσκι, κι αμέσως θα διαπιστώσετε την ομοιότητα των ιδεών καί των απόψεων, πού είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο οί ρώσοι συγγραφείς μας πέρασαν άπ’ την ίδια εξέλιξη άπ’ τον Χέγκελ στον Φοϋερμπαχ. Καί γνωρίζετε, ότι ούτε ό Τσερνιτσέφσκι ουτε ό Ντομπρολιούμπωφ, κι ακόμα λιγότερο ούτε ό Χέρτσεν, ήταν μαρξιστές ή κομμουνιστές, μόλο πού ήταν σοσιαλιστές. Όλοι τους σταμάτησαν σε ένα ορισμένο στάδιο — ακόμα κι ό Τσερνιτσέφσκι, πού προχώρησε μακρύτερα άπ’ όλους πάνω στο δρόμο πού τον είχε ωθήσει η μελέτη του Φόϋερμπαχ.

Πρώτος ό Μαρξ εισήγαγε κάτι εντελώς καινούργιο στη φιλοσοφία του Φόϋερμπαχ, άντλωντας άπ’ αυτήν τα πιο μακρόπνοα συμπεράσματα. Αλλά για να καταλάβουμε τί ακριβώς ήταν το Νέο πού εισήγαγε στη γερμανική φιλοσοφία ό Μαρξ, πρέπει να γυρίσουμε γι’ άλλη μια φορά πίσω.

Οταν σας μίλησα για τα νεανικά χρόνια του Μαρξ, επισήμανα μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Θυμόσαστε ότι ό Μαρξ, στη σχολική του έκθεση, είχε ισχυριστεί πώς ήδη πρίν άπ’ τη γέννηση του άνθρωπου, λειτουργούν μια σειρά από προϋποθέσεις πού του καθορίζουν από τα πρίν το μελλοντικό του επάγγελμα. Δηλαδή ό Μαρξ γνώριζε ήδη από γυμνασιόπαιδο την ιδέα πού αποτελεί το λογικό επακόλουθο της υλιστικής φιλοσοφίας του 18ου αιώνα. Ό άνθρωπος είναι ένα προϊόν του περιβάλλοντος του, των περιστάσεων, καί γιαυτό δε μπορεί να ‘ναι απόλυτα ελεύθερος στην εκλογή του επαγγέλματος του, δε μπορεί να ‘ναι ό ίδιος δημιουργός της ευτυχίας του. Από τότε κιόλας είχα επισημάνει πώς σ’ αυτή τη θέση δέν υπάρχει τίποτα το καινούργιο, πού να το χει δημιουργήσει ό Μαρξ. Αυτός απλά καί μόνο διατύπωσε - έστω καί με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο — ό,τι είχε διαβάσει επανειλημμένα στα έργα πού τόσο πολύ αγαπούσε ό πατέρας του. Όταν μπήκε στο πανεπιστήμιο καί βρέθηκε σ’ ένα καινούργιο πνευματικό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούσε η γερμανική κλασική-φιλοσοφία, απαρχής κιόλας αντέταξε στον ιδεαλισμό της μια πιο έντονα υλιστική κοσμοθεώρηση. Γιαυτό άντλησε γρήγορα ολα τα ριζοσπαστικά συμπεράσματα άπ’ τη χεγκελιανή φιλοσοφία καί χαιρέτησε μ’ ενθουσιασμό την Ουσία τον Χριστιανισμού του Φόϋερμπαχ. Αυτός, στην κριτική του κατά του χριστιανισμού, κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα με τους ριζοσπάστες ύλιστές του 18ου αιώνα, με μόνη τη διαφορά, πώς έκει πού αυτοί είχαν δει μόνο απάτη καί δεισιδαιμονία, ό Φόϋερμπαχ, πού είχε περάσει άπ’ τη σχολή του Χέγκελ, διαπίστωσε μια αναπόφευκτη φάση του ανθρώπινου πολιτισμού. Ωστόσο καί στον Φόϋερμπαχ, ό άνθρωπος ήταν μια εξίσου αφηρημένη φυσιογνωμία, οπως καί στους γάλλους ύλιστές του 18ου αιώνα.

Αρκούσε να προχωρήσουν ακόμα παραπέρα στην κριτική, στην ανάλυση τόσο του ανθρώπου όσο καί του περιβάλλοντος του, για να δουν οτι αυτός ό άνθρωπος παρουσιάζεται με ποικίλες μορφές, οτι είναι κλεισμένος στίς πιο διαφορετικές επιδερμίδες, οτι φέρει τα πιο διαφορετικά δέρματα. Ό βασιλιάς της Πρωσίας κι ό ανώτατος πρόεδρος της Ρηνανίας ήταν εξίσου άνθρωποι όπως κι ό χωριάτης του Μόζελ κι ό εργάτης των εργοστασίων. Μ’ αυτούς είχε να κάνει ό Μαρξ στην επαρχία του Ρήνου. Όλοι αυτοί είχαν τα ίδια όργανα: ένα κεφάλι, πόδια καί χέρια. Φυσιολογικά καί ανατομικά δεν υπήρχε καμιά ιδιαίτερη διαφορά ανάμεσα σ’ ένα χωριάτη του Μόζελ καί σ’ ένα πρώσο κτηματία, καί όμως ταυτόχρονα επικρατούσε τεράστια διαφορά άπ’ την άποψη της κοινωνικής τους θέσης.

Οί άνθρωποι όμως διέφεραν ό ένας άπ’ τον άλλο, όχι μόνο τοπικά αλλά καί χρονικά. Οί άνθρωποι του 18ου αίωνα διέφεραν άπ’ τους ανθρώπους του 12ου καί του 19ου. Από πού προέρχονταν αυτές οι διαφορές, αν ό άνθρωπος καθαυτός δεν άλλαζε καί δεν ήταν παρά μόνο ένα προϊόν της φύσης;

Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε κι η σκέψη του Μαρξ. Δεν αρκεί να πει κανείς, οτι ό άνθρωπος είναι το προϊόν του περιβάλλοντος καί οτι το περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο. Για να διαμορφωθούν τόσο διαφορετικοί άνθρωποι, πρέπει καί αυτό το ίδιο το περιβάλλον να ‘ναι διαφορετικό, πρέπει να εμπεριέχει διαφορές αντιθέσεις.

Αποδείχνεται έτσι, οτι αυτό το περιβάλλον δεν είναι απλά ένα άθροισμα άνθρώπων, αλλά ένα κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο οι άνθρωποι συνδέονται με ορισμένες σχέσεις, καί ανήκουν σε διάφορες κοινωνικές ομάδες.

Γιαυτό ό Μαρξ δε μπορούσε να ικανοποιηθεί ούτε καί με την κριτική του Φόϋερμπαχ για τη θρησκεία. Ό Φόϋερμπαχ ερμήνευε την ουσία της θρησκείας με την ουσία του ανθρώπου• ομως η ουσία του ανθρώπου δεν είναι κάτι άφηρημένο, πού είναι έμφυτο στον άνθρωπο σαν μεμονωμένο άτομο. Ό ίδιος ό άνθρωπος αποτελεί ήδη το άθροισμα, το σύνολο καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων. Δεν υπάρχει απομονωμένος άνθρωπος πού ζει για τον εαυτό του. Άλλα καί οί φυσικοί δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάλογα με το περιεχόμενο τους, δίνουν τη θέση τους στους κοινωνικούς δεσμούς, πού διαμορφωθηκαν ανάμεσα τους στη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης. Γιαυτό το θρησκευτικό αίσθημα δεν είναι κάτι το φυσικό, δοσμένο άπ’ τη φύση - είναι κι αυτό το ίδιο ένα κοινωνικό προϊόν.

Δεν αρκεί λοιπόν να λέμε οτι ό άνθρωπος είναι η αφετηρία της νέας κοσμοθεωρησης. Είμαστε ύποχρεωμένοι να προσθέτουμε, οτι πρόκειται για τον κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή τον άνθρωπο πού είναι το προϊόν μιας ορισμένης κοινωνικής εξέλιξης, πού διαμορφώνεται καί αναπτύσσεται στο έδαφος μιας κοινωνίας, στρωματοποιημένης καί διαφοροποιημένης κατά τρόπο καθορισμένο. Αν εξετάσουμε από πιο κοντά αυτή την εξέλιξη, θα δούμε οτι αυτή η στρωματοποίηση, η διαφοροποίηση του περιβάλλοντος σε διάφορες τάξεις, δεν είναι κάτι το αρχέγονο, αλλά αντίθετα είναι κι αυτή πάλι προϊόν μιας μακριάς ιστορικής εξέλιξης. Αν ερευνήσουμε με ποιο τρόπο πραγματοποιήθηκε αύτη η εξέλιξη, θα διαπιστωσουμε, πώς ήταν πάντα μια πάλη αντιφάσεων, αντιθέσεων, πού γεννήθηκαν στο κάθε φορά ορισμένο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης.

Ό Μαρξ δεν αρκέστηκε σ’ αυτό, υπέβαλε καί τίς άλλες φιλοσοφικές θέσεις του Φόϋερμπαχ σε μια κριτική. Στήν καθαρά θεωρητική, εγκεφαλική φιλοσοφία, εισάγει ένα καινούργιο στοιχείο - την επαναστατική, πρακτική δράση πού βασίζεται στην κριτική της πραγματικότητας.

Όπως οί γάλλοι ύλιστές, ό Φόϋερμπαχ δίδασκε, πώς οί άνθρωποι είναι ένα προϊόν των περιστάσεων καί της παιδείας, ένα προϊόν της επίδρασης του Είναι πάνω στη συνείδηση. Αυτό γεννούσε την αντίληψη οτι ό άνθρωπος, έτσι οπως είναι, με κεφάλι, χέρια, πόδια, ξεκομμένος άπ’ τον υπόλοιπο ζωικό κόσμο, δεν αποτελεί παρά μόνο ένα καθορισμένο μηχανισμό έπαίσθησης, πού είναι υποταγμένος στην επίδραση της φύσης. Όλες οί σκέψεις του, οί ιδέες του, είναι ένα άντικαθρέφτισμα αυτής της φύσης. Ετσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Φόϋερμπαχ, ό άνθρωπος δεν είναι παρά ένα παθητικό στοιχείο, πού δέχεται υπάκουα ολα τα φυσικά ερεθίσματα.

Σ’ αυτό τον ισχυρισμό ό Μαρξ αντέταξε έναν άλλο: όλα όσα συμβαίνουν μέσα στον άνθρωπο, ακόμα κι οί αλλαγές του ανθρώπου, είναι αποτελέσματα όχι μόνο της επίδρασης πού ασκεί πάνω του η φύση, αλλά καί σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό είναι αποτέλεσμα της επίδρασης πού ασκεί ό άνθρωπος πάνω στη φύση. Η εξέλιξη της ανθρωπότητας συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι το άνθρωπόμορφο όν της αρχέγονης κοινωνίας, στον αδιάκοπο αγώνα για την επιβίωση του, δεν είναι υποταγμένο παθητικά στη φύση, αλλά επιδρά κι αυτό πάνω της, καί μεταβάλλοντας τη φύση, μεταβάλλει τους ορους της δικής του ζωής, καί ταυτόχρονα μεταβάλλει καί τον ιδιο τον εαυτό του.

Ετσι ό Μαρξ, στην παθητική φιλοσοφία του Φόϋερμπαχ εισήγαγε ένα επαναστατικό, ενεργητικό στοιχείο. Καθήκον της φιλοσοφίας - λέει ό Μαρξ, σ’ αντίθεση με τον Φόϋερμπαχ - δεν είναι μόνο να ερμηνεύει τον κόσμο, αλλά καί να τον μεταβάλλει. Η θεωρία συμπληρώνεται από την πράξη, η κριτική της πραγματικότητας του κόσμου πού μας περιβάλλει, η άρνηση της, με την πραγματική δουλιά, με την πρακτική δράση. Ετσι ό Μαρξ εισήγαγε στη φιλοσοφία του υλισμού την επαναστατική αρχή, μετέβαλε την ενατενιστική φιλοσοφία του Φόϋερμπαχ σε μια ενεργή φιλοσοφία. Με την πράξη του, μ’ ολόκληρη τη δράση του, ό άνθρωπος πρέπει ν’ αποδείχνει την αλήθεια της σκέψης του και του προγράμματος του. Όσο καλύτερα το επιτελεί στην πράξη, οσο πιο γρήγορα το μετατρέπει σε πράξη, τόσο πιο τεκμηριωμένα αποδείχνει, οτι μέσα στην ίδια την πραγματικότητα περιέχονταν ήδη ολα τα στοιχεία για τη λύση των προβλημάτων πού έθεσε στον εαυτό του, για την πραγματοποίηση του προγράμματος πού επεξεργάστηκε.

Αυτή την κριτική του Φόϋερμπαχ τη διατύπωσε ό Μαρξ σε γενικές γραμμές από πολύ νωρίς. Αν παρακολουθήσετε προσεχτικά την πορεία της σκέψης του, εύκολα θα καταλάβετε με ποιο τρόπο έφτασε στη βασική του ιδέα, πού η επεξεργασία της τον οδήγησε στον επιστημονικό κομμουνισμό.

Ό Μαρξ ξεπήδησε μέσα άπ’ τη γερμανική διανόηση. Καί μ’ αυτήν κάνει μια συζήτηση, για να την πείσει για την αστάθεια των παλιών της απόψεων. Είμαστε όλοι σύμφωνοι, έλεγε, ότι η γερμανική πραγματικότητα πού μας περιβάλλει, οτι η Πρωσία, μέσα στην όποια ασφυκτιά ολόκληρη η κοινωνική ζωή, στην όποια δεν υπάρχει ελευθερία στη σκέψη μήτε στην παιδεία, ότι ολόκληρος αυτός ό κόσμος είναι πολύ απωθητικός. Δεν υπάρχει αμφιβολία, οτι αυτός ό κόσμος πρέπει να μεταβληθεί, αν δε θέλουμε, ό γερμανικός λαός να βυθιστεί ολοκληρωτικά μέσα σ’ αυτό το φριχτό βούρκο.

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί ν’ αλλάξει: ρωτάει ό Μαρξ. Μπορεί ν’ αλλάξει μόνο, αν μέσα σ’ αυτή τη γερμανική κοινωνία βρεθεί μια ομάδα, μια τάξη ανθρώπων, πού εξαιτίας όλων των συνθηκών της ζωής τους ενδιαφέρονται ν’ αλλάξουν αυτό τον κόσμο.

Ό Μαρξ εξετάζει διαδοχικά τις διάφορες ομάδες πού υπάρχουν μέσα στη γερμανική κοινωνία: τους ευγενείς, τους υπάλληλους, την αστική τάξη. Καταλήγει στο συμπέρασμα οτι η τελευταία - αντίθετα απ τη γαλλική αστική τάξη, πού έπαιξε τεράστιο επαναστατικό ρόλο- δεν είναι σε θέση ν’ αναλάβει το ρόλο της άπελευθεριότρια; τάξης, πού θ’ αλλάξει ολόκληρη την κοινωνία.

Όμως αν όχι η αστική τάξη, ποια άλλη τάξη μπορεί ν’ αναλάβει αυτό το ρόλο: Κι ό Μαρξ, πού την εποχή αυτή μελετάει μ’ εξαιρετική προσοχή την ιστορία και τις συνθήκες πού επικρατούν στην Αγγλία και στη Γαλλία, καταλήγει στο συμπέρασμα, οτι αυτή η τάξη μπορεί να ναι μόνο το προλεταριάτο.

Έτσι ό Μαρξ, ήδη το 1844, εκφράζει την παρακάτω βασική θέση: η τάξη πού μπορεί και πρέπει ν’ αναλάβει την αποστολή ν’ απελευθερώσει το γερμανικό λαό, και να μεταβάλει ολόκληρη την κοινωνική τάξη πραγμάτων, δε μπορεί να ναι παρά μόνο το προλεταριάτο. Γιατί; Επειδή αυτή ήταν η τάξη, πού στίς συνθήκες ζωής της ένσωμάτωνε ολα τα κακά της σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Δεν υπήρχε καμιά άλλη τάξη πού να βρίσκεται πιο χαμηλά στην κλίμακα των κοινωνικών τάξεων και πού πάνω της να βαραίνει ολόκληρη η υπόλοιπη κοινωνία.

Ενώ η υπόσταση όλων των υπόλοιπων βασίζεται πάνω στην ατομική ιδιοκτησία, το προλεταριάτο είναι αποστερημένο άπ’ αυτή την ιδιοκτησία καί δεν έχει κανένα συμφέρον να διατηρήσει με κάθε τρόπο την υπάρχουσα κοινωνία. Στό προλεταριάτο λείπει μόνο η συνείδηση της αποστολής του, οι γνώσεις και η φιλοσοφία. Καί θα γίνει άξονας όλου του απελευθερωτικου κινήματος, φτάνει μόνο να διαποτιστεί άπ’ αυτή τη συνείδηση, άπ’ αυτή τη φιλοσοφία, φτάνει να καταλάβει όλους τους ορούς της απελευθέρωσης του καί φτάνει να καταλάβει την τεράστια αποστολή πού έχει να εκπληρώσει.

Αυτή είναι η βασική ιδέα του Μαρξ, πού του ανήκει αποκλειστικά. Μόλο πού οί μεγάλοι ουτοπιστές — ό Σαίν-Σιμόν, ό Φουριέ, ό Όουεν, ιδιαίτερα ό τελευταίος - έστρεψαν ήδη την προσοχή τους στην «πολυαριθμότερη καί αθλιότερη» τάξη, στους προλετάριους, ωστόσο ξεκινούσαν ολοι από την πεποίθηση, οτι το προλεταριάτο δεν είναι παρά η πιο μαρτυρική καί πιο φτωχή τάξη, οτι έπρεπε να φροντίσουν γι αυτήν, κι ότι αυτό θα ‘πρεπε να το κάνουν οί άνωτερες, μορφωμένες τάξεις. Στήν αθλιότητα του προλεταριάτου έβλεπαν μόνο την αθλιότητα, καί δεν αντιλαμβάνονταν την επαναστατική πλευρά πού έκρυβε μέσα της αυτή η αθλιότητα, σαν προϊόν της αποσύνθεσης της αστικής κοινωνίας.

Πρώτος ό Μαρξ κατέδειξε, οτι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο μια μαρτυρική τάξη, αλλά κι ένας ενεργητικός άγωνιστής ενάντια στην αστική κοινωνία, ότι αυτή η τάξη, εξαιτίας των όρων της ζωής της, θα μετατραπεί στη μοναδική επαναστατική τάξη της αστικής κοινωνίας.

Αυτή την ιδέα, πού ό Μαρξ τη διατύπωσε ήδη στίς αρχές του 1844, την ανέπτυξε σ’ ένα έργο πού έγραψε μαζί με τον Ένγκελς. Όνομάζεται Η Αγια Οικογένεια καί στρέφεται ενάντια στους πρωην συμμαθητές, τους αδερφούς Μπάουερ. Σ’ αυτό το βιβλίο ό Μαρξ σαρκάζει με τον πιο φαρμακερό τρόπο ολες τις προσπάθειες των γερμανών διανοούμενοι ν’ αποτραβηχτούν από το προλεταριάτο, ή να αρκεστούν σε αγαθοεργές ενώσεις, πού οφείλουν να ευεργετούν το προλεταριάτο. Ό Μαρξ εξηγεί γι’ άλλη μια φορά στη γερμανική διανόηση την επαναστατική σημασία του προλεταριάτου, πού λίγους μήνες πιο πρίν, στην εξέγερση των υφαντών της Σιλεσίας, είχε δείξει οτι, οταν πρόκειται για την προάσπιση των ζωτικών συμφερόντων του, δε σταματά ούτε μπροστά στην εξέγερση.

Ηδη σ’ αυτό το βιβλίο, ό Μαρξ βάζει τις βάσεις καί για την παραπέρα ανάπτυξη της καινούργιας κοσμοθεωρίας του. Το προλεταριάτο είναι μια ιδιαίτερη τάξη, γιατί η ίδια η κοινωνία μέσα στην οποία ζεί, είναι μια ταξική κοινωνία. Αντίπαλος του προλεταριάτου είναι η αστική τάξη. Τον εργάτη τον εκμεταλλεύεται ό καπιταλιστής. Κι εδώ γεννιέται ένα καινούργιο πρόβλημα. Από πού προέρχονται οί καπιταλιστές: Ποιοι λόγοι δημιούργησαν την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας άπ’ το κεφάλαιο;

Ηταν αναγκαίο να ερευνηθεί αυτή η κοινωνία, οί βασικοί νόμοι της ανάπτυξης καί της ύπαρξης της. Κι ό Μαρξ πάλι αφήνει μακριά πίσω του τον Φόϋερμπαχ, πού εντελώς γενικά και λίγο ενδιαφέρθηκε για το πρόβλημα της ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων, καί πού στο ζήτημα αυτό βρισκόταν σημαντικά πιο πίσω από το δάσκαλο του τον Χέγκελ, ό οποίος - με τον ιδεαλιστικό τρόπο του - είχε ερευνήσει προσεχτικά τους νόμους της εξέλιξης της αστικής κοινωνίας.

Ό Μαρξ τονίζει ήδη σ αυτό το βιβλίο, οτι δε μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα άπ’ την ιστορία μιας ορισμένης περιόδου, αν δέ γνωρίζουμε την κατάσταση της βιομηχανίας κι αν μας είναι άγνωστοι οί άμεσοι οροί της παραγωγής, οί υλικοί οροί της άνθρώπινης ζωής, οί σχέσεις πού δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα στη διαδικασία της ικανοποίησης των υλικών τους αναγκών.

Απ’ την εποχή αυτή ό Μαρξ αρχίζει να εργάζεται εντατικά πανω σ’ αυτό το πρόβλημα. Παρακάτω θα δούμε σε ποιο συμπέρασμα έφτασε στη διάρκεια των επόμενων 2 χρόνων, πριν ακόμα από την επανάσταση του 1848. Ρίχνεται στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας, για να καταλάβει καλύτερα ολόκληρο το μηχανισμό των οικονομικών σχέσεων της σύγχρονης κοινωνίας.

Ό Μαρξ όμως δεν ήταν μόνο ένας φιλόσοφος, πού ήθελε να εξηγήσει τον κόσμο, ήταν ένας επαναστάτης πού προσπαθούσε να τον αλλάξει. Η θεωρητική του δουλιά συμβάδιζε με την πρακτική.

Την επόμενη φορά θα μάθετε, πώς μέσα σε δυόμισι χρόνια, μέσα σ’ έναν ανελέητο αγώνα ανάμεσα σε διάφορες ομάδες, δημιούργησε μαζί με τον Ενγκελς την οργάνωση, πού μ’ εντολή της συνέταξαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο: την Ένωση των Κομμουνιστών.

Κριτική των απόψεων για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών - Ό Μαρξ σαν οργανωτής - Η διαμάχη με τον Βάιτλινγκ — Η ιδρυση της Ενωσης των Κομμουνιστών — Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο - Η πολεμική με τον Προυντόν.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Κριτική των απόψεων για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών - Ό Μαρξ σαν οργανωτής - Η διαμάχη με τον Βάιτλινγκ — Η ιδρυση της Ενωσης των Κομμουνιστών — Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο - Η πολεμική με τον Προυντόν.

Την τελευταία φορά υποσχέθηκα, να εξετάσω τη δραστηριότητα του Μαρξ, στο βαθμό πού συμμετείχε στη δημιουργία της Ένωσης των Κομμουνιστών, κατ’ εντολή της όποιας γράφτηκε το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σάς υποσχέθηκα, ότι θα σας παρουσιάσω τη βιογραφία του Μαρξ και του Ένγκελς, χρησιμοποιώντας τη δική τους μέθοδο. Τώρα λοιπόν, αφού εξέτασα όλα τα στοιχεία, πού υπάρχουν στα έργα του Μαρξ καί του Ένγκελς για το πρόβλημα τής ιστορίας της Ένωσης των Κομμουνιστών, κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι τα στοιχεία του Μαρξ καί του Ένγκελς για το πρόβλημα αυτό, δεν αντέχουν σε μια σοβαρή ανάλυση. Ό Μαρξ μόνο μια φορά στη ζωή του ασχολήθηκε μ’ αυτή την ίστορία, σ’ ένα άπ’ τα έργα του, πού είναι πολύ λίγο γνωστό. Είναι ό Κύριος Φόγκτ - βιβλίο πού δημοσιεύτηκε το 1860. Ό Μαρξ πέφτει εκεί σε μια σειρά από λάθη. Συνήθως όμως μαθαίνουμε την ίστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών, χάρη σε μια μικρή μελέτη πού έγραψε ό Ένγκελς το 1885. Να πώς μας παρουσιάζει την υπόθεση ό Ένγκελς στο πολύ βιαστικά γραμμένο κείμενο του: υπήρχαν κάποτε ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, δυο γερμανοί φιλόσοφοι καί πολιτικοί, πού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία . έζησαν στη Γαλλία, έζησαν στη Γερμανία, κι έγραψαν σοφά βιβλία, πού τράβηξαν την προσοχή των διανοούμενων καί αργότερα πέρασαν στα χέρια των εργατών. Καί κει, μια ωραία μέρα, οί εργάτες στράφηκαν σ’ αυτούς του δυο λόγιους, πού κάθονταν στο σπουδαστήριο τους χωρίς ν’ ανακατεύονται μ’ όλη τη βρώμικη πρακτική δουλιά αλλά περιμένοντας - όπως αρμόζει στους φύλακες της επιστημονικής σκέψης - να ‘ρθουν οί εργάτες να τους βρουν. Καί περίμεναν μέχρι τη μέρα εκείνη: οί εργάτες ήρθαν καί προσκάλεσαν τον Μαρξ καί τον Ένγκελς να προσχωρήσουν στην Ένωση τους. Αυτοί δήλωσαν πώς θα προσχωρούσαν μόνο με τον όρο να γίνει δεκτό το πρόγραμμα τους. Οί εργάτες συμφώνησαν, οργάνωσαν την Ένωση των Κομμουνιστών, καί αμέσως ανέθεσαν στον Μαρξ καί τον Ένγκελς να γράψουν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οί εργάτες πού το ‘καναν αυτό, ανήκαν στην «Ένωση των Δίκαιων», για την οποία σας μίλησα στην πρώτη μου διάλεξη, σε συσχετισμό με την ίστορία του εργατικού κινήματος στη Γαλλία καί την Αγγλία. Σάς είχα πει, οτι αυτή η «Ένωση των Δίκαιων» είχε σχηματιστεί στο Παρίσι, καί μετά άπ’ την αποτυχημένη προσπάθεια εξέγερσης των μπλανκιστών, στίς 12 Μάη του 1839, είχε υποστεί μεγάλες διωξεις. Είπα ακόμα, ότι μετά την ήττα αύτη, τα μέλη της Ένωσης κατέφυγαν στο Λονδίνο. Ανάμεσα τους ήταν κι ό Σάπερ, που το Φλεβάρη του 1840 είχε ιδρύσει την «Εργατική Μορφωτική Ένωση».

Οι ιστορικοί της Διεθνούς, όπως ό Μέρινγκ καί ό Στέκλωφ, ίσαμε τώρα έχουν επαναλάβει πάντα μόνο αυτό πού μας διηγείται ό ίδιος ό Ένγκελς. Εμείς έχουμε, άλλες πληροφορίες, πού καθόλου δε συμφωνούν με την παραπάνω εξιστόρηση. Αντίθετα, μόλις ό Μαρξ κατάλαβε ότι, όποιος θεωρεί αναγκαίο να μεταβάλει ριζικά την υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων, δε μπορεί να στηριχτεί παρά μόνο στην εργατική τάξη, το προλεταριάτο, πού μέσα στην ίδια του την ύπαρξη βρίσκει όλα τα κίνητρα, κάθε κέντρισμα για την πάλη του ενάντια σ’ αύτη την τάξη πραγμάτων - μόλις ό Μαρξ κατέληξε σ’ αύτη την άποψη, μπήκε μέσα στους κύκλους των εργατών, πάσχισε μαζί με το φίλο του να φτάσει παντού, να είσχωρήσει σ’ όλες τις οργανώσεις, όπου οί εργάτες αυτοί ήταν ήδη εκτεθειμένοι σ’ άλλες επιρροές. Καί υπήρχαν ήδη από τότε τέτοιες οργανώσεις. Ας στραφούμε τώρα σ’ αυτές.

Στήν παρουσίαση της ιστορίας του εργατικού κινήματος, σταμάτησα στίς αρχές της δεκαετίας του 1840. Μετά την καταστροφή το Μάη του 1839, η «Ένωση των Δίκαιων» έπαψε να λειτουργεί σαν κεντρικό όργανο. Τουλάχιστον από το 1840, δε συναντάμε πια κανένα ίχνος ύπαρξης ή δραστηριότητας της ένωσης σαν τέτοιας. Απέμειναν μόνο μεμονωμένοι όμιλοι, πού είχαν οργανωθεί από πρώην μέλη της «Ένωσης των Δίκαιων». Για έναν άπ’ αυτούς τους ομίλους, πού ιδρύθηκε στο Λονδίνο, έχουμε ήδη μιλήσει.

Αλλα μέλη της «Ένωσης των Δίκαιων» κατέφυγαν στην Ελβετία. Ανάμεσα τους τη μεγαλύτερη επιρροή την είχε ό Βίλχελμ Βάιτλινγκ. Ό Βάιτλινγκ, ράφτης στο επάγγελμα, ήταν ένας άπ’ τους πρώτους γερμανούς επαναστάτες άπ’ τον κύκλο των χειροτεχνών-προλετάριων. Όπως πολλοί γερμανοί χειροτέχνες αυτής της εποχής, περιφερόταν άπ’ τη μια πόλη στην άλλη, καί ήδη το 1835 έφτασε στο Παρίσι, όπου ωστόσο εγκαταστάθηκε μόνιμα μόλις το 1837. Εκεί έγινε μέλος της «Ένωσης των Δίκαιων», καί γνώρισε τίς θεωρίες του Λαμερναί, ενός εκπρόσωπου του χριστιανικού σοσιαλισμού, του Σαίν-Σιμόν καί του Φουριέ. Εκεί συνάντησε καί τον Μπλανκί καί τους οπαδούς του. Γύρω στα τέλη του 1838 έγραψε, κατ’ εντολή των συντρόφων του, τη μπροσούρα Η Ανθρωπότητα Οπως Είναι κι Οπως θα ‘πρεπε να Είναι, στην οποία προάσπιζε ήδη τίς ίδέες του κομμουνισμού.

Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κάνει προπαγανδιστική δουλιά ανάμεσα στους ίδιους τους έλβετούς, άρχισε με μερικούς συντρόφους του να οργανώνει ομίλους ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες καί εξόριστους, καταρχή στη γαλλική κι αργότερα καί στη γερμανική Ελβετία. Το 1842 δημοσίευσε το κυριότερο έργο του, Οί Εγγυήσεις της Αρμονίας καί της Ελευθερίας. Σ’ αυτό ανέπτυσσε διεξοδικότερα τίς απόψεις του, πού τίς είχε διατυπώσει ήδη το 1838.

Δε θα σταθώ στην έκθεση των απόψεων του. Από άλλους ουτοπιστές της εποχής του ξεχώριζε — καί σ’ αυτό φαινόταν η επίδραση του Μπλανκί — γιατί δεν πίστευε σ’ ένα ειρηνικό πέρασμα στον κομμουνισμό με την πειθω. Απεναντίας, η καινούργια κοινωνία, πού το σχέδιο της ό Βάιτλινγκ το είχε επεξεργαστεί σ’ όλες του τίς λεπτομέρειες, μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο με τη χρήση βίας. Όσο πιο γρήγορα καταστρέψουμε την υπάρχουσα κοινωνία, τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερώσουμε το λαό. Το καλύτερο μέσο γι’ αυτό, είναι να εξωθήσουμε την κρατούσα αταξία μέχρι τα άκρα. Όσο πιο οδυνηρά γινόταν κάτι τέτοιο, τόσο το καλύτερο θα ήταν! Το πιο ελπιδοφόρο επαναστατικό στοιχείο, πού θά μπορούσε ν’ ανατρέψει αυτή την κοινωνία ήταν, κατά τον Βάιτλινγκ, οί «αντικοινωνικοί», το κουρελοπρολεταριάτο, ακόμα κι οί ληστές.

Στήν Ελβετία γνωρισε τον Βάιτλινγκ καί τη θεωρία του κι ό δικός μας ό Μπακούνιν. Από τότε κιόλας αφομοίωσε μερικές άπ’ τίς ιδέες πού εκθέσαμε παραπάνω. Όταν, την άνοιξη του 1834, ό Βάιτλινγκ πιάστηκε στο Παρίσι καί ασκήθηκε εναντίον του καί εναντίον των οπαδών του δίωξη, είχε εκτεθεί κι ό Μπακούνιν, πού άπ’ την εποχή εκείνη έγινε πρόσφυγας. Μετά την αποφυλάκιση του, ό Βάιτλινγκ απελάθηκε στη Γερμανία, κι έπειτα από πολλές κακουχίες κατόρθωσε να φτάσει στο Αμβούργο, κι από κεί να περάσει στο Λονδίνο, όπου τον υποδέχτηκαν θριαμβευτικά.

Προς τιμή του διοργανωθηκε μια μεγάλη συγκέντρωση, στην οποία μαζί με τους άγγλους σοσιαλιστές καί χαρτιστές πήραν μέρος γερμανοί καί γάλλοι εξόριστοι. Ηταν η πρωτη διεθνής συγκέντρωση στο Λονδίνο. Εδωσε στον Σάπερ την ευκαιρία να όργανωσει τον Οκτώβρη του 1844 μια διεθνή εταιρία, με την ονομασία «Εταιρία των Δημοκρατικών Φίλων των Λαών». Αυτή, έβαλε σκοπό της τη συνένωση των επαναστατών κάθε εθνικότητας, την ενίσχυση της άδερφοσύνης ανάμεσα στους διάφορους λαούς, την κατάκτηση κοινωνικών καί πολιτικών δικαιωμάτων. Επικεφαλής της εταιρίας ήταν ό Σάπερ καί οί κοντινοί του φίλοι.

Ο Βάιτλινγκ, πού έμεινε σχεδόν μισό χρόνο στο Λονδίνο, ασκούσε στην αρχή μεγάλη επιρροή ακόμα καί μέσα στην Εργατική Ένωση του Λονδίνου, όπου διεξάγονταν παθιασμένες συζητήσεις για όλα τα θέματα πού σχετίζονταν με την επίκαιρη κατάσταση. Πολύ σύντομα ωστόσο αναγκάστηκε να παραδεχτεί, ότι είχε ν’ αντιμετωπίσει μια ισχυρή αντιπολίτευση. Οί παλιοί του σύντροφοι, όπως ό Σάπερ, ό Μπάουερ καί ό Μόλ, κατά το διάστημα του χωρισμού, είχαν γνωρίσει καλά το αγγλικό εργατικό κίνημα καί τη θεωρία του Όουεν.

Όπως είδαμε, για τον Βάιτλινγκ το προλεταριάτο δεν ήταν μια ιδιαίτερη τάξη με ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα. Το προλεταριάτο ήταν μόνο ένα τμήμα του φτωχου, καταπιεσμένου πληθυσμού: άπ’ αυτούς τους φτωχούς όμως ξεχώριζε το κουρελοπρολεταριάτο, σαν το πιο επαναστατικό, κατά την άποψη του, στοιχείο. Εξακολουθούσε να πιστεύει την ιδέα του, ότι οί ληστές κι οί κακούργοι είναι ένα άπ’ τα πιο ελπιδοφόρα στοιχεία στην πάλη ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνία. Στήν προπαγάνδα δεν έδινε καμιά άπολύτως σημασία. Τη μελλοντική κοινωνία τη φανταζόταν σαν κομμουνιστική κοινωνία, πού θα τη διευθύνε μια ομάδα σοφών ανθρώπων. Και για να τραβήξει τίς μάζες στο πλευρό του, θεωρούσε αναγκαίο να καταφύγει σ’ ένα θρησκευτικό στοιχείο, κάνοντας το Χριστό προφήτη του κομμουνισμού καί παρουσιάζοντας τον κομμουνισμό σαν έναν αρχέγονο χριστιανισμό, απελευθερωμένο από όλες τίς κατοπινές προσμίξεις.

Για να καταλάβουμε καλύτερα τίς συγχίσεις πού δημιουργήθηκαν αργότερα ανάμεσα σ’ αυτόν καί τους Μαρξ καί Ένγκελς, πρέπει να θυμηθούμε ότι ό Βάιτλινγκ ήταν ένας πολύ προικισμένος εργάτης καί αυτοδίδακτος αγωνιστής, πού διέθετε ένα όχι συνηθισμένο λογοτεχνικό ταλέντο, αλλά ωστόσο συγκέντρωνε όλα τα ελαττώματα των αυτοδίδακτων. Η Ρωσία μας είναι γεμάτη από τέτοιους αυτοδίδακτους, καί σίγουρα θα τους έχετε συναντήσει αρκετές φορές.

Ό αυτοδίδακτος αποβλέπει πάντα, όπως λένε, να ψαρέψει άπ’ το δικό του κεφάλι κάτι εξαιρετικά καινούργιο, ν’ ανακαλύψει κάποια μεγαλοφυή μηχανή, καί στην προσπάθεια του αυτή καταλήγει συχνά, με μεγάλη σπατάλη δυνάμεων, ν’ ανακαλύπτει μια από καιρό ανακαλυμμένη Αμερική. Ό αυτοδίδακτος μπορεί να επιδιώξει ν’ ανακαλύψει κάποιο αεικίνητο ή κάποιο μαγικό αντικείμενο, πού με τη βοήθεια του μπορεί κανείς να γίνει άπ’ τη μια στιγμή στην άλλη σοφός. Κι ό Βάιτλινγκ ανήκε σ’ αυτό το είδος των αυτοδίδακτων. Ήθελε να επινοήσει μια ειδική θεωρία, πού θα έδινε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αφομοιώνει σε ελάχιστο χρόνο κάθε επιστήμη. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αυτό το πρόβλημα επιδίωξε να το λύσει κι άλλος ένας έργάτης-αυτοδίδακτος. πού θα τον συναντήσουμε παρακάτω, δηλαδή ό Προυντόν. Στόν Βάιτλινγκ ήταν μερικές φορές δύσκολο να τεκμηριώσει κανείς τί εκτιμούσε περισσότερο: τον κομμουνισμό ή την οικουμενική γλώσσα. Σάν γνήσιος προφήτης δεν ανεχόταν καμιά απολύτως κριτική, καί έτρεφε ξέχωρη δυσπιστία απέναντι στους λόγιους των βιβλίων, πού άντιμετωπιζαν με σκεπτικισμό τη μονομανία του.

Ωστόσο το 1844 ό Βάιτλινγκ ανήκε στην ομάδα των πιο λαοφιλών καί γνωστών ανθρώπων, όχι μόνο ανάμεσα στους εργάτες, αλλά κι ανάμεσα στους γερμανούς διανοούμενους.

Έχουμε μια χαρακτηριστική περιγραφή της συνάντησης του διάσημου ράφτη με το διάσημο ποιητή Χάινε, πού προέρχεται άπ’ τον τελευταίο:

Εκείνο πού πλήγωσε περισσότερο την περηφάνια μου, ήταν η ολική έλειψη σεβασμού του νεαρού την ώρα πού μου μίλαγε. Φορούσε την τραγιάσκα του, κι ενώ εγώ στεκόμουν όρθιος μπροστά του, αυτός καθότανε πάνω σ’ ένα μικρό ξύλινο πάγκο, κρατώντας με το ένα χέρι το ανασηκωμένο δεξί πόδι του, έτσι πού με το γόνατο του άγγιζε σχεδόν το πηγούνι του. με τ’ άλλο χέρι έτριβε συνέχεια αυτό το πόδι πάνω στο γόνατο. Στήν αρχή νόμισα πώς αυτή η ασεβής στάση οφειλόταν στίς καθιστικές συνήθειες του επαγγέλματος του. Ωστόσο μ’ έβγαλε άπ’ την πλάνη μου, όταν τον ρώτησα γιατί τρίβει συνέχεια με τον τρόπο πού προανέφερα το πόδι του. Μου είπε δηλαδή, με εντελώς αδιάφορο τόνο, σαν να επρόκειτο για το πιο συνηθισμένο πράγμα, ότι στις διάφορες φυλακές πού είχε κλειστεί, τον είχαν αλυσοδεμένο. κι επειδή μερικές φορές, ό σιδερένιος κρίκος πού έδενε το πόδι του ήταν πολύ στενός, του έμεινε στο σημείο εκείνο μια φαγούρα, πού τον έκανε να ξύνεται... Ναί. ομολογώ πώς τραβήχτηκα λίγα βήματα πίσω, όταν ό ράφτης μου μίλησε με την αποκρουστική οικειότητα του για τίς αλυσίδες, πού τον έδεναν κάποτε οί γερμανοί δεσμοφύλακες, όταν ήταν στη φυλακή.4

Μολονότι η περιγραφή αυτή δε μας κάνει ιδιαίτερα συμπαθή τον Χάινε, βλέπουμε ωστόσο ότι ό Βάιτλινγκ έκανε βαθιά εντύπωση στον κακομαθημένο άπ’ τους θαυμαστές του ποιητή. Ό επαναστάτης μπορούσε ν’ αναγνωρίσει εύκολα τον Χάινε σαν μεγάλο δάσκαλο της λογοτεχνίας καί της τέχνης, πού εξετάζει με περιέργεια, όχι όμως καί χωρίς απέχθεια, τον τύπο του αγωνιστή πού του είναι ξένος. Με την ίδια αλαζονική περιέργεια εξέταζαν κάποτε κι οί δικοί μας ποιητές κάποιο μέλος μιας επαναστατικής ομάδας ή ένα μπολσεβίκο. Αλλιώς συμπεριφερόταν ένας διανοούμενος όπως ό Μαρξ. Γι’ αυτόν ό Βάιτλινγκ ήταν ένας προικισμένος εκπρόσωπος των επιδιώξεων του ίδιου του προλεταριάτου, πού την ιστορική αποστολή του είχε μόλις διατυπώσει. Πριν γνωριστεί μαζί του, έγραφε για τον Βάιτλινγκ τα παρακάτω:

Ποιο έργο θα ‘χε να επιδείξει η αστική τάξη, μαζί καί οί φιλόσοφοι καί οί λόγιοι της. απέναντι στο έργο του Βάιτλινγκ Εγγυήσεις της Αρμονίας καί της Ελευθερίας, σχετικά με τη χειραφέτηση της αστικής τάξης - την πολιτική χειραφέτηση; Αν συγκρίνει κανείς την πλαδαρή καί άτολμη μετριότητα της γερμανικής πολιτικής βιβλιογραφίας μ’ αυτό το τεράστιο καί λαμπρό λογοτεχνικό ξεκίνημα των γερμανών εργατών αν κανείς συγκρίνει αυτές τίς γιγάντιες παιδικές μπότες του προλεταριάτου με τα μικροσκοπικά πολιτικά παπούτσια της γερμανικής αστικής τάξης, τότε θα υποχρεωθεί να προφητέψει ένα αθλητικό παράστημα για τη γερμανική Σταχτοπούτα.5

Είναι απόλυτα φυσικό, ό Μαρξ κι ό Ένγκελς να επιζητήσουν να γνωριστούν με τον Βάιτλινγκ. Ξέρουμε, ότι ήδη τό καλοκαίρι του 1845 — την εποχή αυτή ό Βάιτλινγκ ζούσε ακόμα στο Λονδίνο - οι δυο φίλοι, στη διάρκεια του σύντομου ταξιδιού τους στην Αγγλία, γνωρίστηκαν με τους άγγλους χαρτιστές καί τους γερμανούς εξόριστους. Το αν συνάντησαν καί τον Βάιτλινγκ, δεν το ξέρουμε με σιγουριά. Σέ στενές σχέσεις μαζί του ήρθαν μόλις στίς αρχές του 1846, όταν ό Βάιτλινγκ ήρθε στίς Βρυξέλες, όπου είχε εγκατασταθεί ό Μαρξ, όταν στίς αρχές του 1845 τον απέλασαν άπ’ τη Γαλλία. Ό Μαρξ ήταν τότε ήδη χωμένος μέχρι το λαιμό στην οργανωτική δουλιά. Οί Βρυξέλες πρόσφεραν μεγάλες δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Το Βέλγιο ήταν η ενδιάμεση χώρα, ανάμεσα στη Γαλλία καί στη Γερμανία. Οί γερμανοί εργάτες καί διανοούμενοι πού πήγαιναν στο Παρίσι, περνούσαν πάντα μερικές μέρες στίς Βρυξέλες. Από εκεί έμπαζαν λαθραία καί τα παράνομα βιβλία σ’ ολόκληρη τη Γερμανία. Άνάμέσα στους εργάτες, πού είχαν εγκατασταθεί προσωρινά στίς Βρυξέλες, υπήρχαν μερικοί πολύ προικισμένοι άνθρωποι.

Ετσι ό Μαρξ μπόρεσε, από πολύ νωρίς, να προπαγανδίσει την ιδέα, να συγκληθεί ένα συνέδριο όλων των κομμουνιστών, για να δημιουργηθεί η πρωτη οργάνωση πού θα συσπείρωνε όλες τίς κομμουνιστικές δυνάμεις. Θα πραγματοποιούνταν στη βελγική πόλη Βερβιέ. πού βρισκόταν κοντά στα γερμανικά σύνορα, κι οπού μπορούσαν εύκολα να έρθουν οί γερμανοί κομμουνιστές. Δε μπόρεσα να εξακριβώσω με σιγουριά, αν πραγματικά έγινε αυτό το συνέδριο. Ωστόσο ό Μαρξ είχε κάνει όλες τίς προετοιμασίες, πολύ πριν - σύμφωνα με τα λόγια του Ένγκελς - έρθουν σ’ αυτόν άπ’ το Λονδίνο εκπρόσωποι από την «Ενωση των Δίκαιων» καί τον προσκαλέσουν να προσχωρήσει σ’ αυτήν.

Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς θεωρούσαν εξαιρετικά σημαντικό, να κερδίσουν και τους κύκλους πού βρίσκονταν κάτω άπ’ την ισχυρή επιρροή του Βάιτλινγκ. Γιαυτό επιδίωκαν με κάθε τρόπο να συμφωνήσουν πάνω σε μια κοινή βαση. Η υπόθεση όμως κατέληξε σε ρήξη. Χάρη σε μια ευτυχή σύμπτωση, η ιστορία αύτης της ρήξης μεταδόθηκε σε μας από ένα συμπατριώτη μας. Αυτός ό συμπατριώτης, ό ρώσος κριτικός Αννένκωφ, ήταν τότε θαυμαστής του Μαρξ, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε κάθε επαναστατική τάση. Ακριβώς την άνοιξη του 1846 ήταν στίς Βρυξέλες, καί μας αφησε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή, πού περιέχει αρκετές ψευτιές, αλλά πού έχει καί μια ορισμένη δόση αλήθειας. Περιγράφει μια συγκέντρωση, στην οποία έγινε μια έντονη συζήτηση ανάμεσα στον Μαρξ καί τον Βάιτλινγκ. Ο Μαρξ χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο τραπέζι καί φώναξε στον Βάιτλινγκ: «Η άγνοια ποτέ δε βοήθησε κανέναν».6 Τούτο είναι πολύ πιθανό, αν σκεφτούμε, ότι ό Βάιτλινγκ, όπως κι ό δικός μας ό Μπακούνιν, ήταν αντίθετος με την προπαγανδιστική προετοιμασία της επανάστασης, αφού ισχυριζόταν πως οί φτωχοί είναι πάντα έτοιμοι για την επανάσταση, ότι γιαυτό η επανάσταση μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή, φτάνει να υπάρχουν οί αποφασιστικοί ήγέτες.

Απ’ το γράμμα του ίδιου του Βάιτλινγκ γι’ αυτή τη συγκέντρωση, γνωρίζουμε, ότι ό Μαρξ υποστήριξε τα παρακάτω σημεία: είναι απαραίτητο ένα ξεκαθάρισμα στίς γραμμές των κομμουνιστών. όλοι οί ανάξιοι θεωρητικοί πρέπει να υποβληθούν σε μια κριτική. ν’ αρνηθούν κάθε σοσιαλισμό πού στηρίζεται μόνο στα καλά αισθήματα- πριν απ’ την πραγμάτωση του κομμουνισμού πρέπει να προηγηθεί μια εποχή, πού την εξουσία θα την κατέχει η αστική ταξη.

Έτσι οί τοτινές διαφορές απόψεων ανάμεσα στον Μαρξ καί τον Ένγκελς άπ’ τη μια μεριά, καί στον Βάιτλινγκ άπ’ την άλλη, είναι σχεδόν όμοιες με τίς διαφορές απόψεων πού υπήρχαν για σαράντα χρόνια ανάμεσα στους ρώσους επαναστάτες.

Το Μάη του 1846 επήλθε η οριστική ρήξη. Ό Βάιτλινγκ έφυγε σύντομα, καί περνωντας πάλι άπ’ το Λονδίνο πήγε στην Αμερική, όπου έμεινε μέχρι την επανάσταση του 1848.

Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς συνέχισαν το οργανωτικό τους έργο με τη βοήθεια άλλων συντρόφων, με τους όποιους είχαν αναπτύξει την εποχή εκείνη φιλικους δεσμούς. Στίς Βρυξέλες ίδρυσαν την «Εργατική Μορφωτική Ένωση», όπου ό Μαρξ έδινε διαλέξεις για τους εργάτες πάνω σε θέματα της πολιτικής οικονομίας. Εκτός άπ’ τους διανοούμενους, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν ό Βίλχελμ Βόλφ - ό Μαρξ του άφιέρωσε αργότερα τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου - ό Βέυντεμάγιερ καί άλλοι, στίς Βρυξέλες ζούσαν ό Στέφαν Μπόρν, ό Μπάλαου, ό Σάιλερ κι άλλοι έργάτες.

Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στηρίχτηκαν σ’ αυτή την οργάνωση καί προσπάθησαν, με τη βοήθεια συντρόφων πού είχαν φύγει άπ’ τίς Βρυξέλες, να πάρουν έπαφή καί να σταθεροποιήσουν την επικοινωνία τους με άλλους κύκλους, πού υπήρχαν στη Γερμανία, στο Λονδίνο, στο Παρίσι καί στην Έλβετία. Ό ίδιος ό Ένγκελς το πέτυχε αυτό στο Παρίσι. Σιγά σιγά ό αριθμός των οπαδών των απόψεων του Μαρξ καί του Ένγκελς μεγάλωνε. Τότε ό Μαρξ συνέλαβε το παρακάτω σχέδιο, για να συνενώσει όλα τα κομμουνιστικά στοιχεία. Σχεδίασε αύτη την οργάνωση, όχι πια σαν εθνική, όχι σαν καθαρά γερμανική, αλλά σαν διεθνή. Στήν αρχή ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί μια ομάδα, ένας πυρήνας από κομμουνιστές στίς Βρυξέλες, το Παρίσι, το Λονδίνο, πού είχαν ήδη πετύχει μια πλατιά συμφωνία. Σύμφωνα με το συλλογισμό του Μαρξ, αυτές οί ομάδες έπρεπε να σχηματίσουν επίτροπες, οί οποίες πάλι θα ‘πρεπε να διατηρούν σχέσεις με άλλες κομμουνιστικές οργανώσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο θα προετοιμάζονταν στενότερες επαφές μ’ άλλες χώρες, καί θα καλλιεργούνταν το έδαφος για τη μελλοντική διεθνή συνένωση τους. Αυτές οί επιτροπές έμελλε, σύμφωνα με την πρόταση του Μαρξ. να ονομαστούν κομμουνιστικές επιτροπές επικοινωνίας.

Την ιστορία του γερμανικού σοσιαλισμού καί του εργατικού κινήματος την έγραψαν λοιπόν λογοτέχνες καί δημοσιογράφοι, πού συχνά ήταν μέλη γραφείων ανταποκρίσεων καί γραφείων τύπου. Όλοι αυτοί εύκολα συμπέραναν, ότι οί επιτροπές αλληλογραφίας δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά συνηθισμένα γραφεία ανταποκρίσεων.

Αυτό λειτούργησε τότε με τον εξής τρόπο: ό Μαρξ κι ό Ένγκελς αποφάσισαν να ιδρύσουν στίς Βρυξέλες μια επιτροπή άνταποκρίσεων, άπ’ όπου έστελναν τυπωμένες ανταποκρίσεις. Η με τα λόγια του Μέρινγκ στο τελευταίο του έργο για τον Μαρξ:

Μιας καί ό Μαρξ κι ό Ένγκελς δεν είχαν κανένα δικό τους όργανο, προσπαθούσαν να καλύψουν οπως μπορούσαν αυτό το κενό, καταφεύγοντας σε τυπωμένες ή λιθογραφημένες επιστολές. Ταυτόχρονα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μόνιμους ανταποκριτές στα μεγάλα κέντρα όπου ζούσαν κομμουνιστές. Τέτοια γραφεία άνταποκρίσεων υπήρχαν στίς Βρυξέλες καί στο Λονδίνο, και σχεδιαζόταν η ίδρυση ενός γραφείου καί στο Παρίσι. Ό Μαρξ έγραψε στον Προυντόν καί τον παρακάλεσε να συνεργαστεί.

Εδώ αρκεί να διαβάσουμε προσεχτικά την απάντηση του Προυντόν, καί θα καταλάβουμε ότι επρόκειτο για κάτι πού δεν έχει καμιά απολύτως ομοιότητα μ’ ένα συνηθισμένο γραφείο ανταποκρίσεων. Κι αν σκεφτούμε ότι αυτή η ανταλλαγή επιστολών γινόταν το 1846, μπορούμε να συμπεράνουμε, πως πολύ πρίν έρθουν άπ’ το Λονδίνο για να προτείνουν στον Μαρξ να μπει στην «Ένωση των Δίκαιων», πού υπήρχε από πολύ καιρό, τόσο στις Βρυξέλες όσο και στο Παρίσι υπήρχαν ορισμένες οργανώσεις, πού η πρωτοβουλία για την ιδρυσή τους ξεκίνησε άναμφίβολα άπ’ τον Μαρξ.

Θυμηθείτε τώρα, τι σας εξιστόρησα για το σύλλογο αλληλογραφίας του Λονδίνου πού είχε ιδρυθεί το 1792 άπ’ τον Τόμας Χάρντυ. Παρόμοια όργάνωση αποτελούσαν εκείνες οι επίτροπες ανταποκρίσεων, πού οργανώθηκαν από τη Λέσχη των Γιακωβίνων, όταν της απαγορεύτηκε να ιδρύσει παραρτήματα στην επαρχία. Ετσι, έχοντας συγκρίνει ολα αυτά κατέληξα από καιρό στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ, όταν ίδρυσε τους συλλόγους του, είχε υπόψη του ακριβώς τις επίτροπες ανταποκρίσεων.

Και πράγματι, μέχρι το δεύτερο μισό του 1846, υπάρχει κιόλας στίς Βρυξέλες μια τέλεια οργανωμένη επιτροπή ανταποκρίσεων, πού παίζει το ρόλο μιας κεντρικής επιτροπής, στην οποία στέλνουν τις εκθέσεις τους οι άλλες επιτροπές. Περιλαμβάνει μερικές δεκάδες ανθρώπους, κι ανάμεσα τους μερικούς εργάτες. Υπάρχει ήδη η επιτροπή του Παρισιού, πού οργανώνεται άπ’ τον Ένγκελς, κι η οποία εργάζεται δραστήρια ανάμεσα στους γερμανούς χειροτέχνες. υπάρχει η επιτροπή του Λονδίνου, με επικεφαλής τον Σάπερ, τον Μπάουερ καί τον Μόλ: τον ίδιο Μόλ, πού ήρθε μισό χρόνο αργότερα στις Βρυξέλες, για να προτρέψει υποτίθεται τον Μαρξ, να γίνει μέλος της «Ενωσης των Δίκαιων». Οπως φαίνεται από ένα γράμμα (20 του Γενάρη 1847), πού το ανακάλυψα καί το παρέδωσα στον Μέρινγκ, ό Μόλ δεν ήρθε εκ μερους της «Ένωσης των Δίκαιων», αλλά της κομμουνιστικής επιτροπης ανταποκρίσεων του Λονδίνου, για να εκθέσει την κατάσταση στην επιτροπή του Λονδίνου.

Ετσι κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι η ιστορία για την ίδρυση της Ένωσης των Κομμουνιστών, πού καταγράφτηκε τόσο επιπόλαια άπ’ τον Ένγκελς καί μεταφέρεται σήμερα άπ’ το ενα βιβλίο στο άλλο, δεν είναι παρά ένα παραμύθι, πού δεν αντέχει στην ανάλυση. Η μεγάλη προπαρασκευαστική δουλιά, πού πραγματοποιήθηκε κυρίως άπ’ τον Μαρξ, θυμίζει σε πολλά σημεία τη δουλιά πού έκαναν επί πενήντα χρόνια οι πρώτοι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, όταν πάσχιζαν να συνενώσουν τις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις, με μόνη διαφορά ότι τη θέση των επιτροπών αλληλογραφίας την πήραν οί οργανώσεις της Ίσκρα, τη θέση των διάφορων εργατικών συλλόγων, μέσα στους οποίους εργάζονταν οί πράκτορες των κομμουνιστών, την πήραν οί διάφορες ενώσεις καί επιτροπές, στίς οποίες πάσχιζαν να διεισδύσουν οί πράκτορες του «Κέντρου», για να τίς τραβήξουν με το μέρος τους.

Ολόκληρη αυτή την οργανωτική δουλιά του Μαρξ, οί ιστορικοί δεν την αντιλήφθηκαν διόλου. έτσι τον μετέτρεψαν σ’ έναν απλό στοχαστή του γραφείου. Παρέβλεψαν τον οργανωτικό ρόλο του Μαρξ πού είναι μια άπ’ τίς πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της προσωπικότητας του. Αν όμως δε γνωρίσουμε το ρόλο πού έπαιξε ό Μαρξ - το τονίζω: ό Μαρξ, κι όχι ό Ένγκελς - ήδη στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1840, σαν ηγέτης καί εμπνευστής όλης αυτής της προπαρασκευαστικής δουλιάς, δε θα καταλάβουμε ούτε τον τεράστιο ρόλο πού έπαιξε αργότερα σαν οργανωτής στα χρόνια 1848 καί 1849 καί την εποχή της πρωτης Διεθνούς.

Ισως μετά το ταξίδι του Μόλ στίς Βρυξέλες, όταν ό Μαρξ είχε πειστεί πως η πλειοψηφία των κομμουνιστών του Λονδίνου είχε απελευθερωθεί απ’ την επίδραση του Βάιτλινγκ, ν’ αποφασίστηκε με πρωτοβουλία της επιτροπής των Βρυξελών, να συγκληθεί ένα συνέδριο στο Λονδίνο, πού θεωρούνταν ό πιο κατάλληλος τόπος. Αρχισε η συζήτηση, πού προηγήθηκε απ’ το συνέδριο, η πάλη των διάφορων τάσεων. Πιο έντονος από παντού ήταν ό αγώνας στο Παρίσι, όπου εργαζόταν ό Ένγκελς. Αν κανείς διαβάσει τίς επιστολές του από εκεί, αισθάνεται πως μεταφέρεται στο δικό μας κοντινό παρελθόν. Ό αγώνας των ομάδων πού περιγράφει, θυμίζει εκπληκτικά τη δική μας συζήτηση πάνω στα διάφορα προγράμματα. Η μια υποστηρίζεται άπ’ τον Γκρύν, έναν εκπρόσωπο του λεγόμενου γερμανικού ή «αληθινού» κομμουνισμού, για τον οποίο βρίσκουμε ένα μοχθηρό χαρακτηρισμό στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η άλλη υποστηρίζεται απ’ τον Ένγκελς. Στόν αγώνα αυτό φρόντιζαν, όπως αρμόζει στους καλούς πρακτικούς, να μη χάσουν ουτε μια ψήφο - όπως ακριβώς συμβαίνει καί στίς δικές μας περιφερειακές κομματικές επιτροπές. Κι ακριβώς όπως ό δικός μας περιφερειακός εργάτης, έτσι κι ό Ένγκελς πίστευε πως πέτυχε, όπως ανακοινώνει θριαμβευτικά στην επιτροπή των Βρυξελών, μια μεγάλη νίκη, όχι μόνο όταν πέτυχε καταρχή να μεταπείσει τους ταλαντευόμενους, αλλά καί κάθε φορά πού «ξεγελούσε» κάποιον ή «έμπαζε» έξυπνα κάποιον άλλο στην οργάνωση.

Το καλοκαίρι του 1847 έγινε το συνέδριο στο Λονδίνο. Ό Μαρξ δεν ήταν παρων. Αντιπρόσωπος των Βρυξελών εμφανίστηκε ό Βίλχελμ Βόλφ. Ο Ένγκελς εκπροσωπούσε τους γάλλους κομμουνιστές. Οί αντιπρόσωποι δεν ήταν πολλοί, αυτό όμως δεν ανησύχησε κανέναν. Εσείς ξέρετε, σύντροφοι, πως, όταν το 1898 ιδρύθηκε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, στο συνέδριο του Μίνσκ, ήταν παρόντες συνολικά 9 ή 10 άνθρωποι - εκπρόσωποι από 3 ή 4 οργανώσεις.

Εκεί πήραν την άποφαση να συνενωθούν στην Ένωση των Κομμουνιστών. Αυτή δεν ήταν η αναδιοργανωμένη, παλιά «Ενωση των Κομμουνιστών», όπως διαβεβαιώνει ό Ένγκελς, πού ξέχασε πως ήταν ό εκπρόσωπος της επιτροπής ανταποκρίσεων του Παρισιού, πού την είχε οργανώσει ο ίδιος, ψηφίστηκε ένα καταστατικό, πού η πρωτη παράγραφος του διατύπωνε καθαρά καί απερίφραστα τη βασική ιδέα του επαναστατικού κομμουνισμού:

Σκοπός της Ενωσης είναι η ανατροπή της αστικής τάξης, η κυριαρχία του προλεταριάτου, η κατάργηση της παλιάς αστικής κοινωνίας πού στηρίζεται στίς ταξικές αντιθέσεις, καί η ίδρυση μιας νέας κοινωνίας χωρίς τάξεις καί χωρίς ατομική ιδιοκτησία.7

Το καταστατικό της οργάνωσης έγινε βέβαια δεκτό με την προϋπόθεση, ότι θα εξεταζόταν ακόμα άπ’ τίς επιμέρους επιτροπές για ν’ αποφασιστεί στό επόμενο συνέδριο με όλες τίς απαραίτητες βελτιώσεις.

Σαν βαση της οργάνωσης έγινε δεκτή η αρχή του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» - μια ονομασία πού τη γνωρίζουμε άπ’ τίς συζητήσεις μας. Απ’ τα μεμονωμένα μέλη ζητήθηκε ν’ αναγνωρίσουν τον κομμουνισμό καί να ζουν σύμφωνα με τους σκοπούς της Ένωσης. Μια ορισμένη ομάδα μελών αποτελούσε τη βασική μονάδα της οργάνωσης, το κύτταρο της. Έφερε το όνομα κοινότητα. Άπ’ αυτήν σχηματίζονταν κατόπιν οί περιφέρειες με τίς περιφερειακές επιτροπές τους. Οί διάφορες περιφέρειες μιας χώρας υπάγονταν σε μια ιδιαίτερη κεντρική περιφερεια, πού οί εξουσίες της εκτείνονταν σ’ ολόκληρη τη χώρα. Καί οί κεντρικές περιφέρειες αυτές ήταν υποχρεωμένες να λογοδοτούν στην Κεντρική Επιτροπή.

Γενικά αυτή η οργάνωση έγινε αργότερα το πρότυπο για όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της εργατικής τάξης στα πρώτα στάδια της άνάπτυξής τους. Είχε μια ίδιομορφία πού χάθηκε αργότερα, μολονότι τη συναντάμε ακόμα στους γερμανούς συντρόφους μέχρι τίς αρχές της δεκαετίας του 1870. Η Κεντρική Επιτροπή της Ενωσης των Κομμουνιστών δεν εκλέγονταν ονομαστικά στο συνέδριο. Οί εξουσίες της. σαν ανώτατου διοικητικού κέντρου, μεταβιβάστηκαν στην περιφερειακή επιτροπή της πόλης, πού είχε καθοριστεί άπ’ το συνέδριο σαν έδρα της Κεντρικής Επιτροπής. Ετσι, αν το συνέδριο καθόριζε το Λονδίνο, η Κεντρική Επιτροπή πού αποτελούνταν από πέντε τουλάχιστο μέλη, εκλέγονταν απ’ την οργάνωση αυτής της περιφέρειας. Αυτή η διαδικασία εξασφάλιζε μια στενή επικοινωνία με τη μεγάλη εθνική οργάνωση. Τον τύπο αυτό της οργάνωσης τον συναντάμε αργότερα στους γερμανούς: στην ίδια τη Γερμανία καθώς και στην Ελβετία. Σ’ αυτούς η Κεντρική Επιτροπή συνδεόταν πάντα με μια ορισμένη πόλη, πού προσδιοριζόταν στο συνέδριο καί έφερε το όνομα «ηγετική» πόλη, πόλη της πρωτοπορίας.

Στό συνέδριο αποφασίστηκε επίσης, να προχωρήσουν στην επεξεργασία του σχεδίου ενός κομμουνιστικού «πιστεύω», πού θα γινόταν το πρόγραμμα της Ένωσης. Οί επιμέρους περιφέρειες θα παρουσίαζαν τα σχέδια τους στο επόμενο συνέδριο. Πέρα άπ’ αυτό, αποφασίστηκε ν’ αρχίσουν με την έκδοση ενός λαϊκού περιοδικού. Αυτό το περιοδικό είναι το πρώτο εργατικό όργανο πού ξέρουμε, το οποίο πήρε ανοιχτά το χαρακτηρισμό «κομμουνιστικό». Στήν πρώτη σελίδα του υπάρχει το σύνθημα — πού εμφανίστηκε μισό χρόνο πρίν άπ’ τη δημοσίευση του Κομμουνιστικου Μανιφέστου: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!»

Το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο μια φορά. Τα άρθρα γράφτηκαν καί στοιχειοθετήθηκαν κυρίως άπ’ τους εκπροσώπους της Ένωσης των Κομμουνιστών πού ζούσαν στο Λονδίνο. Υπάρχει ένα κύριο άρθρο, πού είναι γραμμένο με πολύ εκλαϊκευτικό τρόπο. Με απλές εκφράσεις επισημαίνει τίς ιδιομορφίες της καινούργιας κομμουνιστικής οργάνωσης, πού ξεχωρίζει από τίς οργανώσεις του Βάιτλινγκ κι άπ’ τίς γαλλικές οργανώσεις. Για την «Ένωση των Δίκαιων» δεν υπάρχει ούτε μια λέξη. Ενα ειδικό άρθρο είναι αφιερωμένο στο γάλλο κομμουνιστή Κάμπε, το συγγραφέα της γνωστής ουτοπίας Ταξιδι στην Ικαρία. Το 1847, ό Κάμπε ανέπτυξε μια έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα, με σκοπό να μαζέψει ανθρώπους πού θα ‘θελαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική, για να δημιουργήσουν έκει πάνω σε παρθένο έδαφος μια κομμουνιστική αποικία, σαν εκείνη πού είχε περιγράψει στο μυθιστόρημα του Ικαρία. Πήγε μάλιστα στο Λονδίνο, για να κερδίσει τους έκει κομμουνιστές με το μέρος του. Το άρθρο υποβάλλει το σχέδιο αυτό σε μια διεξοδική κριτική καί συνιστά στους εργάτες, να μην εγκαταλείψουν την Ευρώπη, γιατί ό κομμουνισμός θα εγκαθιδρυθεί πρώτα στην Ευρώπη. Υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο άρθρο που καθώς πιστεύω, συντάχθηκε άπ’ τον Ένγκελς. Το περιοδικό τελειώνει με μια πολιτική καί κοινωνική επισκόπηση, πού προέρχεται αναμφίβολα άπ’ τον αντιπρόσωπο της επιτροπής των Βρυξελών, τον Βίλχελμ Βόλφ.

Στά τέλη Νοέμβρη του 1847 έγινε το 2ο συνέδριο στο Λονδίνο. Αυτή τη φορά ό Μαρξ ήταν παρών. Προτού ακόμα ξεκινήσει για το Λονδίνο, ό Ένγκελς του είχε γράψει άπ’ το Παρίσι, πως είχε καταλήξει στο σχέδιο μιας κατήχησης ή «πιστεύω», πού έκρινε όμως πιο σκόπιμο να το ονομάσει Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Πιθανόν ό Μαρξ να έφερε στο συνέδριο θέσεις πού είχε επεξεργαστεί ό ίδιος. Φυσικά τα πράγματα δεν πήγαν τόσο ήρεμα, όπως μας τα παρουσιάζει ό Στέκλωφ. Στό συνέδριο έγιναν σφοδρές συζητήσεις. Οί συγκρούσεις βάστηξαν αρκετές μέρες, κι ό Μαρξ κόπιασε πολύ να πείσει την πλειοψηφία για την ορθότητα του νέου προγράμματος. Αυτό έγινε δεκτό στις βασικές του γραμμές, καί το συνέδριο ανέθεσε στον Μαρξ, να γράψει στ’ όνομα της Ενωσης των Κομμουνιστών όχι μια διακήρυξη πίστης, αλλά ένα Μανιφέστο, όπως το είχε προτείνει ό Ένγκελς. Αυτό είναι απαραίτητο να τονιστεί. Στή σύνταξη του Μανιφέστου ό Μαρξ χρησιμοποίησε βέβαια καί το σχέδιο του Ένγκελς. Την πολιτική ευθύνη απέναντι στην Ένωση για το Μανιφέστο την έφερε όμως μόνο αυτός. Κι αν το Μανιφέστο δίνει την εντύπωση ενός αρμονικού κι ομοιόμορφου μνημείου, αυτό συμβαίνει χάρη στο γεγονός, ότι το συνέταξε μόνος του ό Μαρξ. Περάσανε φυσικά συλλογισμοί, πού τους επεξεργάστηκαν από κοινού ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, το βασικό του πνεύμα όμως ανήκει αποκλειστικά στον Μαρξ, πράγμα πού το τόνιζε πάντοτε κι ό ίδιος ό Ένγκελς:

Ο διαφανής βασικος συλλογισμός του μανιφέστου: ότι η οικονομική παραγωγή καί η κοινωνική διάρθρωση της κάθε εποχής πού ακολουθεί αναγκαστικά άπ’ την πρώτη, αποτελεί το θεμέλιο για την πολιτική καί πνευματική ζωή αυτής της εποχής. ότι επομένως (από τότε πού αποσυντέθηκε η αρχέγονη κοινοτική ιδιοκτησία της γης) ολόκληρη η ιστορία υπήρξε μια ιστορία ταξικών αγώνων, άγωνων ανάμεσα σε εκμεταλλευμένους καί εκμεταλλευτές, ανάμεσα σε υποτελείς καί κυρίαρχες τάξεις, σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής εξέλιξης. ότι τώρα ό αγώνας αυτός έφτασε σ’ ένα στάδιο, πού η εκμεταλλευμένη καί καταπιεσμένη τάξη (το προλεταριάτο) δε μπορεί πια ν’ απελευθερωθεί άπ’ την έκμεταλλεύτρια καί καταπιέζουσα τάξη (την αστική) χωρίς ταυτόχρονα ν’ απελευθερώσει για πάντα ολόκληρη την κοινωνία άπ’ την εκμετάλλευση, την καταπίεση καί τους ταξικους αγώνες - αυτός ό βασικός συλλογισμός ανήκει αποκλειστικα και μονο στον Μαρξ.8

Τόνισα το σημειο αυτό, για να ξερετε ότι το κύριο εργο στην επεξεργασια του καινούργιου προγράμματος επεσε στον Μάρξ, ότι την συνταξη του Μανιφέστου την είχαν εμπιστευτεί στον Μαρξ και σε κανέναν άλλο. Εχουμε μία επιστολή πού επιβεβαιώνει αυτό το γεγονός καλύτερα άπ’ οτιδήποτε άλλο. Το γράμμα αυτό είναι και για έναν ακόμα λόγο διαφωτιστικό, γιατί φωτίζει τίς σχέσεις ανάμεσα στον Μαρξ καί σε μια -ουσιαστικά - εργατική οργάνωση, με τάση να θεωρεί το διανοούμενο μόνο σαν έναν ειδικό γραφιά, σύμφωνα με την αντίληψη: δεν εκπλήρωσε την εντολή, τότε την παραδίδουμε σε κάποιον άλλο. Για να καταλάβετε καλύτερα την επιστολή της Κεντρικής Επιτροπής, θα προσθέσω, ότι στο συνέδριο - σύμφωνα με το καταστατικό - έδρα της Κεντρικής Επιτροπής είχε οριστεί το Λονδίνο, κι ότι επομένως η Κεντρική Επιτροπή είχε εκλεγεί άπ’ την οργάνωση του Λονδίνου.

Το γράμμα πού θα σας διαβάσω τώρα, στάλθηκε οτίς 26 του Γενάρη 1848 άπ’ την Κεντρική Επιτροπή στην περιφερειακή επιτροπή στις Βρυξέλες, για να διαβιβαστεί στον Μαρξ. Περιέχει μια απόφαση τη: Κεντρικής Επιτροπής πού πάρθηκε στις 24 του Γενάρη:

Η Κεντρική Επιτροπή επιφορτίζει δια του παρόντος την περιφερειακή επιτροπή στίς Βρυξέλες, να ανακοινώσει στον πολίτη Μαρξ, ότι, αν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικου. Κόμματος του οποίου τη σύνταξη ανέλαβε στο τελευταίο συνέδριο, δεν παραδοθεί στο Λονδίνο μέχρι την Τρίτη 1η του Φλεβάρη τρέχοντος έτους, θα παρθούν εναντίον του μέτρα. Σέ περίπτωση πού ό πολίτης Μαρξ δεν εκτελέσει το έργο, η Κεντρική Επιτροπή απαιτεί την άμεση επιστροφή των εγγράφων πού έχουν τεθεί στη διάθεση του Μαρξ. Εν ονόματι καί κατ’ εντολή της Κεντρικής Επιτροπής. Σαπερ, Μαουερ, Μόλ.

Απ’ το αυστηρό υφός του κειμένου βλέπετε ότι ό Μαρξ, γύρω στα τέλη του Γενάρη, δεν είχε τελειώσει ακόμα το έργο πού του είχε ανατεθεί στα τέλη του Δεκέμβρη. Κι αυτό είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μαρξ. Παρόλο το λογοτεχνικό του ταλέντο, δεν είχε ευχέρεια στο γράψιμο. Τα έργα του τα επεξεργαζόταν πάντα πολύ καιρό, ιδιαίτερα οταν επρόκειτο για ένα σημαντικό κείμενο. Ηθελε να δώσει στο έγγραφο αυτό την πιο τέλεια μορφή, για να μπορεί να αντέχει στην κριτική του χρόνου. Εχουμε στα χέρια μας μια καί μοναδική σελίδα άπ’ τα γραφτά του, πού αποδείχνει, πόσο προσεχτικά εξέταζε, κι άλλαζε πάντα την κάθε έκφραση.

Η Κεντρική Επιτροπή δεν υποχρεώθηκε να λάβει άλλα μέτρα. Ό Μαρξ κατάφερε να τελειώσει την εργασία του μέχρι τίς αρχές του Φλεβάρη. Ετσι το Μανιφέστο δημοσιεύτηκε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φλεβάρη, δηλαδή μερικές μέρες πριν άπ’ την έκρηξη της επανάστασης του Φλεβάρη. Απ’ αυτό μπορείτε καί μόνοι σας να συμπεράνετε ότι δε μπόρεσε να παίξει κανένα ρόλο στην προετοιμασία της επανάστασης του Φλεβάρη, κι αν προχωρήσω καί σας πω, ότι τα πρώτα αντίτυπα έφτασαν στη Γερμανία μόλις το Μάη-Ίούνη του 1848, μπορείτε να καταλάβετε πως ούτε στη γερμανική επανάσταση κατάφερε να ασκήσει κάποια μεγάλη επιρροή. Μόνο λίγοι - ελάχιστοι - κομμουνιστές στίς Βρυξέλες και στο Βερολίνο γνωριζαν το περιεχόμενο του καί το είχαν αφομοιώσει.

Επιτρέψτε μου τώρα, να πω μερικά λόγια για το περιεχόμενο του Μανιφέστου. Είναι το πρόγραμμα της Διεθνούς Ένωσης των Κομμουνιστών. Σ’ αυτήν ανήκαν μερικοί βέλγοι, μερικοί άγγλοι απ’ τον κύκλο των κομμουνιστικά προσανατολισμένων χαρτιστών, προπάντων όμως γερμανοί. Το Μανιφέστο δεν έπρεπε να έχει υπόψη του μια κάποια μεμονωμένη χώρα, αλλά ολόκληρο τον αστικό κόσμο, μπροστά στον οποίο οι κομμουνιστές για πρωτη φορά παρουσίαζαν ανοιχτά τους σκοπούς τους.

Στό πρώτο κεφάλαιο δίνει μια διαυγή καί σαφή εικόνα της άστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας, του ταξικού άγωνα πού άπ’ αυτήν γεννήθηκε, καί πού εξακολουθεί ν’ αναπτύσσεται πάνω στη βάση της. Βλέπουμε, πώς η αστική τάξη δημιουργήθηκε αναπόφευκτα μέσα στους κόλπους της παλιάς μεσαιωνικής, φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων, πώς μεταβλήθηκαν οί οροί ύπαρξης της σε συνάρτηση με τίς αλλαγές των οικονομικών σχέσεων, ποιόν επαναστατικό ρόλο έπαιξε μέσα στον άγωνα με την παλιά φεουδαρχία, μέχρι ποιο εκπληκτικό βαθμό ανέπτυξε τίς παραγωγικές δυνάμεις της ανθρώπινης κοινωνίας, δημιουργώντας για πρωτη φορά στην ιστορία τη δυνατότητα, ν’ απελευθερωθεί υλικά ολόκληρη η ανθρωπότητα.

Ακολουθεί μια ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του προλεταριάτου. Βλέπουμε, πώς το προλεταριάτο αναπτύσσεται το ίδιο αναπόφευκτα, όπως η αστική τάξη, ακολουθώντας σαν σκιά τη δική της ανάπτυξη. Βλέπουμε, πώς βαθμιαία διαμορφώνεται σε μια ιδιαίτερη τάξη. Μπροστά άπ’ τα μάτια μας περνάνε όλες οί μορφές πάλης του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, μέχρι πού αναπτύσσεται σε μια τάξη για τον εαυτό του, μέχρι πού δημιουργεί μια ιδιαίτερη δική του ταξική οργάνωση.

Παρακάτω παρουσιάζονται στο Μανιφέστο όλες οί αντιρρήσεις πού προβάλλουν οί ιδεολόγοι της αστικής τάξης κατά του κομμουνισμού, καί υποβάλλονται σε μια εξοντωτική κριτική. Δε θα σταθώ σ’ αυτά, γιατί είμαι σίγουρος πως όλοι σας, άνεξαίρετα, έχετε διαβάσει το Μανιφέστο, ή θά το διαβάσετε σύντομα.

Ο Μαρξ - κι εδώ στηρίχτηκε στον Ένγκελς, αν κι όχι στο βαθμό πού πιστευόταν παλιότερα - εξηγεί παρακάτω την τακτική των κομμουνιστών σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα εργατικά κόμματα. Εδώ αμέσως συναντάμε μια ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Το Μανιφέστο λέει, ότι οί κομμουνιστές δεν αποτελούν κάποιο ξεχωριστό κόμμα, πού αντιτάσσεται στ’ άλλα εργατικά κόμματα. Διακρίνονται μόνο άπ’ το γεγονός, ότι αποτελούν την πρωτοπορία των εργατών, δηλαδή απέναντι στην υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου έχουν δοσμένους από τα πριν τους όρους, την πορεία καί τα γενικά αποτελέσματα του εργατικού κινήματος.

Τώρα πού γνωρίζετε την πραγματική ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών, θα σας είναι πιο εύκολο να καταλάβετε, πώς εξηγείται αυτή η διατύπωση των καθηκόντων των κομμουνιστών. Υπαγορεύτηκε από την κατάσταση του εργατικού κινήματος την εποχή εκείνη, ιδιαίτερα στην Αγγλία. Οί λίγοι χαρτιστές πού μπήκαν στην Ενωση, το έκαναν με την προϋπόθεση, οτι θά μπορούσαν να διατηρήσουν την επαφή τους με το κόμμα. Ανέλαβαν μόνο την υποχρέωση, να οργανώσουν μέσα στο χαρτισμό κάτι σαν κομμουνιστικό κύτταρο, για να διασώσουν έκει το πρόγραμμα και τίς απόψεις των κομμουνιστών.

Το Μανιφέστο αναλύει διεξοδικά τα πολυάριθμα ρεύματα, πού πάλεψαν τότε για επιρροή ανάμεσα στους σοσιαλιστές καί τους κομμουνιστές.

Τα υποβάλλει σε μια ανελέητη κριτική καί τα απορρίπτει κατηγορηματικά, μ’ εξαίρεση τους μεγάλους ουτοπιστές - Σαίν-Σιμόν, Φουριέ και Οουεν - πού οί θεωρίες τους, ιδιαίτερα των δυο τελευταίων, είχαν γίνει ως έναν ορισμένο βαθμό δεκτές καί είχαν αναπροσαρμοστεί άπ’ τον Μαρξ καί τον 'Ένγκελς. Ωστόσο, υίοθετωντας την κριτική τους πού στρέφεται κατά της αστικής τάξης πραγμάτων, το Μανιφέστο αντιπαραθέτει στον ειρηνικό, ουτοπικό σοσιαλισμό, πού αρνιέται τον πολιτικό αγώνα, το επαναστατικό πρόγραμμα του νέου, προλεταριακού, κριτικού κομμουνισμού.

Στό τέλος το Μανιφέστο εξετάζει την τακτική των κομμουνιστών στη διάρκεια της επανάστασης. Ιδιαίτερα σε σχέση με τα αστικά κόμματα. Για κάθε χωρα αλλάζουν οί κανόνες ανάλογα με τίς ειδικές ιστορικές περιστάσεις. Εκεί πού η αστική τάξη είναι ήδη η κυρίαρχη τάξη, ό αγώνας του προλεταριάτου στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της. Στίς χώρες πού η αστική τάξη είναι μια τάξη, πού μόλις τώρα κατακτά την πολιτική εξουσία, όπως λ.χ. στη Γερμανία, το κομμουνιστικό κόμμα βαδίζει χέρι χέρι με την αστική τάξη, εφόσον ό άγωνας της κατά τη; μοναρχίας καί των ευγενών έχει επαναστατικό χαρακτήρα.

Οί κομμουνιστές όμως δεν παύουν ούτε στιγμή να βοηθούν τους εργάτες ν’ αποκτήσουν μια όσο το δυνατό πιο σαφή συνείδηση για την αντίθεση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης καί του προλεταριάτου. Θέτουν πάντα στην πρωτη γραμμή σαν θεμελιώδες πρόβλημα ολόκληρου του κινήματος το πρόβλημα της ιδιοκτησίας. Αυτή τη μορφή είχαν οί τακτικοί κανόνες, πού κατέστρωσαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς την παραμονή της επανάστασης του Φλεβάρη-Μάρτη του 1848. Την επόμενη φορά θά δούμε, πώς εφαρμόστηκαν στην πράξη αυτοί οί κανόνες άπ’ τους συντάκτες τους καί πώς τροποποιήθηκαν άπ’ την πείρα πού αποκτήθηκε στην επανάσταση.

Σάς παρουσίασα σε πολύ γενικές γραμμές το περιεχόμενο του Μανιφέστου. Πρέπει κανείς να σκεφτεί πώς μέσα σ’ αυτό περάσανε όλα τα συμπεράσματα άπ’ την επιστημονική εργασία πού έκαναν ό Μαρξ κι ό 'Ένγκελς, ιδιαίτερα ό πρώτος, άπ’ το 1845 μέχρι τα τέλη του 1847. Εκείνη την εποχή ό 'Ένγκελς έδωσε την τελική μορφή στο υλικό για την Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία, πού είχε συγκεντρώσει ό ίδιος στην Αγγλία. Ό Μαρξ δούλευε πάνω σε μια ιστορία των πολιτικών καί οικονομικών θεωριών. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας πού τους έδωσε τη δυνατότητα να αναλύσουν τόσο καλά τίς υλικές σχέσεις, τους όρους της παραγωγής καί της διανομής — πού καθορίζουν άλλωστε με τη σειρά τους όλες τίς κοινωνικές σχέσεις - είχε καταστρωθεί άπ’ αυτούς κατά τη διάρκεια αυτών των δύο χρόνων, μέσα στην πάλη με όλες τίς ιδεαλιστικές θεωρίες.

Ό Μαρξ είχε εκθέσει την καινούργια θεωρία στην πιο ολοκληρωμένη καί σαφή μορφή της πρίν ακόμα άπ’ το Μανιφέστο, στην πολεμική ενάντια στον Προυντόν, πού τον έχω αναφέρει καί παλιότερα. Καί σ’ αυτήν ό Μαρξ, στο βιβλίο του Η Άγια Οικογένεια, έτρεφε ακόμα μεγάλη εκτίμηση για τον Προυντόν. Από τί προκλήθηκε μετά η ρήξη ανάμεσα στους παλιούς συναγωνιστές:

Ό Προυντόν, όπως κι ό Βάιτλινγκ, ήταν εργάτης στην καταγωγή, επίσης αυτοδίδακτος, πιο προικισμένος όμως κι ένας άπ’ τους πιο εξαίρετους γάλλους δημοσιολόγους. Στό βιβλίο του Τί Είναι η Ιδιοκτησία; — πού δημοσιεύτηκε το 1841 — ασκεί οξύτατη κριτική στην ιδιοκτησία καί καταλήγει στο τολμηρό συμπέρασμα, ότι η ιδιοκτησία ουσιαστικά δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά κλοπή. Πολύ σύντομα ωστόσο φάνηκε ότι ό Προυντόν, καταδικάζοντας την ιδιοκτησία, καταδίκαζε μόνο μια άπ’ τίς μορφές της, καί συγκεκριμένα τη μορφή της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, πού στηρίζεται στην εκμετάλλευση του μικροπαραγωγού άπ’ το μεγάλο καπιταλιστή. Ό Προυντόν. μόλο πού δεν είχε τίποτα κατά της κατάργησης της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, ήταν ταυτόχρονα καί αντίπαλος του κομμουνισμού. Στή διατήρηση καί ενίσχυση της ατομικής ιδιοκτησίας των αγροτών καί των χειροτεχνών, έβλεπε τη μοναδική εγγύηση για την ευημερία τους. Πίστευε ότι η κατάσταση του εργάτη δε μπορούσε να βελτιωθεί με απεργίες καί με τον οικονομικό αγώνα, αλλά μόνο με τη μετατροπή του εργάτη σε ιδιοκτήτη. Στήν άποψη αυτή ό Μαρξ έφτασε οριστικά το 1845 καί 1846, όταν σκέφτηκε ένα σχέδιο, πού θα προφύλασσε τους χειροτέχνες άπ’ την καταστροφή καί θα έκανε τους εργάτες αυτόνομους παραγωγούς.

Έχω μιλήσει ήδη για το ρόλο πού έπαιζε ό 'Ένγκελς στο Παρίσι ακριβώς εκείνη την εποχή. Εχω αναφέρει επίσης, ότι ό κυριότερος αντίπαλος του στη συζήτηση για το πρόγραμμα ήταν ό Κάρλ Γκρύν, εκπρόσωπος του «αληθινού σοσιαλισμού». Αυτός είχε πολύ στενές σχέσεις με τον Προυντόν, του οποίου τίς απόψεις μετέδιδε στους γερμανούς εργάτες πού ζούσαν στο Παρίσι. Προτού ακόμα ό Προυντόν δημοσιεύσει το καινούργιο του βιβλίο, στο οποίο ήθελε ν’ αποκαλύψει τους πάντες, καί να εξηγήσει από πού προέρχεται η αθλιότητα, θέλοντας έτσι να δωσει μια Φιλοσοφία της Αθλιότητας, ανακοίνωσε το σχέδιο του στον Γκρύν, πού έσπευσε να το χρησιμοποιήσει στην πολεμική του κατά των κομμουνιστών. Σύμφωνα με τα όσα λέει ό Γκρύν, ό Ένγκελς ενημέρωσε την επιτροπή των Βρυξελών διεξοδικά για το σχέδιο αυτό.

Ακούστε τώρα το μεγαλείο αυτού του σχεδίου για την παγκόσμια άπελευθέρωση: τίποτα περισσότερο καί τίποτα λιγότερο απ τα labour-bazars ή τα labour-markets (αγορές εργασίας), πού υπήρχαν προ πολλού στην Αγγλία κι είχαν χρεοκοπήσει καμιά δεκαριά φορές, τους συνεταιρισμούς όλων των χειροτεχνών όλων των κλάδων, μεγάλη αποθήκη κι όλα τα προϊόντα πού προσφέρονται απ’ τους συνεταιρισμούς να κοστολογούνται ακριβώς στο κόστος της πρώτης υλης σύν την εργασία. Τα προϊόντα πού δέ θα καταναλώνονται μέσα στο συνεταιρισμό, να πουλιόνται στην παγκόσμια αγορά και το κέρδος να πληρώνεται στους παραγωγούς. Μ’ αυτό τον τρόπο, ό πονηρός Προυντόν πιστεύει πως αυτός και τα μέλη των συνεταιρισμών θα παρακάμψουν το κέρδος του μεσάζοντα εμπόρου.9

Στό επόμενο γράμμα ό Ένγκελς ανακοινώνει καινούργιες λεπτομέρειες για το σχέδιο του Προυντόν. Αγανακτεί, πού τέτοιες φαντασιοκοπίες, όπως η μετατροπή των εργατών σε ιδιοκτήτες με την αγορά εργαστηρίων με τίς οικονομίες τους, προσελκύουν ακόμα και γερμανούς εργάτες.

Γιαυτό μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Προυντόν, ό Μαρξ στρώθηκε στη δουλιά κι έγραψε σαν απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, στο οποίο ανατρέπει μία προς μία όλες τις ιδέες του Προυντόν. Δεν αρκείται όμως στην κριτική: στίς απόψεις του Προυντόν αντιπαραθέτει τίς βάσεις του κριτικού κομμουνισμού πού τίς είχε ήδη επεξεργαστεί ό ίδιος.

Με την οξύτητα της σκέψης του, το βιβλίο αυτό είναι μια άξια εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Δεν είναι κατώτερο άπ’ το τελευταίο άρθρο του Μαρξ κατά του Προυντόν, πού γράφτηκε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1874, για τους ιταλούς εργάτες. Αν διαβάσετε αυτό το άρθρο για την Πολιτική Αδιαφορία10, δε θ’ αντιληφθείτε καμιά απολύτως διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό και την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας - σε τέτοιο βαθμό είχε επεξεργαστεί και διαμορφώσει τίς βασικές του αντιλήψεις ό Μαρξ ήδη άπ’ το 1847.

Επαναλαμβάνω ότι ό Μαρξ είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τίς βασικές του αντιλήψεις το 1845, με λιγότερο σαφή μορφή. Χρειάστηκαν δυο χρόνια σκληρής δουλιάς για να μπορέσει ό Μαρξ να γράψει την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας. Ερευνώντας τους όρους της δημιουργίας καί της εξέλιξης του προλεταριάτου στην αστική κοινωνία, εμβάθυνε ολοένα καί περισσότερο στους νόμους της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων, στους νόμους με τους οποίους ρυθμίζεται η παραγωγή καί η διανομή των προϊόντων μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Εξέτασε τίς θεωρίες των αστών οικονομολόγων στο φως της διαλεκτικής μεθόδου, απέδειξε, ότι όλες οί θεμελιώδεις κατηγορίες καί τα φαινόμενα της αστικής κοινωνίας — εμπόρευμα, αξία, χρήμα, κεφαλαιο - είναι κάτι το προσωρινό καί χρονικά περιορισμένο. Στήν Αθλιότητα της Φιλοσοφίας αναλαμβάνει την πρώτη προσπάθεια να σημειώσει τις κυρίες φάσεις της εξέλιξης της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Όλα αυτά στην αρχή ήταν μόνο ένα σκιαγράφημα, ήδη όμως γίνεται φανερό, ότι ό Μαρξ βρίσκεται στο σωστό δρόμο, πώς διαθέτει μια άσφαλή μέθοδο, μια πολύ καλή πυξίδα, πού με τη βοήθεια της θα προσανατολιστεί μέσα στο λαβύρινθο της αστικής οικονομίας. Το βιβλίο αυτό δείχνει όμως ακόμα, πώς δε φτάνει να διαθέτει κανείς τη σωστή μέθοδο, πως δε μπορεί κανείς ν’ αρκείται σε γενικά συμπεράσματα, πώς για να διεισδύσει σ όλα τα γρανάζια αυτού του πολύπλοκου μηχανισμού είναι απαραίτητο να μελετήσει προσεχτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα. Ό Μαρξ είχε ακόμα να εκπληρώσει ένα τεράστιο έργο: να μετατρέψει το μεγαλοφυές σκιαγράφημα (πού είναι ουσιαστικά η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, όσο άφορα τα βασικά οικονομικά προβλήματα) σ’ ένα αρμονικό οικοδόμημα. Μέχρι να βρεί τη δυνατότητα αυτή — προς μεγάλη λύπη του βέβαια, γιατί η δυνατότητα αυτή θα γεννιόταν απ’ την αδυναμία του ν’ ασχοληθεί με την άμεσα πρακτική δουλιά — έπρεπε κι αυτός κι ό Ένγκελς να περάσουν την επανάσταση του 1848, την επανάσταση πού την είχαν προβλέψει, πού γι’ αυτήν είχαν προετοιμαστεί καί για την όποια είχαν προετοιμάσει τίς βασικές θέσεις πού περιέχονται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Η γερμανική επανάσταση του 1848 - Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στη Ρηνανία - Η ιδρυση της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου - Γκότσαλκ καί Βίλιχ - Η Εργατική Ενωση της Κολωνίας - Πολιτική καί τακτική της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου

ΠΕΜΠΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Η γερμανική επανάσταση του 1848 - Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στη Ρηνανία - Η ιδρυση της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου - Γκότσαλκ καί Βίλιχ - Η Εργατική Ενωση της Κολωνίας - Πολιτική καί τακτική της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου - Στέφαν Μπόρν -Η στροφή στην τακτική του Μαρξ - Η ήττα της επανάστασης καί οί διαφορές απόψεων στην Ενωση των Κομμουνιστών - Η διάσπαση.

Σύντροφοι, φτάσαμε τώρα στήν επανάσταση του Φλεβάρη. Καταρχή θέλω να σας υπενθυμίσω ένα σημαντικότατο γεγονός. Την τελευταία φορά διαπισπωσαμε ότι το Μανιφέστο του Κομμουνιστικου Κόμματος τυπώθηκε λίγες μέρες πρίν απ’ την έκρηξη της επανάστασης του Φλεβάρη. Η οργάνωση της Ένωσης των Κομμουνιστών συγκροτήθηκε μόλις το Νοέμβρη του 1847 - μια οργάνωση, που περιλάμβανε ξένους συλλόγους, το σύλλογο του Παρισιού, των Βρυξελών καί του Λονδίνου, κι η οποία είχε μόνο περιορισμένη επαφή με μερικές μικρές γερμανικές ομάδες.

Καί μόνο αυτό άρκει για να υποθέσουμε, ότι οί οργανωμένες δυνάμεις με τίς όποιες ειχε να κάνει ό Μαρς - δε μιλώ για ολόκληρη την Ένωση των Κομμουνιστών, αλλά μόνο για το γερμανικό τμήμα - ότι λοιπόν οί οργανωμένες δυνάμεις, στίς οποίες μπορούσε να υπολογίζει κανείς, ήταν πολύ μικρές. Η επανάσταση ξεσπάει κιόλας στίς 24 του Φλεβάρη του 1848 στο Παρίσι. Γρήγορα επεκτείνεται στη Γερμανία. Στίς 3 του Μάρτη στην Κολωνία, την πρωτεύουσα της Ρηνανίας, διαδραματίζεται κάτι σαν λαϊκή εξέγερση. Οί δημοτικοί άρχοντες είναι αναγκασμένοι να στραφούν με μια αναφορά στο βασιλιά της Πρωσίας, για να του επιστήσουν την προσοχή σ’ αυτή τη λαϊκή εξέγερση καί να κάνει μερικές παραχωρήσεις. Επικεφαλής σ’ αυτή την εξέγερση ή, αν το θέλετε, σ’ αυτή την αναταραχή στίς 3 του Μάρτη στην Κολωνία ήταν δυο άτομα - συγκρατείστε τα ονόματα: ό Γκότσαλκ, γιατρός δημοφιλέστατος ανάμεσα στους εργάτες καί τους φτωχούς της Κολωνίας, καί ό πρωην αξιωματικός Βίλιχ. Δέκα μόνο μέρες μετά την 3η του Μάρτη ξεσπάει η επανάσταση στη Βιένη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας. Στίς 18 του Μάρτη επεκτείνεται στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα της Πρωσίας.

Την εποχή εκείνη ό Μαρξ βρίσκεται στίς Βρυξέλες. Η βελγική κυβέρνηση, πού δε θέλει να μοιραστεί την τύχη της ιουλιανής μοναρχίας, στρέφεται κατά των εξόριστων πού ζουν στίς Βρυξέλες, συλλαμβάνει τον Μαρξ καί μετά από μερικές μέρες τον άπελαύνει άπ’ τίς Βρυξέλες. Ό Μαρξ φεύγει για το Παρίσι, όπου τον είχαν μόλις προσκαλέσει.

Ένας άπ’ τους ηγέτες της προσωρινής κυβέρνησης, ό Φλοκόν, συντάκτης της εφημερίδας όπου συνεργαζόταν ό Ένγκελς, στέλνει αμέσως ένα γράμμα στον Μαρξ, στο όποιο εξηγεί, ότι στο ελεύθερο τώρα γαλλικό έδαφος όλα τα διατάγματα της παλιάς κυβέρνησης έχουν καταργηθεί, καί τον προτρέπει να επιστρέψει.

Η περιφερειακή επιτροπή των Βρυξελών, στην όποια η επιτροπή του Λονδίνου είχε μεταβιβάσει τις αρμοδιότητες της μόλις ξέσπασε η επανάσταση, τίς μεταβιβάζει με τη σειρά της στον Μαρξ. Ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες πού συρρέουν στο Παρίσι, γεννιούνται διαμάχες καί οργανώνονται διάφορες ομάδες. Με μια άπ’ αυτές έχει σχέσεις κι ό συμπατριώτης μας ό Μπακούνιν, που μαζί με το γερμανό ποιητή Χέρβεγκ συλλαμβάνει ένα παρανοϊκό σχέδιος θέλουν, με μια ένοπλη οργάνωση, να επιτεθούν στη Γερμανία.

Ό Μαρξ πασχίζει ν’ αποτρέψει τους εργάτες άπ’ αυτό το σχέδιο καί τους προτείνει να πάνε μεμονωμένα στη Γερμανία κι εκεί να συμμετάσχουν στα επαναστατικά γεγονότα. Ό Μπακούνιν κι ό Χέρβεγκ επιμένουν στο παλιό τους σχέδιο. Ο Χέρβεγκ οργανώνει μια επαναστατική λεγεώνα καί μπαίνοντας επικεφαλής, βαδίζει προς τα γερμανικά σύνορα, όπου καί συντρίβεται. Ό Μαρξ καταφέρνει μαζί με άλλους συντρόφους να φτάσει στη Γερμανία, όπου εγκαθίστανται σε διάφορα μέρη - ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στη Ρηνανία.

Τώρα, σύντροφοι, θα ‘πρεπε άπ’ τα πρίν να συγκρατήσουμε το εξής: ό Μαρξ κι ό Ένγκελς ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν τους υπολογισμούς τους μ’ ένα ορισμένο γεγονός - το γερμανικό τμήμα της Ένωσης των Κομμουνιστών δέ διέθετε απολύτως καμιά όργάνωση. Υπήρχαν μόνο μεμονωμένα άτομα πού συμπαθούσαν την Ένωση. Τι μπορούσαν να κάνουν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς καί οί στενότεροι σύντροφοι τους: Σαράντα περίπου χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ό Ένγκελς προσπάθησε να εξηγήσει σε νεαρούς συντρόφους την τακτική πού είχαν ακολουθήσει αυτός κι ό Μαρξ το 1848 στη Γερμανία. Τους ρωτούσαν γιατί δεν πήγαν στο Βερολίνο, παρά κάθησαν στη Ρηνανία, στην Κολωνία. Απαντούν: Διαλέξαμε τη Ρηνανία γιατί ήταν η πιο αναπτυγμένη βιομηχανικά, τη διαλέξαμε γιατί εκεί ίσχυε η ναπολεόντεια νομοθεσία, κληρονομιά της γαλλικής επανάστασης, κι επειδή εκεί μπορούσαμε να υπολογίζουμε σε μια μεγάλη ελευθερία κινήσεων, σε μια μεγάλη ελευθερία δράσης καί προπαγάνδας.

Έξαλλου στη Ρηνανία υπήρχε σημαντικότερο προλεταριάτο. Μόλο πού η ίδια η Κολωνία δεν ανήκε στίς πιο εξελιγμένες περιοχές της Ρηνανίας, όσο αφορά τη βιομηχανική της ανάπτυξη, ήταν η πρωτεύουσα, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένες όλες οί αρχές, η πόλη πού σ’ όλες τις άλλες σχέσεις ήταν το κέντρο ολόκληρης της επαρχίας. Ως προς τον πληθυσμό, η Κολωνία ήταν μια άπ’ τίς μεγαλύτερες πόλεις της Ρηνανίας, αν καί θα εκπλαγείτε ν’ ακούσετε, πώς η Κολωνία είχε μόνο 80.000 κατοίκους. Το προλεταριάτο αποτελούσε ένα σημαντικότατο τμήμα του πληθυσμού, μόλο πού μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό εργαζόταν στη μεγάλη βιομηχανία. Τα μεγαλύτερα εργοστάσια ήταν διυλιστήρια ζάχαρης. Η Κολωνία εξάλλου φημιζόταν για μια παραγωγή πού ανήκει στη χημική βιομηχανία: την κατασκευή της κολώνιας. Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν μηχανική μεγαλοβιομηχανία. Σχετικά με την ανάπτυξη της υφαντουργίας έμενε σημαντικά πίσω άπ’ το Έλμπερφελντ καί το Μπάρμεν. Όπωσδήποτε ό Μάρξ κι ό Ένγκελς είχαν ένα σημαντικό λόγο, όταν διάλεξαν σαν τόπο παραμονής τους την Κολωνία. Ηθελαν να επιδράσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, ήθελαν να ιδρύσουν ένα μεγάλο όργανο, πού θα ‘ταν ένα βήμα για ολόκληρη τη χώρα, και για κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη τους, η Κολωνία ήταν ο πιο κατάλληλος τόπος. Πράγματι, στη Ρηνανία εκδόθηκε το 1842 το πρώτο μεγάλο πολιτικό όργανο της γερμανικής αστικής τάξης. Ηδη είχαν αρχίσει οί προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση ενός τέτοιου οργάνου, κι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς πέτυχαν να πάρουν στα χέρια τους τη νεόκοπη εφημερίδα.

Η εφημερίδα αυτή όμως ήταν όργανο της δημοκρατίας. Ό Ένγκελς προσπαθεί να εξηγήσει γιατί διάλεξαν την ονομασία «Οργανο της Δημοκρατίας». Επισημαίνει το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμιά προλεταριακή Οργάνωση, καί πως άπ’ την αρχή δεν απέμεναν παρά μόνο δυο δρόμοι: Η άμέσως, άπ’ την πρώτη μέρα, ν’ αρχίσουν με την οργάνωση ενός κομμουνιστικού κόμματος, η να χρησιμοποιήσουν τις ήδη υπάρχουσες δημοκρατικές οργανώσεις, να τίς ενώσουν, να πραγματοποιήσουν μέσα σ’ αυτές τίς ίδιες με την κριτική καί την προπαγάνδα την αναπόφευκτη αναδιοργάνωση, καί να προσελκύσουν σ’ αυτήν τη γενική δημοκρατική όργάνωση καί τους διάφορους εργατικούς σύλλογους, πού δεν έχουν μπει σέ μια δημοκρατική οργάνωση. Ό δεύτερος δρόμος πού διάλεξαν ό Μαρξ καί ό Ένγκελς, σήμαινε μια άρνηση για το χτίσιμο ειδικά προλεταριακών οργανώσεων στη Ρηνανία καί την είσοδο στη Δημοκρατική Ένωση πού υπήρχε στην Κολωνία. Αυτό έφερε τον Μαρξ καί τον Ένγκελς άπ’ την αρχή σε μια κάπως άμφίβολη κατάσταση απέναντι στην Εργατική Ένωση της Κολωνίας, πού είχε ιδρυθεί αμέσως μετά τις 3 του Μάρτη άπ’ τον Γκότσαλκ καί τον Βίλιχ.

Ο Γκότσαλκ ήταν, οπως σας έχω πει, γιατρός καί πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους φτωχούς της Κολωνίας. Οσο άφορα την κοσμοθεώρησή του δεν ήταν κομμουνιστής. Στή διαμάχη πριν απ’ την ίδρυση της ένωσης πλησίαζε μάλλον τον Βάιτλινγκ καί τους οπαδούς του. Ηταν ένας καλός επαναστάτης, υπέκυπτε όμως εύκολα στα διάφορα ρεύματα. Από προσωπική άποψη ήταν ένας άμεμπτος άνθρωπος, πού δεν είχε όμως κανένα απολύτως σταθερό πρόγραμμα, αν καί αντιμετώπιζε γενικά πολύ κριτικά τη δημοκρατία, έτσι πού στην πρώτη του εμφάνιση στο δημαρχείο δήλωσε: «Δεν παρουσιάζομαι στ’ όνομα του λαού, γιατί σ’ αυτό το λαό ανήκουν κι όλα αυτά τα υπηρεσιακά πρόσωπα – όχι, απευθύνομαι σε σας μόνο, στ’ όνομα του εργατικού πληθυσμού».

Ηταν υπέρ των επαναστατικών μέτρων, ταυτόχρονα όμως, αφού ήταν δημοκράτης, ζητούσε για τη Γερμανία μια ομοσπονδία των γερμανικών δημοκρατιών. Αυτό ήταν, όπως θα δείτε, μια άπ’ τίς πιο σημαντικές διαφωνίες του με τον Μαρξ. Ό σύλλογος πού είχε ιδρύσει στην Κολωνία, η «Εργατική Ένωση Κολωνίας», πολύ σύντομα συσπείρωσε σχεδόν όλα τα προλεταριακά στοιχεία κι όλους τους εργάτες της πόλης. Αριθμούσε περί τα 7.000 μέλη, καί για μια πόλη μ’ ένα πληθυσμό 80.000 κατοίκων ό αριθμός αυτός ήταν τεράστιος.

Η Εργατική Ένωση, πού είχε επικεφαλής τον Γκότσαλκ. σύντομα ήρθε σε σύγκρουση με την οργάνωση, στην οποία είχαν προσχωρήσει ό Μαρξ κι ό Ένγκελς. Πρέπει να σημειώσω ότι σ’ αυτή την τεράστια εργατική οργάνωση υπήρχαν καί στοιχεία πού δε συμμερίζονταν την τοποθέτηση του Γκότσαλκ. Θα σας θυμίσω τ’ όνομα του Μόλ, του ίδιου Μόλ, πού είχε σταλεί απ’ την Κομμουνιστική Επιτροπή του Λονδίνου, στην επιτροπή των Βρυξελών για να συζητήσει για την οργάνωση του συνεδρίου. Ό Μόλ, ένα άπ’ τα πιο σημαντικά μέλη της Ενωσης των Εργατών, συνδεόταν φυσικά στενά με τον Μαρξ καί τον Ένγκελς. Ό Σάπερ πού, όπως θα θυμόσαστε, συμμετείχε απ’ το 1810 στην ιστορία του εργατικού καί του κομμουνιστικού κινήματος, ήταν επίσης μέλος της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας. Μ’ αυτό τον τρόπο πολύ γρήγορα οργανώθηκαν μέσα στην ίδια την Εργατική Ενωση της Κολωνίας δύο παρατάξεις. Ομως πλάι στην Εργατική Ενωση της Κολωνίας υπήρχε ακόμα ένας δημοκρατικός σύλλογος, στον οποίο ανήκαν ό Μαρξ, ό Ένγκελς κι άλλοι. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα του σχεδίου, για το οποίο μίλησε πολλά χρονιά αργότερα ό Ένγκελς σ’ ένα άρθρο του στη Νέα Έφημερίδα τον Ρήνου. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς έλπιζαν, ότι σ’ αυτό το κεντρικό όργανο, πού άρχισε να εκδίδεται στην Κολωνία την 1η του Ιούνη 1848, θα δημιουργούσαν τον πυρήνα, πού γύρω του θα συγκεντρώνονταν, μέσα στη διαδικασία του επαναστατικού άγωνα, όλες οί μελλοντικές κομμουνιστικές οργανώσεις. Δεν πρέπει να πιστέψει κανείς, ότι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς μπήκαν σαν δημοκράτες σ’ αυτό το όργανο της δημοκρατίας. Οχι, μπήκαν σαν κομμουνιστές, καί θωρούνταν σαν η πιο ακραία πτέρυγα ολόκληρης της δημοκρατίας. 11

Ούτε στιγμή δεν έπαψαν να κριτικάρουν με τον πιο οξύ τρόπο, όχι μόνο τα λάθη του γερμανικού φιλελεύθερου κόμματος, αλλά προπάντων, τα λάθη της δημοκρατίας. Καί το ‘καναν αυτό με τόση πίστη, πού άμεσως από τους πρώτους μήνες έχασαν όλους τους μετόχους. Στό πρώτο κιόλας άρθρο του στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, ό Μαρξ ασκεί αδυσώπητη κριτική στη δημοκρατία. Όταν ήρθε η είδηση για την ήττα πού γνωρισε το προλεταριάτο του Παρισιού τον Ιούνη, όταν ό Καβαινιάκ12, με την υποστήριξη όλων των αστικών κομμάτων, χτύπησε το προλεταριάτο του Παρισιού, προκαλώντας μια σφαγή στην οποία σκοτωθηκαν μερικές χιλιάδες παρισινοί προλετάριοι, η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου -όργανο της δημοκρατίας - δημοσίεψε ένα ίσαμε σήμερα ανυπέρβλητο σε δύναμη καί πάθος άρθρο, με το οποίο ό Μαρξ μαστιγώνει τους αστούς δήμιους καί τους δημοκράτες ακόλουθους τους.

θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή άπ’ το άρθρο αυτό:

Οί εργάτες του Παρισιού συντρίφτηκαν άπ’ την υπεροπλία, δεν ύπέκυψαν σ’ αυτήν. Τσακίστηκαν, μα οί αντίπαλοι τους ηττήθηκαν. Ό προσωρινός θρίαμβος της ωμής βίας ξεπληρώθηκε με τη διάλυση κάθε αυταπάτης καί φαντασίωσης της επανάστασης του Φλεβάρη, ξεπληρώθηκε με την αποσύνθεση ολόκληρου του παλιού-δημοκρατικού κόμματος, με τη διάσπαση του γαλλικού έθνους σε δυο έθνη, το έθνος των ιδιοκτητών καί το έθνος των εργατών. Η τρίχρωμη δημοκρατία έχει πια μόνο ενα χρώμα, το χρώμα των νικημένων, το χρώμα του αίματος. Εγινε κόκκινη δημοκρατία.(...) Η επανασταση του Φλεβάρη ήταν η ωραία επανάσταση, η επανάσταση της γενικής συμπάθειας, γιατί οί αντιθέσεις που ξέσπασαν μέσα της ενάντια στη βασιλεία, δεν είχαν άναπτυχθει καί βρίσκονταν σε μια λανθάνουσα κατάσταση, επειδή ό κοινωνικός αγώνας πού βρίσκεται από πίσω τους είχε πάρει μόνο τη μορφή της φράσης καί του λόγου. Η επανάσταση του Ιούνη είναι η αποτρόπαιη επανάσταση, η απεχθής επανάσταση, γιατί η φράση αντικαταστάθηκε άπ’ την πράξη, γιατί η δημοκρατία αποκάλυψε το κεφάλι του τέρατος, βγάζοντας το στέμμα πού το έκρυβε.

(...) Η βαθιά άβυσσος πού ανοίχτηκε μπροστά μας, μπορεί να εξαπατήσει εμάς τους δημοκράτες, μπορεί να μας κάνει να φανταστούμε, ότι οί αγώνες για τη μορφή του κράτους είναι άσκοποι, απατηλοί καί μάταιοι: Μόνο αδύναμα, δειλά πνεύματα μπορούν να θέτουν αυτό το πρόβλημα. Στίς συγκρούσεις πού προκαλούνται άπ’ τους όρους της ίδιας της αστικής κοινωνίας, πρέπει να θριαμβεύσουμε, δε μπορούν να εξαφανιστούν με χιμαιρικά ονειροπολήματα. Η καλύτερη μορφή κράτους είναι εκείνη στην όποια οί κοινωνικές αντιθέσεις δεν εξαλείφονται, δεν καταστέλλονται με τη βία, άρα μόνο τεχνητά καί μόνο φαινομενικά. Η καλύτερη μορφή κράτους είναι εκείνη στην όποια οί αντιθέσεις αυτές παλεύουν ελεύθερα καί επιλύονται. Θα μας ρωτήσουν, αν θα κλάψουμε, αν θα αναστενάξουμε, αν θα μιλήσουμε για τα θύματα της λαϊκής οργής, για την έθνοφρουρά, για την κινητή φουρά, για τη δημοκρατική φρουρά, για τον τακτικό στρατό: Η πολιτεία θα φροντίσει τις χήρες καί τα ορφανά τους. Διατάγματα θα τους εξυμνήσουν, οί κηδείες τους θα γίνουν με μεγαλοπρεπείς τελετές, ό επίσημος Τύπος θα τους ανακηρύξει αθάνατους, η ευρωπαϊκή αντίδραση θα τους δοξάσει άπ’ Ανατολή σε Δύση.

Ομως οί πληβείοι, ρημαγμένοι άπ’ την πείνα, καταφρονημένοι άπ’ τον Τύπο, εγκαταλειμμένοι απ’ τους γιατρούς, βρισμένοι άπ’ τους αξιοπρεπείς σαν ληστές, εμπρηστές καί κατάδικοι, οί γυναίκες και τα παιδιά τους ριγμένα σε μια ακόμα πιο φοβερή αθλιότητα, με τους άριστους άπ’ τους ζωντανούς εξόριστους μακριά - προνόμιο καί δικαίωμα τον δημοκρατικού Τύπου είναι να πλέξει σ’ αυτούς το δάφνινο στεφάνι γύρω άπ’ το απειλητικά σκοτεινό τους μέτωπο. 13

Το άρθρο αυτό γράφτηκε στις 28 Ιούνη του 1848. Ενα τέτοιο άρθρο μόνο ένας κομμουνιστής μπορούσε να το γράψει, κι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς δε μπορούσαν να ξεγελάσουν κανένα με την τακτική τους. Η εφημερίδα τους έχασε κάθε χρηματική ενίσχυση άπ’ τη δημοκρατική αστική τάξη. Έγινε τότε πραγματικά όργανο των εργατών της Κολωνίας, των γερμανών εργατών.

Την ίδια εποχή, άλλα μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών, πού ήταν διασπαρμένα σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, συνέχιζαν το έργο τους. Ενας άπ’ αυτούς τους κομμουνιστές πρέπει ν’ αναφερθεί ονομαστικά - είναι ό Στέφαν Μπόρν, στοιχειοθέτης στο επάγγελμα. Ό Ένγκελς γράφει γι’ αυτόν μια δυσμενή κρίση, στον πρόλογο μιας μπροσούρας του Μαρξ. Ό Στέφαν Μπόρν είχε προτιμήσει μιαν άλλη τακτική. Μόλις έφτασε στην Πρωσία, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, πού ήταν εργατικό κέντρο, καί βάλθηκε να δημιουργήσει μια μεγάλη εργατική οργάνωση. Με τη βοήθεια μερικών συντρόφων ίδρυσε το μικρό όργανο «Εργατική Άδερφότητα» καί άσκησε συστηματική προπαγάνδα ανάμεσα στους εργάτες των διάφορων επαγγελματικών κλάδων. Δεν αρκέστηκε, όπως ό Γκότσαλκ κι ό Βίλιχ στην Κολωνία, σε μια καθαρά πολιτική εργατική ένωση. Ό Μπόρν ανέλαβε να οργανώσει συνδικάτα καί διάφορες ενώσεις, πού θα ‘χαν σκοπό τους να προασπίζουν τα οικονομικά συμφέροντα των εργατών. Δούλεψε τόσο έντονα, ώστε πολύ σύντομα μπόρεσε να επεκτείνει την οργάνωση αυτή σε μια σειρά από γειτονικές πόλεις καί σε άλλα τμήματα της Γερμανίας. Όμως η οργάνωση είχε ένα μειονέκτημα: Ήταν, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική μας έκφραση, μια καθαρά εργατική όργάνωση καί ασχολούνταν αποκλειστικά με τα καθαρά οικονομικά καθήκοντα της εργατικής τάξης. Ετσι στην ίδια περίοδο που μερικά μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών όπως ό Μπόρν - ένας πολύ προικισμένος άνθρωπος -δημιουργούσαν αυτές τίς καθαρά εργατικές οργανώσεις, άλλα μέλη στα νότια της Γερμανίας επιδίωκαν, με επικεφαλής τον Μαρξ, να στρέψουν όλες τίς δυνάμεις στην αναμόρφωση του δημοκρατικού κόμματος, ώστε άπ’ την εργατική τάξη να φτιάξουν τον πυρήνα ενός ριζοσπαστικού δημοκρατικού κόμματος. Μ’ αυτό το πνεύμα εκτελούσε ό Μαρξ καί κάθε άλλη δουλιά. Η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου ασχολούνταν κι έπαιρνε θέση για όλα τα σημαντικά προβλήματα. Πρέπει να πούμε, πώς μέχρι σήμερα η εφημερίδα αυτή αποτελεί ανυπέρβλητο πρότυπο επαναστατικής δημοσιογραφίας. Καμιά εύρωπαίκή ή ρωσικη εφημερίδα δεν έφτασε ποτέ το επίπεδο της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου. Τα άρθρα δεν έχασαν τίποτα άπ’ τη φρεσκάδα καί το επαναστατικό τους πάθος, δεν έχασαν τίποτα απ’ την οξύτητα της άνάλυσης ολων των επίκαιρων γεγονότων, μολονότι τώρα μας χωρίζουν άπ’ αυτά σχεδόν 80 χρόνια. Μπορείτε καί σήμερα ακόμα να διαβάσετε τα άρθρα αυτής της εφημερίδας, καί θα ‘χετε μπροστά σας μια ιστορία της γερμανικής επανάστασης, μια ιστορία της γαλλικής επανάστασης, λες κι η γερμανική ή γαλλική επανάσταση γράφουν τη δική τους ιστορία, λες καί μιλούν για τον εαυτό τους — τόσο ζωντανά καί βαθιά πραγματεύεται η εφημερίδα, ιδιαίτερα στα άρθρα του Μαρξ, ολα τα επίκαιρα γεγονότα.

Η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου χάραξε τότε την παρακάτω τακτική, στηριγμένη πάλι στην πείρα της γαλλικής επανάστασης: Ό πόλεμος με τη Ρωσία είναι η μοναδική σωτηρία για τη δυτικοευρωπαϊκή επανάσταση, πού με την ήττα του παρισινού προλεταριάτου είχε υποστεί το πρώτο βαρύ χτύπημα. Η ιστορία της γαλλικής επανάστασης μας δείχνει, ότι ακριβώς η επιδρομή του συνασπισμού στη Γαλλία, έδωσε την ώθηση για ένα καινούργιο δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος. Τα μετριοπαθή κόμματα παραμερίστηκαν. Επικεφαλής του κινήματος βρίσκονταν τα κόμματα πού μπορούσαν ν’ άπωθήσουν ενεργά αυτή την εξωτερική επίθεση. Το αποτέλεσμα της εισβολής του συνασπισμού στή Γαλλία ήταν η ανακήρυξη της δημοκρατίας στις 10 Αυγούστου του 1792. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς περίμεναν πώς ό πόλεμος της αντίδρασης κατά της νέας επανάστασης θα είχε τα ιδια επακόλουθα. Γιαυτό η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου άσκησε αδυσώπητη κριτική κατά της Ρωσίας. Η Ρωσία στιγματιζόταν συνέχεια σαν η δύναμη πού βρισκόταν πίσω απ’ την αυστριακή καί τη γερμανική αντίδραση. Σέ κάθε άρθρο αποδείχνεται, ότι ό πόλεμος κατά της Ρωσίας είναι το μοναδικό μέσο για να σωθεί η επανάσταση. Η επιδίωξη είναι, μ’ αυτό τον πόλεμο, να προετοιμαστεί η δημοκρατία σαν η μοναδική διέξοδος. Επαναλάμβανω: κι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς επέμεναν, πώς ό πόλεμος με τη Ρωσία θα ‘δίνε την τελευταία ώθηση για ν’ αφυπνιστούν όλες οι επαναστατικές τάσεις μέσα στο γερμανικό λαό. Μ’ αύτή την έννοια στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου ό Μαρξ κι ό Ένγκελς υπερασπίζονται κάθε επαναστατικό κίνημα, πού στρεφόταν τότε ενάντια στην κρατούσα τάξη πραγμάτων. Είναι οί πιο παθιασμένοι υποστηριχτές της ουγγρικής επανάστασης, οί πιο παθιασμένοι υποστηριχτές της Πολωνίας, πού λίγο πριν είχε επιχειρήσει μια νέα προσπάθεια εξέγερσης. Απαιτούν τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Πολωνίας, απαιτούν απ’ τη Γερμανία καί την Αυστρία να επιστρέψουν στην Πολωνία όλες τους τις πολωνικές επαρχίες, κι από τη Ρωσία να επιστρέψει όλα τα εδάφη πού της απέσπασε. Με το ίδιο πνεύμα ζητούν καί την ένωση της Γερμανίας σε μια ενιαία δημοκρατία, ζητούν να επιστραφούν στη Γερμανία μερικές γερμανικές περιοχές της Δανίας — έκτος από κείνες πού κατοικούνταν από δανούς. Με μια λέξη, παντού μένουν πιστοί στη βασική αρχή του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος καί υποστηρίζουν κάθε επαναστατικό κίνημα πού στρέφεται ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.

Δε μπορεί ωστόσο να αποκρύβει, ότι σ’ αυτά τα λαμπρά άρθρα κυριαρχεί το πολιτικό μέρος. Πρόκειται πάντα για μια κριτική των πολιτικών πράξεων της αστικής τάξης και της γραφειοκρατίας. Αν κοιτάξετε πιο προσεχτικά τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, θα δείτε ότι, συγκριτικά, ιδιαίτερα το 1848, ασχολείται πολύ λίγο με το εργατικό πρόβλημα. Άπ’ αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την εφημερίδα του Μαρξ με την εφημερίδα του Στέφαν Μπόρν. Αν πάρετε την εφημερίδα του Μπόρν, νομίζετε πώς έχετε στα χέρια σας μια συνδικαλιστική-συνεργατική εφημερίδα. Η πιο μεγάλη προσοχή δίνεται στο εργατικό πρόβλημα. Στή Νέα Εφημερίδα του Ρήνου τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τέτοια προβλήματα σχεδόν ούτε καν τα θίγει. Ασκεί σφοδρή κριτική στη Διακήρυξη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Γερμανικού Λαού. Επικρίνει σκληρά ολόκληρη τη νομοθεσία, πού θεσπίζεται στο πνεύμα του γερμανικού εθνικιστικού φιλελευθερισμού. Αναλαμβάνει αποφασιστικά την προάσπιση των αγροτών. Αρθρα, όμως, αφιερωμένα στίς διεκδικήσεις της εργατικής τάξης είναι πολύ σπάνια. Μέχρι το τέλος περίπου του 1848, μάταια θ’ αναζητήσετε τέτοιες διεκδικήσεις καί την τεκμηρίωση αυτών των διεκδικήσεων στη Νέα Εφημερίδα τον Ρήνου, τόσο πολύ αφοσιωμένη ήταν αυτή η εφημερίδα - σχεδόν αποκλειστικά -στο κύριο πολιτικό της έργο, δηλαδή την αποδέσμευση των πολιτικών παθών, την προπαγάνδα, με στόχο τη δημιουργία δημοκρατικών έπαναστατικών δυνάμεων, πού μ’ ένα χτύπημα θ’ απελευθέρωναν τη Γερμανία απ’ όλα τα κατάλοιπα της παλιάς φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων.

Όμως ήδη γύρω στα τέλη του 1848, η κατάσταση είχε αλλάξει. Η αντίδραση, πού έκανε την έμφάνισή της μετά την ήττα του γαλλικού προλεταριάτου τον Ιούνη, σήκωσε το κεφάλι της τον Όκτώβρη του 1848. Το σύνθημα ήταν η ήττα του προλεταριάτου της Βιένης. Η τσαρική Ρωσία είχε βοηθήσει με κάθε τρόπο. Η ήττα στη Βιένη συνετέλεσε στην ήττα στο Βερολίνο. Η πρωσική κυβέρνηση πήρε πάλι θάρρος: το Δεκέμβρη του 1848 διαλύει την πρωσική Εθνοσυνέλευση καί της επιβάλλει ένα σύνταγμα πού το είχε επεξεργαστεί η ίδια. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η πρωσική αστική τάξη, αντί ν’ αντιτάξει λυσσώδη αντίσταση, προσπαθεί να πετύχει ένα συμβιβασμό ανάμεσα στο λαό καί στη βασιλική κυβέρνηση.

Ο Μαρξ επέμενε, ότι μετά την ήττα πού είχε υποστεί η πρωσική βασιλική εξουσία το Μάρτη του 1848, δε μπορούσε να γίνει λόγος για όποιου είδους συμβιβασμό μ’ αυτό το στέμμα. Ό λαός ό ιδιος ώφειλε να δώσει στον εαυτό του ένα σύνταγμα, χωρίς να λάβει υπόψη του τη βασιλεία, καί να ανακηρύξει τη Γερμανία σε ενιαία καί αδιαίρετη δημοκρατία. Η Εθνοσυνέλευση όμως, στην οποία κυριαρχούσε η φιλελεύθερη καί δημοκρατική αστική τάξη, φοβόταν την οριστική ρήξη με τη μοναρχία καί κράτησε μια διαλλακτική στάση, μέχρι πού διαλύθηκε.

Ό Μαρξ κατάλαβε, ότι δεν είχε να ελπίζει ούτε το ελάχιστο άπ’ τη ριζοσπαστική μερίδα της γερμανικής αστικής τάξης. ακόμα κι η δημοκρατική πτέρυγα της αστικής τάξης, απ’ την οποία θα περίμενε κανείς, ότι θα δημιουργούσε ελεύθερες πολιτικές συνθήκες για την ανάπτυξη της εργατικής τάξης, αποδείχτηκε ανίκανη να εκπληρώσει το έργο αυτό. Να πώς χαρακτηρίζει ό Μαρξ αύτη την αστική τάξη το Δεκέμβρη του 1848, βασισμένος στη θλιβερή πείρα των δυο εθνοσυνελεύσεων — της πρώτης στο Βερολίνο, της δεύτερης στη Φραγκφούρτη:

Ενώ το 1648 καί το 1789 οί πολίτες είχαν την αίσθηση πώς βρίσκονται στην κορφή του κινήματος, η φιλοδοξία των βερολινέζων το 1848 ήταν να φτιάξουν έναν αναχρονισμό. Το φως τους έμοιαζε με το φως των αστεριών πού φτάνει σε μας, τους κατοίκους της γης, 100.000 χρόνια μετά το σβήσιμο του ουράνιου σώματος πού το ‘χει εκπέμψει. Η πρωσική επανάσταση του Μάρτη ήταν σε μικρογραφία, όπως κι όλα της, ένα τέτοιο άστρο για την Ευρώπη. Το φως της ήταν το φως ενός προ πολλού αποσυντεθειμένου κοινωνικού πτώματος.

Η γερμανική αστική τάξη είχε αναπτυχθεί τόσο πλαδαρά, δειλά κι αργά, ώστε τη στιγμή πού όρθωνοταν απειλητικά ενάντια στο φεουδαρχισμό καί τον απολυταρχισμό, στράφηκε απειλητικά στο προλεταριάτο καί ενάντια σ’ όλες τις παρατάξεις του αστικού πληθυσμού, πού τα συμφέροντα καί οί ιδέες τους συγγένευαν μ’ αυτά του προλεταριάτου. Καί δεν έβλεπε εχθρικά μόνο μια τάξη πίσω της, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη μπροστά της. Η πρωσική άστική τάξη δεν ήταν, οπως η γαλλική του 1780, η τάξη πού έκπροσωπούσε ολόκληρη τη σύγχρονη κοινωνία απέναντι στους έκπροσωπους της παλιάς κοινωνίας, το παλάτι καί τους ευγενείς. Είχε υποβιβαστεί σ’ ένα είδος κοινωνικού στρώματος, εχθρικού τόσο απέναντι στό στέμμα όσο κι απέναντι στο λαό, αντίθετου καί με τα δυο, αναποφάσιστου απέναντι στο καθένα ξεχωριστά, γιατί τα έβλεπε πάντα καί τα δυο μπροστά του ή πίσω του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ήταν έτοιμη να προδωσει το λαό καί να κάνει κάποιο συμβιβασμό με τον εστεμμένο εκπρόσωπο της παλιάς κοινωνίας, γιατί κι η ίδια σ’ αυτή την παλιά κοινωνία άνηκε. δεν αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της νέας κοινωνίας ένάντια στην παλιά, αλλά συμφέροντα ανανεωμένα στους κόλπους μιας γερασμένης κοινωνίας. κι αν κρατούσε το πηδάλιο της επανάστασης, ήταν επειδή ό λαός την έσπρωχνε μπρος του κι όχι γιατί την ακολουθούσε- δε μπήκε έπικεφαλής σαν αντιπρόσωπος της πρωτοβουλίας μιας νέας κοινωνικής εποχής. ήταν ένα κοινωνικό στρώμα του παλιου κράτους, πού δεν είχε ανοίξει μόνο του δρόμο, μα είχε προωθηθεί στην επιφάνεια του νέου κράτους άπο τη δύναμη του κατακλυσμού. χωρίς αυτοπεποίθηση, χωρίς εμπιστοσύνη στο λαό, μεμψιμοιρώντας κατά των μεγάλων, τρέμοντας μπροστά στους μικρούς, εγωίστρια, επαναστατική σε σχέση με τους συντηρητικούς καί συντηρητική σε σχέση με τους επαναστάτες, χωρίς πίστη στα συνθήματα της, με κούφια λόγια αντί για ιδέες, τρομαγμένη απ’ την παγκόσμια αναστάτωση, καί προσπαθώντας να επωφεληθεί άπ’ αυτήν, αδρανής καί κίβδηλη από κάθε άποψη, πρωτότυπη μόνο στη χαμέρπεια, δίχως αυτοπεποίθηση, δίχως εμπιστοσύνη στο λαό, χωρίς παγκόσμια ιστορική αποστολή, γριά ξεκουτιάρα. καταραμένη άπ’ όλους, βλέποντας τον εαυτό της καταδικασμένο, στα γεράματα, να κατευθύνει καί να παραμερίζει τις νεανικές τάσεις ενός λάου ισχυρού, γριά στραβή, κουφή καί ξεδοντιάρα, αυτή ήταν η πρωσική αστική τάξη, όταν βρέθηκε στο πηδάλιο του κράτους, μετά την επανάσταση του Μάρτη. 14

Ό χαρακτηρισμός ταιριάζει θαυμάσια στην αστική τάξη του 1848, καί μπορεί να εφαρμοστεί απόλυτα στη ρωσική αστική τάξη.

Ό Μαρξ απέκτησε προσωπική πείρα όλων αυτών των πραγμάτων. Οί ελπίδες πού παρουσιάζει στο Μανιφέστο για μια προοδευτική αστική τάξη — παρά το γεγονός ότι είχε θέσει ήδη μια σειρά από προϋποθέσεις για συνεργασία μαζί της - δεν εκπληρώθηκαν. Ετσι ό Μαρξ - καί μαζί μ’ αυτόν κι ό Ένγκελς - άπ’ το φθινόπωρο του 1848 αλλάζει τακτική. Πάλι στην Κολωνία καί άπ’ τις στήλες πάλι της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, ό Μαρξ, χωρίς να πάψει να υποστηρίζει την αστική δημοκρατία καί χωρίς να διακόψει τους δέσμους του με το δημοκρατικό κόμμα, μεταθέτει το κέντρο βάρους της δουλιάς του στον προλεταριακό χώρο. Μαζί με τον Μόλ καί τον Σάπερ εντείνουν τη δουλιά τους μέσα στην Εργατική Ένωση της Κολωνίας, πού είχε επίσης τον αντιπρόσωπο της στην «Περιφερειακή Επιτροπή των Δημοκρατικών Ένωσεων». Μετά τη σύλληψη του Γκότσαλκ, ό Μόλ εκλέχτηκε εκπρόσωπος της Εργατικής Ένωσης, πράγμα που αποδεικνύει το δυνάμωμα των κομμουνιστών. Η ομοσπονδιακή τάση, πού προωθούνταν απ’ τον Γκότσαλκ, γίνεται βαθμιαία μειοψηφία. Οταν ό Μόλ υποχρεώθηκε να εξαφανιστεί προσωρινά άπ’ την Κολωνία, στη θέση του εκλέχτηκε ό Μαρξ, παρά τις επανειλημμένες αρνήσεις του να δεχτεί την εκλογή. Το Φλεβάρη, πού γίνονταν οί εκλογές για το νέο κοινοβούλιο, εκδηλώθηκαν πολλές διχογνωμίες. Ό Μαρξ κι η ομάδα του επέμεναν ότι οί εργάτες, εκεί πού δε μπορούσαν να εκλέξουν τους δικούς τους ύποψήφιούς, έπρεπε να εκλέξουν δημοκράτες. Η μειοψηφία υποστήριζε το αντίθετο.

Μέσα στο Μάρτη καί τον Απρίλη όμως, οί διαφορές ανάμεσα στους εργάτες καί τους δημοκράτες, που ήταν συνασπισμένοι στην «Περιφερειακή Επιτροπή των Δημοκρατικών Ενώσεων», οξύνθηκαν τόσο πολύ, πού η διάσπαση έγινε αναπόφευκτη. Ό Μαρξ κι οί σύντροφοι του αποχωρήσαν άπ’ την επιτροπή. Η Εργατική Ένωση ανακάλεσε τον αντιπρόσωπο της καί επιδίωξε να έρθει σ’ επαφή με τις εργατικές ένωσεις πού είχαν οργανωθεί άπ’ τον Στέφαν Μπόρν στην Ανατολική Γερμανία. Η ίδια η Εργατική Ενωση αναδιοργανώθηκε καί μετατράπηκε σε κεντρική λέσχη, με καινούργια περιφερειακά τμήματα καί εργατικές λέσχες. Στά τέλη του Απρίλη ό Μαρξ κι ό Σάπερ δημοσίευσαν μια πρόσκληση, στην οποία καλούσαν όλες τίς εργατικές ενώσεις της Ρηνανίας καί της Βεστφαλίας σ’ ένα περιφερειακό συνέδριο, καί τίς προτρέπανε να οργανωθούν καί να εκλέξουν αντιπροσώπους για ένα γενικό εργατικό συνέδριο πού θα πραγματοποιούνταν τον Ιούνη στη Λειψία.

Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή, πού ό Μαρξ κι οί σύντροφοι του προχωρούσαν στην άμεση όργάνωση του κόμματος της εργατικής τάξης, η επανάσταση δέχτηκε ένα νέο πλήγμα. Η πρωσική κυβέρνηση, πού είχε διαλύσει την πρωσική Εθνοσυνέλευση, αποφασίζει τώρα να βάλει ένα τέλος καί στην Παγγερμανική Εθνοσυνέλευση: Στή Νότια Γερμανία αρχίζει η λεγόμενη εκστρατεία για τη συγκρότηση του Ράιχ.

Πρέπει να επισημάνω ακόμα μια μικρή ιδιομορφία, πού συνήθως την ξεχνούν οί βιογράφοι του Μαρξ. Στήν Κολωνία ό Μαρξ ήταν υποχρεωμένος, εξαιτίας της θέσης του, να συμπεριφέρεται με μεγάλη προσοχή. Με μια απλή κυβερνητική διαταγή μπορούσε ν’ απελαθεί άπ’ την Κολωνία. Όντας εκτεθειμένος στίς συνεχείς διωξεις της πρωσικής κυβέρνησης, έχοντας απελαθεί άπ’ το Παρίσι μετά από πιέσεις αυτής της ίδιας, καί φοβούμενος μετά την απέλαση του απ’ το Βέλγιο, είχε αποφασίσει την εποχή εκείνη να εγκαταλείψει την πρωσική υπηκοότητα. Ό Μαρξ δεν απέκτησε καμιά άλλη υπηκοότητα. Οταν επέστρεψε στην Κολωνία, η τοπική αρχή τον άναγνωρισε σαν πολίτη της Ρηνανίας, χρειαζόταν όμως η επικύρωση της πρωσικής κρατικής εξουσίας στο Βερολίνο. Η τελευταία αποφάνθηκε ότι ό Μαρξ είχε χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα. Γιαυτό ό Μαρξ, πού πάσχιζε την εποχή εκείνη ν’ αποκτήσει και πάλι τα δικακωματά του σαν πρώσος πολίτης, ήταν υποχρεωμενος στο δεύτερο εξάμηνο του 1848 ν’ αποφεύγει κάθε δημόσια εμφάνιση. Όταν η επανάσταση δυνάμωνε, όταν οι συνθήκες καλυτέρευαν, εμφανιζόταν καί δημόσια, αλλά μόλις κέρδιζε έδαφος η αντίδραση καί εντείνονταν οί διώξεις στην Κολωνία, ό Μαρξ εξαφανιζόταν καί αρκούνταν στη συγγραφική δραστηριότητα, δηλαδή στη διεύθυνση της Νέας Εφημερίδας το Ρήνου. Αυτός ήταν κι ό λόγος, πού δέχτηκε τόσο απρόθυμα να γίνει πρόεδρος της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας.

Με τη στροφή του σε προβλήματα τακτικής, πραγματοποιείται καί μια αλλαγή στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου. Τα πρώτα άρθρα για τη «μισθωτή εργασία καί το κεφάλαιο» δημοσιεύονται αμέσως μετά άπ’ αυτή τη στροφή. Στά άρθρα του ό Μαρξ προτάσσει μια μεγάλη εισαγωγή στην οποία εξηγεί, γιατί η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου δεν έθιξε μέχρι τότε το ζήτημα του ανταγωνισμού ανάμεσα στη μισθωτή εργασία καί το κεφάλαιο. Η εισαγωγή αύτη παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί επισημαίνει την αλλαγή της τακτικής, ωστόσο το επαναλαμβάνω, το Μάη η γερμανική επανάσταση γνώρισε την οριστική της ήττα. Η πρωσική κυβέρνηση άποκτηνωθηκε τώρα ολότελα καί έστειλε τα στρατεύματα της στο νοτιανατολικό τμήμα της Γερμανίας. Πρώτο θύμα ήταν η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, πού έκλεισε στίς 19 Μάη του 1849. Έχω εδώ στα χέρια μου το τελευταίο φύλο της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, το 301, αυτό το περίφημο κόκκινο φύλο, πού αρχίζει μ’ ένα θαυμάσιο ποίημα του Φράιλιγκρατ. Αμέσως ακολουθεί μια νέα έκκληση του Μαρξ προς τους εργάτες, στην οποία τους προειδοποιεί να μην παρασυρθούν άπ’ την πρόκληση. Μετά ό Μαρξ εγκαταλείπει τη Ρηνανία. Είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει τη Γερμανία σαν ξένος. τα υπόλοιπα μέλη της σύνταξης χωρίζουν επίσης καί διασκορπίζονται σε διάφορα μέρη. Ό Ένγκελς, ό Μόλ καί ό Βίλιχ πηγαίνουν να ενωθούν με τους επαναστάτες στη Νότια Γερμανία.

Μετά από μερικές βδομάδες ήρωικής αλλά κακά οργανωμένης αντίστασης ενάντια στα πρωσικά στρατεύματα, οί επαναστάτες υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στην Ελβετία. Τα παλιά μέλη της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου καί της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας κατέφυγαν στο Παρίσι, αλλά μετά την αποτυχημένη διαδήλωση στίς 13 Ιούνη του 1849 καταδιωχτηκαν κι έτσι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Γαλλία. Στίς αρχές του 1850 συγκεντρώθηκε πάλι στην Κολωνία σχεδόν ολόκληρη η παλιά φρουρά της Ένωσης των Κομμουνιστών. Ό Μόλ είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στη Νότια Γερμανία. Ό Μαρξ, ό Ένγκελς, ό Σάπερ, ό Βίλιχ καί ό Βόλφ πήγαν στο Λονδίνο.

Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς - όπως φαίνεται άπ’ τα άρθρα εκείνης της εποχής — δεν έχασαν στην αρχή την ελπίδα, πώς πρόκειται για μια προσωρινή κάμψη του επαναστατικού κινήματος, καί ότι θ’ ακολουθούσε ένα καινούργιο κύμα αναταραχής. Για να μη βρεθούν απροετοίμαστοι, θέλουν να ενισχύσουν την οργάνωση καί να τη συνδέσουν καλύτερα με τη Γερμανία. Η παλιά Ένωση των Κομμουνιστών άναδιοργανωνεται - προσχωρούν τα παλιά μελή, αλλά καί καινούργια, πού κερδήθηκαν στη Σιλεσία, στο Μπρεσλάου καί στη Ρηνανία.

Πολύ γρήγορα, μετά από λίγους μήνες, αναφύονται διαφωνίες μέσα στην Ένωση. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς πίστευαν ακόμα στίς αρχές του 1850, ότι δε θα αργούσε να εκδηλωθεί μια καινούργια ώθηση της επανάστασης. Εκείνη ακριβώς την εποχή η Ενωση των Κομμουνιστών εκδίδει δυο ενδιαφέρουσες εγκυκλίους. Γράφτηκαν κυρίως άπ’ τον Μαρξ. Ό Λένιν τίς ήξερε πολύ καλά καί τις ανέφερε πολύ συχνά.

Σ’ αυτές τίς εγκυκλίους - μπορούν να κατανοηθούν, μόνο αν θυμηθείτε τα λάθη πού έκαναν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στην επανάσταση του 1848 -διαβάζουμε, πως είναι αναγκαίο να κριτικάρουμε ανελέητα, όχι μόνο τον αστικό φιλελευθερισμό, αλλά καί τη δημοκρατία. Όλες οί δυνάμεις πρέπει να στρέφονται στην προσπάθεια να αντιπαραθέσουμε στη δημοκρατική οργάνωση την εργατική οργάνωση. Κατά πρώτο λόγο είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε ένα εργατικό κόμμα. Πρέπει με όλα τα μέσα να προωθήσουμε τους δημοκράτες, σε κάθε διεκδίκηση τους ν’ απαντάμε με μιαν άλλη πιο ριζοσπαστική. Οι δημοκράτες ζητούν το δεκάωρο, εμείς θα ζητήσουμε το όχτάωρο. Αυτοί ζητούν την απαλλοτρίωση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας με δίκαιες αποζημιώσεις, εμείς θα ζητήσουμε τη χωρίς αποζημίωση απαλλοτρίωση. Πρέπει να προωθήσουμε την επανάσταση με όλα τα μέσα, πρέπει να την κάνουμε διαρκή, να την έχουμε την κάθε στιγμή στην ημερήσια διάταξη: Δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε στίς λεγόμενες κατακτήσεις της επανάστασης. Απεναντίας, κάθε κατάκτηση πρέπει να ‘ναι μόνο η νέα αφετηρία για την επόμενη κατάκτηση. Κάθε προσπάθεια να κηρύξουμε την επανάσταση τελειωμένη, είναι προδοσία στην υπόθεση της επανάστασης. Πρέπει να στρέψουμε όλες μας τις δυνάμεις για να υποσκάψουμε καί να καταστρέψουμε άπ’ όλες τίς μεριές την κοινωνική τάξη πραγμάτων, την πολιτική τάξη πραγμάτων μέσα στην οποία ζούμε, μέχρι πού να την ελευθερώσουμε άπ’ όλα τα κατάλοιπα του παλιού ταξικού ανταγωνισμού.

Οί διαφωνίες άρχισαν στην εκτίμηση της τωρινής κατάστασης. Σ’ αντίθεση με τους αντιπάλους του, που τους κατεύθυναν ό Σάπερ κι ό Βίλιχ, ό Μαρξ, πιστός στη μέθοδο του, ξεκινούσε από το γεγονός, ότι κάθε πολιτική επανάσταση είναι επακόλουθο όρισμένων οικονομικών περιστάσεων, μιας ορισμένης οικονομικής επανάστασης. Η επανάσταση του 1848 ήταν επακόλουθο της κρίσης του 1847, πού είχε επηρεάσει ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, μ’ εξαίρεση το ανατολικό της τμήμα. Ό Μαρξ, πού μελετάει τώρα στο Λονδίνο την τωρινή κατάσταση καί αναλύει την καινούργια οικονομική συγκυρία καί την κατάσταση της παγκόσμιας αγοράς, καταλήγει στην πεποίθηση, ότι η τωρινή κατάσταση δεν ευνοεί μια επαναστατική έκρηξη, ότι η απουσία μιας νέας επαναστατικής ώθησης -πού την περίμενε μαζί με άλλους - δε μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την έλλειψη επαναστατικής πρωτοβουλίας καί επαναστατικής ενέργειας από μέρους των επαναστατών. Στά τέλη του 1850, βασιζόμενος σε μια ακριβή ανάλυση της τωρινής κατάστασης, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι μέσα σ’ αυτή την οικονομική ευημερία, κάθε προσπάθεια να εκβιαστεί η έπανάσταση, να όργανωθεί μια επαναστατική εξέγερση, θα καταλήξει σε αναπότρεπτη και άνωφελη ήττα. Οί οικονομικοί όροι ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ηπείρου ήταν την εποχή εκείνη πολύ ευνοϊκοί. Στήν Αμερική, στην Καλιφόρνια, στην Αυστραλία, είχαν βρεθεί πολύ πλούσια κοιτάσματα χρυσού: τεράστιες μάζες εργατών μετανάστευσαν σ’ αυτές τις χώρες. Το κύμα της μετανάστευσης άπ’ την Ευρώπη άρχισε κιόλας άπ’ το δεύτερο εξάμηνο του 1848 καί εντάθηκε ιδιαίτερα το 1850.

Η ανάλυση των οικονομικών περιστάσεων οδήγησε λοιπόν τον Μαρξ στο συμπέρασμα, ότι το επαναστατικό κίνημα είχε άτονήσει, ότι θα ‘πρεπε να περιμένουν την εμφάνιση μιας νέας οικονομικής κρίσης, πού θα δημιουργούσε ξανά ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια ώθηση του επαναστατικού κινήματος. Με την άποψη αυτή όμως δε συμφωνούσαν μερικά μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών. Την καταπολεμούσαν προπάντων εκείνοι πού δε διέθεταν την οικονομική μόρφωση του Μαρξ καί πού απέδιδαν υπερβολική σημασία στην επαναστατική πρωτοβουλία μερικών ατόμων.

Ό Βίλιχ, πού μαζί με τον Γκότσαλκ είχε προκαλέσει στις 3 του Μάρτη την επανάσταση στην Κολωνία και είχε παίξει μεγάλο ρόλο κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στη Νότια Γερμανία, ό Σάπερ, μέλη της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας καί οί παλιοί οπαδοί του Βάιτλινγκ συνασπίζονται. Επιμένουν στην ανάγκη να οργανώσουν μια εξέγερση: Αν κατάφερναν να βρούν τα απαραίτητα χρήματα και να μαζέψουν μερικούς αποφασισμένους, θα ‘ταν δυνατό να πραγματοποιήσουν την εξέγερση. Κι έτσι αρχίζει το κυνήγι των χρημάτων. Γίνεται προσπάθεια να πάρουν ένα δάνειο απ’ την Αμερική — ένα δάνειο, πού θα χρηματοδοτούσε την επανάσταση στη Γερμανία.

Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς καί μερικοί άπ’ τους κοντινούς τους άνθρωπους αρνούνται να συμμετάσχουν σ’ όλη αυτή την εκστρατεία. Τελικά επέρχεται η διάσπαση. Η Ένωση των Κομμουνιστών διασπάται στην παράταξη των Μαρξ καί Ένγκελς καί στην παράταξη των Βίλιχ καί Σάπερ.

Την εποχή αυτή η Ένωση χάνει μερικά απ’ τα μέλη της πού έμειναν στη Γερμανία. Ηδη άπ’ το Ι850 ό Μαρξ κι ό Ένγκελς. μαζί με την οργάνωση της Ένωσης των Κομμουνιστών στο Λονδίνο, προσπαθούν να αναδιοργανώσουν καί να σταθεροποιήσουν την Ένωση στη Γερμανία. Στέλνουν στη Γερμανία μερικούς πράκτορες, πού έρχονται σ’ έπαφή με τους γερμανούς κομμουνιστές. Ένας άπ’ αυτούς συλλαμβάνεται. Βρίσκουν επάνω του έγγραφα που δίνουν τη δυνατότητα στην πρωσική μυστική αστυνομία, πού διευθυνόταν άπ’ τον περιβόητο Στημπερ, να καταδιώξει τους συντρόφους του. Πολλοί κομμουνιστές ρίχνονται στη φυλακή. Η πρωσική κυβέρνηση αποφασίζει να οργανώσει μια μεγάλη δίκη κατά των κομμουνιστών στην Κολωνία, για να δείξει στην πρωσική αστική τάξη, πώς δεν πρέπει να μετανιώνει πού το 1850 της αφαιρέθηκαν μερικές ελευθερίες. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστούν σε πολύχρονες φυλακίσεις αρκετοί κομμουνιστές - ανάμεσα τους ό Λεσνερ, ό Μπέκερ κ.ά.

Στη διάρκεια των δικών έγινε φανερό, πώς είχαν ανακατευτεί καί προβοκάτορες στην υπόθεση, ότι ό Στήμπερ με τους πράκτορες του είχε καταφύγει στην πλαστογράφηση των πρακτικών καί σ’ ένα σωρό ψευδομαρτυρίες. Με απόφαση της παράταξης των κομμουνιστών πού είχε μείνει μαζί του, ό Μαρξ έγραψε μια μπροσούρα μ’ αφορμή τη δίκη κατά της Ένωσης των Κομμουνιστών, στην οποία αποκάλυψε όλες τις μηχανορραφίες της πρωσικής αστυνομίας. Μετά το τέλος της δίκης ό Μαρξ, ό Ένγκελς καί οί σύντροφοι τους κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι μπροστά στην κατάσταση πού είχε δημιουργηθεί, μπροστά στη διακοπή κάθε επαφής με τη Γερμανία, η Ένωση των Κομμουνιστών δε μπορούσε τώρα ν’ αναλάβει καμιά πρωτοβουλία, ότι έπρεπε να περιμένουν μια πιο ευνοϊκή στιγμή. Στά τέλη του 1852 διέλυσαν επίσημα την Ενωση των Κομμουνιστών. Το άλλο τμήμα της Ένωσης, η λεγόμενη παράταξη του Βίλιχ καί του Σάπερ, έζησε σε υποτυπώδη κατάσταση για ένα περίπου χρόνο ακόμα. Μερικά άπ’ τα μέλη της μετανάστευσαν στην Αμερική. Ό Σάπερ έμεινε στο Λονδίνο. Μερικά χρόνια αργότερα αναγνώρισε πως είχε κάνει λάθος καί συμφιλιώθηκε πάλι με τον Μαρξ καί τον Ένγκελς.

Η αντίδραση της δεκαετίας του 1850 - Το Βήμα της Νέας Υόρκης - Ό πόλεμος της Κριμαίας - Οί απόψεις του Μαρξ καί του Ένγκελς — Το Ιταλικό ζήτημα — Η σύγκρουση του Μαρξ καί του Ένγκελς με τον Λασάλ — Η στάση του Μαρξ απέναντι στον Λασάλ.

ΕΚΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Η αντίδραση της δεκαετίας του 1850 - Το Βήμα της Νέας Υόρκης - Ό πόλεμος της Κριμαίας - Οί απόψεις του Μαρξ καί του Ένγκελς — Το Ιταλικό ζήτημα — Η σύγκρουση του Μαρξ καί του Ένγκελς με τον Λασάλ — Η στάση του Μαρξ απέναντι στον Λασάλ.

Η αντίδραση πού είχε αρχίσει άπ’ το 1849, δυνάμωσε τα πρώτα τρία χρόνια της δεκαετίας του 1850, κι έφτασε στο αποκορύφωμα της το 1854. Κάθε κατάκτηση στο πεδίο της ελεύθερης πολιτικής δραστηριότητας καταργήθηκε οριστικά, όλες οί εργατικές ενώσεις απαγορεύτηκαν. Η ελευθερία του τύπου καταργήθηκε ήδη στο δεύτερο εξάμηνο του 1849. Το μόνο πού απέμεινε ήταν μια - φοβερά αντιδραστική - βουλή στην Πρωσία.

Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο στενάχωρη ήταν η υλική κατάσταση του Μαρξ καί του Ένγκελς την εποχή εκείνη. Κι οί δυο πάσχιζαν να βρουν κάποια συγγραφική δουλιά, όμως - καθως ξέρουμε - ήταν αποκλεισμένοι άπ’ τη Γερμανία. Στήν Αμερική η μόνη δυνατότητα πού είχαν, ήταν να εργαστούν σε εργατικές εφημερίδες, τούτο όμως σήμαινε να δουλέψουν δωρεάν.

Ό Ένγκελς τότε αποφασίζει με βαριά καρδιά να καταπιαστεί πάλι με το «σκυλίσιο επάγγελμα», όπως ονόμαζε το εμπόριο, καί να γίνει υπάλληλος στο αγγλικό τμήμα του εργοστασίου του πατέρα του. Μετακόμισε στο Μάντσεστερ. Τον πρώτο καιρό δεν είναι παρά ένας απλός υπάλληλος. Είναι υποχρεωμένος να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πατέρα του, την εμπιστοσύνη του αγγλικού τομέα της φίρμας, είναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει πώς καταλαβαίνει από εμπόριο.

Ό Μαρξ μένει στο Λονδίνο. Η Ενωση των Κομμουνιστών έπαψε να υπάρχει. Μόνο ένας μικρός αριθμός εργατών έχει απομείνει, πού ομαδοποιούνται γύρω άπ’ την κομμουνιστική Μορφωτική Ένωση καί πού έχουν κατά κάποιο τρόπο οργανωθεί σαν ράφτες ή στοιχειοθέτες. Για τον Μαρξ ανοίγεται ξαφνικά στα τέλη του 1851 η δυνατότητα, να συνεργαστεί με μια αμερικάνικη εφημερίδα, το Βήμα της Νέας Υόρκης, πού ήταν τότε μια άπ’ τίς πιο σοβαρές εφημερίδες. Ενας άπ’ τους συντάκτες της εφημερίδας αυτής απευθύνθηκε στον Μαρξ καί του πρότεινε να γράψει μια σειρά άρθρων για τη Γερμανία. Ό συντάκτης αυτός - τ’ όνομα του είναι Τσάρλς Ντάνα — είχε ζήσει στη Γερμανία στο διάστημα της επανάστασης του 1848 κι είχε γνωρίσει τον Μαρξ. Είχε μείνει στην Κολωνία καί γνώριζε την εξαιρετική θέση πού είχε ό Μαρξ ανάμεσα στους γερμανούς δημοσιολόγους. Για να ικανοποιήσει τα ενδιαφέροντα των γερμανών αναγνωστών στην Αμερική - η μετανάστευση των γερμανών στήν Αμερική είχε ενταθεί πολύ στη διάρκεια της επανάστασης — θεωρησε απαραίτητο να επεκτείνει το δυτικοευρωπαϊκό επιτελείο. Η πρόταση για συνεργασία βρήκε τον Μαρξ εντελώς απροετοίμαστο καί τον έφερε σε δύσκολη θέση, γιατί τότε δεν έγραφε ακόμα αγγλικά. Ζήτησε τη βοήθεια του Ένγκελς καί τότε δημιουργήθηκε ανάμεσα τους μια ενδιαφέρουσα συνεργασία.

Μ’ αυτό τον τρόπο ό Μαρξ αποκτά άπ’ το 1853 ένα βήμα, άπ’ το οποίο μπορεί να εκφράζει τίς απόψεις του. Δυστυχώς το βήμα αυτό δε βρισκόταν στην Ευρώπη, αλλά στην Αμερική.

Άπ’ την άνοιξη του 1853 συμβαίνουν στην Ευρώπη μερικά αξιόλογα γεγονότα. Τα σημαντικότερα κράτη, όπως η Ρωσία, η Γαλλία καί η Αγγλία, πού ενδιαφέρονταν εξίσου να διατηρηθεί η κρατούσα τάξη πραγμάτων, αρχίζουν να άλληλοεχθρεύονται. Είναι χαρακτηριστικό για τίς κυρίαρχες τάξεις, τα κυρίαρχα έθνη, ότι μόλις απελευθερώθηκαν άπ’ το φόβο μπροστά στο επαναστατικό κίνημα, μια σειρά από διαφωνίες, πού υπήρχαν ήδη άπ’ τα πρίν ανάμεσα στα κράτη — σ’ αυτή την περίπτωση τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Ρωσία, την Αυστρία, την Πρωσία - βγήκαν πάλι στην επιφάνεια. Ό παλιός ανταγωνισμός πού υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτά τα κράτη μέχρι την επανάσταση του 1848, κι ό όποιος παραμερίστηκε προσωρινά για να συμμαχήσουν στον αγώνα κατά της επανάστασης, ξέσπασε καί πάλι. Η Ρωσία, πού με τόση επιτυχία είχε βοηθήσει να αποκατασταθεί καί πάλι η «ταξη» στη Δυτική Ευρώπη, απαιτεί τωρα ν’ άμοιφθεί γι’ αυτές τίς υπηρεσίες. Κρίνει τώρα πώς έφτασε η στιγμή ν’ απλώσει τα νύχια της στη Βαλκανική Χερσόνησο καί να πετύχει την παλιά της επιδίωξη, ν’ αφαιρέσει άπ’ την Τουρκία κομμάτι-κομμάτι μερικές άπ’ τίς επαρχίες της. Το κόμμα στην αυλή του Νικόλαου, πού θεωρει αυτή τη στιγμή σαν την πιο κατάλληλη, ενισχύεται. Ελπίζει πώς η Γαλλία δε θα ‘ναι σε θέση να αντιτάξει κάποια αντίσταση, καί ότι η Αγγλία, πού κυβερνιέται απ’ το κόμμα των Τόρυς. δε θ’ αναμιχθεί, σεβόμενη τίς φιλικές σχέσεις Αγγλίας καί Ρωσίας. Ετσι αρχίζει η διαμάχη για τα Δαρδανέλια.

Μέσα σε μερικούς μήνες η κατάσταση οξύνθηκε τόσο, ώστε η Αγγλία καί η Γαλλία, πού δεν ήθελαν τον πολέμο καί αισθάνονταν οτι ό πόλεμος αυτός δε θα ‘χε καλή κατάληξη, βρέθηκαν τελικά αναγκασμένες να κηρύξουν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Αρχισε τότε ό περίφημος πόλεμος της Κριμαίας, πού έθεσε σ’ όλη του την ένταση το ανατολικό πρόβλημα. Τωρα δίνεται στον Μαρξ καί τον Ένγκελς πάλι η δυνατότητα - αν κι όχι μέσα άπ’ την Ευρώπη, αλλά τη μακρινή Αμερική — ν’ αντιδράσουν σ’ αυτά τα επίκαιρα γεγονότα. Πρέπει να ειπωθεί, πώς ό Μαρξ κι ό Ένγκελς χάρηκαν για τον πόλεμο αυτό. Στό τέλος τέλος, αυτό σήμαινε πώς οί τρεις κυριότερες δυνάμεις, πού ήταν το φρούριο της αντεπανάστασης, αλληλοτρώγονταν. Κι όταν τσακώνονται οί κλέφτες, αυτοί πού κερδίζουν είναι οί τίμιοι άνθρωποι. Κάτω άπ’ αυτή τη σκοπιά έβλεπαν τον πόλεμο της Κριμαίας ό Μαρξ κι ό Ένγκελς. Το μόνο πού έπρεπε να διευκρινιστεί, ήταν ποια στάση θα ‘πρεπε να κρατήσουν απέναντι στη κάθε χωρά ξεχωριστά.

Σύντροφοι, θεωρώ απαραίτητο να μιλήσω εδώ πιο διεξοδικά, γιατί στα ζητήματα της τακτικής των δυο εμπόλεμων πλευρών, τα ζητήματα που έπαιξαν ένα τόσο μεγάλο ρόλο στίς δυο επαναστάσεις μας, ιδιαίτερα στην τελευταία, προσανατολιζόμασταν πάντα στην τακτική πού ανέπτυξαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στη δεκαετία του 1850, και πάντα επιδιώκαμε να στηριχτούμε πάνω της. Συνήθως δίνεται η εικόνα ότι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, κατά τον πόλεμο της Κριμαίας, είχαν δήθεν ταχθεί άπ’ την αρχή στο πλευρό της Τουρκίας κατά της Ρωσίας. Γνωρίζετε την τεράστια σημασία πού απέδιδαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς στο ρωσικο τσαρισμό, σάν το φρούριο της ευρωπαϊκής αντίδρασης, την τεράστια σημασία πού άπέδιδαν στον πόλεμο κατά της Ρωσίας σαν παράγοντα πού μπορούσε να αναπτύξει την επαναστατική δράση, ακόμα και στη Γερμανία. Στά άρθρα πού έγραφαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς — και οί δυο τους έξαλλου μοιράζονταν κατά κάποιο τρόπο τη δουλιά: ό Ένγκελς έγραφε τα ειδικά στρατιωτικά άρθρα, ό Μαρξ έγραφε- τα διπλωματικά και τα οικονομικά -ασκούσαν αδυσώπητη κριτική στη Ρωσία.

Είναι αυτό λόγος να συμπεράνουμε, ότι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, χτυπώντας τη Ρωσία, παίρνανε το μέρος των φωτισμένων και πολιτισμένων άγγλων καί γάλλων; Όποιος βγάζει αυτό το συμπέρασμα πλανιέται οικτρά. Στά άρθρα των δυο φίλων, η Αγγλία καί η Γαλλία επικρίνονταν το ιδιο σκληρά με τη Ρωσία. Όλες οί προσπάθειες του Ναπολέοντα κι όλες οί προσπάθειες του Πάλμερστον, να παραστήσουν αυτό τον πόλεμο σαν ένα πόλεμο του πολιτισμού καί της προόδου ενάντια στην ασιατική βαρβαρότητα, ξεσκεπάζονται ανελέητα. Όσο άφορα την Τουρκία πού ήταν η αφορμή αυτού του πολέμου, η αντίληψη που επικρατεί συνήθως, οτι δηλαδή ό Μαρξ ήταν τουρκόφιλος καί συμπαθούσε την Τουρκία, είναι λαθεμένη. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς ούτε στιγμή δεν ξεχνούσαν το γεγονός, ότι η Τουρκία ήταν μια χωρα ακόμα πιο ασιατική καί πιο βάρβαρη άπ’ τη Ρωσία. Όλες αυτές τις χώρες τίς έπέκριναν με τον ιδιο τρόπο. Γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένα κριτήριο. Δε σταματούν να εξετάζουν σε ποιο βαθμό ένα ορισμένο γεγονός μπορεί να επιταχύνει την επανάσταση, σε ποιο βαθμό μπορεί να ενισχύσει το βασικό αυτό παράγοντα, πού γι’ αυτούς ήταν ό πιο σημαντικός. Άπ’ αυτή τη σκοπιά επικρίνουν καί τη συμπεριφορά της Αγγλίας καί της Γαλλίας πού, όπως σας είπα άπ’ την αρχή, ουσιαστικά σύρθηκαν άθελα τους σ’ αυτό τον πόλεμο, καί οί οποίες ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένες από τον ξεροκέφαλο Νικόλαο τον Α’, πού άπέκρουε κατηγορηματικά κάθε συμβιβασμό πού του πρότειναν. Οί φόβοι των κυρίαρχων τάξεων αποδείχτηκαν δικαιολογημένοι. φάνηκε πώς ό πόλεμος θα διαρκούσε πολύ. Αρχισε το 1853 καί τελείωσε μόλις το 1856 με τη συνθήκη του Παρισιού. Στήν Αγγλία καί τη Γαλλία προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στίς μάζες των εργατών καί των αγροτών. Υποχρέωσε τόσο τον Ναπολέοντα, όσο καί τίς αγγλικές κυρίαρχες τάξεις να δωσουν πολλές υποσχέσεις καί να κάνουν παραχωρήσεις. Ό πόλεμος τέλειωσε με τη νίκη της Γαλλίας, της Αγγλίας καί της Τουρκίας. Για τη Ρωσία ό πόλεμος της Κριμαίας χρησίμεψε σαν ώθηση για τίς λεγόμενες «μεγάλες μεταρρυθμίσεις». Απέδειξε έτσι πώς το καθεστώς της δουλοκτησίας ήταν ανήμπορο να παλέψει με καπιταλιστικές χώρες. Η απελευθέρωση των αγροτών μπήκε επιτακτικά στην ημερήσια διάταξη.

Ωστόσο, για να ταρακουνηθεί οριστικά η Εύρωπη, πού μετά την επαναστατική έκρηξη του 1848-49 είχε βυθιστεί σε λήθαργο, χρειάζονταν κάτι περισσότερο απ’ αυτό το σπρώξιμο. Η οικονομική ευημερία πού είχε αρχίσει ήδη άπ’ το 1849, αναπτύχθηκε τόσο έντονα το 1850-55, πού ακόμα κι ό πόλεμος της Κριμαίας δεν ήταν σε θέση να της καταφέρει ένα δυνατό χτύπημα.

Φαινόταν μάλιστα πώς αυτό το «μπουμ» δε θα τέλειωνε ποτέ. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς το 1851 ήταν ακόμα πεισμένοι, ότι η επόμενη κρίση δε θα έφτανε αργότερα άπ’ το 1853. Βασιζόμενοι στις παλιές τους έρευνες -κυρίως αυτές του Ένγκελς - υποστήριζαν την άποψη, ότι οί κρίσεις, αυτές οί περιοδικές στάσεις στο χώρο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επαναλαμβάνονται κάθε 5-7 χρόνια. Συμφωνα με τον υπολογισμό αυτό η επόμενη κρίση μετά άπ’ αυτήν του 1847 θα επακολουθούσε το 1853. Ωστόσο ό Μαρξ κι ό Ένγκελς πλανιόνταν. Η περίοδος, στην όποια η καπιταλιστική παραγωγή περνάει από διάφορες αύξομειωτικές βάσεις, αποδείχτηκε πιο μακρόχρονη. Η κρίση ξέσπασε μόλις το 1857. Όπωσδήποτε ομως πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις, τόσο από άποψη έντασης, όσο κι από άποψη έκτασης.

Ο Μαρξ χαιρέτησε μ’ ενθουσιασμό την κρίση, μόλο πού μαζί μ’ αυτήν επήλθε αμέσως καί η επιδείνωση της δικής του κατάστασης. Περισσότερο άπ’ όλους υπέφεραν άπ’ την κρίση οί Ηνωμένες Πολιτείες. Το Βήμα της Νεας Υόρκης, αναγκάστηκε να περικόψει τα έξοδα του, πράγμα πού έγινε σε βάρος των ξένων ανταποκριτών. Ο Μαρξ υποχρεωθηκε να βυθιστεί πάλι μέχρι το λαιμό στα χρέη καί να αναζητήσει κάθε είδους ευκαιριακή δουλιά. Αυτή η νέα κρίση κράτησε μέχρι το 1859. Μετά ό Μαρξ πήρε πάλι ανάσα μέχρι το 1862, οπότε σταμάτησε οριστικά τη συνεργασία του με το Βήμα της Νέας Υόρκης.

Παρόλο όμως πού η ατομική ζωή του πήγαινε τόσο άσκημα - την εποχή εκείνη πεσαν επάνω του κι άλλες στεναχώριες - σαν επαναστάτης είχε πολύ καιρό να νιώσει τόσο ευτυχισμένος, όσο μετά το 1857. Όπως είχε προβλέψει, η καινούργια κρίση ήταν η κυριότερη ώθηση για τα επαναστατικά κινήματα πού άρχισαν σχεδόν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στήν Αμερική το αποφασιστικό πρόβλημα ήταν η κατάργηση της δουλείας, καί σε μας, στη Ρωσία, η κατάργηση της δουλοπαροικίας. Η αστική Αγγλία υποχρεώθηκε να κινητοποιήσει όλες τίς δυνάμεις της στον άγωνα ενάντια σε μια τεράστια εξέγερση στίς Ανατολικές Ινδίες. Η Δυτική Ευρώπη βρισκόταν επίσης σ’ αναταραχή - θα θυμόσαστε πώς η επανάσταση του 1848 είχε αφήσει άλυτα μια σειρά από προβλήματα. Η Ιταλία είχε μείνει διαιρεμένη. Ενα σημαντικό τμήμα της στο βορρά έμεινε κάτω απ’ την κυριαρχία της Αυστρίας. Η Ουγγαρία είχε ηττηθεί με τη βοήθεια των ρώσικων στρατευμάτων, καί είχε προσαρτηθεί πάλι στην Αυστρία. Η Γερμανία εξακολουθούσε ν’ αποτελεί ένα σύνολο από μικρά καί μεγάλα δουκάτα και κράτη, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν η Πρωσία και η Αυστρία καί άλληλοτρώγονταν για τη λεγόμενη ηγεμονία, την επικυριαρχία στη γενική ενωση των γερμανικών κρατών.

Ηδη από το 1858 σ’ όλες τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες αρχίζει να ογκώνεται το αντιπολιτευτικό καί επαναστατικό κίνημα, πού θέτει όλα τα παλιά άλυτα προβλήματα στην ημερήσια διάταξη. Στή Γερμανία οί προσπάθειες ενοποίησης εντείνονται. Γι’ άλλη μια φορά οξύνεται η διαμάχη ανάμεσα στο κόμμα της μεγάλης Γερμανίας, πού θέλει τη συνένωση ολόκληρης της Γερμανίας, με προσάρτηση καί της Αυστρίας, καί στο κόμμα της μικρής Γερμανίας, πού θέλει ηγετική δύναμη την Πρωσία, γύρω άπ’ την όποια οφείλουν να ενωθούν όλα τα γερμανικά κράτη, μ’ εξαίρεση την Αυστρία.

Στήν Ιταλία βλέπουμε την ίδια αφύπνιση των εθνικών επιδιώξεων. Στή Γαλλία, όπου η κρίση του 1857 είχε επιφέρει τη χρεοκοπία πολυάριθμων επιχειρήσεων καί είχε επιδράσει ιδιαίτερα σφοδρά πάνω στην υφαντουργία, αναπτύσσεται μια μικροαστική αντιπολίτευση, ενώ παράλληλα ξαναζωντανεύουν οί παράνομες επαναστατικές οργανώσεις. Τον κυριότερο ρόλο παίζουν εδώ οί μπλανκιστικές ομάδες. Το εργατικό κίνημα, πού μετά την ήττα του Ιούνη είχε απονεκρωθεί εντελώς, αναζωογονείται ιδιαίτερα ανάμεσα στούς οικοδόμους καί τους επιπλοποιούς. Η Ρωσία, πού αισθάνθηκε κι αυτή την καπιταλισμό με μερικές χρεοκοπίες στη Μόσχα, εξακολουθεί να σύρεται στο δρόμο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων.

Για ν’ αποφύγουν τίς εσωτερικές δυσκολίες, οί κυβερνήσεις, καί κατά πρώτο λόγο ό Ναπολέοντας, πασχίζουν να στρέψουν την προσοχή του λάου στα εξωτερικά ζητήματα. Ό Ναπολέοντας, πού η εναντίον του απόπειρα από τον ιταλό επαναστάτη Όρσίνι το Γενάρη του 1858 του υπενθύμισε, πώς η αστυνομία δεν είναι πάντα παντοδύναμη, είναι αναγκασμένος να υπολογίζει σε μια ολοένα καί μεγαλύτερη αντίσταση. Για να στρέψει άλλου τη δυσαρέσκεια των εργατικών μαζών, ρίχνει το προοδευτικό σύνθημα της απελευθέρωσης της Ιταλίας απ’ τον αυστριακό ζυγό. Την ίδια χρονιά, το 1858, κλείνει μια μυστική συμφωνία με τον Καβούρ, τον υπουργό του βασιλιά της Σαρδηνίας. Οπως ακριβώς, σύντροφοι, στη διαιρεμένη σε πολλά κρατίδια Γερμανία, η Πρωσία ήταν το ισχυρότερο κράτος, έτσι είχε ξεχωρίσει καί στην Ιταλία το βασίλειο της Σαρδηνίας, πού έπαιζε στη χερσόνησο των Απενίννων το ρόλο της Πρωσίας.

Ενώ ό επίσημος τύπος διατυμπάνιζε πώς επίκειται συνένωση ολόκληρης της Ιταλίας, η συμφωνία, στην οποία ό Ναπολέοντας είχε υποσχεθεί τη βοήθεια του στη Σαρδηνία, είχε στην πραγματικότητα ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν επρόκειτο για τη συνένωση της Ιταλίας, αλλά για την επέκταση της Σαρδηνίας, πού θ’ αποκτούσε τη Λομβαρδία καί τη Βενετία. Σ’ αντάλλαγμα ό Ναπολέοντας, εκτός άπ’ την υπόσχεση να μη θιχτεί η παπική ιδιοκτησία, έπαιρνε τη Σαβοία καί τη Νίκαια. Ό Ναπολέοντας, πού ήταν υποχρεωμένος να κρατάει την ισορροπία ανάμεσα στην αριστερή αντιπολίτευση καί στο κόμμα των κληρικών, δεν ήθελε να ‘ρθει σε σύγκρουση με τον πάπα καί γιαυτό ήταν αντίθετος με την πραγματική συνένωση της Ιταλίας• άπ’ την άλλη μεριά πίστευε ότι με την κατάκτηση δύο νέων επαρχιών θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους γάλλους πατριώτες.

Μ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε ένα νέο, εξαιρετικά σημαντικό πολιτικό πρόβλημα, πού συγκλόνιζε ολόκληρη την Ευρώπη κι ακόμα περισσότερο τους επαναστάτες των διάφορων χωρών: ποια στάση οφείλουν να κρατήσουν οί επαναστάτες καί οί σοσιαλιστές, με ποια πλευρά πρέπει να ταχθούν: με την πλευρά του Ναπολέοντα πού παρουσιαζόταν σχεδόν σαν ένας επαναστάτης καί πού είχε ρίξει το προοδευτικό σύνθημα, «το δικαίωμα της Ιταλίας για αυτοδιάθεση», ή με την πλευρά της Αυστρίας, πού ήταν έκπρόσωπος του δεσποτισμού, καί καταπιεστής της Ιταλίας καί της Ουγγαρίας; Βλέπετε, σύντροφοι, πώς ήταν μια πολύ σημαντική απόφαση άπ’ την οποία εξαρτιόταν η τακτική πού θ’ ακολουθούνταν, καί πού μας θυμίζει πάλι την κατάσταση πού είχε προκύψει το 1814. Γιαυτό θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω την τακτική πού υποστήριζαν ό Μαρξ καί ό Ένγκελς άπ’ τη μια μεριά καί ό Λασάλ άπ’ την άλλη, καθώς καί τίς θέσεις πού πήραν.

Μέχρι τώρα δε μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ άναφέρω τον Λασάλ, μόλο πού είναι ένας άπ’ τους πρώτους μαθητές του Μαρξ καί είχε πάρει μέρος ήδη στα γεγονότα του 1848. Ούτε βέβαια καί θα καταπιαστώ τώρα με τη βιογραφία του, γιατί αυτό θα μας απομάκρυνε απ’ το κύριο θέμα μας. Τη δεκαετία του 1850, μετά από μια σύντομη φυλάκιση, παραμένει στη Γερμανία καί ασχολείται με επιστημονικές μελέτες, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί την επαφή με τον Μαρξ καί τον Ένγκελς. Σχετικά με το ιταλικό πρόβλημα αρχίζει ανάμεσα τους το 1859 μια διένεξη πού παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για μια διένεξη ανάμεσα σε δυο παρατάξεις του ίδιου κόμματος.

Ό Ναπολέοντας ό Γ’ καί οί πιστοί του ήξεραν πολύ καλά να επηρεάζουν τη λεγόμενη κοινή γνωμη. Όπως και στην εποχή του κριμαϊκού πολέμου, το 1858 καί 1859 η Γαλλία κατακλύζεται από ένα τεράστιο όγκο από μπροσούρες καί παμφλέτες, στίς οποίες αποδείχνεται με κάθε τρόπο ό φιλελευθερισμός του Ναπολέοντα καί το δίκαιο της ιταλικής υπόθεσης. Σ’ αυτή τη συγγραφική εκστρατεία πήραν μέρος καί δημοσιογράφοι, μερικοί εθελοντικά καί πολύ περισσότεροι άφου εξαγοράστηκαν. Οι εθελοντές ήταν κυρίως Ούγγροι καί πολωνοί εξόριστοι. Οπως ακριβώς πρίν από μερικά χρόνια είχαν θεωρήσει τον κριμαϊκό πόλεμο σαν πόλεμο της προόδου καί του πολιτισμού κατά του ασιατικού δεσποτισμού κι είχαν εξοπλίσει λεγεώνες εθελοντών για να ενισχύσουν τον Ναπολέοντα καί τον Πάλμερστον, έτσι καί τώρα οί ούγγροι καί πολωνοί εξόριστοι, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, πάσχιζαν ν’ αποδείξουν οτι ό Ναπολέοντας αγωνιζόταν για την πρόοδο καί το δικαιωμα των λαών για αυτοδιάθεση, καί ότι έπρεπε απαραίτητα να βοηθηθεί.

Καί η Αυστρία όμως επαγρυπνούσε. Χρηματοδοτούσε τους δημοσιογράφους πού προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν ότι στον πόλεμο αυτό προάσπιζε τα συμφέροντα ολόκληρης της Γερμανίας, ότι ό Ναπολέοντας, σε περίπτωση πού νικούσε την Αυστρία, θα κατακτούσε τό Ρήνο, ότι κατά συνέπεια δέν επρόκειτο για την Ιταλία αλλά για τη Γερμανία, ότι έπομένως η Αυστρία, διατηρώντας τη Βόρεια Ιταλία κάτω απ’ την κυριαρχία της, υπεράσπιζε τη Γερμανία. Στή στρατιωτική γλωσσα τούτο σήμαινε: όποιος θέλει να προασπίσει το Ρήνο, δεν πρέπει να χάσει μια θέση όπως ό Πω, πού στην κοιλάδα του βρίσκεται η Λομβαρδία.

Σ’ αυτές τις θέσεις ανάγονταν τα δυο βασικά ρεύματα πού μπορούσε να διακρίνει κανείς στον ευρωπαϊκό τύπο εκείνης της εποχής. Στήν ιδια τη Γερμανία το πρόβλημα έγινε πιο πολύπλοκο με τη διαμάχη ανάμεσα στα κόμματα της μεγάλης καί της μικρής Γερμανίας. Είναι αυτονόητο, ότι οί οπαδοί της μεγάλης Γερμανίας πού ήθελαν τη συνένωση ολόκληρης της Γερμανίας καί της Αυστρίας, έκλιναν προς τη μεριά της Αυστρίας, καί ότι αντίθετα οί οπαδοί της μικρής Γερμανίας, πού ένιωθαν δεμένοι με την Πρωσία, προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν ότι έπρεπε ν’ αφήσουν την Αυστρία στη μοίρα της. Υπήρχαν φυσικά διάφορες αποχρώσεις, χωρίς όμως ν’ αλλάζουν ουσιαστικά τη γενική εικόνα.

Ποια θέση πήραν στο πρόβλημα αυτό ό Μαρς κι ό Ένγκελς άπ’ τη μια μεριά, κι ό Λασάλ απ’ την άλλη: Κι οί τρεις βασίζονταν στο Κομμουνιστικο Μανιφέστο. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχαν υποστηρίξει κι οί τρεις μια ενιαία γερμανική δημοκρατία, πού θα περιλάμβανε καί τίς γερμανικές περιοχές της Αυστρίας. Φαινομενικά λοιπόν, δε θα ‘πρεπε να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα τους. Στήν πραγματικότητα όμως οί διαφορές τους δεν ήταν καθόλου μικρότερες άπ’ τίς διαφορές πού χώριζαν τους σοσιαλδημοκράτες, αν καί βρίσκονταν στο ίδιο μαρξιστικό επίπεδο, στις αρχές του ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου πολέμου.

Ο Μαρξ κι ό Ένγκελς προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν στα άρθρα καί τίς μπροσούρες τους, ότι η Γερμανία όχι μόνο δεν εξαρτιέται από τη Βόρεια Ιταλία για να υπερασπίσει το Ρήνο, μα πώς μπορεί άνετα να συγκατατεθεί, αν η Αυστρία επιστρέψει όλα τα ιταλικά της εδάφη σε μιαν ενωμένη Ιταλία, ότι κάθε προσπάθεια - με την πρόφαση πως γίνεται προς το συμφέρον μιας ενωμένης Γερμανίας - ενίσχυσης της Αυστρίας έχει την έννοια της συναλλαγής με τον αυστριακό δεσποτισμό.

Απ’ την άλλη μεριά - κι αυτό είναι χαρακτηριστικό για τη στάση του Μαρξ καί του Ένγκελς - με τον ίδιο αδυσώπητο τρόπο πού επικρίνουν την πρωσική καί αυστριακή αντίδραση, βάλλουν καί κατά του Ναπολέοντα. Ό κίνδυνος από μια όλοκληρωτική νίκη του Ναπολέοντα δεν τους φαίνεται μικρότερος από τον κίνδυνο μιας νίκης της Αυστρίας. Ό Ένγκελς απόδειχνε ότι ό Ναπολέοντας, μετά από μια νίκη σε βάρος της Αυστρίας, θα έπεφτε πάνω στη Γερμανία. Γιαυτό διατύπωνε, την παρακάτω θέση: η συνένωση της Ιταλίας καθως κι η συνένωση της Γερμανίας πρέπει να πραγματοποιηθεί με τίς δικές τους δυνάμεις. Γιαυτό στο ιταλικό πρόβλημα οί επαναστάτες δεν πρέπει να ταχθούν ούτε με το μέρος του Ναπολέοντα ούτε με το μέρος της Αυστρίας. Το μόνο πού πρέπει να έχουν υπόψη τους είναι τα συμφέροντα της προλεταριακής επανάστασης. Εδώ δεν πρέπει να λησμονιέται ένας παράγοντας πού κατά κάποιο τρόπο έμεινε στα παρασκήνια. Ό Ένγκελς επισήμαινε - ορθότατα - ότι ό Ναπολέοντας δε θα τολμούσε να κηρύξει τον πόλεμο στην Αυστρία προτού να βεβαιωθει για τη σιωπηρή συγκατάθεση της Ρωσίας, αν δεν ήταν απόλυτα σίγουρος πώς η Ρωσία δε θα έσπευδε να βοηθήσει την Αυστρία. Θεωρούσε πολύ πιθανό πώς πάνω σ’ αυτό το σημείο υπήρχε μια συμφωνία ανάμεσα στη Γαλλία καί στη Ρωσία. Η Αυστρία, την εποχή του κριμαϊκού πολέμου, όπως διατυμπάνιζαν οί πατριώτες μας, είχε πληρώσει με «φριχτή αχαριστία» την ίδια Ρωσία, πού με τόση «αυτοθυσία» καί «ανιδιοτέλεια» την είχε βοηθήσει να συντρίψει την επαναστατημένη Ουγγαρία. Καί φυσικά η Ρωσία δεν είχε καμιά αντίρρηση να επιτρέψει στον Ναπολέοντα να τιμωρήσει την Αυστρία. Αν πράγματι υπήρχε μια τέτοια συμμαχία ανάμεσα στη Γαλλία καί στη Ρωσία, αν η Ρωσία έσπευδε να βοηθήσει τη Γαλλία, τότε θα ‘πρεπε να σπεύσει σε βοήθεια της Αυστρίας ολόκληρη η Γερμανία, αυτή θα ‘ταν όμως τότε η επαναστατική Γερμανία. Τότε θα προέκυπτε ακριβώς η κατάσταση, πού υπολόγιζαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς καί την εποχή της επανάστασης του 1848: ένας επαναστατικός πόλεμος κατά της αντίδρασης, ένας πόλεμος, στον οποίο όλα τα αστικά κόμματα πού δε μπορούν να συσπειρώσουν γύρω τους τίς κατώτερες τάξεις, θα παραμέριζαν διαδοχικά μπροστά στα ολοένα καί πιο ριζοσπαστικά κόμματα, κι έτσι θα προετοίμαζαν το έδαφος για τη νίκη του πιο ριζοσπαστικού καί επαναστατικού κόμματος, δηλαδή του κόμματος του προλεταριάτου.

Αύτη ήταν η άποψη του Μαρξ καί του Ένγκελς. Ό Λασάλ έβλεπε το πρόβλημα αυτό διαφορετικά. Μέχρι έναν ορισμένο βαθμό, αυτή η διαφορά εξηγούνταν από τίς διαφορετικές αντικειμενικές περιστάσεις πού αντιμετώπιζαν. Ό Λασάλ ζούσε στην Πρωσία κι ήταν δεμένος εξαιρετικά στενά με τίς πρωσικές συνθήκες. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς ζούσαν στην Αγγλία, την τότε πιο προηγμένη χώρα του κόσμου, καί εξέταζαν τα ευρωπαϊκά γεγονότα απ’ τη σκοπιά των συμφερόντων της παγκόσμιας επανάστασης, κι όχι μόνο των γερμανικών η των πρωσικών συμφερόντων.

Ό Λασάλ πίστευε πώς ό πιο επικίνδυνος εχθρός της Γερμανίας είναι ό έσωτερικός εχθρός, η Αυστρία. Είναι πιο επικίνδυνος εχθρός από τη φιλελεύθερη Γαλλία ή τη Ρωσία πού έχει πάρει το δρόμο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσειον. Η Αυστρία είναι η κυριότερη αιτία της αντίδρασης, πού ό ανυπόφορος ζυγός της βαραίνει πάνω στη Γερμανία. Ό Ναπολέοντας, αν καί σφετεριστής καί πραξικοπηματίας, είναι εκπρόσωπος του φιλελευθερισμού, της προόδου καί του πολιτισμού. Γιαυτό καί στον τωρινό πόλεμο το καθήκον μας, το καθήκον της πρωσικής δημοκρατίας, είναι να αφήσουμε την Αυστρία στη μοίρα της, καί να ευχόμαστε την ήττα της.

Αν διαβάσετε τίς αντίστοιχες μπροσούρες του Λασάλ, τίς κολακείες για τον Ναπολέοντα καί τη Ρωσία, αν παρατηρήσετε πόσο προσεχτικά μιλάει για την επίσημη Πρωσία, δύσκολα θ’ αποφύγετε τη σύγχιση. Δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς, ότι ό Λασάλ προσπαθεί να μιλάει σαν πρώσος δημοκράτης, πού θέλει ν’ αποδείξει στις κυρίαρχες τάξεις της Πρωσίας, δηλαδή στους ευγενείς, πώς δεν πρέπει να βοηθήσουν την Αυστρία. Αν καί με πολύ κόπο φορούσε τη στολή του πρωσου δημοκράτη, ό Λασάλ εξέφραζε ιδέες πού διέφεραν πολύ άπ’ τίς ιδέες του Μαρξ καί του Ένγκελς. Από τότε κιόλας άρχισε να παρατηρείται μια διαφορά απόψεων ανάμεσα τους, πού έμελλε αργότερα να πάρει πιο σαφή μορφή. Από τότε κιόλας - παρασυρμένος απ’ την ανάγκη να κατακτήσει μια αισθητή, άμεση επιτυχία, κυριευμένος άπ’ την επιθυμία να ‘ναι «ρεαλιστής πολιτικός» κι όχι δογματιστής - παρασύρεται σε επιχειρήματα και αποδείξεις πού του δένουν τα χέρια απέναντι στο κυρίαρχο κόμμα, πού τον υποχρεώνουν να ωραιοποιεί εκείνους πού θέλει να πείσει να μη βοηθήσουν την Αυστρία. Οί επικρίσεις κατά της Αυστρίας, η διαλλακτική στάση απέναντι στην Πρωσία καί τη Ρωσία, το φλερτάρισμα με την επίσημη Πρωσία - όλα αυτά παρέμεναν προσωρινά το πάθος ενός δημοσιογράφου, πού δεν έγραφε στ’ όνομα ενός κόμματος. Η ίδια τακτική ομως, αν εφαρμοζόταν στον άμεσο πρακτικό άγωνα σαν κομματική ντιρεκτίβα, έκρυβε πολλούς κινδύνους, όπως έμελλε να δείξει αργότερα η δραστηριότητα του Λασάλ.

Ο πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία καί την Αυστρία είχε διαφορετική κατάληξη άπ’ ότι φαντάζονταν οί δυο πλευρές. Στήν αρχή του πολέμου η Αυστρία, όσο είχε απέναντι της μόνο ιταλούς, νικούσε, όπως άλλωστε νικούσε πάντα τους ιταλούς, μετά όμως χτυπήθηκε άπ’ τα ενωμένα στρατεύματα των ιταλών καί των γάλλων. Μόλις όμως ό πόλεμος άρχιζε να γίνεται λαϊκός πόλεμος καί απειλούσε να έπιφέρει την πραγματική επαναστατική συνένωση ολόκληρης της Ιταλίας, καί κατά συνέπεια την κατάργηση της παπικής επικράτειας, ό Ναπολέοντας κατάλαβε τί έμελλε να συμβει κι έσπευσε, με τη μεσολάβηση της Ρωσίας, να τερματίσει τον πόλεμο. Η Σαρδηνία αναγκάστηκε να ικανοποιηθεί με τη Λομβαρδία, η Βενετία παρέμεινε στα χέρια της Αυστρίας. Για τον εαυτό τους σαν αποζημίωση για το χυμένο αίμα των γάλλων καί για τα χρηματικά έξοδα, ό Ναπολέοντας κράτησε ολόκληρη την επαρχία της Σαβοίας, την πατρίδα των βασιλιάδων της Σαρδηνίας καί — πιθανότατα για να δείξει στον ένδοξο ιταλό επαναστάτη, τον αγωνιστή της ένωσης της Ιταλίας, πώς δεν πρέπει να βασιζεται στις υποσχέσεις του κάθε εστεμμένου αλήτη - προσάρτησε στη Γαλλία την πατρίδα του Γαριβάλδη, τη Νίκαια, μαζί με όλη τη γύρω περιοχή. Μ’ αυτό τον τρόπο ό «φιλελεύθερος» Ναπολέοντας, κάτω άπ’ τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των ηλίθιων φιλελεύθερων καί των επαναστατών, υπεράσπιζε το «δίκαιο της αυτοδιάθεσης» της Ιταλίας καί άλλων καταπιεσμένων εθνοτήτων. Κι ό Λασάλ ακόμα υποχρεώθηκε να παραδεχτεί πως ό Ναπολέοντας όχι μόνο δεν ήταν καλύτερος από τους αυστριακούς, αλλά τους ξεπερνούσε σε άντιδραστικότητα. Μόνο η Σαρδηνία μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Έγινε όμως καί κάτι απροσδόκητο, ακατανόητο μόνο για κείνον πού πιστεύει, πώς η τύχη ενός λαού αποφασίζεται στο τραπέζι των συσκέψεων. Η απογοήτευση καί η δυσαρέσκεια πού ξεσήκωσε η πολιτική του Ναπολέοντα στην Ιταλία, γέννησαν ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα. Αρχηγός του ήταν ό άμεμπτος επαναστάτης, αλλά ιδιαίτερα κακός πολιτικός, ό Γαριβάλδης. Ετσι το 1861 η Ιταλία μετατράπηκε σ’ ένα ενωμένο βασίλειο, μόνο χωρίς τη Βενετία. Η παραπέρα συνένωση της Ιταλίας πέρασε από κείνη την εποχή στα χέρια αστών μηχανορραφιών, άπιστων γαριβαλδικών καί τυχοδιωκτών.

Θα περάσω τώρα στην εξέταση ενός ενδιαφέροντος προβλήματος, πού πιθανό να το σκεφτήκατε ήδη καί σεις. Ποια στάση κράτησαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς σχετικά με την προπαγάνδα του Λασάλ; Γνωρίζετε πώς ό Λασάλ άρχισε την προπαγάνδα του το 1862, όταν ανάμεσα στους πρώσους αστούς δημοκράτες μπήκε το έρωτημα, ποια τακτική πρέπει να χαραχτεί στον αγώνα με την κυβέρνηση. Το 1858, ό γέρο βασιλιάς της Πρωσίας, πού την εποχή της επανάστασης του 1848 είχε τόσο διακριθεί, τρελάθηκε οριστικά. Στήν αρχή ορίστηκε αντιβασιλεία. Έπειτα, ό πρίγκιπας Γουλιέλμος, πού είχε γίνει διάσημος με τον τουφεκισμό των δημοκρατικών το 1849 καί 1850, έγινε καί βασιλιάς. Τον πρώτο καιρό αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στο φιλελευθερισμό, πολύ σύντομα όμως γεννήθηκε ανάμεσα σ’ αυτόν καί στη βουλή μια σύγκρουση πάνω στην όργάνωση του στρατού. Η κυβέρνηση ήθελε να μεγαλώσει το στρατό καί ζητούσε την επιβολή νέων φόρων, η φιλελεύθερη αστική τάξη ζητούσε ορισμένες εγγυήσεις καί το δικαίωμα έλεγχου. Αυτή η διαφωνία για τα οικονομικά, προκάλεσε συζητήσεις για το θέμα της τακτικής. ό Λασάλ, πού εξακολουθούσε να συνδέεται στενά με τους δημοκρατικούς καί προοδευτικούς κύκλους της αστικής τάξης, επέμενε σε μια αποφασιστική τακτική. Αφού κάθε πολίτευμα δεν είναι παρά η έκφραση του πραγματικού συσχετισμού των δυνάμεων στην εκάστοτε κοινωνία, ήταν αναπόφευκτο πως έπρεπε να κινητοποιηθεί μια καινούργια κοινωνική δύναμη ενάντια στην κυβέρνηση, επικεφαλής της οποίας βρισκόταν τότε ό Βίσμαρκ, ένας αποφασιστικός καί έξυπνος αντιδραστικός.

Το τί ήταν αυτή η καινούργια κοινωνική δύναμη, το έδειξε ό Λασάλ σε μια ειδική διάλεξη για εργάτες. Η ομιλία «Για τον ειδικό συσχετισμό της τωρινής περιόδου με την ιδέα της εργατιάς», είναι πιο γνωστή με τ’ όνομα «Πρόγραμμα των Εργατών». Ουσιαστικά επρόκειτο για την παράθεση των βασικών ιδεών του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, πού είχαν όμως αμβλυνθεί σε σημαντικό βαθμό καί προσαρμοστεί στίς περιστάσεις της τοτινής νόμιμης πραγματικότητας. Ωστόσο ταυτόχρονα η ομιλία αυτή ήταν η πρώτη, μετά την ήττα της επανάστασης του 1848, ανοιχτή διακήρυξη για την αναγκαιότητα, να οργανωθεί η εργατική τάξη σε μια αυτόνομη πολιτική οργάνωση, πού θα ξεχωρίζει έντονα άπ’ ολα τα αστικά κόμματα, ακόμα κι απ’ τα πιο δημοκρατικά.

Η επέμβαση του Λασάλ συμβάδιζε με το αυτόνομο εργατικό κίνημα, πού είχε αναπτυχθεί εξαιρετικά έντονα στη Σαξονία, όπου μέσα στην εργατιά γινόταν ήδη ένας αγώνας ανάμεσα στους δημοκράτες καί τους λίγους εκπρόσωπους της «παλιάς φρουράς» του εργατικού κινήματος του 1848. Οί εργάτες αυτοί συζητούσαν ήδη τη σύγκληση ενός παγγερμανικού εργατικού συνεδρίου. Για το σκοπό αυτό οργανώθηκε στη Λειψία μια ειδική επιτροπή, πού ζήτησε άπ’ τον Λασάλ να εκφέρει τη γνώμη του για τους σκοπούς καί τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος. Ό Λασάλ ανέπτυξε το πρόγραμμα του σε μια «ανοιχτή επιστολή» πού την έστειλε στην επιτροπή της Λειψίας.

Ό Λασάλ επικρίνει οξύτατα το πρόγραμμα του αστικού κόμματος των προοδευτικών, και τα μέσα πού αυτό προτείνει για τη θεραπεία της αθλιότητας των εργατών, καί επιμένει στην ανάγκη να οργανωθεί ένα αυτόνομο κόμμα της εργατικής τάξης. Η θεμελιώδης πολιτική διεκδίκηση, πού για την πραγμάτωση της πρέπει να συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις, είναι η κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Όσο άφορα το οικονομικό πρόγραμμα, ό Λασάλ, στηριζόμενος στο λεγόμενο «σιδερένιο νόμο των μισθών», ισχυριζόταν ότι με κανένα μέσο δεν είναι δυνατό να ανεβεί ό μισθός της εργασίας πάνω από ένα ορισμένο μίνιμουμ. Γιαυτό συνιστούσε, να ιδρυθούν παραγωγικοί συνεταιρισμοί με τη βοήθεια κρατικών πιστωσεων.

Ό Μαρξ δε μπορούσε φυσικά να συμφωνήσει μ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα. Η προσπάθεια του Λασάλ να προσεταιριστεί τον Μαρξ έπεσε στο κενό. Υπήρχαν κι άλλες ακόμα αιτίες, πού προσδιορίστηκαν με σαφήνεια μόλις μερικούς μήνες αργότερα, όταν ό Λασάλ. πού ήθελε να κερδίσει αμέσως μια μεγάλη πρακτική επιτυχία, αφέθηκε να παρασυρθεί από τη «ρεαλιστική πολιτική», καί στον αγώνα του με το προδευτικό κόμμα παρατέντωσε το σκοινί καί έχασε τόσο πολύ τον προσανατολισμό του, πού προσεταιρίστηκε την κυβέρνηση.

Οπωσδήποτε δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία - κι αυτό το αναγνώριζε κι ό ιδιος ό Μαρξ - οτι μετά την πολύχρονη περίοδο της αντίδρασης άπ’ το 1849 μέχρι το 1862, ό Λασάλ ήταν αυτός πού είχε ξανασηκώσει πάνω σε γερμανικό έδαφος τη σημαία των εργατών, ότι αυτός ήταν ό πρώτος οργανωτής ενός γερμανικού εργατικού κόμματος. Αυτή είναι η αδιαφιλονίκητη αξία του Λασάλ.

Η πολύ έντονη, έστω καί σύντομη (δεν κράτησε καλά καλά ούτε δυο χρόνια) οργανωτική καί πολιτική δουλιά του Λασάλ. περιείχε όμως βασικά έλαττωματα, που απώθησαν τον Μαρξ καί τον Ένγκελς περισσότερο κι άπ’ το ανεπαρκές πρόγραμμα του.

Προπάντων ήταν φανερό, ότι ό Λασάλ όχι μόνο δεν προωθούσε τη σύνδεση της Γενικής Γερμανικής Εργατικής Ένωσης, πού είχε ιδρύσει, με το παλιό κομμουνιστικό κίνημα, αλλά αντίθετα την αντιστρατευόταν ενεργά. Μολονότι είχε αντιγράψει όλες τίς βασικές ίδέες άπ’ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κι από άλλες εργασίες του Μαρξ, απέφευγε πεισματικά να τ’ αναφέρει. Καί μόνο σ’ ένα άπ’ τα τελευταία έργα του αναφέρει τον Μαρξ, όχι τον κομμουνιστή, όχι τον επαναστάτη, αλλά τον οικονομολόγο.

Ό Λασάλ εξηγούσε τη στάση του με πρόσχημα την τακτική. Δεν ήθελε ν’ απωθήσει τίς λιγότερο συνειδητές μάζες. έπρεπε κι αυτές ν’ απελευθερωθούν από την πνευματική κηδεμονία των προοδευτικών, πού τους επέσειαν αδιάκοπα το παραμύθι για το φοβερό φάντασμα του κομμουνισμού.

Ό Λασάλ ήταν πολύ ματαιόδοξος άνθρωπος κι αγαπούσε τίς κάθε λογής εντυπωσιακές εμφανίσεις καί τα διαφημιστικά κόλπα, πού επιδρούν τόσο έντονα στίς ακαλλιέργητες μάζες, όσο έντονα απωθούν τους συνειδητούς εργάτες. Ηθελε να εκθειάζεται σαν δημιουργός του γερμανικού εργατικού κινήματος. Ακριβώς αυτό όμως άπωθουσε από κοντά του όχι μόνο τον Μαρξ καί τον Ένγκελς, αλλά κι όλους τους βετεράνους του παλιού επαναστατικού κινήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι άπ’ τους παλιούς ενώθηκαν μαζί του μόνο οί οπαδοί του Βάιτλινγκ καί οι αντίπαλοι της παράταξης του Μαρξ. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να αντιληφθούν οί γερμανοί εργάτες, ότι το κίνημα τους δεν είχε αρχίσει με τον Λασάλ.

Ας δούμε τώρα το δεύτερο σημείο της διαφωνίας — το πρόβλημα του γενικού εκλογικού δικαιωματος. Η διεκδίκηση αυτή είχε τεθεί ήδη άπ’ τους χαρτιστές. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς την πρόβαλαν κι αυτοί, αλλά δε μπορούσαν να συμφωνήσουν με την υπέρμετρη σημασία πού της απέδιδε ό Λασάλ ούτε με τα επιχειρήματα πού χρησιμοποιούσε. Στόν Λασάλ το γενικό εκλογικό δικαίωμα μετατράπηκε σ’ ένα θαυματουργό μέσο πού από μόνο του αρκούσε, ανεξάρτητα από άλλες αλλαγές στην κρατική καί οικονομική ζωή, να προσδώσει αμέσως την εξουσία στην εργατική τάξη. Όποιος από σας διαβάσει τίς μπροσούρες του Λασάλ, θα βρει σ’ αυτές την αφελή διαβεβαίωση, ότι αμέσως μετά την κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος οί εργάτες θα καταλάβουν στο κοινοβούλιο σχεδόν το 90% των εδρών. Ό Λασάλ δεν αντιλαμβανόταν, πώς θα ‘πρεπε να ‘χουν πληρωθεί μερικές πολύ σημαντικές προϋποθέσεις, προτού το γενικό εκλογικό δικαίωμα, από όπλο εξαπάτησης των λαϊκών μαζών, μπορέσει να μετατραπεί σε όπλο της ταξικής τους διαπαιδαγώγησης.

Η διαφωνία στο πρόβλημα των παραγωγικων συνεταιρισμών δεν ήταν λιγότερο βαθιά. Για τον Μαρξ καί τον Ένγκελς οί συνεταιρισμοί αυτοί ήταν από τότε κιόλας μόνο ένα δευτερεύον μέσο, πού είχε περιορισμένη σημασία, κι αυτή περισσότερο σαν διαμαρτυρία: σαν παράδειγμα, ότι ό επιχειρηματίας η καπιταλιστής δεν είναι ένας απόλυτα απαραίτητος παράγοντας στην παραγωγή. Το να βλέπει όμως κανείς στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς ένα μέσο για να κατακτήσει σιγά σιγά τα κοινωνικά μέσα παραγωγής - τούτο σημαίνει πώς ξεχνάει, ότι είναι απαραίτητο να κατακτήσει πρώτα την πολιτική εξουσία, ώστε, όπως γράφει το Μανιφέστο, να εφαρμόσει αμέσως μετά μια σειρά από κατάλληλα μέτρα.

Εξίσου βαθιές ήταν κι οί διαφωνίες του Μαρξ καί του Ένγκελς με τον Λασάλ στο ζήτημα των συνδικάτων. Ό Λασάλ, πού υπερτιμούσε τη σπουδαιότητα των παραγωγικών συνεταιρισμών, θεωρούσε εντελώς περιττή την οργάνωση συνδικάτων καί άπ’ αυτή την άποψη επανερχόταν στίς απόψεις των παλιών ουτοπιστών, τίς οποίες ό Μαρξ είχε υποβάλει σε μια διεξοδική κριτική στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας.

Όχι λιγότερο βαθιά, καί πρακτικά ακόμα πιο σημαντική, ήταν η διαφωνία για την τακτική πού θα ‘πρεπε ν’ ακολουθηθεί απέναντι στην αστική ταξική. Όπως ακριβώς στο διάστημα του πολέμου ανάμεσα στίς καπιταλιστικές δυνάμεις ήταν αναγκαίο, στην πάλη με την προοδευτική αστική τάξη καί τον Βίσμαρκ, να βρεθεί καί να εφαρμοστεί μια τακτική, πού δε θα μετέτρεπε τους σοσιαλιστές σε ουραγούς μιας άπ’ τίς εμπόλεμες δυνάμεις, απαιτούνταν εδώ ξέχωρη αυτοκυριαρχία καί εξαιρετική προσοχή. Ό Λασάλ όμως στον αγώνα του με τους πρωσους προοδευτικούς ξέχασε πώς υπήρχε ακόμα ό πρωσικός φεουδαρχισμός, η πρωσική αριστοκρατία, πού δεν ήταν λιγότερο εχθρική από την αστική τάξη απέναντι στους εργάτες. Καταπολεμούσε καί χτυπούσε με ολο του το δίκιο τους προοδευτικούς, δε μπορούσε ομως να κρατήσει τα αναγκαία όρια καί συμβιβάστηκε απευθυνόμενος με κολακείες στίς αρχές. Ό Λασάλ μάλιστα δε ντρεπόταν να κάνει εντελώς απαράδεκτους συμβιβασμούς. Όταν σε μια πόλη φυλακίστηκαν εργάτες, τους συνέστησε να απευθύνουν μια αίτηση για χάρη στον Βίσμαρκ, ό οποίος σίγουρα θα τους απελευθέρωνε για να εξοργίσει τους φιλελεύθερους. Οι εργάτες αρνήθηκαν ν’ ακολουθήσουν τη συμβουλή του Λασάλ. Αν ψάξουμε στους λόγους του, ιδιαίτερα άπ’ το πρώτο εξάμηνο του 1864, θα βρούμε πολλές τέτοιες γκάφες, για να μη μιλήσουμε για τίς συνομιλίες με τον Βίσμαρκ, πού είχε κάνει ό Λασάλ χωρίς να το γνωρίζει η εργατική οργάνωση, διακινδυνεύοντας έτσι να βλάψει ανεπανόρθωτα, όχι μόνο την πολιτική του υπόληψη, αλλά καί την υπόθεση πού υπηρετούσε.

Αυτές ήταν οί διαφωνίες πού εμπόδιζαν τον Μαρξ καί τον Ένγκελς να ενισχύσουν τη δραστηριότητα του Λασάλ με το κύρος του ονόματος τους. Ταυτόχρονα ομως πρέπει να τονιστεί, οτι μολονότι αρνούνταν να υποστηρίξουν τον Λασάλ, δεν επενέβαιναν δημόσια εναντίον του, καί στο ιδιο πνεύμα επηρέαζαν καί τους συντρόφους τους πού εργάζονταν στη Γερμανία, οπως λ.χ. τον Λήμπκνεχτ. Ό Λασάλ ομως, πού εκτιμούσε πολύ την ουδετερότητα τους, κυλούσε σ’ έναν ολοένα καί μεγαλύτερο κατήφορο. Ό Λήμπκνεχτ κι οί άλλοι σύντροφοι, καί άπ’ το Βερολίνο καί άπ’ τη Ρηνανία, προσπαθούσαν να πείσουν τον Μαρξ να μιλήσει για την εσφαλμένη τακτική του Λασάλ. Είναι πολύ πιθανό να προκαλούνταν ανοιχτή διάσπαση, αν δε σκοτωνόταν ό Λασάλ σε μια μονομαχία, στίς 30 Αυγούστου του 1864. Τέσσερις βδομάδες μετά το θάνατο του, στίς 28 Σεπτέμβρη του 1864, ιδρύθηκε η Πρώτη Διεθνής, πού έδωσε στον Μαρξ τη δυνατότητα να στραφεί στην άμεση επαναστατική δουλιά, αυτή τη φορά σε διεθνή κλίμακα.

Η κρίση του 1857-1858 - Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Αγγλία, τη Γαλλία καί τη Γερμανία - Η Διεθνής Έκθεση του Λονδίνου το 1862 - Ό εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική - Η κρίση της βαμβακουργίας - Η πολωνική εξέγερση - Η ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς

ΕΒΔΟΜΟ ΜΑΘΗΜΑ

Η κρίση του 1857-1858 - Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Αγγλία, τη Γαλλία καί τη Γερμανία - Η Διεθνής Έκθεση του Λονδίνου το 1862 - Ό εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική - Η κρίση της βαμβακουργίας - Η πολωνική εξέγερση - Η ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς - Ό ρόλος τον Μαρξ - Η ιδρυτική διακήρυξη.

Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1850 η αναταραχή τυλίγει τη Ρωσία καί τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στή Ρωσία γίνεται επίκαιρο το θέμα της κατάργησης της δουλοπαροικίας, είναι η λεγόμενη εποχή των μεγάλων μεταρρυθμίσεων - η εποχή πού αρχίζει σε μας το επαναστατικό κίνημα, πού άπ’ τίς αρχές περίπου της δεκαετίας του 1860 παίρνει τη μορφή επαναστατικών παράνομων οργανώσεων, άπ’ τίς οποίες η πιο ονομαστή ήταν η λεγόμενη ομάδα «Γη καί Ελευθερία». Απ την άλλη μεριά του Ατλαντικού Ωκεανού, στίς Ηνωμένες Πολιτείες, στην ημερήσια διάταξη βρισκόταν η κατάργηση της δουλείας. Η εξέλιξη πού πήρε το θέμα αυτό απέδειξε πιο εμφατικά κι άπ’ την εξέλιξη στη Ρωσία, πόσο ό κόσμος πού κάποτε περιοριζόταν σ’ ένα κομμάτι της Ευρώπης, είχε γίνει διεθνής.

Μια εντελώς μακρινή υπόθεση, κάτι πού αφορούσε μόνο τίς Ηνωμένες Πολιτείες, η κατάργηση της δουλείας, αποδείχτηκε εξαιρετικά ζωτική καί σημαντική για την ίδια την Ευρώπη. Κι ήταν τόσο σημαντική, πού ό Μαρξ. στον πρόλογο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, γράφει ότι ό πόλεμος για την κατάργηση της δουλείας στην Αμερική χτύπησε το σήμαντρο για το νέο εργατικό κίνημα στη Δυτική Ευρώπη. Τα γενικά πολιτικά γεγονότα, πού ήταν αποτέλεσμα αυτών των σοβαρών οικονομικών αναστατώσεων, τα επισήμανα ήδη την προηγούμενη φορά. Σήμερα θέλω να ασχοληθώ κάπως ειδικότερα με το ίδιο το εργατικό κίνημα.

Θ’ αρχίσω άπ’ την κατεξοχή χώρα του εργατικού κινήματος, την Αγγλία. Το 1863 στην Αγγλία δεν είχε απομείνει τίποτα άπ’ το παλιό επαναστατικό χαρτιστικό κίνημα. Ό χαρτισμός είχε πεθάνει. Μερικοί ιστορικοί ισχυρίζονται, πώς είχε πεθάνει ήδη το 1848, μετά την περίφημη επανάσταση πού είχε καταλήξει σε αποτυχία. Στήν πραγματικότητα ομως γνώρισε μια ακόμα περίοδο άνθησης στη δεκαετία του 1850, στην περίοδο του κριμαϊκού πολέμου. Με αρχηγό τον Έρνεστ Τζόουνς, λαμπρό ρήτορα καί δημοσιογράφο, πού με τη βοήθεια του Μαρξ καί των φίλων του είχε στήσει το καλύτερο σοσιαλιστικό όργανο της εποχής, ό χαρτισμός κατάφερε κατά τη διάρκεια του κριμαϊκού πολέμου να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια των εργατικών μαζών, η οποία εντάθηκε εξαιρετικά όταν, παρά τις προβλέψεις, ό πόλεμος άρχισε να τραβάει σε μάκρος. Υπήρχαν μήνες πού η Έφημερίδα του Λαου (People’s Paper) ήταν μια άπ’ τις πιο ισχυρές εφημερίδες. Ιδιαίτερη προσοχή προκαλούσαν τα θαυμάσια άρθρα του Μαρξ, πού στρέφονταν κατά του Γλάδστωνα, και ακόμα πιο πολύ κατά του Πάλμερστον. Αυτό όμως δεν ήταν παρά μια προσωρινή άνοδος πολύ σύντομα μετά το τέλος του πολέμου οι χαρτιστές διέκοψαν την έκδοση της εφημερίδας τους. Ό λόγος δεν ήταν μόνο οί διαφωνίες πού ξέσπασαν πάλι ανάμεσα στην παράταξη του Τζόουνς καί των αντιπάλων του.

Μια αιτία ήταν λ.χ. η κολοσιαία ανάπτυξη της αγγλικής βιομηχανίας, πού είχε αρχίσει ήδη άπ’ τα τέλη του 1849. Οί μικρές οπισθοδρομήσεις πού υπήρξαν αυτή την περίοδο, οπισθοδρομήσεις σε μεμονωμένους βιομηχανικούς κλάδους, δε μπορούσαν να επηρεάσουν τη γενική ευημερία της βιομηχανίας στο σύνολο της. Η τεράστια μάζα των άνεργων, πού είχε σχηματιστεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1840, άπορροφήθηκε απόλυτα άπ’ αυτή τη γενική βιομηχανική άνοδο. Μπορεί να πει κανείς ότι η αγγλική βιομηχανία, εδώ καί πολλές δεκαετίες, σχεδόν εδώ κι έναν αίωνα, δεν είχε ποτέ τόσο μεγάλη έλλειψη εργατικών δυνάμεων. Δεύτερος λόγος ήταν ότι άπ’ τις αρχές του 1850, ιδιαίτερα όμως άπ’ το 1851-1855, άρχισε ένα ισχυρότατο μεταναστευτικό ρεύμα άπ’ την Αγγλία προς τις Ήνωμένες Πολιτείες καί τη μακρινή Αυστραλία• εκεί είχαν ανακαλυφθεί πλούσια κοιτάσματα χρυσού. Μέσα σε λίγα χρόνια η αγγλική βιομηχανία έχασε έτσι περίπου δυο εκατομμύρια εργάτες, πού εγκατέλειψαν την Αγγλία για πάντα. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έφυγαν τα παιδιά ούτε οί γέροι, αλλά οί πιο υγιείς, οί πιο δραστήριοι καί πιο ρωμαλέοι άνθρωποι. Ετσι το εργατικό κίνημα, καί μαζί μ’ αυτό καί το χαρτιστικό, έχασαν τις εφεδρείες απ τίς οποίες αντλούσαν τη δύναμη τους. Αυτοί είναι οί δυο κύριοι λόγοι. Μαζί μ’ αυτούς υπάρχουν καί άλλοι δευτερεύοντες παράγοντες.

Στό βαθμό πού εξασθενούσε η χαρτιστική οργάνωση, εξασθενούσε κι ό δεσμός πού υπήρχε ανάμεσα στις διάφορες μορφές του κινήματος. Ηδη στη δεκαετία του 1840 υπήρχε μια σύγκρουση ανάμεσα στο συνδικαλιστικό καί το χαρτιστικό κίνημα. Αλλά κι άλλες μορφές του εργατικού κινήματος άρχιζαν να αυτονομοποιούνται. Αυτή η ιδιομορφία του αγγλικού εργατικού κινήματος παρουσιάζεται ήδη στη δεκαετία του 1850. Συχνά στην ιστορία του συναντάει κανείς διάφορες ειδικές όργανωσεις πού αναπτύσσονται ξαφνικά πολύ γρήγορα, καί μερικές φορές μάλιστα συνασπίζονται σε μια οργάνωση με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες μέλη. Μία λ.χ. έβαλε σκοπό της τον αγώνα κατά του αλκοολισμού. Η χαρτιστική οργάνωση ακολούθησε το δρόμο της ελάχιστης αντίστασης. Στήν αρχή είχε προσπαθήσει να δωσει τη μάχη κατά του αλκοολισμού μέσα στα πλαίσια των κομματικών οργανώσεων. Τωρα την έκανε ξεχωριστό σκοπό, ίδρυσε ειδικούς συλλόγους σ’ ολόκληρη την Αγγλία καί μ’ αυτό τον τρόπο αφαιρούσε αρκετές δυνάμεις άπ’ το γενικό εργατικό κίνημα. Αυτό το κίνημα ονομάστηκε στην Αγγλία κίνημα των «τεϊοποτών». Μετά υπήρχε κι άλλο ένα κίνημα, το συνεργατικό κίνημα, πού καθοδηγούνταν απ’ τους λεγόμενους χριστιανούς σοσιαλιστές. Στό χαρτιστικό κίνημα έχουμε συναντήσει ήδη πάστορες. Σέ μια συζήτηση με μερικούς από σας, ανέφερα ένα γνωστό επαναστάτη, τον πάστορα Στήβενς. Αυτός ήταν ένας απ τους πιο δημοφιλείς ρήτορες της δεκαετίας του 1840. Αργότερα μετακινήθηκε σημαντικά προς τα δεξιά. Κοντά του μαζεύτηκαν καί μερικά άλλα άπ’ αυτά τα στοιχεία του κύκλου των φιλάνθρωπων πού πήγαιναν στους εργάτες για να κηρύξουν τον πρακτικό χριστιανισμό. Ισχυρίζονταν ότι το χαρτιστικό κίνημα έχει ναυαγήσει σαν πολιτικό κίνημα καί διακήρυσσαν πώς το σπουδαιότερο ήταν να όργανώσουν συνεργατικές ενώσεις. Αφού το κίνημα αυτό δεν ήταν επικίνδυνο για τίς κυρίαρχες τάξεις, υποστηρίχτηκε ακόμα κι από μέλη του κυβερνώντος κόμματος. Επίσης μερικοί εκπρόσωποι της διανόησης, πού λυπούνταν για τα βάσανα της εργατικής τάξης, προσχώρησαν σ’ αυτό. Μ’ αυτό τον τρόπο αποχωρίζεται άπ’ το εργατικό κίνημα κι αυτός ό καινούργιος κλάδος, πού ακολουθεί το δικό του ιδιαίτερο δρόμο.

Δε θα απαριθμήσω όλες τίς μεμονωμένες μορφές, αλλά θα περάσω στο συνδικαλιστικό κίνημα. Το κίνημα αυτό, μέχρι τίς αρχές της δεκαετίας του 1850, δε συναντά τόσο ευνοϊκές προϋποθέσεις ανάπτυξης όσο το συνεργατικό κίνημα ή το κίνημα για τον αγώνα κατά του αλκοολισμού. Ωστόσο προσκρούει σε μικρότερη αντίσταση άπ’ το παλιό χαρτιστικό κίνημα. Το 1851 ιδρύεται στην Αγγλία το πρώτο σταθερό συνδικάτο των εργατών μηχανοποιίας. Το συνδικάτο αυτό διευθύνεται από δύο δραστήριους εργάτες, πού κατορθώνουν να ξεπεράσουν το καθαρά συντεχνιακό πνεύμα πού χαρακτήριζε το αγγλικό συνδικαλιστικό κίνημα: τη συνήθεια η οργάνωση των συνδικάτων να περιορίζεται στην επικράτεια μιας η δυο κομητειών. Δεν πρέπει φυσικά να λησμονιέται η ιδιομορφία της αγγλικής βιομηχανίας. Δε μπορείτε από ένα συνδικάτο υφαντουργών να φτιάξετε ένα παμβρετανικό συνδικάτο, με την έννοια πού δίνουμε εμείς στη λέξη, για τον απλούστατο λόγο ότι ολόκληρος σχεδόν ό όγκος της υφαντουργικής βιομηχανίας είναι συγκεντρωμένος, στην Αγγλία, σ’ ένα μικρό κομμάτι γης. Ολόκληρη σχεδόν η μάζα των υφαντουργών εργατών είναι συγκεντρωμένη σε δυο κομητείες. Κι είναι κατανοητό, ότι ένα συνδικάτο της κομητείας εκεί είναι σχεδόν το ίδιο με τη δική μας «Πανρωσική Ένωση των Συνδικάτων». Κι όμως καί σε μας ή υφαντουργική βιομηχανία είναι συγκεντρωμένη κυρίως στην περιοχή της Μόσχας και του Iβάνοβο-Βόζνεσενσκ. Το βασικό μειονέκτημα των αγγλικών συνδικάτων όμως δε βρισκόταν στον τοπικό αλλά στο συντεχνιακό περιορισμό τους. Κάθε επιμέρους επάγγελμα στο χώρο μιας βιομηχανίας, οπως λ.χ. της υφαντουργίας, ήθελε να οργανωθεί σε ένα ξεχωριστό συνδικάτο. Γιαυτό το συνδικαλιστικό κίνημα, μόλο πού άρχισε ν’ αναπτύσσεται έντονα κατά τη δεκαετία του 1850, δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσει οργανωτικά σχήματα, που να του επιτρέπουν ένα σε μεγάλη κλίμακα αγώνα κατά των επιχειρηματιών. Όσο ή υφαντουργική βιομηχανία ευημερούσε, ή μεγάλη μάζα των εργατών πετύχαινε εύκολα αύξηση των μισθών. Κι ακόμα περισσότερο, οί επιχειρηματίες τους βοηθούσαν σ’ αυτό γιατί ό μεταξύ τους ανταγωνισμός είχε σαν συνέπεια να προσπαθούν να προσελκύσουντους εργάτες, πού ήταν πολύ λίγοι για τίς απαιτήσεις των διάφορων νέων βιομηχανικών κλάδων. Στά χρόνια αυτά οί καπιταλιστές πασχίζουν να τραβήξουν στην Αγγλία εργάτες άπ’ την Ευρώπη - γερμανούς, γάλλους, βέλγους.

Κάτω άπ’ αυτές τίς συνθήκες το συνδικαλιστικό κίνημα, μόλο πού μεγάλωνε, παρέμενε σ’ ένα χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης. Τα επιμέρους συνδικάτα, πού είχαν σχηματιστεί στους διάφορους υποτομείς ενός καί του αυτού βιομηχανικού κλάδου, έμεναν διαιρεμένα όχι μόνο μέσα σε μια χώρα, αλλά καί μέσα στην ίδια πόλη. Δεν υπήρχαν ούτε καν κοινά τοπικά συμβούλια.

Η κρίση του 1857-1858 επέφερε εδώ μεγάλες αλλαγές. Έχω ήδη αναφέρει πώς το πιο οργανωμένο συνδικάτο ήταν των εργατών μηχανοποιίας, των πιο ειδικευμένων εργατών. Μαζί με την υφαντουργία ή μηχανοποιία ανήκε στις βιομηχανίες πού δεν παράγουν μόνο για την εσωτερική αγορά. Απ’ τη δεκαετία του 1850 γίνονται οί δυο προνομιούχοι βιομηχανικοί κλάδοι, πού έχουν το μονοπωλιο μέσα στην παγκόσμια αγορά: οί ειδικευμένοι εργάτες πού απασχολούνται σ’ αυτούς, πετυχαίνουν εύκολα παραχωρήσεις απ τους επιχειρηματίες, πού οικειοποιούνται μια τεράστια υπεραξία. Έτσι, από τότε κιόλας, αρχίζουν να αποκαθίστανται σ’ αυτούς του δυο βιομηχανικούς κλάδους οί συνθήκες της «κοινωνικής ειρήνης» ανάμεσα στους επιχειρηματίες καί τους εργάτες. Η επίδραση της κρίσης, παρά τη σφοδρότητα της, περνάει γρήγορα. Η απόσταση ανάμεσα στους ειδικευμένους καί τους ανειδίκευτους εργάτες μεγαλώνει, καί εξασθενίζει με τη σειρά του το απεργιακό κίνημα σ’ αυτούς τους δυο βιομηχανικούς κλάδους.

Δεν ήταν όμως όλοι οί εργάτες τόσο ευχαριστημένοι. Η κρίση επέδρασε ιδιαίτερα σκληρά πάνω στην οικοδομική βιομηχανία καί στους οικοδόμους, πού άπ’ την εποχή εκείνη βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα της εργατικής τάξης, όπως στίς δεκαετίες του 1830 καί 1840 -την εποχή του χαρτισμου - οί υφαντουργοί, καί στη δεκαετία του 1850 οί μηχανουργοί.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού επέφερε μια ασυνήθιστη αύξηση του πληθυσμού των πόλεων, καί κατά συνέπεια μια ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη κατοικιών. Από κει εξηγείται ή εξαιρετική άνθηση της οικοδομικής βιομηχανίας. Ό πυρετός των σιδηροδρόμων, πού είχε καταλάβει την Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 1840, αντικαταστάθηκε στίς αρχές της δεκαετίας του ‘50 άπ’ τον οικοδομικό οργασμό. Τα σπίτια χτίζονταν κατά χιλιάδες. Με την κυριολεκτική σημασία της λέξης ρίχνονταν στην αγορά, όπως καί κάθε άλλο εμπόρευμα. Απ την άποψη της τεχνικής όργάνωσης, ή οικοδομική βιομηχανία βρισκόταν ακόμα στο στάδιο της μανουφακτούρας, είχε πέσει όμως κιόλας στα χέρια των μεγάλων καπιταλιστών. Ό άγγλος επιχειρηματίας οικοδομών πάχτωνε ένα μεγάλο κομμάτι γης καί το έχτιζε με εκατοντάδες σπίτια πού τα νοίκιαζε ή τα πουλούσε.

Η ανάπτυξη της οικοδομικής βιομηχανίας προσέλκυσε στίς πόλεις ένα τεράστιο αριθμό εργατών άπ’ τα χωριά. Η βιομηχανία αυτή είναι, καθως γνωρίζετε, αρκετά περίπλοκη καί απαιτεί τους πιο διαφορετικούς εργάτες. Χρειάζεται ξυλουργούς, επιπλοποιούς, μπογιατζήδες, χτίστες, σοβατζήδες, με μια λέξη, όλους τους εργάτες, πού δεν ασχολούνται μόνο με το χτίσιμο των σπιτιών, αλλά καί με τον εξοπλισμό καί τη διαρρύθμιση.

Ετσι ή κρίση του 1857/58 επέδρασε ιδιαίτερα έντονα σ’ αυτούς τους κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής. Αφησε άνεργες τεράστιες μάζες εργατών, δημιούργησε έναν εφεδρικό στρατό από άνεργους, πού ανταγωνίζονταν τους απασχολούμενους εργάτες. Οί επιχειρηματίες αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός αυτό καί ν’ ασκήσουν άπ’ τη μεριά τους πίεση πάνω στους εργάτες, να ελαττώσουν τα μεροκάματα καί να αυξήσουν τίς ώρες της δουλιάς.

Για μεγάλη τους έκπληξη όμως, οί εργάτες απάντησαν σ’ αυτό, το 1859, με μια μαζική απεργία. Ήταν μια άπ’ τίς πιο μεγάλες απεργίες στο Λονδίνο. Για ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη των επιχειρηματιών, ή απεργία των οικοδόμων υποστηρίχτηκε κι από άλλες ομάδες εργατών άπ’ όλους τους νεοδημιουργημένους βιομηχανικούς κλάδους. Αυτή ή απεργία των οικοδόμων το 1859 τράβηξε την προσοχή της Εύρωπης εξίσου με τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα πού διαδραματίζονταν τότε. Ακόμα καί στίς εφημερίδες καί τα περιοδικά της Μόσχας βρήκα ανταποκρίσεις γι’ αυτή την απεργία, πού ήταν πιο ακριβείς άπ’ αυτές πού βρίσκω μερικές φορές σε σοβιετικές εφημερίδες για μερικές απεργίες πού συμβαίνουν στη Δυτική Ευρώπη.

Σέ συνδυασμό μ’ αυτή την απεργία έγιναν μια σειρά από εκδηλώσεις καί μαζικές συγκεντρώσεις. Ανάμεσα στους ομιλητές συναντάμε συχνά τον εργάτη Κρέμερ. Σέ μια μαζική συγκέντρωση στο Χάιντ Πάρκ, δηλώνει ότι ή απεργία των οικοδόμων είναι ή πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομία της εργασίας καί την οικονομία του κεφαλαίου. Έκτος άπ’ αυτόν κι άλλοι εργάτες, όπως ό Ότζερ, αναπτύσσουν μεγάλη προπαγανδιστική δραστηριότητα. Πρέπει να πω, ότι ή περίφημη συνομιλία ανάμεσα στον εργάτη καί τον καπιταλιστή, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου — μια άπ’ τίς πιο λαμπρές σελίδες στο Κεφάλαιο - είναι σε μερικά σημεία σχεδόν κατά λέξη επανάληψη των προκηρύξεων, πού κυκλοφόρησαν άπ’ τους εργάτες στη διάρκεια της απεργίας του 1859-1860.

Το αποτέλεσμα αυτής της απεργίας, πού τέλειωσε μετά από λίγο καιρό μ’ ένα συμβιβασμό, ήταν να οργανωθεί στο Λονδίνο για πρώτη φορά ένα Συμβούλιο των Συνδικάτων. Επικεφαλής αυτού του συμβουλίου βρίσκονταν τρία πρόσωπα: ό Ότζερ, ό Κρέμερ καί ό Χάουελ. Είναι όλοι τους εργάτες, πού θα τους συναντήσετε στο πρώτο γενικό συμβούλιο της Πρώτης Διεθνούς. Απ’ το 1861 κιόλας, το Συμβούλιο των Συνδικάτων του Λονδίνου είναι μια άπ’ τίς ισχυρότερες οργανώσεις. Όπως καί τα δικά μας πρώτα σοβιέτ, μετατρέπεται ταυτόχρονα σε μια πολιτική οργάνωση. Προσπαθεί ν’ αντιδρά σ’ όλα τα γεγονότα πού απασχολούν τους εργάτες. Σύμφωνα με το πρότυπο του σχηματίζονται σε μερικά μέρη της Αγγλίας καί της Σκοτίας αντίστοιχα συμβούλια των συνδικάτων, έτσι πού το 1862 υπάρχουν πάλι στην Αγγλία έργατικές-ταξικές όργανωσεις.

Στήν πρώτη γραμμή βρίσκονται, σαν πολιτικά καί οικονομικά κέντρα, τα συμβούλια των εργατών.

Ας εξετάσουμε τώρα τη Γαλλία, όπου ή κρίση δεν είναι λιγότερο σφοδρή. Δεν επέδρασε μόνο στην υφαντουργική βιομηχανία, αλλά καί σ’ όλους τους τομείς της παραγωγής για τους οποίους καυχιέται ή παρισινή βιομηχανία. Σάς έχω ήδη πεί, ότι ό πόλεμος πού εξαπέλυσε το 1859 ό Ναπολέοντας, ήταν ένα άπ’ τα μέσα για να στραφει αλλού ή δυσαρέσκεια των εργατών. Στίς αρχές της δεκαετίας του 1860 ή κρίση αυτή επέδρασε ιδιαίτερα πάνω στην παρισινή βιομηχανία, πού έχει έναν εντελώς ξέχωρο χαρακτήρα: είναι μια βιομηχανία των λεγόμενων καλλιτεχνικών χειροτεχνημάτων.

Το Παρίσι ήταν όμως κι ένα τεράστιο αστικό κέντρο, πού είχε αναπτυχθεί έντονα τη δεκαετία του 1850 κι είχε μεταμορφωθεί με γρήγορο ρυθμό. Μια άπ’ τίς μεγάλες μεταρρυθμίσεις πού πραγματοποίησε ό Ναπολέοντας, ήταν ή ανοικοδόμηση μιας σειράς από παρισινές συνοικίες, ή καταστροφή των παλιών στενών δρόμων καί ή μετατροπή τους σε πλατιές λεωφόρους, όπου ήταν αδύνατο να στηθούν οδοφράγματα. Αυτή είναι ή λεγόμενη «χαουζμανοποίηση» του Παρισιού, γιατί ή ανοικοδόμηση πραγματοποιήθηκε από το φρούραρχο της πόλης Χάουζμαν. Οί συνέπειες ήταν οί ίδιες όπως καί στο Λονδίνο: ή συγκέντρωση μιας τεράστιας μάζας οικοδόμων. Αυτοί, μαζί με όλες τίς υποκατηγορίες τους, από τους ανειδίκευτους εργάτες μέχρι τους ειδικευμένους άπ’ τη μια μεριά, καί τους εργάτες πού απασχολούνταν με την παραγωγή άντικειμένων πολυτελείας απ την άλλη, αποτέλεσαν το κύριο οργανωτικό πλαίσιο για το νέο, μαζικό εργατικό κίνημα πού αναπτύχθηκε άπ’ τίς αρχές της δεκαετίας του 1860. Όταν θα γνωρίσετε από πιο κοντά την ιστορία της Πρώτης Διεθνούς στη Γαλλία, θα αντιληφθείτε αμέσως, ότι ή πλειοψηφία των μελών της, κι άπ’ αυτούς οί πιο διάσημοι, προέρχονταν μέσα από τους ειδικευμένους εργάτες της οικοδομικής βιομηχανίας.

Με την αναζωπύρωση του εργατικού κινήματος στις απαρχές της δεκαετίας του 1860, άναβιωνουν οί παλιές σοσιαλιστικές ομάδες. Κατά πρώτο λογο πρέπει ν’ αναφερθεί ό προυντονισμος. Την εποχή αυτή ό Προυντόν ζούσε ακόμα. Μετά τη φυλάκισή του, μετανάστευσε στο Βέλγιο κι άσκησε μια ορισμένη επιρροή πάνω στο εργατικό κίνημα, τόσο άμεσα όσο καί μέσω των οπαδών του. Ό προυντονισμός όμως πού διακήρυσσε τωρα, στις αρχές της δεκαετίας του 1860, ήταν πια διαφορετικός άπ’ αυτόν πού είχε αναπτύξει την εποχή πού τον πολεμούσε ό Μαρξ.

Τώρα είχε μετατραπεί σε μια απόλυτα ειρηνική θεωρία, προσαρμοσμένη στα μέτρα του νόμιμου εργατικού κινήματος. Οί προυντονιστές έβαλαν στόχο τους να βελτιωσουν την κατάσταση των εργατών, καί τα μέσα πού πρότειναν για να τον πετύχουν ήταν προσαρμοσμένα κυρίως στην κατάσταση των χειροτεχνών. Το πιο σημαντικό ήταν τα δάνεια, με μικρό ή καί καθόλου τόκο. Για το σκοπό αυτό συμβουλεύουν να οργανωθούν πιστωτικοί συνεταιρισμοί, πού τα μέλη τους θα όφειλαν να αλληλοβοηθούνται καί να ανταλλάσσουν υπηρεσίες. Από κεί προέρχεται καί ή έκφραση, πού σίγουρα την έχετε ήδη διαβάσει σε ρωσικα βιβλία: μουτουαλιστές, άνθρωποι πού αλληλοβοηθούνται. Μια εταιρία αμοιβαίας βοήθειας, χωρίς απεργίες, νομιμοποίηση των εργατικών ενώσεων, άτοκα δάνεια, άρνηση του άμεσου πολιτικου αγώνα, βελτίωση της κατάστασης μόνο με τον οικονομικό αγώνα — πού δεν πρέπει όμως να στρέφεται κατά των θεμελίων της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων - έτσι μπορεί να συνοψιστεί το πρόγραμμα των μουτουαλιστών εκείνης της εποχής πού ήταν πιο μετριοπαθείς άπ’ το δάσκαλο τους.

Πλάι στην ομάδα αυτή βρίσκουμε μια, ακόμα πιο δεξιά, πού διευθυνόταν από τους ανθρώπους του Σουμπάτωφ, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση πολύ γνωστή στους κατοίκους της Μόσχας. 15 Αυτοί προσπαθούσαν να εξαγοράσουν εργάτες με υλικές προσφορές. Αρχηγός ήταν ένας δημοσιογράφος, ό Αρμάν Λεβί, πού συνδεόταν κάποτε στενά με τους πολωνούς πρόσφυγες κι ήταν δάσκαλος των παιδιών του πολωνού ποιητή Μίκιεβιτς. Διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Πλόν-Πλόν, όπως ήταν το παρατσούκλι του αδερφού του Ναπολέοντα.

Η τρίτη ομάδα, πού αριθμητικά ήταν ή μικρότερη αλλά αποτελούνταν από επαναστάτες, ήταν ή ομάδα των μπλανκιστών, πού είχε ξαναρχίσει τότε τη δράση της ανάμεσα στους εργάτες καθως κι ανάμεσα στους διανοούμενους, το φοιτητόκοσμο καί τους συγγραφείς. Εδώ συναντάμε και τον Πωλ Λαφάργκ καί τον Σάρλ Λονγκέ. Κι οι δυο έγιναν αργότερα γαμπροί του Μαρξ.

Όλοι αυτοί οί νέοι καί οι εργάτες βρίσκονταν κάτω άπ’ την ισχυρή επιρροή του Μπλανκί, πού μολονότι ήταν τότε φυλακισμένος, διατηρούσε στενές σχέσεις με τους ελεύθερους συντρόφους του κι είχε συναντήσεις με τους έκπροσωπους αυτής της νεολαίας. Οί μπλανκιστές ήταν οί πιο αδιάλλακτοι εχθροί της ναπολεόντειας κυριαρχίας καί οι πιο παθιασμένοι συνωμότες αγωνιστές.

Αυτή ήταν ή κατάσταση του εργατικού κινήματος στην Αγγλία καί στη Γαλλία γύρω στο 1862, όταν διαδραματίστηκαν μερικά γεγονότα, πού επέφεραν μια στενότερη προσέγγιση ανάμεοα στούς γάλλους καί τους άγγλους εργάτες. Η εξωτερική αφορμή ήταν η οργάνωση της Παγκόσμιας Έκθεσης στο Λονδίνο. Αυτό το διεθνές παζάρι ήταν το προϊόν του νέου σταδίου της καπιταλιστικής παραγωγής, της μεγάλης βιομηχανίας, πού είχε μετατρέψει τις μεμονωμένες χώρες σε τμήματα της παγκόσμιας αγοράς. Η πρώτη έκθεση όργανωθηκε μετά την επανάσταση του Φλεβάρη στο Λονδίνο το 1851, ή δεύτερη στο Πάριοι το 1855, ή τρίτη πάλι στο Λονδίνο.

Με αφορμή την έκθεση αυτή άρχισε στο Παρίσι μια κίνηση ανάμεσα στους εργάτες. Η ομάδα των γάλλων οπαδών του Σουμπάτωφ, χρησιμοποιώντας τίς σχέσεις του Άρμάν Λεβί, απευθύνθηκε στον πρόεδρο της επιτροπής, πού θα όργάνωνε το γαλλικό τμήμα στην Εκθεση του Λονδίνου. Αυτός ό πρόεδρος ήταν ακριβώς ό γνωστός μας Πλόν-Πλόν, πού έδωσε τα χρήματα για τη μετάβαση μιας εργατικής άντιπροσωπείας στην έκθεση του Λονδίνου.

Αμέσως μετά άπ’ αυτό άναψαν διάφορες συζητήσεις σ’ όλα τα παρισινά εργαστήρια. Οί μπλανκιστές καταφέρονταν φυσικά με τη μεγαλύτερη οξύτητα εναντίον αυτής της ελεημοσύνης της κυβέρνησης. Μια ομάδα στην οποία υπερίσχυσαν οί μουτουαλιστές υποστήριζε μια άλλη άποψη. Χάραζε μια μενσεβιστική τακτική κι έλεγε: πρέπει νά επωφεληθούμε άπ’ τη νόμιμη δυνατότητα. Τα χρήματα δόθηκαν γενικά για το ταξίδι των εργατών. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να πετύχουμε, ή αντιπροσωπεία να εκλεγεί όχι άπ’ τα πάνω αλλά μέσα στα εργοστάσια. Θα χρησιμοποιήσουμε αυτές τίς εκλογές για προπαγάνδα και θα επιδιώξουμε να περάσουμε τους δικούς μας υποψήφιους.

Η άποψη της ομάδας αυτής, πού διευθυνόταν από τον Τολαίν και τον Περασόν, επικράτησε. Αποφασίστηκε να γίνουν εκλογές στα εργοστάσια καί εκλέχτηκαν σχεδόν ολα τα μέλη της ομάδας. Οί μπλανκιστές μποϋκοτάρησαν τίς εκλογές καί οί άνθρωποι του Σουμπάτωρ απέτυχαν όλοι. Ετσι όργανωθηκε ή εργατική αντιπροσωπεία από το Παρίσι. Είναι χαρακτηριστικό ότι κι από τη Γερμανία στάλθηκε επίσης μια αντιπροσωπεία στο Λονδίνο, ή οποία συνδεόταν με κείνη την ομάδα εργατών, πού είχε αναλάβει την οργάνωση του εργατικού συνεδρίου κι είχε αποταθεί στον Λασάλ.

Μ’ αυτό τον τρόπο ή Παγκόσμια Εκθεση στο Λονδίνο δημιούργησε τη δυνατότητα να συναντηθούν οί γάλλοι, οί άγγλοι καί οί γερμανοί εργάτες. Καί πράγματι συναντήθηκαν. Μερικοί ιστορικοί της Διεθνούς ανάγουν την αρχή της σ αυτή τη συγκέντρωση. Σάς έχω ήδη συστήσει το βιβλίο του συντρόφου Στέκλιοφ για την ιστορία της Διεθνούς. Ας δούμε τί γράφει γι’ αυτή την συνάντηση.

Αφορμή για την προσέγγιση καθώς καί για τη συνεννόηση ανάμεσα στους άγγλους καί τους ευρωπαίους εργάτες, αποτέλεσε ή Παγκόσμια Έκθεση του 1862 στο Λονδίνο... Στίς 5 Αυγούστου του 1862 έγινε επίσημη υποδοχή των εβδομήντα αντιπροσώπων των γάλλων εργατών από τους άγγλους συντρόφους τους. εκεί αναφέρθηκε ή ανάγκη να δημιουργηθεί ένας διεθνής σύνδεσμος ανάμεσα στους εργάτες πού σαν άνθρωποι, πολίτες καί εργαζόμενοι έχουν τα ίδια συμφέροντα καί έπιδιώξεις.

Δυστυχώς αυτό δεν είναι παρά ένας μύθος. Στήν πραγματικότητα αυτή ή συγκέντρωση, όπως έχω πει εδώ καί πολύ καιρό, είχε έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή καί την έγκριση των εκπροσώπων της αστικής τάξης καί των κυρίαρχων τάξεων. Καί οί λόγοι πού εκφωνήθηκαν δεν έθιγαν ούτε μια τρίχα των επιχειρηματιών, καί δεν ανησύχησαν ούτε έναν αστυνομικό, μιας καί από τη μεριά των άγγλων καπιταλιστών συμμετείχαν ακριβώς εκείνοι, πού κατά τη διάρκεια της απεργίας των οικοδόμων είχαν επιβάλει τα πιο αυστηρά μέτρα. Αρκεί να πούμε, ότι οί άγγλοι συνδικαλιστές σε ένδειξη διαμαρτυρίας δεν ειχαν συμμετάσχει καθόλου σ αυτή τη συγκέντρωση. Με κανένα τρόπο λοιπόν δε μπορούμε να τη θεωρούμε σαν απαρχή της Διεθνούς.

Μόνο ένα είναι σωστό: Όταν θα ‘ρχονταν οί εργάτες άπ’ τη Γαλλία καί τη Γερμανία, θα συναντιόντουσαν με τους γάλλους καί τους γερμανούς εργάτες πού είχαν μεταναστεύσει μετά το 1848. Καί ό τόπος συνάντησης για τους εργάτες των διάφορων εθνοτήτων στίς δεκαετίες του 1850 καί 1860, ήταν ή ήδη γνωστή σας Εργατική Μορφωτική Ενωση, πού είχε ιδρυθεί το 1840 από τον Σάπερ καί τους συντρόφους του. Το εστιατόριο καί το μπαρ αυτής της ένωσης βρίσκονταν ακριβώς στη συνοικία, όπου καί τότε καί αργότερα κατοικούσαν οί ξένοι. Ήταν ένα κέντρο ακόμα καί στα κατοπινά χρόνια, μέχρι τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω προσωπικά, όταν πήγα στο Λονδίνο, για να εργαστώ το 1909 καί 1910 στο Βρετανικό Μουσείο. Δεν υπήρχε άλλο μέρος πού να μπορούσες να συναντήσεις τόσο πολλούς ξένους εργάτες. Η αγγλική κυβέρνηση έσπευσε να κλείσει τη λέσχη αυτή αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου.

Έτσι,άναμφιβολα συναντήθηκαν μερικά μέλη της γαλλικής αντιπροσωπείας με παλιούς γάλλους εξόριστους, κι οί γερμανοί εργάτες από τη Λειψία καί το Βερολίνο ξανασυνάντησαν τους παλιούς συντρόφους τους. Είναι φανερό πώς αυτές ήταν μόνο τυχαίες επαφές, πού από μόνες τους δε μπορούσαν να οδηγήσουν στην ίδρυση της Διεθνούς, όπως δεν το μπορούσε κι ή συγκέντρωση στίς 5 του Αυγούστου, στην όποια ό σύντροφος Στέκλωφ, άκολουθωντας κι άλλους ιστορικούς, αποδίδει μια τόσο μεγάλη σπουδαιότητα.

Την κατάσταση ήρθαν να βοηθήσουν δυο πολύ σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν ό εμφύλιος πόλεμος στίς Ηνωμένες Πολιτείες. Σάς έχω ήδη έξιστορίσει, ότι ή κατάργηση της δουλείας ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η διαμάχη για το ζήτημα αυτό οξύνθηκε τόσο πολύ, καί οδήγησε σε μια τόσο έντονη σύγκρουση ανάμεσα στίς πολιτείες του Νότου καί του Βορρά, ώστε οί πρώτες για να διατηρήσουν τη δουλεία, αποφάσισαν να άποχωριστούν καί να σχηματίσουν μια αυτόνομη δημοκρατία. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ένας πόλεμος πού είχε απρόσμενα καί δυσάρεστα επακόλουθα για ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο. Οί πολιτείες του Νότου είχαν τότε σχεδόν το μονοπώλιο της παραγωγής βαμβακιού σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το αιγυπτιακό βαμβάκι δεν έπαιζε ακόμα κανένα ρόλο. καί το βαμβάκι των Ανατολικών Ινδιών καί του Τουρκεστάν ήταν ανύπαρκτο. Μ’ αυτό τον τρόπο ή Ευρώπη έμεινε ξαφνικά χωρίς βαμβάκι. Τη στιγμή ακριβώς πού ολόκληρη ή βιομηχανία είχε γενικά συνέρθει εντελώς άπ’ την κρίση του 1857-58, ξέσπασε σ ένα τόσο σημαντικό κλάδο της ύφαντουργίας, όπως είναι βαμβακουργία, μια φοβερή κρίση, πού επηρέασε όχι μόνο την αγγλική, αλλά καί τη γαλλική, τη γερμανική καί ακόμα καί τη δική μας νεαρή βαμβακουργία. Η έλλειψη βαμβακιού επέφερε μια σημαντική ανατίμηση καί στίς άλλες πρώτες υλες της υφαντουργικής βιομηχανίας. Φυσικά οί μεγάλοι καπιταλιστές υπέφεραν λιγότερο άπ’ όλους, όμως οί μικροί καί οί μεσαίοι καπιταλιστές έσπευσαν να κλείσουν τα εργοστάσια τους. Δεκάδες χιλιάδες, καί μάλιστα εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες στην Ευρώπη, απειλούνταν να πεθάνουν της πείνας.

Η κυβέρνηση αρκούνταν σ’ ευτελείς ελεημοσύνες. Οί άγγλοι εργάτες, πού μόλις πριν λίγο καιρό, στην απεργία των οικοδόμων, είχαν δωσει το παράδειγμα της αλληλεγγύης, άρχισαν καί τωρα να οργανώνουν τη βοήθεια. Η πρωτοβουλία ξεκίνησε άπ’ το Συμβούλιο των Συνδικάτων του Λονδίνου. Οργανώθηκε μια ειδική επιτροπή, ανάμεσα στα μελη της οποίας συναντάμε ήδη γνωστά μας ονόματα. Στή Γαλλία οργανώθηκε επίσης μια ειδική επιτροπή με τον ιδιο σκοπό. Επικεφαλής της ήταν εκπρόσωποι της ομάδας πού είχε κάνει τις εκλογές της εργατικής αντιπροσωπείας για την Εκθεση του Λονδίνου.

Οί δυο επιτροπές ήρθαν σ έπαφή. Ετσι οί άγγλοι καί οι γάλλοι εργάτες είχαν μια νέα απόδειξη για το στενό δεσμό πού υπάρχει ανάμεσα στα συμφέροντα των εργατών των διάφορων χωρών. Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν, ό εμφύλιος πόλεμος στις Ήνωμένες Πολιτείες ήταν ή αιτία πού προκάλεσε μια εξαιρετικά σφοδρή αναταραχή σ’ ολόκληρη την οικονομική ζωή της Ευρώπης, κι έπληξε με την ίδια ορμή τους άγγλους, τους γάλλους, τους γερμανούς, ακόμα καί τους ρώσους εργάτες στίς επικράτειες της Μόσχας καί του Βλαντιμίρ. Γιαυτό, στον πρόλογο του πρωτου τόμου του Κεφαλαίου, ό Μαρξ γράφει ότι ό αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος το 19ο αίωνα, έπαιξε για την εργατική τάξη τον ίδιο ρόλο του σήμαντρου, όπως τον είχε παίξει το 19ο αίωνα ό αμερικάνικος πόλεμος της ανεξαρτησίας κατά της Αγγλίας για τη γαλλική αστική τάξη καί για τη μεγάλη γαλλική επανάσταση.

Ενα δεύτερο γεγονός ενδιέφερε εξίσου τους εργάτες των διαφορών χωρών. Στή Ρωσία εκείνη ακριβώς την εποχή καταργήθηκε ή δουλοπαροικία. Επρεπε να πραγματοποιηθούν καί σ’ άλλους κλάδους της κρατικής καί οικονομικής ζωής κάμποσες ακόμα μεταρρυθμίσεις. Ταυτόχρονα ενισχυόταν το επαναστατικό κίνημα, πού είχε ακόμα πιο ριζοσπαστικές διεκδικήσεις. Οί γειτονικές περιοχές κινητοποιήθηκαν, ανάμεσα τους κι η Πολωνία. Η τσαρική κυβέρνηση άρπαξε την ευκαιρία, ώστε μ’ ένα χτύπημα να απαλλαγεί καί από την εξωτερική καί από την έσωτερική ανταρσία. Προκαλεί μια εξέγερση στην Πολωνία καί ταυτόχρονα με τη βοήθεια του Κάτκωφ κι άλλων πουλημένων συγγραφίσκων υποδαυλίζει ένα μεγαλορωσικό κραυγαλέο πατριωτισμό. Για να καταπνιγεί ή πολωνική εξέγερση, στέλνεται εκεί ο περιβόητος δήμιος Μουράβγιωφ κι άλλα παρόμοια κτήνη.

Στή Δυτική Εύρωπη, οπού ό ρώσικος τσαρισμός είναι παντού μισητός, οί ξεσηκωμένοι πολωνοί, όπως καί το 1831, προκαλούν ζωηρά αισθήματα αλληλεγγύης. Οί κυβερνήσεις εγγυώνται απόλυτη ελευθερία δράσης σ αυτούς πού υποστηρίζουν τους πολωνούς επαναστάτες, για να δώσουν έτσι μια κάποια διέξοδο στην ογκούμενη δυσαρέσκεια των εργατών. Οργανώνονται εκδηλώσεις καί στη Γαλλία σχηματίζεται μια επιτροπή με επικεφαλής τους ήδη γνωστούς μας Τολαίν καί Περασόν. Στήν Αγγλία την κίνηση αλληλεγγύης με την Πολωνία τη διευθύνουν ό Κρέμερ καί ό Ότζερ απ’ τη μεριά των εργατών, καί ό καθηγητής Μπήζλυ απ’ τη μεριά των ριζοσπαστών διανοουμένων.

Τον Απρίλη του 1863 συγκαλούν μια τεράστια μαζική συγκέντρωση στο Λονδίνο, οπου ό Κρέμερ, σ’ ένα λόγο του, τάσσεται απόλυτα στο πλευρό των πολωνών. Πρόεδρος είναι ό καθηγητής Μπήζλυ. Η συγκέντρωση παίρνει μια απόφαση, από κοινού με τους γάλλους εργάτες να ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις για να προκαλέσουν μια επέμβαση υπέρ της Πολωνίας. Αποφασίζεται να οργανωθεί μια διεθνής συγκέντρωση. Αυτή πραγματοποιείται στίς 22 Ιούλη του 1863 στο Λονδίνο. Πρόεδρος είναι πάλι ό Μπήζλυ.

Στ’ όνομα των άγγλων εργατών μίλησαν ό Οτζερ καί ό Κρέμερ, στ όνομα των γάλλων ό Τολαίν. Ολοι τους απέδειξαν την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη Πολωνία. Αυτό ήταν το μοναδικό θέμα των άγορεύσεων. Την επόμενη μέρα όμως πραγματοποιήθηκε μια νέα συγκέντρωση, πού οί ιστορικοί της Διεθνούς συνήθως δεν την αναφέρουν. Όργανώθηκε με πρωτοβουλία του Συμβουλίου των Συνδικάτων του Λονδίνου, αυτή τη φορά χωρίς τη συμμετοχή αστικών στοιχείων. Ό Ότζερ επισήμανε την ανάγκη για μια στενότερη επαφή ανάμεσα στους άγγλους καί τους ευρωπαίους εργάτες. Το πρόβλημα τέθηκε πρακτικά. Σάς έχω πεί ήδη, οτι οί άγγλοι εργάτες έπρεπε να υπολογίζουν σ ένα μεγάλο ανταγωνισμό των γάλλων καί των βέλγων, αλλά ιδιαίτερα των γερμανών εργατών. Στίς αρχές της δεκαετίας του 1860 στα αρτοποιεία, πού τελικά πέρασαν στα χέρια των μεγάλων επιχειρηματιών, εργάζονταν σε μεγάλο ποσοστό γερμανοί εργάτες. Στή βιομηχανία οικοδομών, έπίπλων καί έργων τέχνης εργάζονται πολυάριθμοι γάλλοι. Γιαυτό οί άγγλοι συνδικαλιστές έδιναν ιδιαίτερη βαρύτητα σε κάθε δυνατότητα να ασκούν επιρροή πάνω στους ξένους εργάτες, πού είχαν έρθει στην Αγγλία, κι αυτό ήταν πιο εύκολο να το πετύχουν με τη βοήθεια μιας οργάνωσης, πού θα συνένωνε τους εργάτες των διάφορων εθνοτήτων.

Αποφασίστηκε, οτι οί άγγλοι εργάτες όφειλαν να στείλουν στους γάλλους εργάτες ένα αντίστοιχο χαιρετιστήριο μήνυμα. Πέρασαν σχεδόν τρείς μήνες προτού το μήνυμα αυτό δοθεί για έγκριση στους συνδικαλιστές του Λονδίνου. Είχε συνταχθεί κυρίως απ τον Ότζερ, πού σίγουρα το είχε εμπνευστεί από μια παρόμοια επιστολή αλληλεγγύης πού είχε στείλει ό συνάδερφος του Τόμας Χάρντυ, στα τέλη του 18ου αιώνα, στους γάλλους επαναστάτες.

Την εποχή εκείνη ή πολωνική εξέγερση είχε πια κατασταλεί με ανήκουστη ωμότητα από τους τσαρικούς δήμιους. Το χαιρετιστήριο μήνυμα δε θυμίζει σχεδόν καθόλου την εξέγερση. Για να σας δωσω μια ιδέα του χαρακτήρα της, θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα.

Η αδελφοσύνη των λαών είναι απόλυτα αναγκαία για το συμφέρον των εργατών. Γιατί κάθε φορά πού προσπαθούμε να βελτιώσουμε τη θέση μας με τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας ή με την αύξηση του μεροκάματου, οί καπιταλιστές μας απειλούν οτι θα φέρουν γάλλους, βέλγους, γερμανούς εργάτες, πού μπορούν να κάνουν τη δουλιά μας με μικρότερο μισθό. Δυστυχώς συχνά ή απειλή αυτή πραγματοποιείται. Σ’ αυτό φυσικά δε φταίει ή κακή θέληση των ευρωπαίων συναδέρφων μας, αλλά αποκλειστικά ή έλλειψη σωστών συνδέσμων ανάμεσα στους μισθωτούς εργάτες των διάφορων χωρών. Ελπίζουμε όμως πώς αυτή ή κατάσταση σύντομα θα τερματιστεί, γιατί ή επιδίωξη μας να εξισώσουμε τους μισθούς των κακοπληρωμένων εργατών με τους μισθούς εκείνων πού πληρώνονται καλύτερα, θα εμποδίσει τους επιχειρηματίες να μας εμπαίζουν βάζοντας μας να τσακωνόμαστε μεταξύ μας, ωστε σύμφωνα με το κερδοσκοπικό τους πνεύμα να υποβιβάζουν το βιοτικό μας επίπεδο όσο το δυνατό πιο χαμηλά.

Το χαιρετιστήριο μήνυμα μεταφράστηκε στα γαλλικά άπ’ τον καθηγητή Μπήζλυ και στάλθηκε στο Παρίσι μόλις το Νοέμβρη του 1863. Στό Παρίσι χρησιμοποιήθηκε σαν προπαγανδιστικό υλικό στα εργοστάσια. Η απάντηση όμως των γάλλων εργατών άργησε πολύ. Ό λόγος ήταν ότι στο Παρίσι προετοιμάζονταν τότε για τίς επικείμενες συμπληρωματικές εκλογές της νομοθετικής συνέλευσης (όπως ονομαζόταν τότε το κοινοβούλιο), πού θα παραγματοποιουνταν το Μάρτη του 1864. Μια ομάδα εργατών, επικεφαλής της οποίας βρίσκουμε πάλι τον Τολαίν καί τον Περασόν, έθεσε ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα: πρέπει οι έργάτες να προτείνουν τους δικούς τους υποψήφιους ή να αρκεστούν στην υποστήριξη των ριζοσπαστών υποψηφίων; Μ’ άλλα λόγια: πρέπει να διαχωριστούν απ’ την αστική αντιπολίτευση καί να εμφανιστούν μ’ ένα ξεχωριστό πρόγραμμα, ή να ακολουθήσουν πίσω άπ’ τα αστικά κόμματα; Το πρόβλημα αυτό συζητήθηκε έντονα στα τέλη του 1863 καί στίς αρχές του 1864. Αποφασίστηκε να εμφανιστούν ξεχωριστά καί να προβάλουν σαν υποψήφιο τον Τολαίν. Μαζί μ αυτό πάρθηκε ή απόφαση να τεκμηριωθεί αυτή η ρήξη με την αστική δημοκρατία, σ ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα, το οποίο απ τον αριθμό των υπογραφών πήρε το όνομα Μανιφέστο των Εξήντα.

Στό θεωρητικό του μέρος, στην κριτική πού υποβάλλει την αστική τάξη πραγμάτων, το μανιφέστο αυτό υποστηρίζει όλοκληρωτικά την άποψη του Προυντόν. Ταυτόχρονα ομως ξεφεύγει ολότελα άπ’ το πολιτικό πρόγραμμα του δασκάλου, υποστηρίζει την αναγκαιότητα μιας ξέχωρης πολιτικής οργάνωσης για τους εργάτες καί απαιτεί να προτείνει ή εργατική τάξη δικούς της υποψήφιους για να υποστηρίξουν στο κοινοβούλιο τα συμφέροντα των εργατών.

Ό Προυντόν επιδοκίμασε μ’ ενθουσιασμό το Μανιφέστο των Εξήντα, καί μ αύτη την αφορμή έγραψε ένα βιβλίο, πού αποτελεί ένα απ’ τα καλύτερα έργα του. Το επεξεργάστηκε στους τελευταίους μήνες της ζωής του, αλλά πέθανε προτού να δημοσιευτεί. Το βιβλιαράκι αυτό έχει τον τίτλο Για την Πολιτική Ικανότητα της Εργατικής Τάξης. Ό Προυντόν αναγνωρίζει για πρώτη φορά στην εργατική τάξη το δικαίωμα να έχει μια ανεξάρτητη ταξική οργάνωση. Μόλο πού, τόσο στο ζήτημα της απεργίας όσο καί στο ζήτημα των συνεταιρισμών αμοιβαίας βοήθειας, επιμένει στην παλιά του άποψη, το βιβλίο αυτό θυμίζει περισσότερο άπ’ όλα το πρώτο του έργο. Για την Ιδιοκτησία, τόσο στο πνεύμα της διαμαρτυρίας κατά της αστικής κοινωνίας, οσο καί στην προλεταριακή του τάση. Αυτή ή υπεράσπιση της εργατικής τάξης έγινε ένα άπ’ τα δημοφιλέστερα βιβλία των γάλλων εργατών. Όταν κανείς μιλάει για την επιρροή του προυντονισμού στην εποχή της Πρώτης Διεθνούς, δεν πρέπει να ξεχνάει, ότι πρόκειται για τη μορφή εκείνη του προυντονισμού, πού είχε διαμορφωθεί μετά τη δημοσίευση του Μανιφέστου των Εξήντα. Μ’ αυτήν άκριβώς τη μορφή ό προυντονισμός άσκησε μεγάλη επιρροή καί στίς απόψεις των επαναστατών διανοούμενων στη Ρωσία.

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος μέχρι πού να συντάξουν οι παρισινοί εργάτες την απαντητική επιστολή. Εκλέχτηκε μια ειδική αντιπροσωπεία για να τη μεταφέρει στο Λονδίνο. Για την υποδοχή αυτής της αντιπροσωπείας οργανώθηκε στίς 28 Σεπτέμβρη του 1864 μια συγκέντρωση στην αίθουσα του Αγίου Μαρτίνου, πού ήταν ένα πολύ γνωστό τότε κτίριο στο κέντρο της πόλης. Πρόεδρος ήταν ό Μπήζλυ. Η αίθουσα ήταν άσφυχτικά γεμάτη. Στήν αρχή ό Ότζερ διάβασε μια προσφωνηση των άγγλων εργατών. Ό απαντητικός χαιρετισμός διαβάστηκε από τον Τολαίν. Δίνω εδώ ένα μικρό απόσπασμα:

Η βιομηχανική πρόοδος, ό καταμερισμός της εργασίας, το ελεύθερο εμπόριο — αυτοί είναι οι τρεις παράγοντες πού πρέπει να μας απασχολήσουν, γιατί υπόσχονται μια θεμελιακή αλλαγή της κοινωνίας. Οί καπιταλιστές, κάτω άπ’ την πίεση των περιστάσεων, ακολουθώντας τίς απαιτήσεις της εποχής, συνασπίστηκαν σε παντοδύναμες οικονομικές καί βιομηχανικές ενώσεις. Αν δεν πάρουμε αμυντικά μέτρα θα συντριβούμε αλύπητα. Εμείς, οί εργάτες όλων των χωρών, πρέπει να συνενωθούμε καί να βάλουμε ένα αμετάκλητο τέλος σε μια τάξη πραγμάτων, πού απειλεί να διαιρέσει την ανθρωπότητα σε μια μάζα λιμοκτονούντων καί σε ζωώδη κατάσταση υποβιβασμένων ανθρώπων άπ’ τη μια, καί σε μια κλίκα πλουτοκρατών καί καλοθρεμμένων απ την άλλη. Για να πετύχουμε το σκοπό αυτό θ’ αναπτύξουμε αλληλεγγύη μεταξύ μας.

Οί γάλλοι εργάτες είχαν μάλιστα φέρει μαζί τους καί το σχέδιο μιας τέτοιας όργάνιοσης: στο Λονδίνο θα συγκροτηθεί μια Κεντρική Επιτροπή από αντιπρόσωπους όλων των χωρών, καί σ’ όλες τίς πρωτεύουσες της Ευρώπης θα δημιουργηθούν υποεπιτροπές, πού θα βρίσκονται σ’ επαφή μ’ αύτη την Κεντρική Επιτροπή πού θα έθετε στην κρίση τους το κάθε πρόβλημα. Το κέντρο θα συγκεντρώνει τ’ αποτελέσματα αυτής της συζήτησης. Για τον οριστικό καθορισμό του οργανωτικού σχήματος, θα πρέπει να συγκληθεί ένα διεθνές συνέδριο στο Βέλγιο.

Θα με ρωτήσετε, σύντροφοι: καί πού είναι ό Μαρξ, ποια ήταν ή συμμετοχή του σ’ όλα αυτά; Καμιά απολύτως. Σκόπιμα σας περιέγραψα τόσο διεξοδικά το πώς προετοιμάστηκε ή 28 Σεπτέμβρη του 1864, ή μέρα πού προσδιορίζουμε σαν την απαρχή της ιστορίας της Πρωτης Διεθνούς, για να ξέρετε, πώς ολα τα βήματα πού έγιναν σ’ αυτή τη συγκέντρωση, άπ’ το πρώτο μέχρι το τελευταίο, ήταν έργο των ιδιων των εργατών. Μέχρι τώρα δε μπόρεσα ουτε μια φορά ν’ αναφέρω το όνομα του Μαρξ. Ωστόσο, στην αξιομνημόνευτη εκείνη μέρα, βρισκόταν σαν καλεσμένος στη συνέλευση. Πώς ήρθε όμως σ’ αύτη τη συγκέντρωση; Την απάντηση μας τη δίνει ένα μικρό σημείωμα, πού το βρήκα τυχαία ανάμεσα σε διάφορα χαρτιά του Μαρξ.

Προς τον κ. Μαρξ! Η οργανωτική επιτροπή της συγκέντρωσης, Σάς παρακαλεί εύσεβάστως να μη μας αρνηθείτε την παρουσία Σας σ’ αυτήν. Η επίδειξη του σημειωματος θα Σάς επιτρέψει την εισοδο στο χώρο, όπου στις 1930 θα συνέλθει η επιτροπή. Ό αφοσιωμένος Σας Κρέμερ.

Όταν βρήκα την επιστολή αυτή διερωτήθηκα: Τι έκανε τον Κρέμερ να καλέσει τον Μαρξ; Γιατί δεν προσκλήθηκαν καί πολλοί άλλοι εξόριστοι, πού ήταν εγκατεστημένοι τότε στο Λονδίνο καί συνδέονταν πιο στενά με τους γάλλους ή τους άγγλους; Γιατί εκλέχτηκε στην επιτροπή της μελλοντικής Διεθνούς Ενωσης;

Σχετικά μ’ αυτά, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Το πιο πιθανό είναι το έξης: Σάς έχω ήδη επισημάνει το ρόλο που έπαιζε ή γερμανική Εργατική Ένωση σαν τόπος συγκέντρωσης στο Λονδίνο, όπου συναντιόντουσαν οί εργάτες των διάφορων εθνικοτήτων. Η σημασία της σαν τόπου συγκέντρωσης μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν οί ίδιοι οί άγγλοι κατάλαβαν, πώς είναι απαραίτητο να συνενωθούν με τους γερμανούς εργάτες, για να αμβλύνουν τις επιζήμιες συνέπειες πού γεννιούνταν άπ’ τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών, πού οί επιχειρηματίες τους προσειλκυαν στο Λονδίνο μέσου διαφορών πρακτόρων. Από κει προέκυψαν στενές προσωπικές σχέσεις με τα μέλη της παλιάς Ένωσης των Κομμουνιστών, τον Έκάριους, τον Λέσνερ καί τον Πφαίντερ. Οί δυο πρώτοι απασχολούνταν σ’ ένα εργοστάσιο ραφτικής, ό τρίτος εργαζόταν σαν μπογιατζής καί ελαιοχρωματιστής στις οικοδομές. Όλοι τους πήραν ενεργό μέρος στην κίνηση των συνδικάτων του Λονδίνου, καί γνωρίζονταν καλά με τους οργανωτές καί ηγέτες του Συμβουλίου των Συνδικάτων του Λονδίνου. Εύκολα πια μπορείτε να μαντέψετε, ότι μέσω αυτών ό Ότζερ καί ό Κρέμερ γνωρισαν καί το δόκτορα Μαρξ, πού την εποχή εκείνη ακριβώς είχε άνανεωσει τίς σχέσεις του με τη γερμανική Εργατική Ενωση.

Ό πραγματικός ρόλος του Μαρξ, πού καθως βλέπετε δεν ήταν ό ιδρυτής της Πρώτης Διεθνούς, αλλά έγινε πολύ σύντομα ό πνευματικός της αρχηγός, αρχίζει αμέσως μετά την ίδρυση της. Όπως είδατε, ή επιτροπή πού εκλέχτηκε στη συγκέντρωση της 28 του Σεπτέμβρη, ουσιαστικά δεν πήρε καμιά απολύτως εντολή. Δεν είχε ούτε πρόγραμμα, ούτε καταστατικό ούτε καν όνομα. Στό Λονδίνο υπήρχε τότε ήδη μια διεθνής εταιρία, ή «Γενική Ενωση», ή οποία πρόσφερε στην επιτροπή τη φιλοξενία της. Κι αν διαβάσετε τα πρακτικά άπ’ την πρώτη συγκέντρωση της επιτροπής, θα βρείτε εκεί καί τους αντιπρόσωπους αυτής της Ενωσης, πολύ καλοπροαίρετους μπουρζουάδες. Οί εκπρόσωποι της Ένωσης πρότειναν στη νέα επιτροπή να μην ιδρύσει κάποια καινούργια εταιρία, άλλοι μιλούσαν για την οργάνωση μιας νέας διεθνούς ένωσης, στην οποία θα μπορούσαν να προσχωρήσουν όχι μόνο εργάτες, αλλά κι όλοι όσοι επιθυμούσαν μια διεθνή συνένωση καί βελτίωση της οικονομικής καί πολιτικής κατάστασης των εργαζόμενων μαζών. Καί μόνο χάρη στην πίεση δύο εργατών, του Έκάριους καί του Γουίτλοκ, ενός παλιού χαρτιστή, αποφασίστηκε να δοθεί στην καινούργια ένωση το όνομα «Διεθνής Ένωση των Εργατών». Η πρόταση αυτή υποστηρίχτηκε από τους άγγλους, πού ανάμεσα τους υπήρχαν μερικοί χαρτιστές - μέλη της παλιάς «Ενωσης των Εργατών», του λίκνου του χαρτιστικού κόμματος.

Το καινούργιο όνομα έδινε άπ’ τα πρίν τον καθορισμένο χαρακτήρα της νέας διεθνούς ένωσης. Απώθησε αμέσως τους φρόνιμους εκείνους αστούς πού μετείχαν στη Γενική Ενωση. Αυτοί ζήτησαν αμέσως άπ’ την επιτροπή να στεγαστεί κάπου αλλού. Για καλή τους τύχη, τα μέλη της επιτροπής κατάφεραν να βρουν ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη γερμανική εργατική ένωση, στη συνοικία όπου ζούσαν οί εξόριστοι καί οί ξένοι εργάτες.

Μόλις βαφτίστηκε ή Ενωση, άρχισε να συντάσσεται το πρόγραμμα καί το καταστατικό. Για να περάσει μια απόφαση, πρέπει να εξασφαλιστεί μια πλειοψηφία. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά κάθε μέλος της όποιας περιφερειακής επιτροπής. Τα μέλη της επιτροπής της Διεθνούς το γνώριζαν εξίσου καλά. Καί φυσικά δεν παρέλειπαν, όσο προετοιμάζονταν για τη συνεδρίαση, να κερδίσουν φίλους. Το μόνο κακό ήταν πώς ή επιτροπή αποτελούνταν άπ’ τα πιο διαφορετικά στοιχεία. Υπήρχαν κατά πρώτο λόγο οί άγγλοι, πού κι αυτοί διασπάστηκαν σε διάφορες ομάδες. Ανάμεσα τους υπήρχαν συνδικαλιστές, παλιοί χαρτιστές, υπήρχαν ακόμα καί παλιοί οουενιστές, οπαδοί του μεγάλου ουτοπιστή Όουεν. Υπήρχαν οί γάλλοι, πού δύσκολα τα βγάζαν πέρα με τα οικονομικά προβλήματα, αλλά θεωρούνταν ειδικοί της επανάστασης. Υπήρχαν οί ιταλοί, πού είχαν τότε πολύ μεγάλη επιρροή, γιατί καθοδηγούνταν από ένα πολύ δημοφιλή στους άγγλους επαναστάτη, τον Ματσίνι, πού ήταν ένθερμος δημοκράτης καί συνάμα θρησκόληπτος άνθρωπος. Υπήρχαν επίσης πολωνοί εξόριστοι, για τους οποίους το πιο σημαντικό ήταν το πολωνικό πρόβλημα.

Τέλος υπήρχαν καί μερικοί γερμανοί, πού ήταν όμως όλοι παλιά μέλη της Ενωσης των Κομμουνιστών - ό Έκάριους, ό Λέσνερ, ό Λόχνερ, ό Πφαίντερ καί τέλος ό Μαρξ. Υποβλήθηκαν διάφορα σχέδια. Έκτος άπ’ το γνωστό μας γαλλικό, υποβλήθηκε κι ένα ιταλικό, πού είχε φτιαχτεί πάνω στο ίδιο πρότυπο. Στήν υποεπιτροπή πού ανήκε, ό Μαρξ υποστήριξε τίς θέσεις του καί τελικά του προτάθηκε να εκθέσει το σχέδιο του στην ολομέλεια της επιτροπής. Στήν τέταρτη συνεδρίαση — να θυμόσαστε πως έγινε την 1η Νοέμβρη του 1864 — το σχέδιο του Μαρξ εγκρίθηκε με μερικές ασήμαντες συντακτικές τροποποιήσεις άπ’ τη συντριπτική πλειοψηφία.

Πώς έγινε αυτό; Πρέπει άπ’ τα πρίν να σας πω, έστω κι αν κινδυνεύω να εκθέσω στα μάτια σας τον Μαρξ, ότι αυτό δεν έγινε χωρίς κάποιους συμβιβασμούς. Ό συμβιβασμός βρισκόταν στο γεγονός, όπως έγραψε ό ιδιος ό Μαρξ στο γράμμα του προς τον Ένγκελς, ότι «υποχρεώθηκε να περιλάβει στο καταστατικό καί στο πρόγραμμα μερικές λεξουλες, όπως αλήθεια, ηθική καί δικαιοσύνη», αλλά τίς περιέλαβε έτσι «πού να μη μπορούν να βλάψουν». 16

Δε βρίσκεται όμως εκεί το μυστικό της επιτυχίας του Μαρς, το μυστικό για το πώς κατόρθωσε, σε μια τόσο ανομοιογενή συνέλευση, να πετύχει τη σχεδόν ομόφωνη αποδοχή των θέσεων του. Το μυστικό πρέπει ν’ αναζητηθεί στην ασυνήθιστη επιδεξιότητα — καί τούτο το αναγνώρισε ακόμα κι ό Μπακούνιν, ένας από τους άσπονδους αντίπαλους του Μαρξ – με την οποία συντάχτηκε το ιδρυτικό μανιφέστο της Διεθνούς. Όπως ομολογεί ό Μαρξ στο ιδιο γράμμα προς τον Ένγκελς, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εκθέσει την ουσία της υπόθεσης έτσι, πού ή δική μας, δηλαδή ή κομμουνιστική, άποψη να παρουσιαστεί με μια μορφή πού να ‘ναι αποδεκτή άπ’ το επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος εκείνης της εποχής. Ήταν αδύνατο να χρησιμοποιήσει τη θαρραλέα και επαναστατική γλώσσα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Επρεπε να προσπαθήσει να ναι σκληρός στο περιεχόμενο, αλλά μετριοπαθής στην έκφραση. Καί πράγματι, ό Μαρξ ολοκλήρωσε με τον πιο λαμπρό τρόπο το έργο αυτό.

Η Ιδρυτική Διακήρυξη, το ιδρυτικό μανιφέστο, γράφτηκε 17 χρόνια μετά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ό συγγραφέας των δυο κειμένων ήταν ίδιος, οι εποχές όμως πού γράφτηκαν, καί οί οργανώσεις για τίς όποιες καί στ όνομα των οποίων γράφτηκαν, διέφεραν πολύ. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο συντάχτηκε κατ’ εντολή μιας μικρής ομάδας επαναστατών καί κομμουνιστών, για ένα πολύ νεαρό ακόμα εργατικό κίνημα. Από τότε κιόλας οί κομμουνιστές είχαν τονίσει ότι δεν έθεταν καμιά απολύτως ειδική αρχή, με την πρόθεση να την επιβάλουν στο εργατικό κίνημα, ότι προσπαθούν μόνο να τονίσουν σ’ αυτό το κίνημα τα κοινά συμφέροντα του προλεταριάτου όλων των χωρών, ανεξάρτητα από εθνικότητες.

Το 1864 το εργατικό κίνημα είχε αναπτυχθεί αρκετά, είχε γίνει πιο μαζικό, όσο αφορά όμως το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης είχε μείνει πολύ πίσω άπ’ τη μικρή επαναστατική πρωτοπορία του 1848. Αλλά καί το νέο γενικό επιτελείο, πού στ’ όνομα του έγραφε τωρα ό Μαρξ, είχε μείνει αρκετά πίσω. Ήταν απαραίτητο να συνταχθεί ένα καινούργιο μανιφέστο, πού ν’ ανταποκρίνεται στο τοτινό επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος καί των ηγετών του, χωρίς όμως ταυτόχρονα να εγκαταλείπει ουτε μια άπ’ τίς αρχικές θέσεις του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Ό Μαρξ, στο νέο μανιφέστο του, έδωσε ένα κλασικό παράδειγμα εφαρμογής της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Διατύπωσε μέσα σ’ αυτό τίς διεκδικήσεις καί υπογράμμισε όλα τα σημεία, στα οποία έπρεπε να συνενωθουν οί εργατικές μάζες καί στη βάση των όποίων μπορούσε ν’ αναπτυχθεί παραπέρα το ταξικό κίνημα των εργατών. Από τίς άμεσες ταξικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου πού διατύπωσε ό Μαρξ, προέκυπταν λογικά καί οί παραπέρα διεκδικήσεις του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Σ’ όλες αυτές τίς σχέσεις ό Μαρξ είχε φυσικά τεράστια υπεροχή τόσο απέναντι στον Ματσίνι, όσο κι απέναντι στους γάλλους επαναστάτες καί στους άγγλους σοσιαλιστές, πού συμμετείχαν στην επιτροπή της Διεθνούς. Χωρίς να μεταβάλει τίς βασικές του αρχές, είχε επιτελέσει στα τελευταία δεκαεφτά χρόνια ένα τεράστιο έργο. Στό διάστημα αυτό είχε τελειώσει κιόλας το πρωτο δοκίμιο του γιγάντιου έργου του καί ασχολούνταν με την τελική επεξεργασία του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου. Ό Μαρξ ήταν τότε ό μόνος άνθρωπος στον κόσμο, πού είχε μελετήσει τόσο διεξοδικά την κατάσταση της εργατικής τάξης καί είχε συλλάβει τόσο βαθιά όλόκλήρο το μηχανισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σ’ ολόκληρη την Αγγλία δεν υπήρχε ουτε ένας άνθρωπος πού να ‘χει κοπιάσει να μελετήσει τόσο επακριβώς όλες τίς εκθέσεις των άγγλων εργοστασιακών επιθεωρητών καί τίς εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, πού είχαν ερευνήσει την κατάσταση των διάφορων βιομηχανικών κλάδων καί των διάφορων ομάδων του προλεταριάτου των πόλεων καί της υπαίθρου. Ό Μαρξ γνώριζε αυτά τα πράγματα πολύ καλύτερα άπ’ τα εργατικά μέλη της επιτροπής. Στήν επιτροπή μετείχαν αρτοποιοί πού γνωριζαν πολύ καλά την κατάσταση των πραγμάτων στον κλάδο τους, μετείχαν τσαγκάρηδες πού γνώριζαν άριστα τα προβλήματα τους, μετείχαν μαραγκοί καί μπογιατζήδες, πού γνώριζαν θαυμάσια την κατάσταση των εργατών οικοδομών, όμως μόνο ό Μαρξ γνωριζε με απόλυτη ακρίβεια την κατάσταση των διάφορων όμάδων της εργατικής τάξης καί μόνο ό Μαρξ μπορούσε να τη συνδέσει με τους γενικούς νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η μεγάλη τέχνη του προπαγανδιστή φαίνεται καί μόνο στη σύνταξη του μανιφέστου. Ό Μαρξ, όπως ξεκίνησε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο απ’ το βασικό παράγοντα κάθε ιστορικής εξέλιξης, κάθε πολιτικού κινήματος - απ την πάλη των τάξειον - έτσι καί στο καινούργιο μανιφέστο δεν ξεκινάει με γενικές φράσεις, ούτε με υψηλά θέματα, αλλά με γεγονότα πού χαρακτηρίζουν την κατάσταση της εργατικής τάξης.

Είναι γεγονός ότι ή αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών δεν ελαττώθηκε στην περίοδο άπ’ το 1848 μέχρι το 1864, καί παρόλα αυτά ή πρόοδος της βιομηχανίας καί του εμπορίου κατά την περίοδο αυτή είναι χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. 17

Ό Μαρξ αποδείχνει μετά, επισημαίνοντας την ομιλία του Γλάδστωνα στη Βουλή των Κοινοτήτων, ότι παρά τον τριπλασιασμό του εμπορίου της Μεγάλης Βρετανίας, άπ’ το 1843, ή ανθρώπινη ζωή εννέα στίς δέκα περιπτώσεις δεν ήταν παρά ένας διαρκής άγωνας έπιβίωσης. Ακόμα κι οί εγκληματίες κι οί εξόριστοι τρέφονταν καλύτερα από πολλές κατηγορίες εργατών.

Στηριζόμενος πάντα στίς έρευνες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, ό Μαρξ διαγράφει την εικόνα του υποσιτισμού, του εκφυλισμού καί των ασθενειών πού μαστίζουν τεράστιες μάζες της εργατικής τάξης. Καί ταυτόχρονα αποδείχνει, ότι μ’ αυτό τον τρόπο ό πλούτος των ιδιοκτητριών τάξεων μεγαλώνει σε αφάνταστο βαθμό.

Ό Μαρξ συμπεραίνει ότι. παρά τίς διαβεβαιωσεις των αστών οικονομολόγων, ούτε ή τελειοποίηση των μηχανών, ουτε ή εφαρμογή της επιστήμης στη βιομηχανία, ούτε ή κατασκευή νέων δρόμων στίς έπικοινωνίες, ούτε ή ανακάλυψη των αποικιών, ούτε ή μετανάστευση, ούτε ή δημιουργία νέων αγορών, ούτε το ελεύθερο εμπόριο είναι ικανά να καταργήσουν την αθλιότητα της εργατικής τάξης. Από κεί συμπεραίνει, όπως καί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι όσο ή κοινωνική τάξη πραγμάτων θα στηρίζεται στα παλιά θεμέλια, κάθε νέα ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, το μόνο πού θα κάνει θα ‘ναι να πλαταίνει καί να βαθαίνει την άβυσσο πού χωρίζει τωρα τίς διάφορες τάξεις, καί να φανερωνει ακόμα πιο έντονα το μετάξυ τους ανταγωνισμό.

Άφού επισημαίνει τις αιτίες πού συνετέλεσαν στην ήττα της εργατικής τάξης, το 1848, και οί οποίες προκάλεσαν την απάθεια πού τη χαρακτηρίζει στη δεκαετία 1849-1859, ό Μαρξ υπογραμμίζει και μερικές κατακτήσεις των εργατών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Πρώτο: Ό νόμος για την ημέρα των δέκα ωρών. Απέδειξε, παρά τους ισχυρισμούς των δορυφόρων του κεφαλαίου, ότι ή ελάττωση των ωρών εργασίας, όχι μόνο δεν περιόρισε την παραγωγική δύναμη της εργασίας, αλλά αντίθετα την αύξησε. Πέρα άπ’ αυτό είχε την έννοια μιας νίκης της αρχής της παρέμβασης του κράτους στίς οικονομικές σχέσεις, πανω στην παλιά αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ό Μαρξ, όπως και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, συμπέρανε ότι ή εργατική τάξη πρέπει να θέσει την παραγωγή κάτω άπ’ τον έλεγχο και τη διεύθυνση ολόκληρης της κοινωνίας. Καί μια τέτοια κοινωνική παραγωγή είναι ή θεμελιώδης αρχή της πολιτικής οικονομίας. Ό νόμος λοιπόν για τη δεκάωρη ήμερα εργασίας δεν ήταν μόνο μια πρακτική επιτυχία. Είχε καί την έννοια μιας νίκης της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης πάνω στην πολιτική οικονομία της αστικής τάξης.

Η άλλη κατάκτηση είναι τα συνεργατικά εργοστάσια πού ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία των εργατών. Σ’ αντίθεση με τον Λασάλ, πού θεωρούσε τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς αφετηρία για την άναδιάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας, ό Μαρξ δεν υπερτιμά την πρακτική τους σπουδαιότητα. Απεναντίας, τους προτείνει για να δείξει στίς πλατιές μάζες των εργατών, οτι ή παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα καί σε πλήρη συμφωνία με τις απαιτήσεις της επιστήμης, μπορεί να επιτελεστεί καί ν’ αναπτυχθεί καί χωρίς την τάξη των καπιταλιστών, οί οποίοι εκμεταλλεύονται τα «εργατικά χέρια» 18: ότι τα μέσα παραγωγής δεν πρέπει διόλου να αποτελούν κάποιο μονοπώλιο καί να μεταβάλλονται σε όπλο καταπίεσης καί υποδούλωσης. οτι ή μισθωτή εργασία, όπως καί ή φεουδαρχική εργασία, δεν είναι κάτι το αιωνιο, αλλά αντίθετα είναι μια προσωρινή καί κατωτερη μορφή παραγωγής, πού πρέπει ν’ αντικατασταθεί από την κοινωνική παραγωγή. Αφού ο Μαρξ έβγαλε ολα αυτά τα κομμουνιστικά συμπεράσματα, επισήμανε ότι αυτοί οί παραγωγικοί συνεταιρισμοί, έφόσο περιορίζονται σ ένα μικρό κύκλο εργατών, δεν είναι σε θέση να βελτιώσουν έστω καί σε μικρό βαθμό την κατάσταση της εργατικής τάξης.

Η συνεταιριστική παραγωγή πρέπει να ξαπλωθεί σ’ ολόκληρη τη χώρα. Αφού ο Μαρξ ζήτησε μ’ αυτό τον τρόπο τη μετατροπή της καπιταλιστικής παραγωγής σε σοσιαλιστική, αμέσως παρατήρησε, οτι οί κυρίαρχες τάξεις θ’ αντιδράσουν με όλες τις δυνάμεις τους σε μια τέτοια αλλαγή. Οί γαιοκτήμονες καί οί καπιταλιστές θα χρησιμοποιήσουν την πολιτική τους δύναμη για να διατηρήσουν τα οικονομικά τους προνόμια. Γιαυτό το πρώτο καθήκον της εργατικής τάξης είναι να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, καί για να το πετύχει είναι απαραίτητο να οργανώσει παντού εργατικά κόμματα. Οί εργάτες διαθέτουν ένα όπλο - είναι ό όγκος τους, ο αριθμός τους. Αλλά αυτή ή μάζα είναι ισχυρή μόνο όταν είναι συμπαγής, ενωμένη, οταν κατευθύνεται άπ’ τη γνώση, από την επιστήμη. Δίχως ενότητα, δίχως αλληλεγγύη, δίχως αμοιβαία υποστήριξη στον απελευθερωτικό αγώνα, δίχως εθνική καί διεθνή οργάνωση, οί εργάτες είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν. Καθοδηγούμενοι άπ’ τους συλλογισμούς αυτούς, προσθέτει ό Μαρξ, οί εργάτες των διάφορων χωρων αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Διεθνή Ένωση των Εργατών.

Βλέπετε με τι καταπληκτική τέχνη ό Μαρξ - όπως λέει ό ίδιος: σκληρός στην ουσία, μετριοπαθής στην έκφραση - έβγαλε άπ’ την πραγματική κατάσταση της εργατικής τάξης όλα τα θεμελιώδη συμπεράσματα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: ταξική οργάνωση του προλεταριάτου, ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο, κατάργηση της μισθωτής εργασίας, κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής.

Ό Μαρξ όμως - καί μ’ αυτό κλείνει την ιστορική διακήρυξη - βάζει στην πρώτη γραμμή κι ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό καθήκον: Η εργατική τάξη δεν πρέπει να περιοριστεί στη στενή σφαίρα της εθνικής πολιτικής. Πρέπει να παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή όλα τα γεγονότα της εξωτερικής πολιτικής. Αν ή επιτυχία όλης της υπόθεσης της απελευθέρωσης της εξαρτάται άπ’ την άδερφική αλληλεγγύη των εργατών όλων των χωρών, τότε ή εργατική τάξη δε μπορεί να εκπληρώσει τον προορισμό της, αν οί κυρίαρχες τάξεις, πού διευθύνουν την εξωτερική πολιτική, χρησιμοποιούν τις εθνικές προκαταλήψεις για να ρίξουν τους εργάτες της μιας χώρας ενάντια στους εργάτες άλλων χωρών, σπαταλώντας στους ληστρικούς πολέμους τους το αίμα καί τ’ αγαθά του λαού. Γιαυτό είναι καιρός να γνωρίσουν οί εργάτες καλά ολα τα μυστικά της διεθνούς πολιτικής. Πρέπει να επαγρυπνούν στίς διπλωματικές ενέργειες των κυβερνήσεων τους, οταν χρειάζεται ν’ αντιτάσσονται με όλα τα μέσα καί να συνενώνονται σε μια κοινή διαμαρτυρία ενάντια στα εγκληματικά σχέδια των κυβερνήσεων. Είναι καιρός να τερματιστεί ή κατάσταση στην οποία η απάτη, η λεηλασία, η κλοπή, είναι επιτρεπτές στίς σχέσεις ανάμεσα στους επιμέρους λαούς, δηλαδή μια κατάσταση στην οποία παραβιάζονται όλοι οί κανόνες δικαίου, πού ισχύουν στίς ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Τό καταστατικό της Πρώτης Διεθνούς — Η συνδιάσκεψη του Λονδίνου — Τό συνέδριο της Γενεύης — Τα «μαθήματα» του Μαρξ - Τα διεθνή συνέδρια στη Λωζάνη και στίς Βρυξέλες - Μπακούνιν καί Μαρξ — Τό συνέδριο της Βασιλείας — Ό γαλλοπρωσικός πόλεμος - Η Κομμούνα

ΟΓΔΟΟ ΜΑΘΗΜΑ

Τό καταστατικό της Πρώτης Διεθνούς — Η συνδιάσκεψη του Λονδίνου — Τό συνέδριο της Γενεύης — Τα «μαθήματα» του Μαρξ - Τα διεθνή συνέδρια στη Λωζάνη και στίς Βρυξέλες - Μπακούνιν καί Μαρξ — Τό συνέδριο της Βασιλείας — Ό γαλλοπρωσικός πόλεμος - Η Κομμούνα - Η πάλη ανάμεσα στον Μαρξ καί τον Μπακούνιν — Το συνέδριο της Χάγης.

Η ιδρυτική διακήρυξη δεν είχε παρά ένα μόνο σκοπό: να εξηγήσει ποια ήταν τα κίνητρα των εργατών, πού είχαν συγκεντρωθεί στίς 28 Σεπτέμβρη του 1864: να ιδρύσουν τη Διεθνή. Δεν αποτελούσε όμως ακόμα πρόγραμμα, δεν ήταν παρά ένα βήμα προς την κατεύθυναση αυτή, δεν ήταν παρά η πανηγυρική διακήρυξη προς τον κόσμο ολόκληρο - κι αυτό υπογραμμίζεται καθαρά καί στ’ όνομα της - ότι ιδρύθηκε μια νέα Διεθνής Ενωση, μια εργατική ένωση.

Με την ίδια επιδεξιότητα ό Μαρξ έφερε σε πέρας καί το δεύτερο έργο, τη διατύπωση των γενικών καθηκόντων των εργατικών μαζών στίς διάφορες χώρες. Θα σας διαβάσω τωρα το κείμενο:

Εχοντες υπόψη:
Ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ιδια την εργατική τάξη. ότι ό αγώνας για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν είναι αγώνας για ταξικά προνόμια καί μονοπώλια, αλλά για ισα δικαιώματα καί καθήκοντα καί για την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας. ότι η οικονομική υποδούλωση του εργάτη στο μονοπωλητή των μέσων εργασίας, δηλαδή των πηγών της ζωής, βρίσκεται στη βάση όλων των μορφών της δουλείας, στη βάση της κοινωνικής αθλιότητας, του διανοητικού μαρασμού καί της πολιτικής εξάρτησης.
ότι επομένως η οικονομική χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι ό μεγάλος τελικός σκοπός, στον οποίο πρέπει να υποταχθεί σαν μέσο κάθε πολιτικό κίνημα.
ότι όλες οι προσπάθειες πού τείνουν σ’ αυτό το μεγάλο σκοπό απέτυχαν ως τώρα από έλλειψη αλληλεγγύης ανάμεσα στους διάφορους εργατικούς κλάδους κάθε χώρας καί από την απουσία ενός άδερφικού δεσμού ανάμεσα στους εργάτες των διάφορων χωρών. ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν είναι ούτε τοπικό, ούτε εθνικό, αλλά κοινωνικό καθήκον πού αγκαλιάζει όλες τίς χώρες στίς οποίες υπάρχει η σύγχρονη κοινωνία, καί πού η λύση του εξαρτάται από την πρακτική καί θεωρητική συνεργασία των πιό προηγμένων χωρών.
ότι το σημερινό ξαναζωντάνεμα του κινήματος της εργατικής τάξης στίς πιο προηγμένες βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης, ενώ γεννά νέες ελπίδες, απευθύνει ταυτόχρονα μια πανηγυρική προειδοποίηση, να μην επαναληφθούν τα παλιά λάθη, καί απαιτεί την άμεση συνένωση των ασύνδετων ακόμη κινημάτων... .19

Αν διαβάσετε προσεχτικά τα σημεία αυτά, πιθανό να σας θυμίσουν λίγο τίς θέσεις στο πρόγραμμα του κόμματος μας, πού είναι μια κατά λέξη επανάληψη των θέσεων πού διατύπωσε ό Μαρξ. Τό ίδιο θα παρατηρήσετε, αν δείτε τα παλιά προγράμματα του αγγλικού, γαλλικού καί γερμανικού κόμματος. Καί σ’ αυτά, μερικά σημεία, ιδιαίτερα στο γαλλικό πρόγραμμα καί στο πρόγραμμα της Ερφούρτης, είναι μια κατά λέξη επανάληψη των προγραμματικών θέσεων του καταστατικού της Πρώτης Διεθνούς. Φυσικά τα μέλη της προσωρινής επιτροπής δεν ερμήνευαν με τον ίδιο τρόπο μερικές άπ’ αυτές τίς θέσεις. Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης έπρεπε να ‘ναι υπόθεση της ίδιας της εργατικής τάξης - σ’ αυτό συμφωνούσαν απόλυτα άγγλοι, γερμανοί καί γάλλοι, ό καθένας όμως το αντιλαμβανόταν με το δικό του τρόπο. Οί άγγλοι συνδικαλιστές καί οί παλιοί χαρτιστές, έβλεπαν σ’ αυτή τη θέση μια διαμαρτυρία ενάντια στη μόνιμη κηδεμονία των μεσαίων τάξεων, έβλεπαν να υπογραμμίζεται η ανάγκη για μια αυτόνομη εργατική οργάνωση. Οί γάλλοι, πού ήταν τότε άσχημα διατεθειμένοι κατά των διανοούμενων, έδιναν σ’ αυτή τη θέση το νόημα, ότι απειλεί την προδοτική διανόηση, πώς οί εργάτες μπορούν να τα βγάλουν πέρα χωρίς τη βοήθεια της. Ισως μόνο οί γερμανοί, τα μέλη της παλιάς Ένωσης των Κομμουνιστών, κατανοούσαν τη χρησιμότητα της φράσης αυτής. Αν η εργατική τάξη μπορεί ν’ απελευθερωθεί από μόνη της, τότε κάθε συμμαχία με την αστική τάξη. κάθε συμφιλίωση με την τάξη των καπιταλιστών, βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με την αρχή αυτή. Κι επίσης υπογραμμίστηκε, ότι δεν πρόκειται για την απελευθέρωση της μιας ή της άλλης κατηγορίας έργατων, αλλά για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, ότι η απελευθέρωση δε μπορεί να ‘ναι το έργο μόνο της μιας ή της άλλης κατηγορίας εργατών, αλλά ολόκληρης της εργατικής τάξης, καί κατά συνέπεια απαιτεί την ταξική οργάνωση του προλεταριάτου. Από τη θέση, ότι η μονοπωλιακή κατοχή των μέσων παραγωγής από τους καπιταλιστές αποτελεί τη βασική αιτία της οικονομικής υποδούλωσης, προέκυψε από μόνο του το συμπέρασμα, πώς έπρεπε να καταργηθεί αυτό το μονοπώλιο. Τό συμπέρασμα αυτό υπογραμμίστηκε ακόμα άπ’ την απαίτηση να καταργηθεί κάθε ταξική κυριαρχία, πού είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί αν δεν καταργηθεί η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις. Η βασική αρχή πού είναι διατυπωμένη στο ιδρυτικό μανιφέστο δεν επαναλαμβάνεται στο καταστατικό. Πουθενά δεν επισημαίνεται άμεσα, ότι για να πραγματώσει το προλεταριάτο όλα τα καθήκοντα πού έβαλε στον εαυτό του, πρέπει να κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Αντί γι’ αυτό βρίσκουμε τη διατύπωση, ότι η οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι ό μεγάλος τελικός σκοπός στον οποίο πρέπει να υποταχθεί σαν μέσο κάθε πολιτικό κίνημα.

Επειδή αυτή ακριβώς η θέση αποτέλεσε αργότερα την αφετηρία για τις πιο άγριες διαφωνίες μέσα στην Πρώτη Διεθνή, είναι απαραίτητο να την εξετάσουμε.

Τί σήμαινε: Ό μεγάλος σκοπός του εργατικού κινήματος είναι η οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης. μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την απαλλοτρίωση των μονοπωλιστών των μεσών παραγωγής, με την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας. Με ποιο τρόπο ομως θα πραγματωθεί ό σκοπός αυτός; Πρέπει ν’ αποφεύγουμε τον πολιτικό αγώνα όπως προπαγανδίζουν οί «αληθινοί σοσιαλιστές» και οί αναρχικοί;

Οχι, απαντάει η θέση πού διατύπωσε ό Μαρξ. Ό πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης είναι εξίσου αναγκαίος με τον οικονομικό της άγωνα. Είναι απαραίτητη μια πολιτική οργάνωση, το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης είναι αναπόφευκτο να αναπτυχθεί, από μόνο του αυτό όμως δεν αρκεί με κανένα τρόπο, όπως συμβαίνει με τους αστούς δημοκράτες ή με τους ριζοσπάστες διανοούμενους, πού βάζουν σε πρωτη μοίρα την αλλαγή των πολιτικών σχημάτων, την κατάκτηση της δημοκρατίας, πού δε θέλουν όμως ν’ ακούσουν ούτε λέξη για το βασικό καθήκον. Γιαυτό ό Μαρξ τονίζει ότι το πολιτικό κίνημα είναι για την εργατική τάξη μόνο ένα μέσο για την επίτευξη του μεγάλου σκοπού της, ότι είναι ένα υποταγμένο κίνημα. Φυσικά αυτή η διατύπωση δεν ήταν τόσο σαφής όπως η διατύπωση πού δίνεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ή ακόμα και στην Ίδρυτική Διακήρυξη, όπου αναφέρεται, ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας έχει γίνει το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης.

Μόνο για τους άγγλους-μέλη της Διεθνούς ήταν σαφής η διατύπωση του Μαρξ. Το καταστατικό είχε γραφτεί στα αγγλικά, και ό Μαρξ χρησιμοποίησε εκφράσεις πολύ γνωστές στους χαρτιστές καί τους οουενιστές πού μετείχαν στην επιτροπή. Θυμόσαστε ότι οί χαρτιστές είχαν στραφεί κατά των οουενιστών, οί οποίοι άναγνωριζαν μόνο το «μεγάλο τελικό σκοπό» καί δεν ήθελαν ν’ ακούσουν ούτε λέξη για πολιτικό αγώνα. Οταν οί χαρτιστές πρόβαλαν τα περίφημα έξι σημεία τους, οί οουενιστές τους είχαν κατηγορήσει, πώς είχαν ξεχάσει ολότελα το σοσιαλισμό. Οί χαρτιστές είχαν τονίσει τότε απ’ τη μεριά τους, πώς καί γι’ αυτούς ό πολιτικός αγώνας δεν ήταν ό κύριος σκοπός. Από τότε κιόλας είχαν χρησιμοποιήσει κατά λέξη την ίδια διατύπωση, πού επανέλαβε ό Μαρξ πανω από είκοσι χρόνια αργότερα. Για μας, απάντησαν οί χαρτιστές στους οουενιστές, ό πολιτικός αγώνας είναι μόνο ένα μέσο, κι όχι αυτοσκοπός. Έτσι η διατύπωση δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από την ίδια την επιτροπή. Μόλις μερικά χρόνια αργότερα, όταν ξέσπασε άγρια σύγκρουση ανάμεσα στους μπακουνιστές καί τους αντιπάλους τους για το ζήτημα του πολιτικού άγωνα, το σημείο αυτό έγινε μήλο της έριδας. Οί μπακουνιστές προσπάθησαν ν’ αποδείξουν, ότι οί λέξεις «σαν μέσο» δεν υπήρχαν αρχικά στο καταστατικό, ότι ό Μαρξ τίς πρόσθεσε αργότερα σκόπιμα, για να περάσει λαθραία τίς δικές του απόψεις στο καταστατικό. Πράγματι, το σημείο αυτό αποκτάει μιαν άλλη σημασία αν αφαιρεθούν οί λέξεις «σαν μέσο». Καί στο γαλλικό κείμενο ακριβώς αυτές οί λέξεις είχαν παραλειφθεί.

Ηταν μια παρεξήγηση πού θα μπορούσε εύκολα να διευκρινιστεί ωστόσο, μέσα στον πυρετό της πάλης των παρατάξεων, ό Μαρξ έφτασε να κατηγορηθεί δριμύτατα για πλαστογράφηση του καταστατικού της Διεθνούς. Όταν, για να διαδοθεί στη Γαλλία, το καταστατικό μεταφράστηκε στα γαλλικά, παραλείφθηκαν στη νόμιμη έκδοση οί λέξεις «σαν μέσο». Το γαλλικό κείμενο είναι: «Η οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι ό μεγάλος σκοπός στον οποίο πρέπει να υποταχθεί το πολιτικό κίνημα.» Τούτο θεωρήθηκε αναγκαίο, για να μην τραβήξουν την προσοχή της βοναπαρτικής αστυνομίας, πού παρακολουθούσε πολύ καχύποπτα κάθε πολιτική κίνηση ανάμεσα στους εργάτες. Καί πράγματι, αρχικά θεωρούσε τους γάλλους διεθνιστές μας, για να το πούμε με τη δική μας παλιά ορολογία, όχι «πολιτικούς», αλλά «οικονομολόγους». Με τον ίδιο τρόπο τους αντιμετώπιζαν κι οί μπλανκιστές πού, όντας «πολιτικοί», κατηγορούσαν τους φτωχούς διεθνιστές ακριβώς σαν «οικονομολόγους».

Το κακό μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, άπ’ το γεγονός ότι η γαλλική μετάφραση του καταστατικού μ’ αυτή την τροποποιημένη μορφή ανατυπώθηκε στη γαλλική Ελβετία κι από κεί κυκλοφόρησε σ’ όλες τίς χώρες, όπου χρησιμοποιούνταν περισσότερο τα γαλλικά, δηλαδή στην Ιταλία, την Ισπανία καί το Βέλγιο. Όπως θα δείτε αργότερα, στο πρώτο διεθνές συνέδριο πού επικύρωσε το προσωρινό καταστατικό της Διεθνούς, κάθε έθνος το αποδεχόταν σύμφωνα με το κείμενο πού είχε μπροστά του. Η Πρώτη Διεθνής ήταν πολύ φτωχή για να τυπώσει το καταστατικό της σε τρείς γλώσσες. Ακόμα καί το αγγλικό κείμενο, μόλο πού μαζί με την Ιδρυτική Διακήρυξη πιάνει λιγότερο από είκοσι σελίδες, τυπώθηκε μόνο σε χίλια αντίτυπα, πού εξαντλήθηκαν το ίδιο γρήγορα όπως εξαντλούνται τώρα σε μας εκδόσεις των 10.000 ή καί των 25.000 αντιτύπων.

Υπάρχει όμως στο καταστατικό ακόμα ένα σημείο, κατά του οποίου δε διαμαρτυρήθηκαν οί αναρχικοί, πού ωστόσο άπ’ τη σκοπιά του μαρξισμού προκαλεί αμφιβολίες. Σάς έχω πεί ήδη την τελευταία φορά. ότι ό Μαρξ, για να πετύχει απόλυτη συμφωνία ανάμεσα στα ανομοιογενή στοιχεία της επιτροπής, υποχρεώθηκε να κάνει μερικές παραχωρήσεις. Δεν τίς έκανε όμως στο ιδρυτικό μανιφέστο, αλλά στο καταστατικό. Θα δείτε αμέσως σε τι συνίσταντο οί παραχωρήσεις αυτές.

Αφού τέλειωσε την παρουσίαση των αρχών, στη βάση των οποίων τα μέλη της επιτροπής, πού εκλέχτηκε από τη συγκέντρωση της 28ης Σεπτέμβρη του 1864, αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Διεθνή Ένωση των Εργατών, ό Μαρξ συνεχίζει:

Δηλωνει, ότι αύτή η Διεθνής Ενωση καί όλες οί ενώσεις καί τα άτομα πού προσχωρούν σ’ αυτήν, παραδέχονται την αλήθεια, τη δικαιοσύνη καί την ηθική σαν κανόνα της συμπεριφοράς ανάμεσα τους κι απέναντι σ’ όλους τους άνθρωπους, άσχετα απ’ το χρώμα της επιδερμίδας τους, άπ’ την πίστη ή την εθνικότητα τους. Θεωρεί σαν καθήκον του κάθε άνθρωπου να διεκδικεί τα ανθρώπινα καί πολιτικά δικαιωματα, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά καί για τον καθένα πού εκπληρώνει το καθήκον του. Κανένα δικαίωμα χωρίς καθήκοντα, καθένα καθήκον χωρίς δικαιώματα. 20

Σέ τί ακριβώς συνίστανται τώρα οι παραχωρήσεις πού έκανε ό Μαρξ; Θυμηθείτε τί έγραφε ό ίδιος μ’ αύτη την αφορμή στον Ένγκελς:

Όλες μου οι προτάσεις έχουν γίνει δεκτές απ’ την υποεπιτροπή. Με υποχρέωσαν μόνο, στην εισαγωγή των καταστατικών, να περιλάβω δυο τρεις φράσης με μερικές λεξούλες οπως «αλήθεια, ηθική και δικαιοσύνη», τις έμπασα όμως με τέτοιο τρόπο, πού να μη μπορούν να βλάψουν. 21

Καί πραγματικά, σ’ όλα αυτά δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα κακό. Δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό, ούτε στη λέξη «αλήθεια» ούτε στη λέξη «δικαιοσύνη» ούτε στη λέξη «ηθική», φτάνει να μη λησμονιέται πώς ουτε η αλήθεια, ουτε η δικαιοσύνη, ούτε η ηθική είναι κάτι το αιώνιο καί το αμετάβλητο, κάτι το εντελώς αυτόνομο καί ανεξάρτητο άπ’ τίς κοινωνικές συνθήκες.

Ο μαρξισμός δεν αρνιέται ούτε την αλήθεια, ούτε τη δικαιοσύνη, ουτε την ηθική, αποδείχνει μόνο, ότι η εξέλιξη αυτών των εννοιών εξαρτάται από την ιστορική εξέλιξη, ότι οί διάφορες τάξεις τους δίνουν ένα διαφορετικό περιεχόμενο.

Κακό σ’ αυτή την περίπτωση θα ‘ταν, αν ό Μαρξ αναγκαζόταν να επαναλάβει τη διακήρυξη των γάλλων καί άγγλων σοσιαλιστών, αν τον ύποχρέωναν να ισχυριστεί, πώς πρέπει να επιδιωχθεί η πραγμάτωση του σοσιαλισμού, επειδή το απαιτούν η αλήθεια, η δικαιοσύνη καί η ηθική, κι όχι, όπως τόσο θαυμάσια το ανέπτυξε στο ιδρυτικό μανιφέστο, έπειδή τούτο προκύπτει αναπόφευκτα καί λογικά από τίς συνθήκες πού έχει δημιουργήσει ό καπιταλισμός, καί άπ’ την κατάσταση πού βρίσκεται η εργατική τάξη μέσα στον καπιταλισμό. Η μορφή με την όποια διατυπώθηκαν αυτά τα λόγια του Μαρξ, το μόνο πού έκανε ήταν να διαπιστώνει, οτι τα μέλη της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών είναι υποχρεωμένα, στις μεταξύ τους σχέσεις, να καθοδηγούνται άπ’ την αλήθεια, τη δικαιοσύνη καί την ηθική, δηλαδή να μην αφήνει αβοήθητο ό ένας τον άλλο, να μην προδίδουν την τάξη τους, να μην εξαπατά ό ένας τον άλλο, να ενεργούν με αλληλεγγύη. Οί έννοιες αυτές, πού οί ουτοπιστές τίς χρησιμοποιούσαν για να τεκμηριώσουν με αρχές τίς διεκδικήσεις του σοσιαλισμού, στα χέρια του Μαρξ μετατράπηκαν σε θεμελιακούς κανόνες συμπεριφοράς για μια προλεταριακή οργάνωση.

Το σημείο όμως πού αναλύσαμε λέει, ότι οί ίδιες αρχές πρέπει να ‘ναι η βάση των σχέσεων των μελών της Διεθνούς προς όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία καί εθνικότητα. Κι αυτό δεν ήταν λιγότερο εύστοχο. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς, ότι την εποχή εκείνη μαίνονταν ακόμα ό εμφύλιος πόλεμος στίς Ηνωμένες Πολιτείες, πού μετά το 1863 είχε μεταβληθεί σε πόλεμο για την κατάργηση της δουλείας, ότι λίγο πιο πρίν είχε κατασταλεί οριστικά η πολωνική εξέγερση, οτι τα τσαρικά στρατεύματα ακριβώς την εποχή εκείνη είχαν αποφασίσει την κατάκτηση του Καυκάσου, οτι σε μια ολόκληρη σειρά από χώρες δεν είχαν πάψει ακόμα οί θρησκευτικοί διωγμοί, οτι ακόμα καί στην Αγγλία οί εβραίοι είχαν αποκτήσει πολιτικά δικαιώματα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1850, κι οτι σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όχι μόνο στη Ρωσία, δεν απολάμβαναν κανένα πολιτικό δικαίωμα. Η αστική τάξη δε μπορούσε ακόμα να πραγματώσει τίς «αιώνιες» αρχές της ηθικής καί της δικαιοσύνης, ούτε καν για τα μέλη της ίδια της τάξης της στη δική της χώρα, καί τίς παραβίαζε απροκάλυπτα, όταν επρόκειτο για κάποια άλλη χωρα ή για κάποια άλλη εθνότητα.

Πολύ περισσότερες αντιρρήσεις προκαλεί το δεύτερο σημείο, για τα δικαιώματα καί τα καθήκοντα. Καί τα δυο σημεία υποχρεώνουν κάθε μέλος της Ένωσης ν’ αγωνίζεται για τα ανθρώπινα καί τα πολιτικά δικαιώματα. Φυσικά όχι μόνο για τον εαυτό του, μα καί για τους άλλους. Με την προσθήκη όμως αυτή, το πράγμα δε διευκρινίζεται περισσότερο. Παρόλη τη διπλωματικότητα του ό Μαρξ, εδώ ακριβώς, αναγκάστηκε να κάνει μια μεγάλη παραχώρηση στους αντιπρόσωπους των γάλλων επαναστατών έξόριστων πού είχαν μπεί στην επιτροπή.

Επιτρέψτε μου, σύντροφοι, να σας θυμίσω μερικά γεγονότα απ’ την ιστορία της μεγάλης γαλλικής επανάστασης. Μια άπ’ τίς πρώτες της ενέργειες ήταν η διακήρυξη των δικαιωμάτων του άνθρωπου καί του πολίτη. Στόν άγωνα της κατά των ευγενών καί του απολυταρχισμού, πού είχαν εξασφαλίσει τα προνόμια καί είχαν φορτωσει στους άλλους μόνο υποχρεώσεις, η επαναστατική αστική τάξη πρόβαλε την αξίωση για ισότητα, άδερφοσύνη καί ελευθερία, την αξίωση ν’ αναγνωριστούν σε κάθε άνθρωπο καί πολίτη μερικά απαραβίαστα δικαιώματα. Ανάμεσα τους θα βρείτε καί το καθαγιασμένο, απαραβίαστο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, πού επίσης είχε παραβιαστεί ξεδιάντροπα άπ’ την αριστοκρατία καί τη βασιλεία, όταν επρόκειτο για την ιδιοκτησία της τρίτης τάξης.

Σ’ αυτή τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου καί του πολίτη, οί γιακωβίνοι έκαναν μονάχα μερικές τροποποιήσεις πού άφηναν άθικτο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αλλά έκαναν τη διακήρυξη πιο ριζοσπαστική από πολιτική άποψη, καθαγιάζοντας το δικαίωμα αντίστασης του λαού καί υπογραμμίζοντας την άδερφοσύνη όλων των λαών. Μ’ αυτή τη μορφή, η διακήρυξη είναι γνωστή με τ’ όνομα Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Άνθρώπου του 1793 ή με τ’ όνομα Ροβεσπιερική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Άνθρώπου, κι έγινε άπ’ την αρχή του 1830 το πρόγραμμα των γάλλων επαναστατών.

Απ’ την άλλη μεριά οί οπαδοί του Ματσίνι, όπως είδαμε, επέμεναν να υιοθετηθεί το δικό του πρόγραμμα. Στό περίφημο βιβλίο του Για τα Καθήκοντα του Άνθρώπου, πού είχε μεταφραστεί στ’ αγγλικά κι ήταν εξαιρετικά δημοφιλές ανάμεσα στους άγγλους εργάτες, ό Ματσίνι, πιστός στο σύνθημα του «Θεός καί Λαός», καί σε αντίθεση με τους γάλλους ύλιστές πού η διακήρυξη τους για τα δικαιώματα του άνθροωπου βασιζόταν στίς απαιτήσεις της νόησης καί της λογικής, πρόβαλε σαν βασική θέση της ιδεαλιστικής ηθικής του την έννοια του καθήκοντος, των υποχρεώσεων του ανθρώπου, πού του τίς έθεσε ό θεός.

Τωρα θα καταλάβετε από πού προέκυψε το φραστικό σχήμα του Μαρξ: Κανένα δικαίωμα χωρίς καθήκοντα, κανένα καθήκον χωρίς δικαιώματα. Αναγκασμένος να βάλει στη διακήρυξη τη διεκδίκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επωφελήθηκε άπ’ τη διαμάχη ανάμεσα στους γάλλους καί τους ιταλούς για να κάνει φανερή τη διαφορά αυτής της διεκδίκησης, άπ’ την παλιά διεκδίκηση της αστικής τάξης.

Όταν μερικά χρόνια αργότερα ξανασυζητήθηκε το καταστατικό, ό Μαρξ πρότεινε να παραλειφθούν μόνο οί φράσεις πού αναφέρονταν στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του άνθρωπου. Όσο άφορα την πρόταση: «Κανένα δικαίωμα χωρίς καθήκοντα, κανένα καθήκον χωρίς δικαιώματα», αυτή παρέμεινε καί περιλήφθηκε αργότερα με τη μορφή «Ισα δικαιώματα καί ίσα καθήκοντα», στο πρόγραμμα της Ερφούρτης.

Ας περάσουμε τωρα στην εξέταση του ίδιου του καταστατικού. Θα σας διαβάσω τα κύρια σημεία του:

1. Η Ενωση ιδρύεται για να χρησιμέψει σαν ένα κεντρικό μέσο σύνδεσης καί σχεδιασμένης συνεργασίας ανάμεσα στίς οργανώσεις των εργατών πού υπάρχουν στίς διάφορες χώρες καί πού αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην προστασία, την ανάπτυξη καί την ολοκληρωτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης.
2. Η ονομασία της οργάνωσης θα είναι: Διεθνής Ένωση των Εργατών.
3. Το 1865 θα συνέλθει ένα γενικό συνέδριο των εργατών στο Βέλγιο. Θα απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους όλων των εργατικών όργανωσεων, πού θα έχουν προσχωρήσει στο μεταξύ στη Διεθνή Ενωση. Το συνέδριο θα διακηρύξει μπροστά στην Ευρώπη τις κοινές επιδιώξεις της εργατικής τάξης, θα καθορίσει την τελική μορφή του καταστατικού της Διεθνούς Ένωσης, θα εξετάσει τα απαιτούμενα μέσα για την επιτυχή δράση της καί θα ορίσει το Κεντρικό Συμβούλιο της Ένωσης. Το γενικό συνέδριο θα συνέρχεται μια φορά το χρόνο.
4. Το Κεντρικό Συμβούλιο θα έχει την έδρα του στο Λονδίνο καί θα σχηματίζεται από εργάτες διάφορων χωρών, πού αντιπροσωπεύονται στη Διεθνή Ένωση. Με τα μέλη του θα επανδρώνει τις θέσεις πού είναι απαραίτητες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων του, όπως λ.χ. τη θέση του προέδρου, του ταμία, του γενικού γραμματέα, των γραμματειών πού θα επικοινωνούν με τις διάφορες χώρες κλπ.
5. Στίς ετήσιες συνελεύσεις, το συνέδριο θ’ ακούει μια δημόσια έκθεση για τη δραστηριότητα του Κεντρικού Συμβουλίου. Το Κεντρικό Συμβούλιο, πού ορίζεται κάθε χρόνο άπ’ το συνέδριο, είναι εξουσιοδοτημένο να συμπληρωνει τον αριθμό των μελών του.
6. Το Κεντρικό Συμβούλιο ενεργεί σαν διεθνής αντιπροσωπεία ανάμεσα στίς διάφορες συνασπισμένες όργανωσεις, έτσι ώστε οί εργάτες μιας χωρας να είναι συνέχεια πληροφορημένοι για τα κινήματα της τάξης τους σ’ όλες τίς άλλες χώρες. η έρευνα για την κοινωνική κατάσταση των διάφορων χωρών της Εύρωπης να πραγματοποιείται ταυτόχρονα καί κάτω από κοινή διεύθυνση. τα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος πού ανακινούνται από μια οργάνωση να συζητούνται άπ’ όλες τις άλλες. καί, όταν θα χρειαστούν άμεσα πρακτικά διαβήματα, όπως λ.χ. στην περίπτωση διεθνών συγκρούσεων, να μπορούν οί σύμμαχες όργανωσεις να δρουν ταυτόχρονα καί ομοιόμορφα. Σέ κάθε κατάλληλη ευκαιρία, το Κεντρικό Συμβούλιο παίρνει την πρωτοβουλία να υποβάλει προτάσεις στίς διάφορες εθνικές ή τοπικές οργανώσεις.
7. Επειδή άπ’ τη μια μεριά η επιτυχία του εργατικού κινήματος σε κάθε χώρα δε μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο με τη δύναμη της ενότητας καί της σύνδεσης, ενώ άπ’ την άλλη μεριά η αποτελεσματικότητα του διεθνούς Κεντρικού Συμβουλίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό άπ’ το αν θα ‘χει να διαπραγματευτεί με λίγα εθνικά κέντρα των εργατικών οργανώσεων, παρά μ’ ένα μεγάλο αριθμό από μικρές καί ασύνδετες τοπικές οργανώσεις, γιαυτό τα μέλη της Διεθνούς Ενωσης οφείλουν να κάνουν κάθε προσπάθεια, για να συνενώσουν τίς διασκορπισμένες εργατικές όργανωσεις των χωρων τους σε εθνικά σώματα, πού θα έκπροσωπούνται από εθνικά κεντρικά όργανα. 22

Οί βασικές θέσεις αυτού του καταστατικού επικυρώθηκαν αργότερα από το συνέδριο. Μια άπ’ τις ουσιαστικές αλλαγές πού έγιναν — με πρωτοβουλία του Μαρξ - ήταν η κατάργηση του αξιώματος του κεντρικού προέδρου ή, όπως ονομάστηκε αργότερα, του γενικού προέδρου. Η πείρα της Γενικής Γερμανικής Εργατικής Ένωσης, πού είχε ιδρυθεί άπ’ τον Λασάλ, είχε δείξει τίς δυσάρεστες συνέπειες πού μπορεί να ‘χει αυτός ό εντελώς περιττός θεσμός. Το Γενικό Συμβούλιο εξέλεξε ένα πρόεδρο για να διευθύνει τη συνέλευση, καί για τη ρύθμιση των τρεχουσών υποθέσεων οί γραμματείς των επιμέρους χωρών συζητούσαν με το γενικό γραμματέα. Το καταστατικό της Διεθνούς χρησιμοποιήθηκε κάμποσες φορές στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος. Δε θ’ ασχοληθώ πιο διεξοδικά μ’ όλες τίς τροποποιήσεις πού έγιναν σ’ αυτό κατά τη διάρκεια των οχτώ ετών, στίς βασικές του γραμμές ωστόσο έμεινε αμετάβλητο. Γύρω στο τέλος της Διεθνούς διευρύνθηκαν μόνο οί εξουσίες του Γενικού Συμβουλίου.

Το πρώτιστο καθήκον του προσωρινού συμβουλίου ήταν η σύγκληση του διεθνούς συμβουλίου. Στό θέμα αυτό προκλήθηκαν σφοδρές διαφωνίες καί συζητήσεις. Ό Μαρξ επέμενε να τελειωσουν καταρχή όλες οί προπαρασκευαστικές εργασίες, να δοθεί στίς διάφορες χώρες ό καιρός να γνωρίσουν τα προβλήματα της Διεθνούς καί τουλάχιστο να οργανωθούν κάπως. Αντίθετα, οί άγγλοι, πού θεωρούσαν πιο σημαντικά τα συμφέροντα του συνδικαλιστικού τους κινήματος, επέμεναν να συγκληθεί το συνέδριο το ταχύτερο δυνατό. Σ’ αυτό τους υποστήριξαν κι οί γάλλοι εξόριστοι στο Κεντρικό Συμβούλιο.

Η υπόθεση έληξε μ’ ένα συμβιβασμό. Το 1865 δεν συγκλήθηκε συνέδριο αλλά μια συνδιάσκεψη. Πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο καί ασχολήθηκε με το διάβασμα έκθέσεων καί την κατάστρωση της ημερήσιας διάταξης του μελλοντικού συνεδρίου. Σ’ αυτήν εκπροσωπούνταν η Ελβετία, η Αγγλία, το Βέλγιο καί η Γαλλία. Δε συνέβηκε τίποτα το σημαντικό. Αποφασίστηκε να συγκληθεί το συνέδριο το Μάη του 1866. Με τους γερμανούς τα πράγματα ήταν άσκημα, μόλο πού τότε στη Γερμανία υπήρχε η Γενική Εργατική Ένωση. Ό Λασάλ είχε σκοτωθεί σε μονομαχία στις 30 Αυγούστου του 1864. Σύμφωνα με το καταστατικό της Ενωσης, πρόεδρος στη θέση του έγινε ό Μπέρναρντ Μπέκερ, ένας άνθρωπος ανίκανος και σχεδόν δίχως καμιά επιρροή. Πολύ μεγαλύτερη επιρροή είχε ό Σβάιτσερ, ό συντάκτη του Σοαιαλδημοκράτη, πού ήταν το κεντρικό όργανο της Ένωσης. Αλλά πολύ σύντομα ανάμεσα σ’ αυτούς καί στον Βίλχελμ Λήμπκνεχτ. πού συμμετείχε στη σύνταξη, γεννήθηκαν ριζικές διαφωνίες πάνω σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς, πού είχαν δηλώσει πώς είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν στην εφημερίδα, σύντομα αναγκάστηκαν να παραιτηθούν δημόσια από κάθε συνεργασία. Ο μακαρίτης ό Μέρινγκ προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Σβάιτσερ καί ν’ αποδείξει, ότι στην περίπτωση αυτή, ό Μάρξ κι ό Ένγκελς δεν είχαν απόλυτο δίκιο. Ό Μέρινγκ όμως πλανιόταν πολύ. Όλα τα γεγονότα μιλούν έναντίον του.

Οπως έχετε δει. ό Λασάλ έκανε βαρύτατα λάθη τακτικής καί στις σχέσεις με την κυρίαρχη κλίκα κατέφευγε σέ ανεπίτρεπτα μέσα. Ο Σβάιτσερ τον ξεπέρασε. Δημοσίευσε στην εφημερίδα μερικά άρθρα, για τα οποία ακόμα κι ό Μέρινγκ λέει, πώς με τη δουλοπρέπεια τους απέναντι στον Βίσμαρκ έκαναν εξαιρετικά δυσμενή εντύπωση, προσπαθεί όμως να τον υπερασπιστεί, ισχυριζόμενος ότι οί συνθήκες του νόμιμου άγωνα επέβαλαν αυτή την τακτική. Ό Λήμπκνεχτ όμως, σαν παλιός επαναστάτης, δε μπορούσε να δεχτεί αυτούς τους συμβιβασμούς, καί ξεσηκώνει τους παλιούς του φίλους καί δασκάλους κατά του Σβάιτσερ. Έτσι ό Σβάιτσερ αναγκάστηκε να χωριστεί από τον Λήμπκνεχτ, πού είχε με το μέρος του όχι μόνο τον Μαρξ καί τον Ένγκελς αλλά καί παλιούς αντιπάλους τους όπως λ.χ. ό Χές, πού επίσης δε μπορούσαν ν’ αποδεχτούν την τακτική του Σβάιτσερ.

Όπως καί να ‘χουν τα πράγματα, το σίγουρο είναι, ότι οί φίλοι του Μαρξ στη Γερμανία, την εποχή πού συνερχόταν η συνδιάσκεψη του Λονδίνου, δεν είχαν κανένα όργανο κι ακριβώς μόλις τότε αποφάσισαν να ιδρύσουν μια δική τους οργάνωση. Την εποχή εκείνη όμως οί λασαλιστές δεν ήθελαν ούτε ν’ ακούσουν για τη Διεθνή. Αποτέλεσμα αυτής της ρήξης ήταν το ότι, τα πρώτα χρόνια, οί γερμανοί εκπροσωπούνταν στη Διεθνή μόνο από τους παλιούς εξόριστους στην Αγγλία καί στην Ελβετία. Απ’ τίς εκθέσεις στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου έγινε φανερό, ότι τα οικονομικά της Διεθνούς βρίσκονταν σε κατάσταση αξιοθρήνητη. Τα έσοδα της ζήτημα είναι αν αρκούσαν για να πληρωθεί το νοίκι της έδρας του Γενικού Συμβουλίου καί για τα πιο απαραίτητα έξοδα.

Στίς συζητήσεις για την ημερήσια διάταξη εμφανίστηκαν πάλι διαφωνίες πού είχαν εκδηλωθεί καί παλιότερα, ανάμεσα στους γάλλους πού ζούσαν στο Λονδίνο, καί τους γάλλους πού εκπροσωπούσαν την οργάνωση του Παρισιού. Οί τελευταίοι δεν ήθελαν τωρα να τεθεί το πρόβλημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας, γιατί αυτό είναι πρόβλημα καθαρά πολιτικό. Αντίθετα, οί γάλλοι εξόριστοι, με την υποστήριξη μερικών άγγλων, επέμεναν να μπει στην ημερήσια διάταξη ένα θέμα για τη θρησκεία, γιατί αξίωναν έναν αδυσώπητο άγωνα κατά της θρησκευτικής δεισιδαιμονίας. Ό Μαρξ κηρύχτηκε εναντίον της πρότασης. Η άποψη του, δικαιολογημένα, ήταν ότι θα όδηγουνταν σε άσκοπες προστριβές, αν ήδη άπ’ το πρώτο συνέδριο έμπαινε το πρόβλημα αυτό - μπροστά στον αδύναμο συνεκτικό δεσμό πού τώρα μόλις άρχιζε να αποκαθίσταται ανάμεσα στους εργάτες των διάφορων χωρών καί μπροστά στο χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος. Ωστόσο μειοψήφησε.

Πέρασε ακόμα ένας ολόκληρος χρόνος προτού συγκληθεί το συνέδριο. Υποχρεώθηκαν να το αναβάλουν ακόμα μια φορά για το Σεπτέμβρη του 1866. Στό διάστημα αυτό συνέβηκαν μια σειρά από γεγονότα, για τα οποία πρέπει να ειπωθούν μερικά λόγια. Για την Αγγλία η χρονιά αυτή ήταν χρονιά πολύ έντονου πολιτικού αγώνα. Τα αγγλικά συνδικάτα, πού διευθύνονταν από εργάτες πού συμμετείχαν στο Κεντρικό Συμβούλιο, έδιναν πεισματικό αγώνα για την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Επαναλαμβάνω, ότι ολόκληρος αυτός ό αγώνας δινόταν κάτω άπ’ την καθοδήγηση της Διεθνούς. Ό Μαρξ κατέβαλε κάθε προσπάθεια, για να εμποδίσει τους άγγλους να επαναλάβουν τα παλιά λάθη τους, καί για να πετύχει να δώσουν τον αγώνα αυτό αυτόνομα, χωρίς καμιά συνεργασία με τους ριζοσπάστες. Όμως ήδη άπ’ τις αρχές του 1866 έγινε ξανά φανερό τί ήταν αυτό πού είχε ζημιώσει τόσο συχνά το αγγλικό εργατικό κίνημα την εποχή του χαρτισμού, καί τί το ζημιώνει μέχρι σήμερα. Εφόσον είχε μπεί στόχος η κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, οί ηγέτες των εργατών, ενμέρει για οικονομικούς λόγους, έκλεισαν μια συμφωνία με το πιο ριζοσπαστικό τμήμα της αστικής δημοκρατίας, πού είχε προβάλει επίσης τη διεκδίκηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Σχηματίστηκε μια κοινή επιτροπή πού θα ‘χε τη διεύθυνση του αγώνα. Σ’ αυτήν μετείχαν αξιοσέβαστοι άνθρωποι όπως ό καθηγητής Μπήζλυ, τίμιοι δημοκράτες, αλλά καί εκπρόσωποι των λεγόμενων ελεύθερων επαγγελμάτων, δικηγόροι καί δικαστές, εκπρόσωποι της μικρής καί της μεσαίας, καί ιδιαίτερα της εμπορικής αστικής τάξης, πού άπ’ την αρχή έκλιναν προς ένα συμβιβασμό. Ό άγωνας δόθηκε με αγγλικό τρόπο. Όργανώθηκαν μαζικές συγκεντρώσεις καί διαδηλώσεις. Τον Ιούλη του 1866 στο Λονδίνο έγινε μια διαδήλωση τόσο μεγαλειώδης, πού δεν είχε το προηγούμενο της ούτε στην εποχή του χαρτισμού. Από την πίεση του πλήθους στο Χάυντ Πάρκ, όπου καταλήγουν συνήθως οί διαδηλωσεις, έσπασαν τα κιγκλιδώματα. Αμέσως η κυβέρνηση αποφάσισε πώς ήταν καιρός να κάνει μια παραχώρηση.

Θα θυμόσαστε, ότι μετά την επανάσταση του Ιούλη, είχε αναπτυχθεί καί στην Αγγλία ένα ισχυρό κίνημα για μια κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Το πράγμα είχε τελειώσει μ’ ένα συμβιβασμό, οί εργάτες είχαν εξαπατηθεί θρασύτατα, εκλογικό δικαίωμα απέκτησε μόνο η βιομηχανική αστική τάξη. Με τον ίδιο τρόπο, η κυβέρνηση τώρα, μόλις είδε πώς έπρεπε να ένδωσει, πώς η αγωνιστική ετοιμότητα των εργατών των πόλεων είχε μεγαλώσει πολύ, πρότεινε ένα συμβιβασμό - μια νέα επέκταση του εκλογικού δικαιώματος, πού θα περιλάβαινε τωρα όλους τους έργάτες των πόλεων. Πρέπει να ειπωθεί, ότι το γενικό εκλογικό δικαίωμα αφορούσε μόνο το εκλογικό δικαίωμα των άντρων. Κανείς δε σκέφτηκε να επεκταθεί καί στίς γυναίκες. Καί τώρα πρότειναν στους εργάτες ένα συμβιβασμό, πού τον αποδέχτηκαν αμέσως όλα τα αστικά μέλη της επιτροπής για την εκλογική μεταρρύθμιση. Ό συμβιβασμός συνίστατο στο ότι το εκλογικό δικαίωμα θα παραχωρούνταν σ’ όλους τους εργάτες, πού είχαν μια κατοικία με ένα τουλάχιστο δωμάτιο, για την οποία δεν πλήρωναν λιγότερο από ένα ορισμένο ποσό. Μ’ αυτό τον τρόπο σχεδόν όλοι οί εργάτες των πόλεων απέκτησαν δικαίωμα ψήφου, εκτός από κείνους πού είχαν νοικιάσει μια γωνιά σε άλλους — καί τέτοιοι υπήρχαν από τότε πάρα πολλοί — μα όλοι οί αγρότες έμειναν χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως καί πρίν. Αυτό το ραφιναρισμένο ελιγμό τον είχε συλλάβει ό αρχηγός των άγγλων συντηρητικών, ό Ντισραέλι. καί μ’ αυτόν συμφώνησαν οί αστοί ρεφορμιστές, πού έπεισαν καί τους εργάτες να αποδεχτούν την παραχώρηση, αποσκοπώντας, μετά τίς εκλογές για το νέο κοινοβούλιο, ν’ απαιτήσουν μια νέα επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Οί αγρότες όμως ύποχρειωθηκαν να περιμένουν ακόμα 20 χρόνια, μέχρι το 1885, καί μόλις κάτω άπ’ την επίδραση της ρώσικης επανάστασης του 1905 απέκτησαν δικαίωμα ψήφου καί οί εργάτες πού δεν είχαν δική τους κατοικία.

Στή Γερμανία το 1865-66 συνέβηκαν γεγονότα όχι λιγότερο σημαντικά. Εκεί ξέσπασε ένας σφοδρός αγώνας ανάμεσα στην Πρωσία καί την Αυστρία. Το επίμαχο ζήτημα ήταν, σε ποιόν θα ανήκε η επικυριαρχία της Γερμανίας. Ό Βισμαρκ το ‘χε βάλει σκοπό του να πετάξει την Αυστρία οριστικά έξω από τη Γερμανική Ένωση, να κάνει την Πρωσία το μοναδικό κέντρο δύναμης της Γερμανίας, έστω καί μιας περιορισμένης Γερμανίας, γιατί θα έχανε όλες τις γερμανικές επαρχίες πού κατείχε η Αυστρία. Το ζήτημα αυτό το έθιξα ήδη, όταν εξιστόρησα τις διαφωνίες ανάμεσα στον Μαρξ καί τον Ένγκελς άπ’ τη μια μεριά, καί στον Λασάλ απ’ την άλλη.

Η διένεξη ανάμεσα στην Αυστρία καί την Πρωσία έληξε με πόλεμο. Μέσα σε δυο τρεις βδομάδες, η Πρωσία, πού δε ντράπηκε να συνάψει συμμαχία με την Ιταλία εναντίον ενός άλλου γερμανικού κράτους, τσάκισε ολοκληρωτικά την Αυστρία καί προσάρτησε μερικά γερμανικά κρατίδια πού είχαν βοηθήσει την Αυστρία: το βασίλειο του Ανόβερου, την ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη Φραγκφούρτη, το δουκάτο της Έσσης καί άλλα. Η Αυστρία πετάχτηκε οριστικά εξω άπ’ τη Γερμανική Ένωση. Οργανώθηκε μια Βορειογερμανική Όμοσπονδία με επικεφαλής την Πρωσία. Για να κερδίσει τίς συμπάθειες των εργατών καί των φτωχών άνθρώπων, ό Βίσμαρκ καθιέρωσε το γενικό εκλογικό δικαίωμα.

Στή Γαλλία ό Ναπολέοντας είχε αναγκαστεί να κάνει μερικές παραχωρήσεις. Μερικές παράγραφοι του ποινικού κώδικα, πού στρέφονταν κατά των εργατικών οργανώσεων, τροποποιήθηκαν. Οί καταδιώξεις των οικονομικών όργανώσεων, ιδιαίτερα των συνεργατικών καί των συνεταιρισμών αλληλοβοήθειας, περιορίστηκαν. Ανάμεσα στους εργάτες άρχισε να ισχυροποιείται η μετριοπαθής πτέρυγα, πού προσπαθούσε απεγνωσμένα να εκμεταλλευτεί τίς νόμιμες δυνατότητες. Απ’ την άλλη μεριά αναπτύχθηκαν μπλανκιστικές οργανώσεις πού ξαπόλυσαν σκληρή πολεμική κατά των διεθνιστών, τους οποίους κατηγορούσαν ότι παραιτούνται από κάθε επαναστατικό αγώνα καί φλερτάρουν με τη βοναπαρτική κυβέρνηση.

Στήν Ελβετία οί εργάτες ήταν παντού - στη γαλλική, γερμανική καί ιταλική Ελβετία — απασχολημένοι με τίς τοπικές τους υποθέσεις, καί μόνο οί εξόριστοι και οί περαστικοί από άλλες χώρες ενδιαφέρονταν για τη Διεθνή. Το γερμανικό τμήμα, πού με ηγέτη τον Μπέκερ εξέδιδε το περιοδικό Ό Προάγγελος, έπαιζε ταυτόχρονα καί το ρόλο ενός κέντρου στο εξωτερικό για τη μερίδα εκείνη των γερμανών εργατών, πού αντίθετα άπ’ τους λασαλιστές έκλινε προς τη Διεθνή.

Το συνέδριο συνήλθε στη Γενεύη το Σεπτέμβρη του 1866, αφού η Πρωσία είχε ήδη νικήση την Αυστρία καί αφού οί άγγλοι εργάτες είχαν πετύχει την υποτιθέμενη μεγάλη νίκη τους ενάντια στην αστική τάξη. Το συνέδριο άρχισε μ’ ένα μεγάλο σκάνδαλο. Απ’ τη Γαλλία είχαν έρθει, έκτος από τους προυντονιστές, καί οί μπλανκιστές, πού είχαν πετύχει να συμμετάσχουν στις εργασίες του συνεδρίου. Ήταν σχεδόν αποκλειστικά υπερεπαναστάτες φοιτητές. ανάμεσα τους βρισκόταν καί ό μελλοντικός επίτροπος δικαιοσύνης στην Παρισινή Κομμούνα, ό Προτό. Μολονότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι από κανέναν, έκαναν το μεγαλύτερο θόρυβο. Τελικά τους πέταξαν έξω. Λένε μάλιστα πως ήθελαν να τους πνίξουν στη λίμνη της Γενεύης, αυτό είναι όμως παραμύθι. Η αλήθεια είναι ότι η υπόθεση δεν τέλειωσε χωρίς γροθιές καί κλωτσιές, κι αυτό είναι άλλωστε έθιμο των γάλλων, πού στον παραταξιακό αγώνα δεν αρκούνται πάντα στις αποφάσεις αποπομπής, όπως οί ηρεμότεροι σλάβοι.

Όταν τελικά μπόρεσαν ν’ ασχοληθούν με τους εργάτες, η κύρια μάχη δόθηκε ανάμεσα στους προυντονιστές καί την αντιπροσωπεία του Κεντρικού Συμβουλίου πού αποτελούνταν άπ’ τον Εκάριους καί τους άγγλους εργάτες. Ό ίδιος ό Μαρξ δεν είχε μπορέσει να ‘ρθει: ήταν τότε απασχολημένος με την τελική επεξεργασία του πρώτου τόμου του Κεφάλαιου καί, πέρα άπ’ αυτό, το ταξίδι θα ‘ταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν επειδή ήταν άρρωστος, καί επιπλέον κάτω άπ’ την άγρυπνη παρακολούθηση γάλλων καί γερμανών σπιούνων. Όμως ό Μαρξ είχε συντάξει για την αντιπροσωπεία μια λεπτομερή έκθεση για όλα τα σημεία της ημερήσιας διάταξης, την Εισήγηση για τους Αντίπροσωπους του Γενικού Συμβουλίου. 23

Οί γάλλοι αντιπρόσωποι παρουσίασαν μια λεπτομερή έκθεση, πού αποτελούσε μια ανάπτυξη της οικονομικής ιδέας του Προυντόν. Κατέκριναν με οξύτητα την εργασία της γυναίκας καί δήλωσαν, πώς η ίδια η φύση έχει ορίσει τη θέση της γυναίκας στην οικιακή εστία, πως οφείλει να φροντίζει για την οικογένεια καί όχι να πηγαίνει στο εργοστάσιο. Αποδοκίμασαν απερίφραστα τίς απεργίες καί τα συνδικάτα καί συνάμα υπερασπίστηκαν το συνεταιρισμό καί προπάντων τίς τράπεζες ανταλλαγής (οργανώσεις για αμοιβαία ανταλλαγή). Η πρωπή προϋπόθεση γι’ αυτό είναι οί συμβάσεις πού θα ‘πρεπε να κλείσουν μεταξύ τους οί επιμέρους συνεταιρισμοί, καί η οργάνωση άτοκων πιστώσεων. Επέμειναν μάλιστα ότι το συνέδριο πρέπει να επικυρώσει μια διεθνή πιστωτική όργάνωση. ωστόσο το μόνο που πέτυχαν ήταν μια απόφαση πού συνιστούσε σ’ όλα τα τμήματα της Διεθνούς ν’ ασχοληθούν με το ζήτημα των πιστώσεων και το ζήτημα της ενοποίησης όλων των εργατικών πιστωτικών εταιριών. Στράφηκαν επίσης κατά του νομικού περιορισμού της εργάσιμης μέρας.

Εναντίον τους τάχθηκαν οι λονδρέζοι μαζί με τους γερμανούς αντιπροσώπους. Σέ κάθε σημείο της ημερήσιας διάταξης πρόβαλαν με τη μορφή μιας απόφασης το αντίστοιχο κομμάτι άπ’ τίς Εισηγήσεις του Μαρξ, πού έβαζαν σε πρωτη μοίρα τα προβλήματα πού προκύπτουν από τίς διεκδικήσεις της εργατικής τάξης.

Η εισήγηση τόνιζε με έμφαση, ότι ολόκληρη η δραστηριότητα της Διεθνούς πρέπει να συνίσταται στη συνένωση καί στη γενίκευση των μεμονωμένων προσπαθειών της εργατικής τάξης, πού αγωνίζεται για τα συμφέροντα της: είναι απαραίτητο ν’ αποκατασταθεί ένας σύνδεσμος, στον οποίο οι εργάτες των επιμέρους χωρών δε θα αισθάνονται μόνο σαν σύντροφοι στον άγωνα. αλλά καί θα ενεργούν σαν μέλη ενός καί μοναδικού απελευθερωτικού στρατού. Πρέπει να οργανωθεί μια διεθνής αλληλοβοήθεια στις απεργίες, για να εμποδιστεί η αντικατάσταση ντόπιων εργατών από ξένους, πράγμα πού με τόση χαρά κάνουν οί επιχειρηματίες.

Ένα άπ’ τα πιο σημαντικά καθήκοντα, δήλωνε ό Μαρξ, ήταν καί μια στατιστική μελέτη για την κατάσταση της εργατικής τάξη: όλων των χωρών, πού έπρεπε ν’ αναληφθεί άπ’ τους ίδιους τους εργάτες. Όλο το υλικό πού θα συγκεντρωνόταν θα στέλνονταν για επεξεργασία στο Γενικό Συμβούλιο. Ό Μαρξ υπέδειξε επίσης σε γενικές γραμμές τα βασικά προβλήματα πού θα ‘πρεπε να περιέχει ένα τέτοιο έρωτηματολόγιο για τους εργάτες.

Έντονες συζητήσεις προκάλεσε το πρόβλημα των συνδικάτων. Οί γάλλοι κηρύχτηκαν τόσο ενάντια στις απεργίες όσο καί ενάντια στην οργανωμένη αντίσταση κατά των επιχειρηματιών. Οί εργάτες έπρεπε ν’ αναζητήσουν τη σωτηρία τους μόνο στους συνεταιρισμούς. Οί αντιπρόσωποι του Λονδίνου τους άντιπαρέθεσαν, με τη μορφή μιας απόφασης, ολόκληρη την παράγραφο για τα συνδικάτα άπ’ τίς Εισηγήσεις του Μαρξ. Έγινε δεκτή άπ’ το συνέδριο.

Όλα όσα είχαν γραφτεί άπ’ τον Μαρξ στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας καί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο για τα συνδικάτα, σαν βασικό πυρήνα της ταξικής όργάνωσης του προλεταριάτου, επαναλήφθηκαν στην άπόφαση με μια ακόμα πιο συγκεκριμένη μορφή. Έκτος άπ’ αυτό επισήμανε τα σύγχρονα προβλήματα των συνδικάτων καί την αποτελεσματικότητα πού μοιραία τα διακρίνει μόλις μεταβάλλονται σε στενά συντεχνιακές οργανώσεις. Αξίζει ν’ ασχοληθούμε πιο διεξοδικά με την παράγραφο αυτή.

Πως δημιουργήθηκαν τα συνδικάτα; Πως αναπτύχθηκαν; Είναι το αποτέλεσμα του αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο καί στη μισθωτή εργασία. Σ’ αυτό τον αγώνα οί όροι για τους εργάτες είναι εξαιρετικά δυσμενείς. Το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική δύναμη συγκεντρωμένη στα χέρια ενός ατόμου, ενώ ό εργάτης το μόνο πού διαθέτει είναι η ατομική εργατική του δύναμη. Γιαυτο δε μπορεί να γίνει λόγος για ελεύθερη σύμβαση ανάμεσα στον καπιταλιστή καί τον εργάτη. Οταν οί προυντονιστές φλυαρούσαν για την ελεύθερη καί δίκαιη σύμβαση, απλούστατα δεν καταλάβαιναν το μηχανισμό της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. 24 Η σύμβαση ανάμεσα στο κεφάλαιο καί την εργασία δέ μπορεί ποτέ να στηρίζεται πάνω σε δίκαιους όρους, ούτε καν με την έννοια μιας κοινωνίας πού, στη ζωντανή παραγωγική δύναμη, αντιπαρατάσσει την ιδιοκτησία των υλικών μέσων ζωής καί παραγωγής. Πίσω άπ’ το μεμονωμένο καπιταλιστή βρίσκεται η δύναμη της κοινωνίας. Σ’ αυτή τη δύναμη οί εργάτες μπορούν ν’ αντιπαρατάξουν μόνο τον αριθμό τους, τη μοναδική κοινωνική δύναμη πού έχουν στη διάθεση τους. Άλλα η δύναμη του αριθμού, η δύναμη της μάζας, καταστρέφεται από την ασυμφωνία των εργατών, πού γεννιέται καί συντηρείται με τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό τους. Γιαυτό ήταν κατά πρώτο λόγο αναγκαίο να παραμεριστεί αυτός ό άνταγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες. Άπ’ τίς αυθόρμητες προσπάθειες των εργατών να παραμερίσουν αυτό τον ανταγωνισμό, ή τουλάχιστο να τον περιορίσουν, με σκοπό να εκβιάσουν στις συμβάσεις όρους πού θα τους επέτρεπαν να ανέβουν τουλάχιστον από τη θέση των απλών σκλάβων, δημιουργήθηκαν τα συνδικάτα. Το άμεσο καθήκον τους περιοριζόταν στίς καθημερινές ανάγκες, στην αναζήτηση μέσων για την αντιμετώπιση των συνεχών επιθέσεων του κεφαλαίου, με μια λέξη: στα προβλήματα του μισθού της εργασίας καί των ωρών εργασίας. Παρά τους ισχυρισμούς των προυντονιστών, αυτή η δραστηριότητα δεν είναι μόνο απόλυτα δικαιολογημένη αλλά καί απαραίτητη. Δε μπορούμε να παραιτηθούμε άπ’ αυτήν έφόσο κυριαρχεί το σημερινό σύστημα παραγωγής. Απεναντίας, πρέπει να ενταθεί σ’ όλες τίς χώρες με την ίδρυση καί το σχηματισμό συνδικατων.

Τα συνδικάτα παίζουν κι έναν άλλο σημαντικό ρόλο, πού οί προυντονιστές το 1866 τον καταλάβαιναν εξίσου λίγο, όπως κι ό δάσκαλος τους το 1847. Χωρίς να το ‘χουν συνειδητοποιήσει, τα συνδικάτα της εργατικής τάξης χρησίμευαν καί χρησιμεύουν σαν οργανωτικά κέντρα, όπως τα μεσαιωνικά κοινοτικά συμβούλια για την αστική τάξη. Είναι αναγκαία για τον άγωνα ανάμεσα στο κεφάλαιο καί την εργασία, αλλά ακόμα πιο σημαντικά, σαν οργανωμένη δύναμη, για την κατάργηση του ίδιου του συστήματος της μισθωτής εργασίας.

Δυστυχώς τα συνδικάτα δεν είχαν ξεκαθαρίσει εντελώς αυτό το καθήκον. Όντας απορροφημένα αποκλειστικά από τον τοπικό καί άμεσο αγώνα κατά του κεφαλαίου, τα συνδικάτα δεν αντιλαμβάνονταν ολότελα τη δύναμη τους στον άγωνα ενάντια στο ίδιο το σύστημα της μισθωτής εργασίας. Γιαυτό έμεναν - καί εξακολουθούν να μένουν - πολύ μακριά από τα γενικά καί τα πολιτικά κινήματα.

Ο Μαρξ επισημαίνει μερικά συμπτώματα πού δείχνουν φανερά ότι τα συνδικάτα αρχίζουν να καταλαβαίνουν την ιστορική τους αποστολή. Τέτοια συμπτώματα είναι η συμμετοχή των αγγλικών συνδικάτων στον άγωνα για το γενικό εκλογικό δικαίωμα καί η απόφαση πού πάρθηκε στη συνδιάσκεψη τους στο Σεφηλντ, η οποία συνιστά σε όλα τα συνδικάτα να προσχωρήσουν στη Διεθνή.

Στό τέλος ό Μαρς, πού μέχρι τότε είχε επικρίνει κατά πρώτο λογο τους προυντονιστές, στρέφεται με μεγαλύτερη οξύτητα κατά των καθαρών τρεϊντ-γιουνιονιστών, πού ήθελαν να περιορίσουν τα καθήκοντα των συνδικάτων μόνο στα προβλήματα του μισθού και των ωρών εργασίας. Παράλληλα με τ’ αρχικά τους καθήκοντα, πρέπει να μάθουν να ενεργούν συνειδητά, σαν οργανωμένα κέντρα της εργατικής τάξης για την απόλυτη χειραφέτηση τους. Είναι υποχρεωμένα να υποστηρίζουν κάθε κοινωνικό και πολιτικό κίνημα πού επιδιώκει το σκοπό αυτό. Πρέπει να θεωρούν τον εαυτό τους σαν πρώτους αγωνιστές καί εκπρόσωπους ολόκληρης της εργατικής τάξης, να ενεργούν αντίστοιχα καί να προσελκύουν στις γραμμές τους όλους τους εργάτες. Οφείλουν να φροντίζουν προσεχτικά για τα συμφέροντα των εργατών πού ανήκουν στους πιο κακά μισθοδοτούμενους κλάδους, λ.χ. των αγροτών, πού εξαιτίας των ιδιαίτερα δυσμενών συνθηκών είναι ανίσχυροι. Τα συνδικάτα οφείλουν να πείσουν ολόκληρο τον κόσμο, ότι οι προσπάθειες τους, όντας κάθε άλλο παρά περιορισμένες καί ματαιόδοξες, αποβλέπουν στη χειραφέτηση εκατομμυρίων καταπιεσμένων άνθρωπων.

Οί συζητήσεις για το συνδικαλιστικό ζήτημα στο συνέδριο της Γενεύης είχαν τεράστια σπουδαιότητα. Οί αντιπρόσωποι του Λονδίνου υπερασπίστηκαν τίς θέσεις τους με μεγάλη άνεση. Γι’ αυτούς η ίδια η απόφαση δεν αποτελούσε παρά το συμπέρασμα άπ’ τη μεγάλη εισήγηση του Μαρξ, πού τότε δυστυχώς ήταν γνωστή μόνο σ’ αυτούς. 25

Πράγματι, όταν το Κεντρικό Συμδούλιο είχε εξετάσει όλα τα προβλήματα πού θα έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη του επόμενου συνεδρίου, ξέσπασαν ακόμα καί κει μεγάλες διαφωνίες. Γιαυτό ό Μαρξ έκανε στο συμβούλιο μια λεπτομερή διάλεξη, στην οποία εξήγησε τη σημασία πού έχουν τα συνδικάτα κάτω άπ’ τίς συνθήκες της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία για να παρουσιάσει στους ακροατές του, με εκλαϊκευμένη μορφή, τη νέα θεωρία του για την αξία καί υπεραξία, για να τους εξηγήσει την αλληλεξάρτηση πού υπάρχει ανάμεσα στο μισθό της εργασίας, την υπεραξία καί την τιμή του εμπορεύματος. Τα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου προξενούν βαθιά εντύπωση με τη σοβαρότητα τους, πού θα τη ζήλευε κι η πιο λόγια αστική συνεδρίαση. Καί ταυτόχρονα όλο το κύρος αυτής της επιστήμης, όλες οι νέες κατακτήσεις της, είχαν μπει στην υπηρεσία της εργατικής τάξης.

Με την ιδια άνεση οι αντιπρόσωποι του Λονδίνου υποστήριξαν καί την άπόφαση του Μαρξ για το οχτάωρο. Αντίθετα άπ’ τους γάλλους, ακολουθώντας τον Μαρξ είπαν τα παρακάτω: «Θεωρούμε τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας σαν μια προϋπόθεση, χωρίς την οποία όλες οί άλλες προσπάθειες βελτίωσης καί χειραφέτησης είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Είναι ουσιαστική, για να αποκατασταθεί καί πάλι η υγεία καί η σωματική ενέργεια της εργατικής τάξης, δηλαδή της μεγάλης μάζας κάθε έθνους, καί για να της εξασφαλιστεί η δυνατότητα πνευματικής άνάπτυξης, κοινωνικής επαφής, κοινωνικής καί πολιτικής δραστηριότητας» 26. Τό συνέδριο, ακολουθώντας την πρόταση του Κεντρικού Συμβουλίου, άξίωσε να καθοριστεί η οχτάωρη εργασία σαν νόμιμο όριο της εργάσιμης μέρας. Επειδή αυτός ό περιορισμός απαιτούνταν κι από τους εργάτες στίς Ηνωμένες Πολιτείες, το συνέδριο έκανε αυτή τη διεκδίκηση γενικό σύνθημα της εργατικής τάξης σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η νυχτερινή εργασία θα επιτρεπόταν μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις, σε μεμονωμένους κλάδους της παραγωγής ή επαγγέλματα, πού θα ‘πρεπε να προσδιορίζονται επακριβώς άπ’ το νόμο. Στόχος όμως θα ‘ταν να καταργηθεί εντελώς κάθε νυχτερινή εργασία.

Δυστυχώς στην εισήγηση του Μαρξ δεν αναλυόταν επακριβώς το πρόβλημα της γυναικείας εργασίας. Το θεώρησε αρκετό να πει, ότι ολόκληρη η παράγραφος για τη μείωση της εργάσιμης μέρας αναφέρεται εξίσου σ’ όλους τους ενήλικους εργάτες, άντρες καί γυναίκες, με τον όρο «ότι οί τελευταίες πρέπει ν’ αποκλειστούν αυστηρότατα από κάθε είδους νυχτερινή εργασία κι επίσης από κάθε εργασία, πού είναι επιβλαβής για τον πιο ευαίσθητο γυναικείο οργανισμό ή πού εκθέτει το σώμα σε δηλητηριωδεις ή άλλες βλαβερές επιδράσεις» 27. Δεδομένου όμως ότι η πλειοψηφία των γάλλων καί των έλβετών στράφηκε με οξύτητα κατά της γυναικείας εργασίας γενικά, το συνέδριο υιοθέτησε καί τίς θέσεις του Μαρξ καί μια απόφαση των γάλλων. Ετσι αποφασίστηκε πώς το καλύτερο θα ‘ταν ν’ απαγορευτεί εντελώς η γυναικεία εργασία, όσο καιρό όμως θα ίσχυε, θα ‘πρεπε να διατηρηθεί στα όρια πού είχε διαγράψει ό Μαρξ.

Μετά έγιναν αποδεκτές οί θέσεις του Μαρξ για την εργασία των παιδιών καί των νέων, αμετάβλητες, χωρίς καμιά προυντονιστική τροποποίηση. Οί θέσεις αυτές έλεγαν, ότι «ή τάση της σύγχρονης βιομηχανίας να προσελκύσει παιδιά καί νέους καί των δυο φύλων να συμμετέχουν στο μεγάλο έργο της κοινωνικής παραγωγής(...) είναι μια προοδευτική, υγιής καί δικαιολογημένη τάση, μολονότι ό τρόπος με τον οποίο πραγματώνεται η τάση αυτή κάτω άπ’ την κυριαρχία του κεφαλαίου, είναι φριχτός. Σέ μια κοινωνία οργανωμένη ορθολογικά, κάθε παιδί μετά τα εννιά του χρόνια πρέπει να γίνει παραγωγικός εργάτης, όπως επίσης καί κάθε υγιής ενήλικος, πού δεν πρέπει να εξαιρείται άπ’ αυτό το γενικό νόμο της φύσης, δηλαδή να εργάζεται για να μπορεί να τρωει, καί να εργάζεται όχι μόνο με το μυαλό, αλλά καί με τα χέρια» 28. Σέ συνάρτηση μ’ αυτό ό Μαρξ προτείνει ένα ολόκληρο πρόγραμμα για την ενοποίηση της χειρωνακτικής καί της πνευματικής εργασίας. Σ’ αυτό περιλαμβάνεται η γενική πνευματική ανάπτυξη, η σωματική ανάπτυξη καί η πολυτεχνική καλλιέργεια, πού κάνει γνωστές στα παιδιά τίς επιστημονικές βάσεις όλων των παραγωγικών διαδικασιών.

Στήν εισήγηση του ό Μαρξ έθιξε καί το πρόβλημα των συνεργατικών. Χρησιμοποίησε αύτη την ευκαιρία όχι μόνο για να κριτικάρει τίς αυταπάτες των ορθόδοξων συνεργατιστών, αλλά καί για να τονίσει το βασικό όρο για την επιτυχία του συνεργατικού κινήματος. Όπως καί στην ιδρυτική διακήρυξη, δίνει το προβάδισμα όχι στους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, αλλά στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς, καί προσθέτει: «Το σύστημα όμως της συνεργατικής (...) δεν είναι ποτέ σε θέση να αναδιαρθρώσει την καπιταλιστική κοινωνία. (...) [Για κάτι τέτοιο] απαιτούνται γενικές κοινωνικές αλλαγές, αλλαγές των γενικών ορών της κοινωνίας, πού μπορούν να πραγματωθούν μόνο αν η οργανωμένη δύναμη της κοινωνίας. δηλαδή η κρατική εξουσία, περάσει άπ’ τα χέρια των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων στα χέρια των ιδιων των παραγωγών» 29. Βλέπουμε πως κι εδώ ό Μαρξ προβάλλει ξανά την ανάγκη να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία από την εργατική τάξη.

Το σχέδιο του καταστατικού, πού μας είναι ήδη γνωστό, έγινε αποδεκτό χωρίς καμιά τροποποίηση. Η προσπάθεια των γάλλων, πού είχαν θέσει αυτό το πρόβλημα ήδη στο συνέδριο του Λονδίνου, να δώσουν στη λέξη «εργάτης» μια περιορισμένη ερμηνεία, μόνο με την έννοια της φυσικής εργασίας, κι έτσι ν’ αποκλείσουν τους έκπρόσωπους των πνευματικών εργατών ή των διανοούμενων, αποκρούστηκε με σαφήνεια. Οί άγγλοι αντιπρόσωποι δήλωσαν ότι, αν υιοθετούνταν η πρόταση των γάλλων, θα ‘πρεπε κατά πρώτο λόγο ν’ αποκλειστεί ό Μαρξ, πού είχε κάνει τόσα πολλά για τη Διεθνή.

Το συνέδριο της Γενεύης άσκησε τεράστια προπαγανδιστική επίδραση. Όλες του οί αποφάσεις, που διατύπωναν τίς βασικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης καί είχαν συνταχτεί σχεδόν αποκλειστικά άπ’ τον Μαρξ, πέρασαν στο πρακτικό μίνιμουμ πρόγραμμα όλων των εργατικών κομμάτων. Το συνέδριο είχε μια ενθουσιαστική απήχηση σ’ όλες τίς χώρες, ακόμα καί στη Ρωσία, όπου ήδη το 1865 στο Σοβρέμιονυϊ παρουσιάζεται διεξοδικά το ιδρυτικό μανιφέστο της Διεθνούς, σαν ένα έγγραφο γραμμένο άπ’ τον Μαρξ. Αμέσως μετά το συνέδριο της Γενεύης, πού έδωσε μια ισχυρή ώθηση στο διεθνές εργατικό κίνημα, η Διεθνής έγινε μεμιάς δημοφιλής.

Στό επόμενο κιόλας συνέδριο στη Λωζάνη, ξέσπασε μια διαμάχη για τη συμμετοχή στο συνέδριο μιας νέας διεθνούς οργάνωσης, πού ήταν η «Ένωση για την Ειρήνη καί την Ελευθερία». Οί οπαδοί της συμμετοχής υπερίσχυσαν. Μόλις στο επόμενο συνέδριο στις Βρυξέλες επικράτησε η άποψη του γενικού συμβουλίου, καί αποφασίστηκε, να προταθεί στην ένωση να προσχωρήσει στη Διεθνή, καί να προτρέψει τα μέλη της να γραφτούν στα διάφορα τμήματα της Διεθνούς.

Ό Μαρξ δεν πήρε μέρος ούτε σ’ αυτά τα δυο συνέδρια. Το συνέδριο της Λωζάνης δεν είχε τελειώσει ακόμα τίς εργασίες του, όταν κυκλοφόρησε ό πρώτος τόμος του Κεφαλαίου. Στό επόμενο συνέδριο στις Βρυξέλες, το 1868, με πρόταση της γερμανικής αντιπροσωπείας, συντάχθηκε μια απόφαση, πού συνιστούσε στους εργάτες όλων των χωρών να μελετήσουν το Κεφάλαιο. Η απόφαση επισήμαινε την τεράστια αξία του Μαρξ: ήταν «ό πρώτος οικονομολόγος πού υπέβαλλε το κεφάλαιο σε μια επιστημονική ανάλυση καί πού το ανήγαγε στα βασικά του στοιχεία».

Στό συνέδριο των Βρυξελών εξετάστηκε ανάμεσα στ’ άλλα καί η επίδραση των μηχανών πανω στην κατάσταση της εργατικής τάξης, το ζήτημα της απεργίας καί της γαιοκτησίας. Οί αποφάσεις πού πάρθηκαν χαρακτηρίζονταν άπ’ το πνεύμα του συμβιβασμού, αντί γι’ αυτό όμως για πρώτη φορά η άποψη του σοσιαλισμού ή, όπως έλεγαν τότε, του κολεκτιβισμου, νίκησε τους γάλλους. Αναγνωρίστηκε η ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα μεταφορών καί επικοινωνίας, αλλά καί η γη, όμως με την τελική μορφή της έγινε αποδεκτή η απόφαση μόλις στο επόμενο συνέδριο στη Βασιλεία το 1869.

Κεντρικό πολιτικό πρόβλημα, πού απασχολεί τη Διεθνή ήδη άπ’ το συνέδριο της Λωζάνης, είναι το πρόβλημα του πολέμου καί των μέτρων πού πρέπει να παρθούν εναντίον του. Το πρόβλημα ήταν επίκαιρο. Μετά τον πόλεμο του 1866, μετά τη νίκη της Πρωσίας κατά της Αυστρίας, άρχιζε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη να ενισχύεται η πεποίθηση, ότι σαν αναπόφευκτο επακόλουθο αυτού του πολέμου στο άμεσο μέλλον θα ξεσπούσε ένας πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία καί την Πρωσία. Το 1867 οί σχέσεις ανάμεσα στίς δυο χώρες άρχισαν να οξύνονται.

Μετά τίς μεγάλες του αποτυχίες στίς πιο απίθανες αποικιακές περιπέτειες, με τίς όποιες καθώς λένε, ήθελε να εξυψώσει το γόητρο του, η θέση του Ναπολέοντα του Γ’, είχε γίνει πολύ επισφαλής. Μ’ ένα νεύμα της χρηματιστικής ολιγαρχίας, εξαπέλυσε μια εκστρατεία στο Μεξικό, πού προκάλεσε στίς Ηνωμένες Πολιτείες έντονη αντίδραση εναντίον του. Εκεί παρακολουθούσαν πολύ καχύποπτα κάθε προσπάθεια των ευρωπαϊκών δυνάμεων να αναμιχθούν στίς αμερικανικές υποθέσεις. Η περιπέτεια του Ναπολέοντα τελείωσε με μια εξαιρετικά επονείδιστη ήττα. Ήταν υποχρεωμένος να επανορθώσει το πράγμα στην Εύρωπη. Άλλα κι εδώ τον ακολουθούσε η αποτυχία. Αναγκασμένος να κάνει παραχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική, έλπιζε πώς με κάποια πετυχημένη προσάρτηση στην Ευρώπη, θα μεγάλωνε τίς κτήσεις της Γαλλίας καί μ’ αυτό τον τρόπο θα σταθεροποιούσε τη θέση του.

Τό 1867 ξέσπασε η λεγόμενη «υπόθεση του Λουξεμβούργου». Μετά άπ’ όλες τίς άκαρπες προσπάθειες, ν’ αρπάξει μια κάποια περιοχή στην αριστερή όχθη του Ρήνου, ό Ναπολέοντας ήθελε ν’ αγοράσει άπ’ την Ολλανδία το μεγάλο δουκάτο του Λουξεμβούργου, πού μέχρι το 1866 ανήκε στη Γερμανική Όμοσπονδία, του οποίου όμως άρχοντας ήταν ό ολλανδός βασιλιάς. Στό δουκάτο υπήρχε προηγούμενα μια πρωσική φρουρά, πού όμως αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί. Η είδηση για το παζάρεμα του Ναπολέοντα με την Όλλανδία προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στους γερμανούς πατριώτες. Η ατμόσφαιρα μύριζε πόλεμο, κι ό Ναπολέοντας, πού έκρινε πώς δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος, υποχώρησε. Γι’ άλλη μια φορά καταρρακώθηκε το γόητρο του, πάλι αναγκάστηκε να κάνει παραχωρήσεις στην αντιπολίτευση, πού μεγάλωνε ολοένα καί περισσότερο.

Μέχρι τη στιγμή του συνεδρίου των Βρυξελών, η κατάσταση στην Ευρώπη είχε οξυνθεί τόσο πολύ. πού καθημερινά αναμενόταν πόλεμος. Όλοι ήταν πεισμένοι ότι θα ξεσπούσε, μόλις η Γαλλία ή η Πρωσία θα τέλειωναν τίς προετοιμασίες τους καί θα ‘βρισκαν την κατάλληλη αφορμή. Για το εργατικό κίνημα πού ισχυροποιούνταν καθημερινά, ιδιαίτερα στην ήπειρωτική Ευρώπη, γινόταν όλο καί πιο πιεστικό το ανησυχητικό πρόβλημα, πώς θα μπορούσε να εμποδιστεί ό πόλεμος αυτός, πού καθως το αντιλαμβάνονταν όλοι, θα κατάφερνε ένα βαρύ πλήγμα στους γάλλους και τους γερμανούς εργάτες. Είναι λοιπόν φανερό ότι η Διεθνής, που το 1868 είχε κιόλας αναπτυχθεί σε μια μεγάλη δύναμη, ήταν υποχρεωμένη να ασχοληθεί σοβαρά μ’ αυτό το πρόβλημια. Μετά από ζωηρότατες διαμάχες στο συνέδριο των Βρυξελών, στίς όποιες άλλοι επέμεναν, πως σε περίπτωση πολέμου θα ‘πρεπε να οργανωθεί μια γενική απεργία, και άλλοι επιζητούσαν ν’ αποδείξουν, πώς μόνο ό συναγωνισμός μπορεί να βάλει ένα τέλος στον πόλεμο, πάρθηκε μια συμβιβαστική και ολότελα συγκεχυμένη απόφαση.

Μιας καί το καλοκαίρι του 1869 είχε εκλείψει προσωρινά η απειλή του πολέμου, στο συνέδριο της Βασιλείας μπήκαν σε πρωτη μοίρα οικονομικά καί κοινωνικά προβλήματα. Για πρώτη φορά τέθηκε με έμφαση ένα πρόβλημα πού είχε θιχτεί ήδη στο συνέδριο των Βρυξελών — το πρόβλημα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Αυτή τη φορά νίκησαν οριστικά οί αντίπαλοι τη: ατομικής ιδιοκτησίας της γης. Οι προυντονιστές γνώρισαν ολοκληρωτική ήττα. Σ’ αυτό το συνέδριο όμως γεννήθηκαν καινούργιες διαφωνίες. Για πρώτη φορά εμφανίστηκε σαν εκπρόσωπος ενός ξεχωριστού ρεύματος, ένας συμπατριώτης μας, πού πολλοί από σας τον γνωρίζετε καλά: ό Μπακούνιν.

Από πού ερχόταν; Τον συναντήσαμε ήδη στίς αρχές της δεκαετίας του 1840 στο Βερολίνο, γνωρίζουμε πώς πέρασε απ’ την ιδια φιλοσοφική σχολή άπ’ την όποια είχαν περάσει ό Μαρξ καί ό Ένγκελς, ότι στίς αρχές της επανάστασης του 1848 ήταν στο πλευρό των γερμανών εξόριστων στο Παρίσι, πού οργάνωναν μια επαναστατική λεγεώνα για να επιτεθούν κατά της Γερμανίας. Στό διάστημα της ίδιας επανάστασης προσπαθεί στη Μοράβια να συνενώσει τους σλάβους επαναστάτες, αργότερα παίρνει μέρος στην εξέγερση των σαξόνων επαναστατών στη Δρέσδη, συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά εκδίδεται στον τσάρο Νικόλαο, πού τον φυλακίζει στο Σλύσελμπουργκ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν πια τσάρος είναι ό Αλέξανδρος ό Β’, εξορίζεται στη Σιβηρία, άπ’ οπου δραπετεύει στην Ευρώπη περνωντας απ’ την Ιαπωνία καί την Αμερική. Αυτά έγιναν το 1865. Στήν αρχή καταπιάνεται εδώ με τίς ρώσικες υποθέσεις, συμμαχεί με τον Χέρτσεν, γράφει μερικές μπροσούρες για τα σλαβικά καί τα ρώσικα προβλήματα, στίς οποίες πασχίζει πάλι ν’ αποδείξει την ανάγκη μιας επαναστατικής συνένωσης των σλάβων, μετά προσπαθεί να συμμετάσχει στην πολωνική εξέγερση, αλλά αποτυχαίνει. Το 1864 συναντιέται στο Λονδίνο με τον Μαρξ, άπ’ τον οποίο πληροφορείται την ίδρυση της Διεθνούς καί υπόσχεται να συμμετάσχει. Μετά όμως φεύγει για την Ιταλία καί καταπιάνεται με μια εντελώς άλλη υπόθεση.

Όπως καί το 1848, πίστευε ότι ό Μαρξ υπερτόνιζε τη σπουδαιότητα της εργατικής τάξης, οτι οί διανοούμενοι, οί φοιτητές, οί εκπρόσωποι της αστικής δημοκρατίας αποτελούν ένα επαναστατικό στοιχείο. Την εποχή πού η Διεθνής πάλευε με τίς πρώτες δυσκολίες καί γινόταν βαθμιαία η πιο ισχυρή διεθνής οργάνωση, στην Ιταλία ό Μπακούνιν πάσχιζε να οργανώσει τη δική του επαναστατική οργάνωση. Φτάνοντας στην Ελβετία προσχώρησε στην αστική Ένωση για την Ειρήνη καί τήν Ελευθερία, εκλέχτηκε μάλιστα καί στην Κεντρική Επιτροπή της. Μόλις το 1868 άποχώρησε απ’ αυτήν, αλλά αντί να προσχωρήσει στη Διεθνή, ίδρυσε μαζί με συναγωνιστές του μια νέα οργάνωση, τη «Διεθνή Ένωση της Κοινωνικής Δημοκρατίας» ή, όπως λέγεται συνήθως, τη «Συμμαχία».

Η νέα αυτή όργάνωση παρουσιαζόταν πολύ επαναστατική. Κήρυξε αδυσώπητο πόλεμο κατά του θεού καί του κράτους. Ζητούσε άπο τα μέλη της να πιστεύουν στον αθεϊσμό. Το οικονομικό της πρόγραμμα δεν ήταν ιδιαίτερα σαφές. Αντί να απαιτεί την κατάργηση όλων των τάξεων, απαιτούσε την οικονομική καί κοινωνική ισοτιμία όλων των τάξεων. Παρά το φαινομενικό έπαναστατισμό της, η καινούργια οργάνωση δεν είχε συνεπές σοσιαλιστικό πρόγραμμα καί αρκούνταν μόνο ν’ αξιώνει την κατάργηση του κληρονομικού δικαιωματος. Για να μην τρομάξει εκείνους πού προέρχονταν από άλλες τάξεις, απέφευγε να προβάλει καθαρά έναν ορισμένο ταξικό χαρακτήρα.

Η καινούργια οργάνωση απευθύνθηκε στο Γενικό Συμβούλιο με την παράκληση να τη δεχτούν στη Διεθνή, όμως σαν μια ξεχωριστή οργάνωση, με δικό της καταστατικό καί δικό της πρόγραμμα.

Ερχόμαστε τωρα στο πιο ακανθώδες σημείο. Επειδή ό Μαρξ διέθετε μεγάλη επιρροή στο Γενικό Συμβούλιο, του έριχναν συνήθως την ευθύνη για όλες τίς αποφάσεις πού έπαιρνε το Γενικό Συμβούλιο. Αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Στήν προκείμενη περίπτωση όμως ό Μαρξ φέρει πραγματικά την κύρια ευθύνη. Αν πιστέψουμε τωρα όχι μόνο τους οπαδούς του Μπακούνιν, αλλά καί μερικούς μαρξιστές πού υπερασπίστηκαν αυτό το μεγάλο άστατο, αλλά συνάμα καί τίμιο επαναστάτη, ό Μαρξ φέρθηκε πολύ αυστηρά, επιμένοντας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ν’ απορριφθεί η πρόταση. Για να καταλάβετε την ουσία της διαφωνίας, φανταστείτε την παρακάτιο εικόνα: στην κομμουνιστική Διεθνή απευθύνεται μια όργάνωση πού μόλις είχε αποσπαστεί από μια αστική δημοκρατική οργάνωση, με την παράκληση να γίνει δεκτή, να της αφεθεί όμως το δικαίωμα να εμφανιστεί με τη μορφή μιας παράλληλης οργάνωσης, μ’ ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα καί μάλιστα με το δικαίωμα να συγκαλεί το δικό της ξεχωριστό συνέδριο. Θα της απαντούσαν απόλυτα δικαιολογημένα: Φυσικά, κάλλιο αργά παρά ποτέ, αν τελικά αντιληφθήκατε πώς συμμαχήσατε απερίσκεπτα με την αστική τάξη, ελάτε μαζί μας, μόνο πού πρέπει να διαλύσετε πρώτα την οργάνωση σας καί να μπείτε στα τμήματα μας. Πρέπει να ‘ναι κανείς πολύ εμπαθής, για να διακρίνει σε μια τέτοια απάντηση την απόδειξη μιας ιδιαίτερης κακότητας καί προσωπικής έχθρας γι’ αυτά τα άτομα, πού είναι βέβαια καλοί άνθρωποι, αλλά έχουν πολύ κακή αντίληψη για τη δουλιά τους.

Μαζί με το πρόγραμμα της νέας Συμμαχίας, ό Μπακούνιν έστειλε ένα ακόμα ξεχωριστό γράμμα στον Μαρξ, σχεδόν τέσσερα χρόνια απ’ όταν του ‘χε γράψει απ’ την Ιταλία, για να του υποσχεθεί πώς θα δουλέψει για τη Διεθνή. Αποδείχτηκε όμως ότι όχι μόνο δεν κράτησε την υπόσχεση του, αλλά απεναντίας έβαλε όλες του τίς δυνάμεις στην υπηρεσία ενός αστικού κινήματος, Τωρα βέβαια έγραφε στον Μαρξ, ότι καταλάβαινε καλύτερα από ποτέ, πόσο δίκιο είχε ό Μαρξ να επιλέξει το μεγάλο δρόμο της οικονομικής επανάστασης καί να περιφρονήσει εκείνους πού είχαν χαθεί σε μονοπάτια εθνικής ή καθαρά πολιτικής ύφης. Καί μ’ ακόμα μεγαλύτερο πάθος πρόσθετε:

Απο τότε πού αποχαιρέτησα πανηγυρικά και δημόσια τους αστούς στο συνέδριο της Βέρνης, δε γνωρίζω πια καμιά αλλη κοινωνία, κανένα άλλο περιβάλλον, παρά μόνο τον κόσμο των εργατών. Πατρίδα μου είναι τώρα η Διεθνής, πού την ίδρυσες κυρίως εσύ. Βλέπες λοιπόν, αγαπητέ φίλε, είμαι τώρα μαθητής σου - κι είμαι περήφανος γι’ αυτό... 30

Το γράμμα αυτό προκαλεί στους φίλους του Μπακούνιν δάκρια συγκίνησης κι αίσθημα αγανάκτησης απέναντι στον άκαρδο Μαρξ, πού απώθησε τόσο ωμά τα χέρι πού του έτειναν. Ακόμα κι ό Μέρινγκ προσθέτει, πως δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ άμφισβητεί κανείς την ευθύτητα αυτών των διαβεβαιώσεων.

Ούτε και γώ έχω πρόθεση ν’ αμφισβητήσω την ειλικρίνεια του Μπακούνιν. Σάς παρακαλώ όμως να προσπαθήσετε γι’ άλλη μια φορά να ‘ρθείτε στη θέση του Μαρξ. Αν και ήταν απότομος άνθρωπος, κι αυτό υποχρεώνεται να τ’ αναγνωρίσει ακόμα κι ό Μέρινγκ, μέχρι τα τέλη του 1868 έδειξε μεγάλη υπομονή απέναντι στον Μπακούνιν. Ολα όμως έχουν τα όρια τους. Αξίζει να διαβάσετε προσεχτικά το γράμμα του Μπακούνιν. Τότε θα καταλάβετε γιατί αυτό το συναισθηματικό γράμμα φάνηκε τόσο λίγο πειστικό στον Μαρξ. Δεν προέρχεται από κανένα αγοράκι, αλλά από έναν άνθρωπο πού είχε περάσει προ πολλού τα πενήντα, πού είχε προσχωρήσει κι άλλη φορά στον «κόσμο των εργατών», αλλά μόνο για να τον ξαναλησμονήοει αμέσως και για να περάσει στον «κόσμο της αστικής τάξης». Και μετά από τεσσάρων χρόνων συνύπαρξη μαζί της -ωθούμενος άπ’ την επιθυμία να διαβεί πάλι τον πλατύ δρόμο, δηλαδή να συνενωθεί με τη Διεθνή - θέτει τώρα αξιώσεις παράλογες για τη μέχρι τότε συμπεριφορά του. Ό Μαρξ, πού το 1864 είχε φανεί εξαιρετικά καλόπιστος απέναντι στον Μπακούνιν, ήταν φυσικό να ‘χει τώρα μεγάλες επιφυλάξεις - καί φάνηκε πώς είχε δίκιο.

Οταν το Γενικό Συμβούλιο απέρριψε κατηγορηματικά την αίτηση του Μπακούνιν, αυτός δήλωσε, πως η Ένωσή του αποφάσισε να διαλύσει την οργάνωση της καί να μετατρέψει τα τμήματα της σε τμήματα της Διεθνούς, διατηρώντας όμως το θεωρητικό πρόγραμμα. Το Γενικό Συμβούλιο δήλωσε πως ήταν έτοιμο να δεχτεί τα τμήματα μόνο αν αναγνώριζαν τίς γενικές βασικές αρχές της Διεθνούς.

Θα μπορούσε να φανεί πως όλα τέλειωσαν καλά. Ήταν όμως μόνο η εντύπωση. Δύστυχως η Συμμαχία συνέχιζε να υπάρχει καί να δίνει όλο αυτό το διάστημα σκληρό αγώνα κατά της Διεθνούς.

Ποιος ήταν λοιπόν ό σκοπός, πού για την πραγμάτωση του ό Μπακούνιν δεν υποχωρούσε μπροστά σε κανένα μέσο; Η καταστροφή της αστικής κοινωνίας, η κοινωνική επανάσταση — αυτή ήταν η επιδίωξη του Μπακούνιν. Ό Μαρξ είχε τάξει τον ίδιο σκοπό. Αυτό σημαίνει πώς οί διαφορές βρίσκονταν σ’ ένα άλλο επίπεδο. Καί πραγματικά, οί απόψεις του Μαρξ καί του Μπακούνιν διέφεραν έντονα όσο άφορα τα μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Καταρχή πρέπει να καταστρέψουμε, καί μετά όλα εξελίσσονται από μόνα τους. Αρκεί να ξεσηκώσουμε τους επαναστάτες διανοούμενους καί τους εργάτες πού είναι απελπισμένοι άπ’ την αθλιότητα τους. Γιαυτό πρέπει να υπάρχει μια ομάδα, πού ν’ αποτελείται από αποφασισμένους ανθρώπους μ’ επαναστατικές διαθέσεις. Αυτή είναι ουσιαστικά η θεωρία του Μπακούνιν, πού με πρώτη ματιά θυμίζει τη θεωρία του Βάιτλινγκ. Αυτό είναι όμως μόνο η επίφαση, έτσι όπως, καθαρά επιφανειακά, υπάρχει μια ομοιότητα με τη θεωρία του Μπλανκί. Στήν πραγματικότητα ό Μπακούνιν δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο. Αρνούνταν κάθε πολιτικό αγώνα, εφόσον έπρεπε να δοθει στο πεδίο της υπάρχουσας αστικής κοινωνίας, καί εφόσον επρόκειτο να δημιουργήσει ευνοϊκούς όρους για την ταξική όργάνωση του προλεταριάτου. Γιαυτό ό Μαρξ καί όλοι όσοι μαζί μ’ αυτόν θεωρούσαν αναγκαίο τον πολιτικό αγώνα καί ήθελαν, να οργανώσουν το προλεταριάτο για να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, ήταν στα μάτια του Μπακούνιν καί των οπαδών του εντελώς αρτηριοσκληριοτικοί όπορτουνιστές, πού επιδίωκαν να εμποδίσουν τον ερχομό της κοινωνικής επανάστασης. Γιαυτό οί μπακουνιστές άρπαξαν με χαρά την ευκαιρία, να παρουσιάσουν τον Μαρξ σαν έναν άνθρωπο πού, για να πραγματώσει τίς ιδέες του, δε δίσταζε να πλαστογραφεί το καταστατικό της Διεθνούς. Δημόσια, καί ιδιαίτερα σε εγκυκλίους καί επιστολές, οί μπακουνιστές κατέκριναν τον Μαρξ με τους πιο υβριστικούς χαρακτηρισμούς, καί δεν απέφυγαν μάλιστα ούτε αντισημιτικές εκτροπές ούτε ηλιθιότητες, όπως η κατηγορία ότι ό Μαρξ είναι πράκτορας του Βίσμαρκ.

Ο Μπακούνιν είχε επαφές με την Ιταλία καί την Έλβετία. Ιδιαίτερα στην Έλβετία, και μάλιστα στο γαλλικό τμήμα της, είχε βρεί πολλούς οπαδούς. Το να δούμε διεξοδικότερα τα αίτια αυτού του φαινομένου, θα μας απομάκρυνε πολύ άπ’ το κύριο θέμα μας. Οπωσδήποτε η προπαγάνδα του είχε εκεί τη μεγαλύτερη επιτυχία ανάμεσα στους μετανάστες εργάτες κι ανάμεσα στους ώρολογοποιούς-χειροτέχνες, πού υπέφεραν σκληρά άπ’ τον ανταγωνισμό της μεγαλοπαραγωγής, πού είχε αναπτυχθεί. Όταν ό Μπακουνιν εμφανίστηκε στο συνέδριο της Βασιλείας, είχε ήδη πίσω του μια σημαντική ομάδα. Ό πρώτος καβγάς άναψε σχετικά με το πρόβλημα του κληρονομικού δικαιωματος. Ό Μπακούνιν, πού είχε καταφερθεί τόσο ξεκάθαρα ενάντια σε κάθε οπορτουνισμό, επέμεινε με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος σαν μια επίκαιρη διεκδίκηση. Οί αντιπρόσωποι του Γενικού Συμβουλίου, καθοδηγούμενοι από ένα κείμενο του Μαρξ, υποστήριξαν ότι ένα τέτοιο μέτρο, όπως έχει καταδειχτει καί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, έχει σημασία, μόνο αν το πραγματοποιήσει το προλεταριάτο, αφού θα ‘χει κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Εκείνο πού μπορεί να επιτευχθεί μέχρι τότε είναι μόνο μια αύξηση του φόρου των κληρονομιών κι ένας περιορισμός του κληρονομικού δικαιώματος. Ό Μπακούνιν όμως δεν υπολόγιζε ούτε τη λογική ούτε τίς συγκεκριμένες συνθήκες. Το μόνο πού τον ενδιέφερε ήταν η προπαγανδιστική σημασία της άξίωσής του. Τελικά ούτε μία απόφαση δεν πέτυχε επαρκή πλειοψηφία. Μια άλλη διαφωνία γεννήθηκε ανάμεσα στον Μπακούνιν και το γέρο Λήμπκνεχτ. Το συνέδριο της Βασιλείας ήταν το πρώτο, στο οποίο εμφανίστηκε μια σημαντική νέα ομάδα άπ’ τη Γερμανία. Την εποχή εκείνη ό Βίλχελμ Λήμπκνεχτ και ό Αουγούστ Μπέμπελ είχαν ήδη καταφέρει, μετά από ένα σκληρό παραταξιακό αγώνα με τον Σβάιτσερ, να όργανωσουν ένα δικό τους κόμμα, πού στο ιδρυτικό του συνέδριο στο Άϊζεναχ είχε υιοθετήσει το πρόγραμμα της Διεθνούς. Στό κεντρικό όργανο αυτού του κόμματος είχε επικριθεί οξύτατα η δραστηριότητα του Μπακούνιν στη «Συμμαχία για την Ειρήνη και την Ελευθερία», και είχαν εκτεθεί εκτενέστερα οί παλιές πανσλαβιστικές απόψεις του. Ό Μπακούνιν χρησιμοποίησε το συνέδριο για να κλείσει τους λογαριασμούς του με τον Λήμπκνεχτ. Η υπόθεση τέλειωσε με μια συμφιλίωση, πού δεν κράτησε όμως πολύ.

Το επόμενο συνέδριο ήταν να γίνει στη Γερμανία, στο Μάιντς, άλλα δε μπόρεσε πια να συγκληθεί. Αμεσως μετά το συνέδριο της Βασιλείας η πολιτική ατμόσφαιρα έγινε τόσο εκρηκτική, πού καθημερινά περίμεναν να ξεσπάσει ό επαπειλούμενος πόλεμος. Ό Βίσμαρκ, ένας απ’ τους μεγαλύτερους απατεώνες της παγκόσμιας ιστορίας, ξεγέλασε επιδέξια τον παλιό του δάσκαλο Ναπολέοντα καί διέστρεψε το πράγμα με τέτοιο τρόπο, πού η Γαλλία έδινε σ’ ολόκληρο τον κόσμο την έντύπωση του επιτιθέμενου.

Ό πόλεμος ωστόσο ξέσπασε αιφνιδιαστικά. Ουτε οί γάλλοι ούτε οί γερμανοί εργάτες ήταν σέ θέση να τον εμποδίσουν. Το Γενικό Συμβούλιο δημοσίευσε λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου μια διακήρυξη γραμμένη άπ’ τον Μαρξ.

Αρχίζει με μια περικοπή απ’ την ίδρυτική διακήρυξη, με την καταδίκη «μιας εξωτερικής πολιτικής πού έπιδιωκει εγκληματικούς σκοπούς, πού παίζει το παιχνίδι της έκμεταλλευόμενη τις εθνικές προκαταλήψεις καί σπαταλά το αίμα καί τ’ αγαθά του λαού σε πειρατικούς πολέμους» 31.

Ακολουθεί ένα κατηγορητήριο κατά του Ναπολέοντα. Ό Μαρξ περιγράφει αδρά τον αγώνα του Ναπολέοντα κατά της Διεθνούς, πού είχε ενταθεί ακόμα περισσότερο όταν οί γάλλοι διεθνιστές ανέπτυξαν μια πεισματική δράση εναντίον του. Όποια έκβαση καί να ‘χει ό πόλεμος, προσθέτει ό Μαρξ, η Δεύτερη Αυτοκρατορία στο Παρίσι είναι άπ’ τα τωρα καταδικασμένη. Θα τελειώσει, όπως άρχισε: σαν παρωδία.

Φταίει όμως μόνο ό Ναπολέοντας; Καθόλου. Ένοχες είναι όλες οί ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι εκείνοι πού βοήθησαν τον Ναπολέοντα για 18 χρόνια να παίξει την κωμωδία της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας, ήταν ακριβώς οί κυβερνήσεις καί οί κυρίαρχες τάξεις της Εύρωπης.

Την πιο μεγάλη επίθεση τη φυλάει όμως, ό γερμανός Μαρξ για την πατρίδα του. Άπ’ τη γερμανική μεριά ό πόλεμος παρουσιάζεται σαν αμυντικός. Ποιος όμως έφερε τη Γερμανία στην ανάγκη ν’ αμυνθεί: Ποιος έβαλε τον Ναπολέοντα στον πειρασμό να επιτεθεί κατά της Γερμανίας; Η Πρωσία, πού έκλεισε με τον Ναπολέοντα μια συμφωνία κατά της Αυστρίας. Αν η Πρωσία γνώριζε ήττα, η Γαλλία θα κατέκλυζε τη Γερμανία με το στρατό της. Τί έκανε όμως η Πρωσία μετά τη νίκη της κατά της Αυστρίας; Αντί να αντιτάξει στην υποδουλωμένη Γαλλία μια ελεύθερη Γερμανία, όχι μόνο δεν κατάργησε την εξοργιστική προσική τάξη πραγμάτων, αλλά απεναντίας της πρόσθεσε κι όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του βοναπαρτικου καθεστώτος.

Η πρωτη αποφασιστική φάση του πολέμου τέλειωσε εκπληκτικά γρήγορα. Ό γαλλικός στρατός αποδείχτηκε ολότελα απροετοίμαστος. Σέ έξι περίπου βδομάδες είχε συντριβεί ολικά, καί στις 2 του Σεπτέμβρη ό Ναπολέοντας καί το μεγάλο οχυρό του Σεντάν παραδόθηκαν στους πρωσους. Στίς 4 του Σεπτέμβρη στο Παρίσι ανακηρύχτηκε η δημοκρατία. Αντίθετα με τη διαβεβαίωση της Πρωσίας, ότι θα πολεμούσε μόνο με την αυτοκρατορία, ό πόλεμος συνεχίστηκε. Αρχιζε η δεύτερη, η πιο τραχιά καί πιο μακρόχρονη φάση του.

Αμέσως μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία, το Γενικό Συμιβούλιο δημοσίευσε το δεύτερο μανιφέστο του μ’ αφορμή τον πόλεμο. Είχε γραφτεί καί πάλι άπ’ τον Μαρξ κι αποτελεί ένα άπ’ τα πιο μεγαλοφυή έργα του, τόσο για το βάθος της ανάλυσης της κατάστασης, όσο καί για τη δύναμη καί την οξυδέρκεια της ιστορικής πρόβλεψης. Είναι ενδιαφέρον να μάθετε το ότι ό Μαρξ υπέγραψε με την ιδιότητα του σαν γενικού γραμματέα, όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά καί για τη Ρωσία, άφου πρίν από λίγο καιρό είχε σχηματιστεί ένα ρώσικο τμήμα της Διεθνούς στην Ελβετία καί είχε παρακαλέσει τον Μαρξ να το εκπροσωπήσει στο Γενικό Συμβούλιο.

Θα θυμόσαστε ότι στο πρώτο μανιφέστο ό Μαρξ είχε ήδη προβλέψει πώς ό πόλεμος αυτός θα τέλειωνε με την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Το δεύτερο μανιφέστο αρχίζει με μια επισήμανση αυτής της προφητείας. Φάνηκε όμως ότι η κριτική της πρωσικής πολιτικής άπ’ τον Μαρξ δεν ήταν λιγότερο τεκμηριωμένη. Ό λεγόμενος αμυντικός πόλεμος είχε ήδη μεταβληθεί σε πόλεμο κατά του γαλλικού λαού. Πολύ πρίν άπ’ την πτώση του Σεντάν καί την αιχμαλωσία του Ναπολέοντα, δηλαδή μόλις είχε γίνει ολοφάνερη η απίστευτη αποσύνθεση του βοναπαρτικού στρατού, η πρωσική στρατοκρατική καμαρίλλα εκδηλώθηκε υπέρ μιας κατακτητικής πολιτικής. Ό Μαρξ επικρίνει επίσης έντονα το υποκριτικό φέρσιμο της γερμανικής φιλελεύθερης αστικής τάξης. Χρησιμοποιώντας τις υποδείξεις του Ένγκελς πού, σαν ειδικός, παρακολουθούσε με προσοχή την πορεία του πολέμου καί ήδη στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου είχε προβλέψει την πτώση του Σεντάν, ό Μαρξ αναλύει τα στρατιωτικά επιχειρήματα, με τα οποία οί πρώσοι στρατηγοί καί ό Βίσμαρκ προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την προσάρτηση της Αλσατίας καί της Λωραίνης στη Γερμανία.

Ό Μαρξ πολεμάει κάθε προσάρτηση καί προσέγγιση, καί δείχνει πώς μια τέτοια ειρήνη πού επιβάλλεται με τη βία θα οδηγήσει στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Το επακόλουθο αυτής της ειρήνης θα ‘ναι ένας καινούργιος πόλεμος. Η Γαλλία θα θελήσει να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη καί θα συμμαχήσει με τη Ρωσία. μ’ αυτό τον τρόπο η τσαρική Ρωσία, πού μετά τον κριμαϊκό πόλεμο έχασε την ηγεμονία της, θα γίνει ξανά μια δύναμη αποφασιστική για τη μοίρα της Εύρωπης. Αυτή η ίδιοφυής πρόγνωση, η πρόβλεψη της πορείας της ευρωπαϊκής ιστορίας, πού είναι μια μεγαλειωδης πρακτική απόδειξη της θεωρητικής ορθότητας της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, καταλήγει με τα παρακάτω λόγια:

Πιστεύουν οί γερμανοί πατριώτες πραγματικά πώς είναι εξασφαλισμένη η ελευθερία καί η ειρήνη της Γερμανίας, αν έξωθήσουν τη Γαλλία να πέσει στην αγκαλιά της Ρωσίας; Αν η επιτυχία των όπλων, το μεθύσι της νίκης καί οί δυναστικές μηχανορραφίες παραπλανήσουν τη Γερμανία ν’ αρπάξει γαλλικά εδάφη, μόνο δυο δρόμοι απομένουν ανοιχτοί. Η πρέπει να γίνει το συνειδητό όργανο των πρωσικών κατακτητικών σχεδίων, όπως είναι το συνηθισμένο επακόλουθο — μια πολιτική πού ανταποκρίνεται στην παράδοση των Χοεντζόλερν - ή διαφορετικά πρέπει, μετά από σύντομη ανάπαυλα, να εξοπλιστεί για ένα νέο «αμυντικό» πόλεμο, όχι για έναν άπ’ αυτούς τους απλούς «τοπικούς» πολέμους, αλλά για ένα φυλετικό πόλεμο ενάντια στις συνασπισμένες φυλές των σλάβων καί των λατίνων. Αύτη είναι η προοπτική της ειρήνης πού «εγγυώνται» οί ηλίθιοι πατριώτες της γερμανικής μεσαίας τάξης. 32

Είναι μια προφητεία πού εκπληρώθηκε κατά γράμμα καί πού την εκπλήρωση της την είδαν με τα μάτια τους οί όχι λιγότερο ηλίθιοι σύγχρονοι γερμανοί πατριώτες.

Το μανιφέστο τελειώνει με μια έκθεση των πρακτικών καθηκόντων πού έμπαιναν για την εργατική τάξη εκείνης της εποχής. Οί γερμανοί εργάτες προτρέπονται να απαιτήσουν μια έντιμη ειρήνη καί την αναγνώριση της γαλλικής δημοκρατίας. Στούς γάλλους εργάτες, πού βρίσκονταν τότε σε μια ακόμα πιο δύσκολη κατάσταση, ό Μαρξ συμβουλεύει να ‘χουν το νου τους στους αστούς δημοκράτες καί να επωφεληθούν απ’ τη δημοκρατία για ν’ αναπτύξουν γρήγορα την ταξική τους οργάνωση καί για να κατακτήσουν την απελευθέρωση τους.

Τα γεγονότα πού επακολούθησαν έδειξαν πόσο απόλυτα δικαιολογημένη ήταν η δυσπιστία του Μαρξ απέναντι στους γάλλους δημοκράτες. Η αίσχρή συμπεριφορά τους καί η προθυμία τους να συμμαχήσουν καλύτερα με τον Βίσμαρκ, παρά να κάνουν την παραμικρή παραχώρηση στην εργατική τάξη, οδήγησαν στην ανακήρυξη της Παρισινής Κομμούνας. Μετά από τρεις μήνες ήρωικού αγώνα, αυτή η πρωτη απόπειρα μιας δικτατορίας του προλεταριάτου, πού πραγματοποιήθηκε κάτω άπ’ τις πιο δυσμενείς συνθήκες, κατέληξε σε αποτυχία. Το Γενικό Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στους γάλλους την αναγκαία βοήθεια. Γαλλικά καί γερμανικά στρατεύματα είχαν αποκόψει το Παρίσι άπ’ την υπόλοιπη Γαλλία κι άπ’ ολο τον κόσμο. Όπωσδήποτε η Κομμούνα προκάλεσε ένα γενικό κίνημα αλληλεγγύης, καί γεμάτοι περηφάνια μπορούμε να πούμε ότι η τύχη της είχε βρει μια εξαιρετικά ζωηρή απήχηση καί στη χωρα μας, όπου τον Απρίλη καί το Μάη του 1871 μια ομάδα από επαναστάτες μοίραζε προκηρύξεις με την έκκληση ν’ ακολουθηθεί το παράδειγμα των γάλλων κομμουνάρων.

Ό Μαρξ, πού κατά τη διάρκεια της Κομμούνας είχε προσπαθήσει να διατηρήσει σχέσεις με το Παρίσι, όπως φαίνεται κι από ένα γράμμα του — πού βρήκα — στον Βαρλέν, έναν άπ’ τους πιο διαπρεπείς γάλλους διεθνιστές καί μάρτυρες της Κομμούνας, έγραψε κατ’ εντολή του Γενικού Συμβουλίου ένα μανιφέστο. Υποστήριξε τους κομμουνάρους πού συκοφαντούνταν άπ’ όλο τον αστικό Τύπο καί έδειξε ότι η Παρισινή Κομμούνα είναι ένας νέος μεγάλος σταθμός στην ανάπτυξη του προλεταριακού κινήματος, ότι αποτελεί ένα πρότυπο του προλεταριακού κράτους, πού βαδίζει για την πραγμάτωση του κομμουνισμού. Βασισμένος στήν πείρα της επανάστασης του 1848, ό Μαρξ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα οτι η εργατική τάξη, αφού κατακτήσει την πολιτική εξουσία, δε θα περιοριστεί απλά να πάρει στα χέρια της τον αστικό κρατικό μηχανισμό, αλλά οτι είναι υποχρεωμένη να τσακίσει ολόκληρο το γραφειοκρατικό καί αστυνομικό μηχανισμό. Η πείρα της Κομμούνας τον έπεισε οριστικά γι’ αυτό. Απέδειξε οτι το προλεταριάτο, όταν θα ‘χει καταλάβει την εξουσία, πρέπει να δημιουργήσει το δικό του κρατικό μηχανισμό πού να ‘ναι προσαρμοσμένος στίς δικές του ανάγκες. Η ίδια πείρα της Κομμούνας δίδαξε όμως, οτι το προλεταριακό κράτος δε μπορεί να περιοριστεί σε μια πόλη, έστω καί πρωτεύουσα. Η εξουσία του προλεταριάτου πρέπει να επεκταθεί σ’ ολόκληρη τη χώρα, για να ‘χει την ευκαιρία να σταθεροποιηθεί, καί σε μερικές καπιταλιστικές χώρες για να πετύχει την οριστική νίκη.

Ό Μπακούνιν καί οί οπαδοί του, αντίθετα, έβγαλαν εντελώς άλλα συμπεράσματα άπ’ την πείρα της Κομμούνας. Εξακολουθούσαν να επιτίθενται ακόμα πιο παθιασμένα ενάντια σε κάθε πολιτική καί κάθε κράτος καί συνιστούσαν, με την πρώτη ευνοϊκή ευκαιρία, να οργανώνονται «κομμούνες» στίς μεμονωμένες πόλεις, ώστε με το παράδειγμα τους να παρασυρθούν κι άλλες πόλεις.

Η ήττα της Κομμούνας είχε πολύ δυσάρεστα επακόλουθα καί για την ιδια τη Διεθνή. Το γαλλικό εργατικό κίνημα νεκρωθηκε για κάμποσα χρόνια. Στή Διεθνή εκπροσωπούνταν μόνο από τους αναρίθμητους κομμουνάρους φυγάδες στην Αγγλία και στη Γαλλία, ανάμεσα στους οποίους μαινόταν ένας εξαιρετικά σκληρός παραταξιακός αγώνας, πού μεταφέρθηκε καί στο Γενικό Συμβούλιο.

Βαρύ πλήγμα δέχτηκε καί το γερμανικό εργατικό κίνημα. Ό Μπέμπελ καί ό Λήμπκνεχτ, πού είχαν διαμαρτυρηθεί για την προσάρτηση της Αλσατίας καί της Λωραίνης καί είχαν ταχθεί αλληλέγγυοι με την Παρισινή Κομμούνα, πιάστηκαν καί καταδικάστηκαν σε φυλάκιση. Ό Σβάιτσερ, πού είχε χάσει την εμπιστοσύνη του κόμματος του, αναγκάστηκε ν’ αποχωρήσει άπ’ αυτό. Οί οπαδοί του Λήμπκνεχτ καί του Μπέμπελ, οί λεγόμενοι άϊζεναχικοί, συνέχιζαν να δουλεύουν χωριστά άπ’ τους λασαλιστές κι άρχισαν να τους προσεγγίζουν μόνο όταν η κυβέρνηση χτύπησε με την ίδια μανία καί τα δυο αλληλοεχθρευόμενα κόμματα. Μ’ αυτό τον τρόπο η Διεθνής έχασε μεμιάς το στήριγμα της στίς δυο μεγαλύτερες χώρες της ηπειρωτικής Εύριόπης.

Αλλά καί στο ίδιο το αγγλικό εργατικό κίνημα πραγματοποιήθηκε μια μεταστροφή. Ό πόλεμος ανάμεσα στίς δυο βιομηχανικά πιο προηγμένες χώρες στην ηπειρωτική Ευρώπη, είχε προσφέρει στην αγγλική αστική τάξη τα ίδια οφέλη πού είχε φέρει ό τελευταίος ευρωπαϊκός πόλεμος στην αμερικάνικη αστική τάξη. Ήταν τωρα σε θέση να διακλαδώνει ένα ορισμένο τμήμα άπ’ τα υπέρογκα κέρδη της καί να πληρώνει υψηλότερους μισθούς σε πολυάριθμους εργάτες στους πιο σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους. Τα συνδικάτα απέκτησαν μεγάλη ελευθερία δράσης. Μερικοί παλιοί νόμοι, πού στρέφονταν εναντίον τους, καταργήθηκαν. Όλα αυτά επέδρασαν καί πάνω σε μερικά μέλη του Γενικού Συμβουλίου, πού έπαιζαν μεγάλο ρόλο στο συνδικαλιστικό κίνημα: οσο η Διεθνής γινόταν πιο ριζοσπαστική, αυτοί γίνονταν ολοένα καί πιο μετριοπαθείς. Με τον καιρό έμειναν μόνο τυπικά μέλη του Γενικού Συμβουλίου καί χρησιμοποιούσαν τον τίτλο τους για το προσωπικό τους συμφέρον. Η Κομμούνα καί οί λυσσώδεις επιθέσεις πού προκαλούσε τους τρομοκρατούσαν. Μόλο πού το μανιφέστο είχε γραφτεί άπ’ τον Μαρξ μ’ αφορμή την Παρισινή Κομμούνα καί κατ’ εντολή του Γενικού Συμβουλίου, τα μέλη αυτά έσπευσαν να απαλλαγούν άπ’ την ευθύνη του. Ετσι τα πράγματα κατέληξαν σε μια διάσπαση μέσα στο αγγλικό τμήμα της Διεθνούς.

Κάτω άπ’ αυτές τίς συνθήκες συγκλήθηκε τελικά μια συνδιάσκεψη της Διεθνούς το Σεπτέμβρη του 1871 στο Λονδίνο. Επρεπε κυρίως ν’ ασχοληθεί με δυο προβλήματα: το πρώτο ήταν το γνωστό μας επίμαχο πρόβλημα του πολιτικού άγωνα. Ενας άπ’ τους λόγους πού η συνδιάσκεψη ασχολούνταν μ’ αυτό ήταν η κατηγορία πού επαναλάβαιναν μ’ έμφαση οί μπακουνιστές, οτι ό Μαρξ είχε πλαστογραφήσει σκόπιμα το καταστατικό της Διεθνούς για να την εκβιάσει να δεχτεί την άποψη του. Η απόφαση έδωσε αύτη τη φορά μια απάντηση πού δε χωραγε καμιά αμφισβήτηση καί σήμαινε μια ολοκληρωτική ήττα για τους μπακουνιστές.

Μια καί πιθανότατα πολλοί από σας δεν τη γνωρίζουν, επιτρέψτε μου να σας διαβάσω το τελευταίο μέρος της:

Λαβαίνοντας υπόψη,
οτι η Διεθνής άντιμετωπίζει μια αχαλίνωτη αντίδραση, πού καταστέλλει αναίσχυντα κάθε απόπειρα απελευθέρωσης των εργατών καί επιδιώκει με την ωμή βία να διαιωνίσει τίς ταξικές διακρίσεις καί την πολιτική κυριαρχία των ιδιοκτητριών τάξεων πού βασίζεται πάνω σ’ αυτές .(...)
οτι αυτή η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε πολιτικό κόμμα είναι απαραίτητη για το θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης καί του τελικού της σκοπού — της κατάργησης των τάξεων
οτι η συνένωση των μεμονωμένων δυνάμεων, πού έχει πετύχει ως έναν ορισμένο βαθμό η εργατική τάξη με τους οικονομικούς της αγώνες, πρέπει να χρησιμέψει καί σαν μοχλός στον αγώνα της κατά της πολιτικής βίας των εκμεταλλευτών της –
για τους λόγους αυτούς η συνδιάσκεψη υπενθυμίζει σ’ ολα τα μέλη της Διεθνούς:
οτι στη μάχιμη κατάσταση της εργατικής τάξης το οικονομικό της κίνημα καί η πολιτική της δράση είναι αδιάρρηκτα συνδεμένα. 33

Η συνδιάσκεψη όμως είχε κι άλλον ένα λόγο για ν’ ασχοληθεί με τους μπακουνιστές. Στό Γενικό Συμβούλιο εδραιωνόταν ολοένα καί περισσοτερο η πεποίθηση ότι, παρόλες τίς διαβεβαιώσεις του Μπακούνιν, η μυστική οργάνωση του εξακολουθούσε να υπάρχει. Γι’ αυτό η συνδιάσκεψη πήρε μια απόφαση πού απαγόρευε να οργανωθεί οποιαδήποτε άλλη ένωση μ’ ένα ξεχωριστό πρόγραμμα μέσα στο πλαίσιο της Διεθνούς. Με την ευκαιρία αυτή έλαβε πάλι υπόψη μια δήλωση των μπακουνιστών, ότι η Συμμαχία έχει διαλυθεί, καί θεώρησε το ζήτημα τελειωμένο.

Υπήρχε όμως καί μια άλλη, συλλογικά παρμένη, απόφαση, πού έμελλε ν’ ανησυχήσει ιδιαίτερα τον Μπακούνιν καί τους ρώσους οπαδούς του. Η συνδιάσκεψη αποφάσισε κατηγορηματικά, οτι η Διεθνής δεν έχει καμια σχέση με την υπόθεση του Νετσάγιεφ, πού είχε ιδιοποιηθεί με δόλιο τρόπο τον τίτλο του μέλους της Διεθνούς κι είχε χρησιμοποιήσει ύποπτα τ’ όνομα της.

Η απόφαση αυτή στρεφόταν αποκλειστικά κατά του Μπακούνιν ό οποίος, όπως ήταν σ’ όλους γνωστό, βρισκόταν από καιρό σ’ επαφή με τον Νετσάγιεφ, ένα ρώσο επαναστάτη πού είχε διαφύγει το Μάρτη του 1869 στο εξωτερικό. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, εφοδιασμένος άπ’ τον Μπακούνιν με απόλυτες δικαιοδοσίες, ξαναγύρισε στη Ρωσία καί οργάνωσε εδώ, στη Μόσχα, μια ιδιαίτερη όμάδα. Επειδή υποπτευόταν πώς ό φοιτητής Ίβάνωφ ήθελε να προδωσει την οργάνωση, τον σκότωσε με τη βοήθεια μερικών συντρόφων καί εξαφανίστηκε πάλι στο εξωτερικό. Τα μέλη της καινούργιας του οργάνωσης, πού πιάστηκαν για την υπόθεση αυτή, αλλά καί πολλοί απ’ τους φοιτητές της• Πετρούπολης πού είχαν δουλέψει μαζί του τις χρονιές 1868-1869, παραπέμφθηκαν σε δίκη το καλοκαίρι του 1871. Στό δικαστήριο ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πολλά έγγραφα, πού χρησιμοποιήθηκαν άπ’ την πολιτική αγωγή, για να βάλουν ασυνείδητα την οργάνωση του Μπακούνιν καί το ρωσικό της παρακλάδι στο ίδιο καζάνι με τη Διεθνή. Αρκεί όμως να συγκρίνει κανείς τα έγγραφα αυτά με τα κείμενα του Μπακούνιν, για ν’ αναγνωρίσει τον πραγματικό συντάκτη τους. Από άλλες ανάλογες διακηρύξεις πού είχε γράψει ό Μπακούνιν για τους συντρόφους του στη Δύση, ξεχωρίζουν μονάχα άπ’ τη μεγαλύτερη ελευθεροστομία τους, καί εκείνα πού διορθώθηκαν καί συμπληρωθηκαν άπ’ τον Νετσάγιεφ ξεχωρίζουν από μια μεγαλύτερη εκφραστική αδεξιότητα καί τραχύτητα.

Συνήθως η υπόθεση παρουσιάζεται σαν να ήταν ό Μπακούνιν αυτός πού είχε υποστεί την επιρροή του Νετσάγιεφ, πού τον εξαπατούσε καί τον χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς. Πραγματικά, ό Νετσάγιεφ ήταν ένας ταλαντούχος αλλά πολύ λίγο καλλιεργημένος άνθρωπος, πού αρνούνταν σαν απόλυτα άκαρπη κάθε θεωρητική εργασία, ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετική ενεργητικότητα, προικισμένος με σιδερένια θέληση, επαναστάτης αφοσιωμένος όλοκληρωτικά στον αγώνα, πού αργότερα, τόσο μπροστά στο δικαστήριο οσο καί στη φυλακή, απέδειξε το ακλόνητο κουράγιο του καί το αδάμαστο μίσος του κατά των καταπιεστών καί των εκμεταλλευτών του λαού. Ήταν έτοιμος για τα πάντα καί δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει κανένα μέσο για να πετύχει τον αντικειμενικό του σκοπό στον οποίο είχε αφιερώσει τη ζωή του. Ωστόσο ποτέ δεν ταπεινωνόταν να χρησιμοποιήσει τα μέσα αυτά για δικό του προσωπικό όφελος. Άπ’ την άποψη αυτή βρίσκεται ασύγκριτα πιο ψηλά άπ’ τον Μπακούνιν, πού έκανε και τις πιο απίθανες συναλλαγές ακόμα, στ’ όνομα των προσωπικών του σκοπών. Γι’ αυτή την ηθική υπεροχή του Νετσάγιεφ δε χωράει καμιά αμφιβολία κι όλα δείχνουν οτι κι ο ίδιος ό Μπακούνιν το ‘ξερέ αυτό πολύ καλά, κι εκτιμούσε τον Νετσάγιεφ αν καί πνευματικά ήταν κατά πολύ κατώτερος του.

Θα ‘ταν ωστόσο αφελές να συμπεράνουμε άπ’ ολα αυτά, οτι ό Νετσάγιεφ είχε επιβάλει στον Μπακούνιν τίς δικές του επαναστατικές απόψεις. Άπεναντίας, ηταν ό ίδιος μαθητής του Μπακούνιν, όμως έκει όπου ό απόστολος της καταστροφής αποδείχτηκε ασυνεπής καί ασταθής, ό Νετσάγιεφ διακρινόταν για τη σιδερένια συνέπεια του καί αντλούσε ολα τα πρακτικά του συμπεράσματα άπ’ τίς θεωρητικές υποθέσεις του δάσκαλου του. Όταν κάποτε ό Μπακούνιν του είπε, πώς δε μπορούσε ν’ αρνηθεί να εκτελέσει μια δουλιά πού είχε αναλάβει — ήταν μια μετάφραση του Κεφαλαίου - γιατί είχε πάρει ήδη μια προκαταβολή, ό Νετσάγιεφ προσφέρθηκε να τον απαλλάξει άπ’ αυτή την υποχρέωση καί το πέτυχε πολύ απλά: στ’ όνομα της επαναστατικής επιτροπής «Λαίκή Εκκαθάριση» έγραψε σ’ ένα μεσολαβητή ανάμεσα στον Μπακούνιν καί τον εκδότη, αν αγαπάει τη ζωή του ν’ αφήσει ήσυχο τον Μπακούνιν.

Αφού ό Μπακούνιν έβαζε συνέχεια στην πρώτη μοίρα το κουρελοπρολεταριάτο σαν πραγματικό φορέα της κοινωνικής επανάστασης, κι όχι το προλεταριάτο της μεγάλης βιομηχανίας, αφού θεωρούσε τους ληστές καί τους εγκληματίες σαν ιδιαίτερα κατάλληλους στρατιώτες του επαναστατικού στρατού, ό Νετσάγιεφ κατέληξε λογικότατα στο συμπέρασμα, πώς θα ‘πρεπε να συγκεντρωσουν στην Ελβετία αποφασισμένους άντρες για να όργανωσουν την απαλλοτρίωση. Ό Μπακούνιν τελικά χωρίστηκε άπ’ το μαθητή του, όχι όμως για λόγους αρχής, αλλά μόνο επειδή τον τρόμαζε η ευθύτητα του Νετσάγιεφ. όμως καί μετά το χωρισμό τους, δεν τόλμησε να το γνωστοποιήσει δημόσια, γιατί ό Νετσάγιεφ είχε στα χέρια του πολλά ντοκουμέντα πού τον έκθέτανε.

Αμέσως μετά τη συνδιάσκεψη του Λονδίνου άρχισε μια ακόμα πιο σφοδρή διαμάχη. Οι μπακουνιστές κηρύξανε στο Γενικό Συμβούλιο ανοιχτό πόλεμο, το κατηγόρησαν οτι πλαστογραφούσε τη συνδιάσκεψη καί οτι ήθελε να επιβάλει σ’ ολόκληρη τη Διεθνή το δόγμα για την ανάγκη της οργάνωσης του προλεταριάτου σ’ ένα ιδιαίτερο κόμμα, πού θα κατακτούσε την πολιτική εξουσία. Απαιτούσαν τη σύγκληση ενός συνεδρίου πού θα έβγαζε μια οριστική απόφαση πάνω στο πρόβλημα αυτό.

Αυτό το συνέδριο, για το όποιο είχαν προετοιμαστεί πολύ εντατικά κι οί δυο πλευρές, πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβρη του 1872. Σ’ αυτό συμμετείχε για πρωτη φορά κι ό Μαρξ προσωπικά. Ό Μπακούνιν απουσίαζε. Στό σημαντικότερο καταστατικό πρόβλημα έπικυρωθηκε με μια μικρή τροποποίηση η απόφαση της συνδιάσκεψης, πού είχε παρθεί σχεδόν κατά λέξη άπ’ την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς. Έλεγε η απόφαση:

Αφού οί διαφεντευτές της γης καί του κεφαλαίου χρησιμοποιούν πάντα τα πολιτικά τους προνόμια για να υπερασπίζουν καί να διακονίζουν τα οικονομικά τους μονοπώλια καί για να υποδουλώνουν την εργασία, η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας γίνεται το μεγαλύτερο καθήκον του προλεταριάτου. 34

Μια ειδική επιτροπή, πού ειχε εξετάσει ολα τα ντοκουμέντα πού σχετίζονταν με τη Συμμαχία, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα οτι αυτή η Ένωση εξακολουθούσε να υπάρχει σαν μυστική οργάνωση μέσα στη Διεθνή, πρότεινε τη διαγραφή του Μπακούνιν καί του Γκυγιώμ. Η πρόταση έγινε δεκτή.

Στήν απόφαση για τη διαγραφή του Μπακούνιν αναφερόταν, οτι πέρα άπ’ αυτό διαγραφόταν καί για μια ακόμα «προσωπικά κολάσιμη ενέργεια» 35. Επρόκειτο για την υπόθεση της μετάφρασης καί προκαταβολής πού ανέφερα παραπάνω, μιλώντας για τον Νετσάγιεφ.. Εκεί πού ό Μπακούνιν καί οί φίλοι του βλέπανε μια, έστω έλαφρόμυαλη αλλά συγχωρητέα πράξη, πού έπληττε μόνο τον εκδότη, τα μέλη της επιτροπής, πού είχαν στα χέρια τους ολα τα ντοκουμέντα, έβλεπαν μια εγκληματική κατάχρηση του ονόματος μιας επαναστατικής εργατικής οργάνωσης — πού ό καθένας τη συνδύαζε με τη Διεθνή — για τους ατομικούς του σκοπούς, δηλαδή για ν’ απαλλαγεί άπ’ την εκπλήρωση μιας χρηματικής υποχρέωσης. Αν το ντοκουμέντο πού είχε στα χέρια της η επιτροπή - το ‘χα καί γω στα χέρια μου - δημοσιευόταν την εποχή εκείνη, θα προκαλούσε εξαιρετική ευφορία σ’ ολόκληρο τον αστικό κόσμο. Είχε γραφτεί άπ’ τον Νετσάγιεφ, το περιεχόμενο του όμως ανταποκρινόταν απόλυτα στον Μπακούνιν καί δεν ερχόταν καθόλου σ’ αντίθεση μ’ αυτόν. Πρέπει να προστεθεί ακόμα, οτι ό Μπακούνιν χωριστηκε απ’ τον Νετσάγιεφ. όχι εξαιτίας αυτής της υπόθεσης, άλλα επειδή είχε την έντύπωση πώς εκείνος θα χρησιμοποιούσε κι αυτόν τον ίδιο σαν όργανο για να πετύχει τους δικούς του επαναστατικούς σκοπούς. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα γράμματα του Μπακούνιν προς τους φίλους του, για να δει πόσο ελάχιστοι ήταν οί ενδοιασμοί του οταν περιέλουζε τους εχθρούς του — ανάμεσα τους καί τον Μαρξ — όχι μόνο με πολιτικές κατηγορίες, πράγμα πού ήταν δικαίωμα του, αλλά ακριβώς με προσωπικές. Ξέρουμε τώρα, πως ό Μπακούνιν ήταν ό συγγραφέας του διάσημου βιβλίου Κατήχηση για Επαναστάτες, πού είχε αποδοθεί στον Νετσάγιεφ καί το οποίο μετά τη δημοσίευση του ειχε προκαλέσει στη δίκη γενική αγανάκτηση στίς τάξεις των επαναστατών. Ωστόσο οί φίλοι του Μπακούνιν αρνούνταν με πείσμα την πατρότητα του έργου καί ρίχναν ολη την ευθύνη στον Νετσάγιεφ.

Το συνέδριο της Χάγης τέλειωσε με την πρόταση του Ένγκελς να μεταφερθεί η έδρα του Γενικού Συμβουλίου στην Αμερική, καί συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη. Οπως είπα καί πριν, την εποχή εκείνη η Διεθνής είχε χάσει το στήριγμα της όχι μόνο στη Γαλλία, οπου άπ’ το 1872 θεωρούνταν έγκλημα καί μόνο η συμμετοχή στη Διεθνή, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά καί στην Αγγλία. Αυτή η μεταφορά του κέντρου της Διεθνούς θα ‘ταν προσωρινή. Έμελλε ομως ν’ αποδειχθεί πως το συνέδριο της Χάγης ήταν το τελευταίο σημαντικό συνέδριο στην ιστορία της Διεθνούς. Το 1876 το Γενικό Συμβούλιο της Νέας Υόρκης ανάγγειλε ότι η Πρώτη Διεθνής είχε πάψει να υπάρχει.

Η εγκατάσταση του Ένγκελς στο Λονδίνο — Ό ρόλος του στο Γενικό Συμβουλιο - Η ασθένεια του Μαρξ - Ό Ένγκελς αντικαταστάτης του Μαρξ – Το Άντί-Ντύρινγκ - Τα τελευταία χρόνια του Μαρξ καί το ενδιαφέρον του για τη Ρωσία

ΕΝΑΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Η εγκατάσταση του Ένγκελς στο Λονδίνο — Ό ρόλος του στο Γενικό Συμβουλιο - Η ασθένεια του Μαρξ - Ό Ένγκελς αντικαταστάτης του Μαρξ – Το Άντί-Ντύρινγκ - Τα τελευταία χρόνια του Μαρξ καί το ενδιαφέρον του για τη Ρωσία - Ό Ένγκελς εκδότης της πνευματικής κληρονομιάς του Μαρξ, - Ό ρόλος του Ένγκελς την εποχή της Δεύτερης Διεθνούς - Ό θάνατος του Ένγκελς.

Τελευταία δέ σας είπα σχεδόν τίποτα για το ρόλο του Ένγκελς. Ξέρω όμως ότι σας ενδιαφέρει πολύ. Ό Ένγκελς καταγόταν, όπως σας είχα έξιστορίσει στην αρχή, από μια παλιά ευγενή οικογένεια εργοστασιαρχών, κι ήταν ό ίδιος εργοστασιάρχης. Η ίδρυση της Διεθνούς πραγματοποιήθηκε χωρίς καμιά δική του συνεργασία, καί μέχρι τίς αρχές του 1870 η συμμετοχή του Ένγκελς στο έργο της ήταν ασήμαντη καί μόνο έμμεση. Στό διάστημα αυτών των χρόνων έγραψε μερικά άρθρα για αγγλικές εργατικές εφημερίδες. Δε μιλάω για τη βοήθεια πού πρόσφερε όλον αυτό τον καιρό στον Μαρξ, για τον οποίο τα πρώτα χρόνια της Διεθνούς ήταν πάλι χρόνια σκληρής στέρησης. Χωρίς τη βοήθεια του Ένγκελς, καί μια μικρή κληρονομιά απ’ τον παλιό φίλο του Βίλχελμ Βόλφ, στον όποιο αφιέρωσε το Κεφάλαιο, είναι ζήτημα αν θα τα ‘βγαζε πέρα ό Μαρξ, καί σίγουρα δε θα ‘χε μπορέσει ν’ αποτελειώσει το βασικό του έργο. Ανάμεσα στα γράμματα του υπάρχει μια συγκινητική επιστολή προς τον Ένγκελς, στην όποια τον πληροφορεί οτι επιτέλους τέλειωσε τη διόρθωση του τελευταίου δοκιμίου. Γράφει:

Τελειωσε λοιπόν κι ό τόμος αυτός. Το ότι το κατόρθωσα το χρωστάω μόνο σε σένα. Χωρίς τη δική σου αφοσίωση θα ‘ταν αδύνατο να κάνω την τεράστια αυτή εργασία των τριών τόμων. Σέ φιλώ γεμάτος ευγνωμοσύνη!36

Σάς είπα προηγούμενα ότι ό Ένγκελς ήταν εργοστασιάρχης. Θα πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε, πώς ήταν για μικρό μόνο χρονικό διάστημα. Όταν πέθανε ό πατέρας του το 1860, έμεινε ακόμα μερικά χρόνια απλός υπάλληλος. Μόλις το 1864 έγινε μέτοχος καί ένας άπ’ τους διευθυντές του εργοστασίου. Συνέχεια προσπαθούσε ν’ απαλλαγεί άπ’ τη «σκυλίσια απασχόληση» του. Τον απέτρεπε όμως άπ’ αυτό όχι μόνο η φροντίδα για τον εαυτό του, αλλά καί για τον Μαρξ. Σχετικά μ’ αυτό έχουμε πάλι τίς πολύ ενδιαφέρουσες επιστολές του προς τον Μαρξ το 1868, στίς οποίες τον πληροφορεί ότι διαπραγματεύεται την έξοδο του άπ’ την εταιρία, αλλά πώς θα φύγει μόνο με τον όρο οτι θα του εξασφαλίσουν τη συντήρήση τη δική του καί του φίλου του. Τελικά κατόρθωσε να πετύχει μια συμφωνία με το συνεταίρο του καί το 1869 έφυγε οριστικά άπ’ το εργοστάσιο του, κάτω από ορούς πού του επέτρεπαν να εξασφαλίσει υλικά καί τον Μαρξ, πού από τότε απαλλάχτηκε οριστικά άπ’ τη φτώχια του. Ό Ένγκελς όμως κατάφερε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο μόλις το Σεπτέμβρη του 1870.

Για τον Μαρξ αυτό δε σήμαινε μόνο μια προσωπική χαρά, αλλά καί ένα σημαντικό ξαλάφρωμα άπ’ την τεράστια δουλιά πού έκανε για το Γενικό Συμδούλιο. Είχε ν’ αντιμετωπίσει αναρίθμητους εκπρόσωπους διάφορων εθνών, με τους οποίους διατηρούσε προσωπική η άλληλογραφική επαφή. Καί ό Ένγκελς, πού άπ’ τη νεότητα του είχε δείξει μια ασυνήθιστη επίδοση στίς ξένες γλώσσες, έγραφε καί, όπως έλεγαν οί φίλοι του για να τον πειράξουν, τραύλιζε σε δώδεκα γλώσσες. Ήταν λοιπόν ένας λαμπρός συνεργάτης για την επικοινωνία με τίς διάφορες χώρες, ό οποίος, αντίθετα άπ’ τον Μαρξ, είχε μάθει άπ’ την πολύχρονη εμπορική πρακτική του να βάζει αυστηρή τάξη σε τέτοιες υποθέσεις.

Μόλις ό Ένγκελς έγινε μέλος του Γενικού Συμβουλίου, έπεσε με τα μούτρα σ’ αυτή τη δουλιά. Ανέλαβε όμως κι ένα άλλο μέρος της δουλιάς για ν’ απαλλάξει τον Μαρξ, πού η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί άπ’ την υπερβολική δουλιά καί τίς στερήσεις. Όντας άνθρωπος ενεργητικός, πιεζόμενος από καιρό σε μια τέτοια δραστηριότητα, ό Ένγκελς έγινε επίσης αμέσως ένα άπ’ τα πιο δραστήρια μέλη του Γενικού Συμβουλίου, όπως γίνεται φανερό άπ’ τα πρακτικά του.

Η εξέλιξη αύτη είχε ομως καί την αντίστροφη πλευρά της. Ό Ένγκελς μετακόμισε στο Λονδίνο, όταν ήδη είχε αρχίσει ό αγώνας κατά των μπακουνιστών, πού ό άντίχτυπός του έφτασε καί στο Γενικό Συμβούλιο. Πέρα άπ’ αυτό, την εποχή εκείνη κυριαρχούσε όπως είδατε μεγάλη ασυμφωνία, ακόμα κι ανάμεσα στους άγγλους. Με μια λέξη, ήταν εποχή μεγάλων διχογνωμιών σε ζητήματα αρχών καί τακτικής.

Εχω μιλήσει ήδη για τίς αίτιες πού προκάλεσαν την ασυμφωνία στο αγγλικό τμήμα της Διεθνούς. Εκείνο πού δεν καταλαβαίνουν ή δε μπορούν να καταλάβουν μερικοί ιστορικοί της Διεθνούς, καί ιδιαίτερα οί ιστορικοί του αγγλικού εργατικού κινήματος, είναι ότι το Γενικό Συμβούλιο, πού καθοδηγούσε άπ’ το 1864 μέχρι το 1873 το διεθνές εργατικό κίνημα, ήταν καί το ηγετικό όργανο του αγγλικού εργατικού κινήματος. Κι όταν τα διεθνή γεγονότα επηρέαζαν τα αγγλικά, τότε αντίστροφα κάθε αλλαγή στο αγγλικό εργατικό κίνημα είχε αναπόφευκτα αντίχτυπο στίς διεθνείς λειτουργίες του Κεντρικού Συμβουλίου. Έχω ήδη επισημάνει πώς, σαν αποτέλεσμα των δικαιωμάτων πού είχαν παραχωρηθει στο εργατικό κίνημα τα χρόνια 1867 με 1871 — εκλογικό δικαίωμα για τους εργάτες των πόλεων καί νομιμοποίηση των συνδικάτων - εντάθηκαν ανάμεσα στους συνδικαλιστές, πού συμμετείχαν στο Γενικό Συμβούλιο, οί συμφιλιωτικές τάσεις. Σ’ αυτούς προστέθηκε κι ό Έκάριους, πού αυτή την εποχή είχε φτάσει σε μεγάλη ηλικία καί, όπως συμβαίνει συχνά ακόμα καί στους εργάτες, είχε γίνει πολύ διαλλακτικότερος απέναντι στην αστική τάξη. Εκτός άπ’ τον Έκάριους όμως, ήταν καί μια σειρά από άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου πού αργότερα αποχωρίστηκαν άπ’ τον Μαρξ.

Εδώ θα πρέπει τωρα να ειπωθεί, ότι οί διαφωνίες, όταν δεν αναφέρονται μόνο σε ζητήματα αρχών, αλλά εντείνονται καί με προσωπικές διαφορές, εξηγούνται ακριβώς με την εμφάνιση του Ένγκελς στο Γενικό Συμβούλιο, πού άπ’ την εποχή εκείνη εκπροσωπούσε συχνά τον Μαρξ. Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε πού ό Ένγκελς είχε φύγει για το Μάντσεστερ, έχοντας έτσι αποκοπεί άπ’ το εργατικό κίνημα.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα ό Μαρξ είχε παραμείνει στο Λονδίνο, είχε διατηρήσει σχέσεις με τους χαρτιστές, είχε δουλέψει μαζί τους στα όργανα τους κι είχε συμμετάσχει σε εργατικούς κύκλους καί στη ζωή των έξόριστων. Εβλεπε συχνά τους συντρόφους του, έδινε διαλέξεις, είχε μαλώσει συχνά μαζί τους καί μάλιστα πολύ έντονα - κι αυτοί είχαν φιλονικήσει μαζί του - όμως οί σχέσεις προς τον «πατέρα» Μαρξ ήταν εγκάρδιες, γεμάτες αλληλεγγύη κι αγάπη, όπως φαίνεται άπ’ όλες τις άναμνήσεις, ακόμα καί των ανθρώπων πού είχαν χωριστεί άπ’ τον Μαρξ. Ιδιαίτερα εγκάρδιες ήταν οί σχέσεις ανάμεσα στον Μαρξ καί τους έργάτες την εποχή της Διεθνούς. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, πού επισκέπτονταν τον Μαρξ στη φτωχική κατοικία του, πού έβλεπαν τη μιζέρια του -δε ζούσε καλύτερα από πολλούς άγγλους εργάτες — πού τον παρατηρούσαν στο Γενικό Συμβούλιο, πού γνώριζαν την προθυμία του να εγκαταλείψει όλες του τίς μελέτες καί την αγάπημένη επιστημονική δουλιά του, για να διαθέσει όλο του το χρόνο, όλη του τη δύναμη, στην εργατική τάξη, έτρεφαν γι’ αυτόν τον πιο βαθύ σεβασμό. Εργαζόταν ασταμάτητα, αρνούνταν κάθε προνόμιο καί παραιτούνταν από κάθε τίτλο τιμής.

Με τον Ένγκελς τα πράγματα ήταν διαφορετικά. τα αγγλικά μέλη του Γενικού Συμβουλίου δεν τον γνώριζαν καθόλου. Εξίσου λίγο τον γνώριζαν καί τ’ άλλα μέλη. Μόνο οί γερμανοί σύντροφοι τον θυμούνταν, αν κι όχι όλοι, αλλά ό Ένγκελς έπρεπε να κερδίσει πρώτα τη δική τους εμπιστοσύνη. Για τους άλλους όμως ήταν ένας πλούσιος, ένας εργοστασιάρχης άπ’ το Μάντσεστερ, για τον οποίο λεγόταν, πως πρίν από εικοσι πέντε χρόνια είχε γράψει στα γερμανικά ένα καλό βιβλίο για τους άγγλους εργάτες. Αφού για είκοσι χρόνια κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά μέσα στην αστική κοινωνία, ανάμεσα σε μεγαλοτραπεζίτες καί μεγαλοβιομήχανους, ό Ένγκελς, πού από πάντα ήταν ιδιαίτερα συγκρατημένος στην προσωπική του επικοινωνία, είχε αποκτήσει ακόμα καλύτερους τρόπους. Πάντοτε άψογα ντυμένος, ευπρεπής, επιφυλακτικός, πάντα ευγενής, με στρατιωτικές συνήθειες, δεν έλεγε ποτέ άσκημη λέξη, κι ωστόσο έδινε κατά κάποιο τρόπο την εντύπωση άκαρδου καί ψυχρού ανθρώπου.

Ετσι περιγράφανε τον Ένγκελς οί άνθρωποι πού τον γνωρισαν τη δεκαετία του 1840. Ξέρουμε ότι ό Ένγκελς, καί στη σύνταξη της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, όταν απουσίαζε ό Μαρξ τσακωνόταν άγρια με τους συντρόφους, καί μερικές φορές τους έκανε να νιώθουν πολύ καθαρά τη διανοητική του υπεροχή. Μόλο πού ήταν λιγότερο οξύθυμος άπ’ τον Μαρξ, ήταν στις προσωπικές του σχέσεις πολύ πιο ανυπόμονος καί απώθησε πολλούς εργάτες, αντίθετα άπ’ τον Βίλχελμ Βόλφ καί τον Μαρξ, πού ήταν κι οί δυο ιδανικοί δάσκαλοι και σύντροφοι.

Σιγά σιγά ό Ένγκελς εξοικειώθηκε με το καινούργιο του περιβάλλον κι απελευθερώθηκε άπ’ τίς παλιές του συνήθειες. Άλλα ακριβώς σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια, πού συχνά έπρεπε να εκπροσωπεί τον Μαρξ, όξυνε, αρχικά με το χαρακτήρα του, τίς εντάσεις, ιδιαίτερα μέσα στο Γενικό Συμβούλιο. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί, γιατί όχι μόνο ό Έκάριους, αλλά καί τόσο παλιοί συνεργάτες του Μαρξ όπως ό Γιούνγκ, πού υπήρξε για πολύ καιρό γενικός γραμματέας της Διεθνούς κι είχε προσωπικά στενές σχέσεις με τον Μαρξ καί τον είχε υποστηρίξει με πολύ λεπτότητα στίς δύσκολες ύποχρεωσεις του, άρχιζαν σιγά σιγά ν’ αποτραβιούνται άπ’ αυτόν.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έλειψαν τα συνηθισμένα κουτσομπολιά κι οί φλυαρίες. Πολλοί δε καταλάβαιναν - όπως είπα, ακριβώς επειδή δέ γνώριζαν καθόλου τον Ένγκελς - γιατί ό Μαρξ αγαπούσε καί επαινούσε τόσο πολύ το φίλο του. Θα πρέπει κανείς να διαβάσει τα εξαιρετικά χυδαία καί κακόβουλα απομνημονεύματα του Χύντμαν, πού ήταν ιδρυτής της αγγλικής σοσιαλδημοκρατίας, για να δεί πόσο ταπεινές ήταν οί διαφωνίες των άνθρώπων αυτών με τον Μαρξ καί τον Ένγκελς. Αυτοί υποστήριζαν πώς δήθεν ό Μαρξ διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Ένγκελς, επειδή αυτός ήταν πλούσιος καί τον συντηρούσε. Ιδιαίτερα χυδαίο ήταν το φέρσιμο μερικών άγγλων - ανάμεσα τους ήταν καί κάποιος Σμίθ, πού εμφανίστηκε αργότερα στα συνέδρια της Δεύτερης Διεθνούς σαν διερμηνέας καί πού ακόμα άπ’ τον πόλεμο διακρίθηκε εξίσου με τον Χύντμαν για το σοσιαλπατριωτισμό του. Ό Ένγκελς δεν του συχώρεσε ποτέ, ούτε καί σ’ άλλους, αύτη τη συκοφαντική εκστρατεία κατά του Μαρξ, κι όπως διηγείται ό Βάντερβέλντε, λίγο πρίν πεθάνει, έδιωξε με κλωτσιές τον Σμίθ πού ήρθε να τον επισκεφτεί.

Τότε όμως, στίς αρχές της δεκαετίας του 1870, οί φήμες αυτές είχαν διαδοθεί πολύ κακόβουλα, τόσο άνάμεσα στους λασαλιστές γερμανούς εργάτες, πού είχαν έρθει στο Δονδίνο, όσο καί, προπάντων, ανάμεσα στους πολλούς νεαρούς επαναστάτες, πού μετά άπ’ την ήττα της Κομμούνας είχαν εγκατασταθεί στο Λονδίνο καί δε γνώριζαν καθόλου την ιστορία του κινήματος.

Σχετικά με τη χρηματική βοήθεια πού παρείχε το Γενικό Συμβούλιο στους εξόριστους, αυτοί ακριβώς έκαναν τόσο μεγαλύτερο θόρυβο, όσο περισσότερο πάσχιζαν ό Μαρξ κι ό Ένγκελς να όργανωσουν βοήθεια για τους κομμουνάρους.

Η συνεργασία του Ένγκελς όξυνε τη διάσπαση — όχι μόνο στο Λονδίνο. Θα θυμόσαστε ότι ό Μπακούνιν κι οί οπαδοί του, εκτός άπ’ τη Ρωσία, εργάζονταν κυρίως στίς λατινικές χώρες, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Νότια Γαλλία, την Πορτογαλία, τη γαλλική καί ιταλική Ελβετία. Ό Μπακούνιν υπολόγιζε ιδιαίτερα την Ιταλία, επειδή εκεί υπερίσχυε το κουρελοπρολεταριάτο, στο οποίο έβλεπε την κύρια επαναστατική δύναμη. εκεί υπήρχε καί μια νεολαία, πού δε δίσταζε μπροστά σε τίποτα κι η οποία δεν έτρεφε την παραμικρή ελπίδα να σταδιοδρομήσει στην αστική κοινωνία. εκεί άνθιζε επίσης η ληστεία σαν τρόπος εκδήλωσης της διαμαρτυρίας της φτωχής άγροτιάς. Μ’ άλλα λόγια, εκεί είχαν αναπτυχθεί εκείνα ακριβώς τα στοιχεία - η άγροτιά, η στρατιά των ξεριζωμένων, οι ληστές — στους οποίους ό Μπακούνιν απέδιδε καί στη Ρωσία τεράστια σπουδαιότητα.

Τώρα τη βασική αλληλογραφία με τις χώρες αυτές την κρατούσε ό Ένγκελς, καί την κρατούσε — όπως μπορεί κανείς να δει από μερικά σχέδια πού έμειναν, γιατί ό τυπικότατος Ένγκελς κρατούσε πάντα ένα αντίγραφο γι’ αυτόν — στο πνεύμα ενός αδυσώπητου αγώνα κατά των μπακουνιστών.

Η περίφημη μπροσούρα για τη Συμμαχία του Μπακούνιν, πού αποτελεί μια έκθεση της επιτροπής του συνεδρίου της Χάγης κι η όποια στιγματίζει κι αποκαλύπτει ανελέητα την πολιτική καί την τακτική των μπακουνιστών, είχε γραφτεί άπ’ τον Ένγκελς καί τον Λαφάργκ, πού μετά την ήττα της Κομμούνας είχε δραπετεύσει στην Ισπανία κι είχε αρχίσει μια σφοδρή πολεμική κατά των ισπανών οπαδών του Μπακούνιν. Ό Μαρξ συνεργάστηκε μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο, μόλο πού, φυσικά, ήταν πολιτικά αλληλέγγυος μ’ όλο αυτό το κατηγορητήριο κατά του μπακουνισμού.

Μετά το 1873 ό Μαρξ αποσύρεται από το προσκήνιο της δημοσιότητας. Τη χρονιά αύτη είχε αποτελειώσει τη δεύτερη έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου κι είχε διορθώσει τη γαλλική μετάφραση. Αν προστεθεί κι ένας ακόμα επίλογος, πού έγραψε στο παλιό βιβλίο για την Ένωση των Κομμουνιστών κι ένα μικρό άρθρο, για τους ιταλούς συντρόφους, αυτά ήταν όλα κι όλα πού δημοσίεψε ό Μαρξ μέχρι το 1880. Στό βαθμό πού του επέτρεπε η κλονισμένη του υγεία, συνέχιζε την επεξεργασία του κύριου έργου του, πού το πρώτο του σχέδιο το είχε τελειώσει ήδη στίς αρχές της δεκαετίας του 1860. Ωστόσο δεν κατόρθωσε να τελειώσει οριστικά, για τύπωμα, το δεύτερο τόμο πού δούλευε την εποχή εκείνη. Ξέρουμε τώρα ότι το τελευταίο χειρόγραφο πού μπήκε στον τόμο αυτό, γράφτηκε το 1878. Τα χρόνια αυτά περνάνε για την οικογένεια καί για τον Ένγκελς με το διαρκή φόβο ενός ξαφνικού θανάτου. Ό ισχυρός οργανισμός πού μέχρι τότε τα βγαζε πέρα με μια υπεράνθρωπη δουλιά, έχει τώρα εξασθενίσει καί ξεπερνάει τους κλονισμούς, ηθικούς καί φυσικούς, με σημαντικά μεγαλύτερο κόπο παρά στα χρόνια πού ό Μαρξ υπέφερε ακόμα άπ’ τη φτώχια. Η συγκινητική καί αφοσιωμένη φροντίδα του Ένγκελς, πού έκανε τα πάντα για να ξαναστήσει στα πόδια του τον παλιό του φίλο, δε βοήθησε πολύ. Ό Μαρξ είχε μπροστά του προχειρογραμμένο ένα τεράστιο έργο, κι έπεφτε συνέχεια με τα μούτρα στην πραγμάτωση του, μόλις του το επιτρέπαν οί δυνάμεις του, μόλις εξαφανιζόταν ό άμεσος κίνδυνος του θανάτου, μόλις του επέτρεπαν οί γιατροί να δουλέψει μερικές ώρες της ημέρας. Τον βασάνιζε συνέχεια η συναίσθηση, πώς δεν ήταν πια σε θέση ν’ αποτελειώσει το έργο αυτό. «Η ανικανότητα για δουλιά είναι θανατική καταδίκη για κάθε άνθρωπο πού δε θέλει να ‘ναι απλά ένα ζώο» 37, έλεγε. Μετά το 1878 αναγκάστηκε να διακόψει την επεξεργασία του Κεφαλαίου, με την ελπίδα πώς θα την ξανάρχιζε σε μια εποχή πιο ευνοϊκή. Η ελπίδα αυτή δεν εκπληρώθηκε. Ωστόσο είναι ακόμα σε θέση να διαβάζει, συνεχίζει να κρατάει σημειώσεις, παρακολουθεί με προσοχή την εξέλιξη του διεθνούς εργατικού κινήματος, πνευματικά συμμετέχει έντονα σ’ αυτό, απαντάει σε πολλά ερωτήματα πού του απευθύνονται από διάφορες χώρες. Ό κατάλογος των διευθύνσεων, πού τις περνάει σ’ ένα ξέχωρο βιβλίο, παίρνει τεράστιες διαστάσεις στίς αρχές της δεκαετίας του 1880. Μαζί με τον Ένγκελς, πού την εποχή αυτή παίρνει οριστικά επάνω του όλη τη βασική δουλιά, ξαναγίνεται ό πολύπλευρα ειδικός του εργατικού κινήματος, πού αναπτύσσεται τώρα ραγδαία καί στο οποίο αρχίζουν να υλοποιούνται οριστικά οί ιδέες του Κομμουνιστικου Μανιφέστου. Απ’ την άποψη αυτή τεράστια είναι η συμβολή του Ένγκελς, πού ακριβώς τη δεκαετία του 1870, όσο ζούσε ό Μαρξ, αναπτύσσει μια ενεργή δραστηριότητα.

Το να μιλήσει κανείς για πάλη των μαρξιστών καί των μπακουνιστών στην Πρωτη Διεθνή αποτελεί μεγάλη υπερβολή. Οί μπακουνιστές βέβαια δεν ήταν λίγοι, αλλά ανάμεσα τους υπήρχαν τα πιο ανομοιογενή στοιχεία, πού ήταν ενωμένα μόνο στον αγώνα κατά του Γενικού Συμβουλίου. Πολύ χειρότερα ήταν τα πράγματα ανάμεσα στους μαρξιστές. Πίσω άπ’ τον Μαρξ καί τον Ένγκελς υπήρχε μόνο μια μικρή ομάδα από ανθρώπους πού γνώριζαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κι είχαν καταλάβει σ’ όλη της την έκταση τη θεωρία του μαρξισμού. Η δημοσίευση του Κεφαλαίου τον πρώτο καιρό δε βοήθησε καί πολύ ν’ αυξηθεί ό αριθμός τους. Για την τεράστια πλειονότητα το έργο αυτό ήταν κυριολεκτικά ένας γρανιτόλιθος, πού πάνω του έσπαγαν τα δόντια τους. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα κείμενα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας άπ’ το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1870, ακόμα καί τις μπροσούρες του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, πού ήταν μαθητής του Μαρξ, για να δεί πόσο άσκημα ήταν τα πράγματα σχετικά με τη θεωρητική μελέτη του μαρξισμού. Οί σελίδες του κεντρικού οργάνου του γερμανικού κόμματος ήταν γεμάτες με την πιο παράδοξη σαλάτα των διάφορων σοσιαλιστικών συστημάτων. Η μέθοδος του Μαρξ καί του Ένγκελς, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, η θεωρία της ταξικής πάλης, όλα αυτά μένανε εφτασφράγιστο βιβλίο, κι ό ιδιος ό Λήμπνκεχτ καταλάβαινε τόσο άσκημα τη φιλοσοφία του μαρξισμού, πού ανακάτευε τον ίστορικό-διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ καί του Ένγκελς με τον υλισμό των φυσικών επιστημών του Μολεσκό καί του Μπύχνερ.

Τότε ό Ένγκελς αναλαμβάνει την υπεράσπιση των ιδεών του μαρξισμού, ενώ ό Μαρξ, όπως είδαμε, προσπαθεί μάταια να ολοκληρώσει το Κεφάλαιο. Ό Ένγκελς παίρνει ένα κάποιο άρθρο πού του κινεί ιδιαίτερα την προσοχή ή επωφελείται από κάποιο επίκαιρο γεγονός, για να διαδηλώσει σ’ ένα επιμέρους πρόβλημα τη βαθιά διαφορά ανάμεσα στον επιστημονικό σοσιαλισμό καί τ’ άλλα σοσιαλιστικά συστήματα, ή για να φωτίσει ένα πρακτικό πρόβλημα άπ’ τη σκοπιά του επιστημονικού σοσιαλισμού, να καταδείξει πώς εφαρμόζεται στην πράξη η μέθοδος αυτή.

Το ίδιο κάνει, όταν ό γνωστος γερμανός προυντονιστής Μύλμπεργκερ δημοσιεύει στο κεντρικό όργανο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας άρθρα για το ζήτημα της κατοικίας. Ό Ένγκελς επωφελείται άπ’ την ευκαιρία, για να δείξει ποια άβυσσος χωρίζει το μαρξισμό άπ’ τον προυντονισμό, κι εκτός άπ’ αυτό, το θαυμάσιο συμπλήρωμα στο βιβλίο του Μαρξ Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, δίνει μια μαρξιστική ερμηνεία σ’ έναν άπ’ τους πιο σημαντικούς παράγοντες πού προσδιορίζουν την κατάσταση της εργατικής τάξης. Εκδίδει το παλιό έργο του για τον Πόλεμο τών’ Αγροτών στη Γερμανία, μ’ ένα καινούργιο πρόλογο, για να δώσει στους νέους συντρόφους ένα παράδειγμα για την εφαρμογή της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας σ’ ένα άπ’ τα σημαντικά επεισόδια της γερμανικής ιστορίας καί της γερμανικής άγροτιάς. Στό Ράιχσταγκ αναφύεται το πρόβλημα των βραβείων, με τα οποία οί πρώσοι γαιοκτήμονες θέλουν να διασφαλίσουν τη ληστρική υπεραξία τους, μεθώντας το λαό με οινόπνευμα, καί ό Ένγκελς. στη μπροσούρα του Το Πρωσικό Ρακί στο Γερμανικό Ραιχσταγκ, δεν αποκαλύπτει μόνο την άρπαχτικότητα των πρώσων ευγενών, αλλά καί εξηγεί τον ιστορικό ρόλο της γαιοκτησίας καί των πρώσων γιουνκερς. Ολα αυτά τα έργα του Ένγκελς για τη γερμανική ιστορία, έδωσαν αργότερα τη δυνατότητα στον Κάουτσκι καί στον Μέρινγκ, να δημοσιεύσουν καί ν’ αναπτύξουν τις βασικές τους ιδέες σε δικά του κείμενα.

Η πιο μεγάλη προσφορά του Ένγκελς είναι τα έργα του άπ’ το 1876 καί το 1877. Το 1875 συνασπίζονται οί λασαλιστές καί οί άϊζεναχικοί πάνω στη βάση του λεγόμενου Προγράμματος της Γκότα. πού αποτελεί ένα κακό συμβιβασμό ανάμεσα στο μαρξισμό καί στην αντίληψη του μαρξισμού, πού ονομάζεται λασαλισμός. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς διαμαρτυρήθηκαν πολύ αποφασιστικά ενάντια σ’ αυτό το πρόγραμμα, όχι επειδή ήταν άντιθετοι με το συνασπισμό, όχι επειδή ζητούσαν μια συνεχή αλλαγή του προγράμματος στο πνεύμα των υποδείξεων τους. Πίστευαν πώς, έστω κι αν αυτός ό συνασπισμός ήταν απαραίτητος, δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να παραδεχτούν ένα τέτοιο πρόγραμμα σαν θεωρητική βαση γι’ αυτή τη συνένωση, κι ότι το καλύτερο θα ‘ταν να περιμένουν καί να αρκεστούν σε μια γενική πλατφόρμα για την πρακτική καθημερινή δουλιά. Την άποψη τους συμμερίζονταν ό Μπέμπελ καί ό Μπράκε, όχι όμως ό Λήμπκνεχτ.

Μετά από λίγους κιόλας μήνες ό Μαρξ κι ό Ένγκελς μπόρεσαν να πειστούν, ότι οί παρατάξεις πού συνενώθηκαν βρίσκονταν στο ίδιο χαμηλό επίπεδο όσο άφορα τη θεωρητική τους μόρφωση. Στό κόμμα, ανάμεσα στα νεαρά μέλη του, όχι μόνο ανάμεσα στους διανοούμενους αλλά καί ανάμεσα στους εργάτες, άρχιζε να γίνεται ολοένα πιο δημοφιλής η θεωρία ενός κάποιου γερμανού φιλόσοφου καί οικονομολόγου, του Ουγκεν Ντύρινγκ. Αυτός ήταν για ένα διάστημα βοηθητικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου κι είχε κερδίσει τη συμπάθεια των μαθητών του όχι μόνο με την προσωπικότητα του, αλλά καί για την τόλμη των απόψεων του — πράγμα ασυνήθιστο για ένα γερμανό φιλόσοφο. Μολο πού ήταν τυφλός, έκανε διαλέξεις για την ιστορία της μηχανικής, της πολιτικής οικονομίας καί της φιλοσοφίας. Αυτή η πολλαπλότητα των γνώσεων του προκαλούσε κατάπληξη, γιατί ήταν σ’ όλους γνωστο, ότι τα βιβλία πού χρειαζόταν του τα διάβαζαν, καί ότι όλα του τα βιβλία τα υπαγόρευε. Ήταν όπωσδήποτε ένας μεγαλοφυής άνθρωπος. Ετσι, όταν εκδήλωσε μια οξεία κριτική κατά των παλιών σοσιαλιστικών θεωριών, καί κυρίως κατά της θεωρίας του Μαρξ, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Στούς φοιτητές καί τους εργάτες φάνηκε πώς η σκέψη πού είχε γίνει ζωή μιλούσε σ’ αυτούς τους ίδιους. Ό Ντύρινγκ υπογράμμιζε τη σημασία της δράσης, του αγώνα, της διαμαρτυρίας, αντί για τον οικονομικό παράγοντα έβαζε στο επίκεντρο τον πολιτικό παράγοντα καί τόνιζε τη δύναμη της βίας μέσα στην ιστορία. Στήν πολεμική του δε σταματούσε μπροστά σε τίποτα, κατηγορούσε έντονα τον Μαρξ εξίσου με τον Λασάλ καί δε δίσταζε να χρησιμοποιεί ενάντια στον Μαρξ το επιχείρημα πώς είναι εβραίος.

Ό Ένγκελς ταλαντεύτηκε πολύ πρίν να πάρει θέση ενάντια στον Ντύρινγκ. Τελικά υπέκυψε στίς πιέσεις των γερμανών φίλων του καί δημοσίευσε το 1877 στο κεντρικό όργανο του κόμματος, το Εμπρός, ένα άρθρο στο οποίο άσκησε εξοντωτική κριτική στίς απόψεις του Ντύρινγκ, πράγμα πού προκάλεσε δυσαρέσκεια σ’ ένα τμήμα των κομματικών του συντρόφων. Την εποχή εκείνη επικεφαλής των οπαδών του Ντύρινγκ ήταν ό Μπέρνσταϊν, ό μελλοντικός θεωρητικός του ρεβιζιονισμού, καί ό Μοστ, ό μελλοντικός ηγέτης των γερμανών αναρχικών. Στό συνέδριο του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος μερικοί αντιπρόσωποι, ανάμεσα τους κι ό παλιός λασαλιστής Βάαλταϊχ, επιτέθηκαν σφοδρά στον Ένγκελς. Λίγο έλειψε να συνταχτεί μια απόφαση, πού θ’ απαγόρευε στον Ένγκελς να δημοσιεύσει άλλα άρθρα στο κεντρικό όργανο του κόμματος, πού θεωρούσε τον Μαρξ καί τον Ένγκελς σαν καθοδηγητές του.

Αυτό θα δημιουργούσε ένα αφάνταστο σκάνδαλο, αλλά τελικά βρέθηκε ένας μεσολαβητής πού πρότεινε μια ασυνήθιστα σοφή αντιαπόφαση: να συνεχιστεί η δημοσίευση των άρθρων του Ένγκελς, όχι όμως στο ίδιο το κεντρικό όργανο, αλλά σ’ ένα ειδικό ανάτυπο. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε ικανοποιητική.

Τα άρθρα αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ ένα βιβλίο καί κυκλοφόρησαν σαν ξεχωριστή έκδοση το 1878. Το βιβλίο αυτό, Η Ανατροπή της Επιστήμης άπό τον Κύριο Ονγκεν Ντύρινγκ ή, όπως το λέμε συνήθως, το Αντί-Ντυρινγκ, σημείωσε εποχή στην ιστορία του μαρξισμού. Απ’ το βιβλίο αυτό μάθαινε για πρώτη φορά η νέα γενιά, πού είχε αρχίσει να δουλεύει στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1870, τί είναι ό επιστημονικός σοσιαλισμός, τί είναι οί φιλοσοφικές του βάσεις, ποια μεθοδολογία ακολουθεί. Το Αντί-Ντύρινγκ αποδείχτηκε επίσης σαν η καλύτερη εισαγωγή στη μελέτη του Κεφαλαίου. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα άρθρα πού γράφονταν τότε άπ’ τους λεγόμενους μαρξιστές, για να δεί τί ανόητα συμπεράσματα βγάζανε άπ’ το Κεφάλαιο, πού δεν το καταλάβαιναν διόλου. Πρέπει ν’ αναγνωριστεί, ότι για να διαδοθεί ό μαρξισμός σαν ιδιαίτερη μέθοδος καί ξεχωριστό σύστημα, κανένα άλλο βιβλίο μετά το Κεφάλαιο δεν είχε τόσο μεγάλη σπουδαιότητα όσο το Αντί-Ντύρινγκ. Όλοι οί νεαροί μαρξιστές πού εμφανίστηκαν στίς απαρχές της δεκαετίας του 1880, ανατράφηκαν με το βιβλίο αυτό - ό Μπέρνσταϊν, ό Κάουτσκι καί ό Πλεχάνωφ.

Το βιβλίο αυτό όμως δεν επέδρασε μόνο στην ηγεσία του κόμματος. Ήδη το 1880 ό Ένγκελς, μετά από παρακλήσεις γάλλων μαρξιστών, ξεδιάλεξε μερικά κεφάλαια, πού μεταφράστηκαν στα γαλλικά κι αποτελούν ένα άπ’ τα πιο διάσημα έργα του μαρξισμού, πού δεν είναι λιγότερο διαδομένο άπ’ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Είναι το πολύ γνωστό σας κείμενο. Η Εξέλιξη του Σοσιαλισμου από την Ουτοπία στην Επιστήμη. Μεταφράστηκε αμέσως στα πολωνικά, καί ενάμισι σχεδόν χρόνο μετά την κυκλοφορία του σε γερμανική ειδική έκδοση, κυκλοφόρησε καί στα ρώσικα. Όλες αυτές τίς εργασίες τίς έγραψε ό Ένγκελς τον καιρό πού ζούσε ακόμα ό Μαρξ, ό όποιος συνεργάστηκε σ’ αυτές όχι μόνο συμβουλευτικά, αλλά καί άμεσα, όπως λ.χ. στο Αντί-Ντύρινγκ, για το οποίο ό Μαρξ έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο.

Γύρω στίς αρχές του 1880 έγινε μια μεταστροφή στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα. Οί ιδέες του μαρξισμού κατακτούν ολοένα καί περισσότερο το εργατικό κίνημα, σε σημαντικό βαθμό χάρη στην ακούραστη δουλιά του Ένγκελς καί χάρη στη λαμπρή εκλαϊκευτική του ικανότητα. Στή Γερμανία, όπου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα χτυπιέται άπ’ το νόμο για τους σοσιαλιστές, το μαρξιστικό ρεύμα μετά από μια σύντομη σύγχιση περνάει πιο ισχυρό στην πρώτη θέση. Όπως προκύπτει άπ’ τα απομνημονεύματα του Μπέμπελ, σ’ αυτή τη μεταστροφή- έπαιξαν μεγάλο ρόλο οί παλιοί, οι όποιοι απειλώντας πώς θα διαμαρτυρηθούν δημόσια, ζητούσαν την κατάργηση αυτού πού ονόμαζαν «σκάνδαλο» καί καταπολεμούσαν αδίσταχτα όλες τίς προσπάθειες να γίνει κάποιος συμβιβασμός με την αστική τάξη.

Το 1879 στη Γαλλία, στο συνέδριο της Μασαλίας, ιδρύεται ένα νέο εργατικό κόμμα μ’ ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Σ’ αυτό εμφανίζεται μια νεαρή μαρξιστική ομάδα, πού αρχηγός της είναι ένας παλιός μπακουνιστής, ό Ζύλ Γκέσντ. Το 1880 αποφασίζεται να γίνει η επεξεργασία ενός καινούργιου προγράμματος. Για το σκοπό αυτό ό Γκέσντ καί οί σύντροφοι του κάνουν ένα ταξίδι στο Λονδίνο, στον Μαρξ, πού πήρε ενεργό μέρος στην επεξεργασία αυτού του προγράμματος. Μόλο πού δε συμφωνούσε με μερικά σημεία στο πρακτικό μέρος, στα οποία επέμεναν οί γάλλοι, για τη σπουδαιότητα πού είχαν στην τοπική προπαγάνδα, διατύπωσε ολόκληρο το θεωρητικό μέρος. Γι’ άλλη μια φορά απέδειξε την ικανότητα του ν’ αντιλαμβάνεται τίς ιδιομορφίες των γαλλικών συνθηκών καί να βρίσκει διατυπώσεις, πού ήταν κατανοητές για κάθε γάλλο, άπ’ τίς όποιες όμως με σιδερένια λογική προέκυπταν οί βασικές αρχές του κομμουνισμού. Το γαλλικό πρόγραμμα χρησίμεψε σαν πρότυπο για όλα τα επόμενα προγράμματα - για το ρώσικο, το αυστριακό καί της Ερφούρτης. Ό Γκέσντ καί ό Λαφάργκ έγραψαν για το πρόγραμμα αυτό ένα σχόλιο, πού μεταφράστηκε άπ’ τον Μπέρνσταϊν στα γερμανικά, καί αμέσως μετά στα ρώσικα απ’ τον Πλεχάνωφ, με τον τίτλο Τι Θέλουν οί Σοσιαλδημοκράτες. Με το έργο αυτό διαπαιδαγωγήθηκαν σε μας οί ρώσοι μαρξιστές, στους οποίους, μαζί με τη μπροσούρα του Ένγκελς, χρησίμεψε σαν εισαγωγή στη μελέτη του προγράμματος καί σαν βάση για τη διδασκαλία στους εργατικούς κύκλους.

Για τους γάλλους ό Μαρξ έφτιαξε ένα αναλυτικό έρωτηματολόγιο για εργάτες, για να διερευνήσει την κατάσταση της εργατικής τάξης. Αυτό κυκλοφόρησε ανώνυμο, δίχως την υπογραφή του Μαρξ. Ενώ το ερωτηματολόγιο, πού είχε σχεδιάσει στην «εισήγηση» του για το συνέδριο της Γενεύης το 1866, περιείχε δεκαπέντε περίπου ερωτήσεις, το καινούργιο περιέχει πάνω από εκατό, πού αφορούν ως τίς παραμικρές λεπτομέρειες όλους τους ορούς της εργατικής ζωής. Για την εποχή εκείνη ήταν ένα άπ’ τα πιο εμβριθή ερωτηματολόγια, πού μόνο από ένα βαθύ γνώστη του εργατικού προβλήματος, όπως ό Μαρξ, μπορούσε να γραφτεί. Ήταν μια νέα απόδειξη της ικανότητας του, να προσεγγίζει τίς συγκεκριμένες συνθήκες καί να συλλαμβάνει μια συγκεκριμένη πραγματικότητα - παρόλο πού κατηγορήθηκε πώς αγαπούσε το αφηρημένο. Η ικανότητα ν’ αναλύει κανείς την πραγματικότητα, καί με βάση τη μελέτη της πραγματικότητας να βγάζει γενικά συμπεράσματα, δεν είναι ίδια με την αφαίρεση άπ’ την πραγματικότητα, με το πέταγμα στα υψη της αφαίρεσης.

Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς παρακολουθούσαν πολύ προσεχτικά το ρωσικο επαναστατικό κίνημα. Είχαν μάθει κι οί δυο τα ρωσικα. Ό Μαρξ λ.χ. ήταν σε θέση να διαβάζει τη ρώσικη μετάφραση του Κεφαλαίου. Αντίθετα άπ’ ό,τι ισχυρίζεται ό Μέρινγκ — πως δηλαδή η δημοτικότητα του Μαρξ στη Ρωσία υποχώρησε σημαντικά μετά το συνέδριο της Χάγης -αυτή μεγάλωνε. Σάν κριτικός της αστικής πολιτικής οικονομίας είχε μεγαλύτερο κύρος από κάθε άλλη χώρα, κι άπ’ αυτήν ακόμα τη Γερμανία, επηρέαζε μια σειρά από ρωσους λόγιους καί καθόριζε την κατεύθυνση της εργασίας τους. Όπωσδήποτε τα έργα του πέρα άπ’ το Κεφάλαιο δεν ήταν γνωστά σε κανέναν σχεδόν. Επίσης για τη φιλοσοφία του, για την υλιστική αντίληψη τής ιστορίας, η πλειονότητα δεν είχε ιδέα ή είχε πολύ μικρότερη άπ’ αυτήν πού είδαμε στη Γερμανία της δεκαετίας του 1870.

Ήταν βέβαια γνωστό ότι ό Μαρξ απέδιδε πρωταρχική σημασία στίς οικονομικές συνθήκες. Ήδη το 1865 ό Τκάτσωφ είχε μεταφράσει στα ρωσικα τον περίφημο πρόλογο του βιβλίου Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, στον όποιο ό Μαρξ είχε εκθέσει συγκεντρωτικά την υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Κανείς όμως δεν είχε ιδέα για τη σχέση της οικονομικής αντίληψης της ιστορίας προς τη θεωρία της ταξικής πάλης.

Ό ίδιος ό Μαρξ, καί μαζί μ’ αυτόν ό Ένγκελς, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1870, εκτιμούσαν το κίνημα της «Λαϊκής Ελευθερίας» (Ναρόντναγια Βόλια). Αφού όπως θα θυμόσαστε, θεωρούσαν την τσαρική Ρωσία σαν το βασικό στήριγμα της διεθνούς άντεπανάστασης, χαιρέτησαν τον ηρωικό αγώνα των «ναροντοβόλτσι» σαν το ισχυρότερο επαναστατικό κίνημα κατά του τσαρισμού. Η «Λαϊκή Ελευθερία» με τη σειρά της εκτιμούσε τον Μαρξ σαν έναν άπ’ τους μεγαλύτερους δασκάλους του σοσιαλισμού καί το διαδήλωσε δημόσια, απευθύνοντας ειδικά σ’ αυτόν μια έκκληση πού παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον.

Μερικά χειρόγραφα καί επιστολές του Μαρξ αποδείχνουν, πόσο προσεχτικά μελετούσε τη ρώσικη βιβλιογραφία καί τίς ρώσικες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Οί κοντινοί του άνθρωποι κι οί οπαδοί του μάλιστα. διαμαρτύρονταν για το ζήλο πού έδειχναν οί ρώσοι γνωστοί του, όπως ό Νικολάι (Ντάνιελσον) να στέλνουν στον Μαρξ στατιστικό υλικό. Γνώριζαν την κατάσταση του καί φοβόντουσαν ότι αυτή η εντατική άνάγνώση, η οποία αποτελούσε προεργασία για το Κεφάλαιο, μπορούσε να επιδράσει καταστροφικά στον κλονισμένο οργανισμό του. Καί το πόσο προσεχτικά μελετούσε αυτές τίς συνθήκες δείχνουν οί παρατηρήσεις, όχι μόνο στα τετράδια του αλλά καί στα γράμματα στον Νικολάι, στα όποια υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντες συλλογισμοί.

Ό Μαρξ ήθελε να περιλάβει τα συμπεράσματα άπ’ τίς εργασίες του στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, οπού σχεδίαζε να εξετάσει τίς μορφές της έγγειας ιδιοκτησίας. Δυστυχώς δεν το κατόρθωσε. Όταν το 1881 η Βέρα Ζάτσουλιτς του έγραψε, παρακαλώντας τον να απαντήσει σ’ αυτήν καί τους συντρόφους της πάνω στο πρόβλημα για το μέλλον της ρώσικης αγροτικής κοινότητας, καταπιάστηκε αμέσως μ’ αυτή τη δουλιά. Κατάφερα να βρώ ένα σχέδιο αυτής της απάντησης. Σ’ αυτό φαίνονται καθαρά τα ίχνη της κλονισμένης ικανότητας για δουλιά. Ό Μαρξ άρχισε κάμποσες φορές να γράφει, τα διέγραφε κι άρχιζε άπ’ την αρχή, τελικά όμως πιθανότατα δεν απάντησε καθόλου. 38

Μαζί με τον Ένγκελς ό Μαρξ κατάφερε ακόμα να κάνει ένα πρόλογο για τη νέα ρώσικη μετάφραση του Κομμουνιστικου Μανιφέστου.

Η μητέρα ιστορία έπαιξε στον Μαρξ καί στον Μπακούνιν ένα άσκημο παιχνίδι. Άπ’ την ομάδα των ρώσων διανοούμενων, πού αποτελούσε το ρώσικο κλάδο της Διεθνούς, καί τους όποιους είχε επιλέξει ό Μαρξ σαν εκπρόσωπους στο Γενικό Συμβούλιο, κανείς δεν έγινε συνεπής μαρξιστής. Το χειρότερο είναι ότι, μ’ εξαίρεση τον Λαπάτιν, έγκαταλείψανε όλοι το άγωνιστικό πεδίο της επανάστασης, ή επειδή εξαντλήθηκαν καί γέρασαν πρόωρα, πράγμα πού συμβαίνει συχνά στους επαγγελματίες επαναστάτες, ή με το να γίνουν άρνητές. Οί πρώτοι ρώσοι μαρξιστές — ο Πλεχάνωφ, η Ζάτσουλιτς, ό Άξελροντ, ό Ντόυτς - βγήκαν απεναντίας άπ’ το περιβάλλον των ρώσων μπακουνιστών, για τους οποίους ό μαρξισμός ήταν όχι μόνο μια οικονομική θεωρία, αλλά καί η άλγεβρα της επανάστασης.

Ό τελευταίος ένάμισος χρόνος της ζωής του Μαρξ ήταν ένας αργός θάνατος. Είχε ακόμα προχειρογραμμένο ένα τεράστιο έργο, πού το συνέχιζε κάθε φορά πού του το επέτρεπε η υγεία του. Την εποχή πού βρισκόταν στο απόγειο των δυνάμεων του, είχε σχεδιάσει ένα πρότυπο, στο όποιο προσδιορίζονταν οί βασικοί νόμοι των καπιταλιστικών σχέσεων της παραγωγής καί της ανταλλαγής. Δεν είχε όμως πια τη δύναμη να μετατρέψει αυτό το σχέδιο σ’ ένα έργο ζωντανό, οπως ό πρώτος τόμος του Κεφαλαίου, πού αποκαλύπτει με τόση διαύγεια καί τόσο τεκμηριωμένα ολόκληρο το μηχανισμό της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής καί πού πάνω στη βάση του είχε αναπτυχθεί η πάλη ανάμεσα στους καπιταλιστές καί στους εργάτες.

Εξαντλημένος πια από τίς άρρωστιες, ό Μαρξ δέχτηκε δυο ακόμα μεγάλα πλήγματα: το θάνατο της γυναίκας του καί της κόρης του. Δεν άντεξε πια άλλο. Ο τραχύς Μαρξ ήταν, όσο περίεργα καί να ηχεί, ένας πρότυπος οικογενειάρχης, καί στην προσωπική του ζωή ό πιο ήρεμος άνθρωπος. Αν διαβάσετε τα γράμματα του Μαρξ στη μεγαλύτερη κόρη του, που ό θάνατος της άφησε πάνω του βαθιά ίχνη, έτσι πού οί δικοί του περίμεναν από μέρα σε μέρα το θάνατο του, θ’ αναρωτηθείτε, πού έβρισκε τόση τρυφερότητα καί ευαισθησία αυτός ό τραχύς άνθρωπος.

Όλοι οί κάθε λογής φιλισταιοι, όχι μόνο οι μικροαστοί αλλά καί οί νεοφώτιστοι στο επαναστατικό κίνημα, διαβάζουν κατάπληκτοι τίς τελευταιες σελίδες άπ’ τη ζωή του Μαρξ. Φυσικά δεν είναι καλό, ένας έπαναστάτης να μην αφιερώνει ένα μέρος άπ’ τίς δυνάμεις του αποκλειστικά στην επανάσταση. Ένας γνήσιος επαναστάτης, σκέφτονται αυτοί οί άνθρωποι, πού συχνότατα είναι ήρωες της ώρας, πρέπει σ’ ολόκληρη τη ζωή του, είκοσιτέσσερις ώρες το είκοσιτετράωρο, να βρίσκεται στο πόδι. Να γράφει ή να παίρνει αποφάσεις. Με μια λέξη, πρέπει να ‘ναι ένας άνθρωπος, φτιαγμένος μόνο από επαναστατικό ατσάλι, απρόσβλητος από κάθε άνθρωπινο συναίσθημα. Η, καθώς λέει το ευαγγέλιο: ό Ιωάννης ζούσε χωρίς φαΐ καί νερό. Εστω κι αν γράφει παρακάτω ότι τρεφόταν με ακρίδες καί άγριόμελο, δηλαδή καλύτερα από πολλούς άγωνιστές του κόμματος στα χρόνια 1819 καί 1919. Αλλά ήδη ό Ιησούς δε στάθηκε στο υψος αυτό. Αλλαξε την τακτική. Το ευαγγέλιο λέει, ότι έτρωγε καί έπινε καί μάλιστα καταράστηκε τη συκιά επειδή ήταν άκαρπη. Ωστόσο ό Ιησούς ήταν πιο δυνατός στην ανταρσία του άπ’ τον «αδιάβλητο» Πέτρο, πού για πολιτικούς λόγους τον απαρνήθηκε τρεις φορές.

Πρέπει να κρίνουμε ανθρώπινα. Σύντροφοι, σίγουρα θα χαίρεστε, όταν διαβάζονται βιογραφίες άνθρώπων, πού μάθατε να τους εκτιμάτε καί να τους αγαπάτε, πληροφορείστε ότι ό άνθρωπος πού τόσο τιμάτε, είναι ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, μόνο πιο έξυπνος, πιο μορφωμένος, πιο ωφέλιμος για την επαναστατική υπόθεση. Μόνο στα παλιά δράματα καί τίς τραγωδίες, ψευτοκλασικές ονομαστήκανε, παριστάνονται οί άνθρωποι σαν ήρωες — όπου πατάνε και τραντάζονται τα βουνά, όπου χτυπούν με το πόδι τους καί κομματιάζεται η γη, καί τρώνε καί πίνουν με τρόπο ηρωικό.

Έτσι παρουσιάζουν μερικές φορές τον Μαρξ. Όταν όμως σκιαγραφούν έτσι τον Μαρξ, λησμονούν πώς όταν ρωτήθηκε ό ίδιος ποιο είναι το αγαπημένο του απόφθεγμα, απάντησε: Είμαι ένας άνθρωπος καί τίποτα τ’ ανθρώπινο δε μου είναι ξένο. Κι ορισμένα σφάλματα δεν του ήταν ξένα, καί συχνά μετάνιωνε επειδή μερικές φορές έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, καί μερικές φορές φάνηκε άδικος σ’ άλλους. Όσο για μένα, εγώ μ’ όλη μου την αγάπη για τον Μαρξ, μπορώ να του συχωρέσω το ότι, όντας γεννημένος στον Μόζελ, αγαπούσε το κρασί, δε μπορώ όμως να του συχωρέσω, όπως δε μπορώ να συχωρέσω ούτε σε σας, το γεγονός ότι κάπνιζε τόσο πολύ. Ό ιδιος έλεγε στ’ αστεία, ότι το Κεφάλαιο δεν του είχε ξεπληρώσει ούτε τον καπνό πού κάπνιζε όταν το ‘γραφε. Επιπλέον, μέσα στη φτώχια του κάπνιζε πολύ κακό καπνό, πράγμα πού συντόμεψε αρκετά τη ζωή του καί κατέστρεψε την υγεία του, γιατί απέκτησε τη χρόνια βρογχίτιδα πού τον τυράννησε ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Ό Μαρξ πέθανε στις 14 Μάρτη του 1883. Ό Ένγκελς είχε δίκιο όταν, τη μέρα του θανάτου του, έγραφε σ’ έναν άλλο παλιό σύντροφο του Μαρξ, τον Σόργκε:

Όλα τα γεγονότα πού υπακούουν σε μια φυσική αναγκαιότητα, οσο φοβερά κι αν είναι, φέρουν μέσα τους καί την παρηγοριά. Ισως η ιατρική επιστήμη να μπορούσε να του εξασφαλίσει ακόμα μερικά χρόνια φυτοζωίας, τη ζωή ενός άπραγου όντος, πού χάρη στο θρίαμβο των γιατρών δε θα πέθαινε μεμιάς αλλά σιγά σιγά. Αυτό όμως δε θα το άντεχε ποτέ ό Μαρξ. Να ζει με τόσες ατέλειωτες δουλιές μπροστά του, με την τανταλική διάθεση να τίς αποτελειώσει καί την αδυναμία να το κάνει - αυτό θα του ήταν χίλιες φορές σκληρότερο παρά ό ήρεμος θάνατος πού τον πλησιάζει. Ό θάνατος δεν είναι δυστύχημα γι’αύτόν πού πεθαίνει, αλλά γι’ αυτόν πού επιζεί, συνήθιζε να λέει σαν τον Επίκουρο. Καί να βλέπεις αυτό τον παντοδύναμο, μεγαλοφυή άντρα να φυτοζωεί σαν ερείπιο, για τη δόξα της ιατρικής καί τη χλεύη των φιλισταίων, πού τόσο συχνά είχε συντρίψει στην ακμή της δύναμης του - όχι, χίλιες φορές καλύτερα έτσι, χίλιες φορές καλύτερα να τον κουβαλήσουμε μεθαύριο στον τάφο πού κοιμάται η γυναίκα του. Καί μετά άπ’ όσα προηγήθηκαν, καί πού ούτε οί γιατροί δεν τα ξέρουν τόσο καλά όσο εγώ, νομίζω πώς μόνο αύτη η εκλογή ύπήρχε.

Ας είναι. Η ανθρωπότητα λιγόστεψε κατά ένα κεφάλι, καί μάλιστα κατά το σημαντικότερο κεφάλι πού είχε σήμερα. Το κίνημα του προλεταριάτου συνεχίζει την πορεία του, αλλά δεν υπάρχει πια ό κεντρικός πυρήνας, στον οποίο απευθύνονταν μόνοι τους στις αποφασιστικές στιγμές γάλλοι, ρώσοι, αμερικάνοι, γερμανοί, για να πάρουν κάθε φορά τη σαφή καί σίγουρη συμβουλή, πού μόνο η ιδιοφυία καί η απόλυτη γνώση του αντικειμένου μπορούσε να δώσει. 39

Τώρα πέφτουν στον Ένγκελς εξαιρετικά υπεύθυνα καθήκοντα. Αυτός, ένας λαμπρός συγγραφέας, ένας άπ’ τους γερμανούς στυλίστες, ένας ολόπλευρα καλλιεργημένος άνθρωπος καί ειδικός σε μερικούς τομείς της ανθρώπινης γνώσης, την εποχή πού ζούσε ό Μαρξ, περνούσε ασυναίσθητα καί θεληματικά σε δεύτερη μοίρα.

Τώρα ήταν υποχρεωμένος, όπως έγραφε στο γέρο Μπέκερ, να παίξει το πρώτο βιολί, αφού σ’ ολόκληρη τη ζωή του είχε παίξει το δεύτερο καί όντας ευτυχής «Να ‘χει ένα τόσο διάσημο πρώτο βιολί όπως ό Μαρξ» 40. Είχαν παίξει όμως νότες πού μόνο οί δυο τους μπορούσαν ν’ αποκρυπτογραφήσουν εύκολα. Έτσι, το πρώτο καθήκον πού έπεσε στους ώμους του Ένγκελς, είχε τρομαχτική σπουδαιότητα: Να εξετάσει τη συγγραφική κληρονομιά του Μαρξ. Αντίθετα άπ’ τους βλακώδεις ισχυρισμούς ενός ιτάλου καθηγητή, πού κάποτε στα γράμματα του προς τον Μαρξ είχε χρησιμοποιήσει τίς πιο κολακευτικές εκφράσεις, καί τώρα διατυμπάνιζε πώς όταν ό Μαρξ, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου παρέπεμπε στο δεύτερο καί τον τρίτο, εξαπατούσε το κοινό, βρέθηκαν ανάμεσα στα χαρτιά του Μαρξ τα χειρόγραφα του δεύτερου, του τρίτου καί του τέταρτου τόμου. Δυστυχώς όλα είχαν εγκαταλειφθεί σε τέτοια μορφή, ώστε ό Ένγκελς, πού δε μπορούσε ν’ αφιερώσει όλο του το χρόνο μόνο σ’ αυτή τη δουλιά, χρειάστηκε έντεκα χρόνια για να την αποτελειώσει. Ό Μαρξ έγραφε πολύ δυσανάγνωστα καί χρησιμοποιούσε μερικές φορές σχεδόν στενογραφικές συντμήσεις, πού τίς καταλάβαινε μόνο ό ίδιος. Λίγο πρίν άπ’ το θάνατο του, όταν πια είχε αντιληφθεί πώς δε θα ‘ταν σε θέση να άποτελειωσει το έργο του, είπε στη νεότερη κόρη του, ότι ίσως ό Ένγκελς να ‘βγαζε κάτι άπ’ τα χαρτιά αυτά.

Ευτυχώς ό Ένγκελς κατάφερε να φέρει σε πέρας το μεγαλύτερο μέρος αυτής της εργασίας. Εξέδωσε το δεύτερο καί τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Σάς το λέω, για να μπορέσετε να εκτιμήσετε απόλυτα τη σπουδαιότητα της εργασίας του Ένγκελς, ότι αν δεν ήταν αυτός, είναι ζήτημα αν θα την αποτελείωνε κανένας άλλος. Οί τόμοι περιέχουν μερικά ελαττώματα, αλλά στη μορφή πού τυπώθηκαν, δεν πρέπει να τα καταλογίζουμε όλα στον Μαρξ. Υπάρχει μόνο μια πολύ αμυδρή ελπίδα, να ‘χουμε πάλι όλα τα χειρόγραφα με την αρχική μορφή τους, όπως τα ‘χε ό Ένγκελς, καί έτσι τα υπόλοιπα μέρη του Κεφαλαίου, εκτός άπ’ τον πρώτο τόμο, μπορούμε να τα μελετήσουμε κι εμείς, καθώς κι όλες οί επόμενες γενιές, μόνο με τη μορφή πού τα επεξεργάστηκε ό Ένγκελς.

Το άλλο σημαντικό έργο, πού είχε επιτελέσει παλιότερα σαν συνεργάτης καί βοηθός του Μαρξ, έπεφτε τώρα με όλο του το βάρος αποκλειστικά πάνω στους ώμους του. Αν πρίν καί μετά το τέλος της Πρώτης Διεθνούς είχαν παίξει οί δυο τους το ρόλο του παλιού Γενικού Συμβουλίου, τώρα ολόκληρο αυτό το έργο της μεσολάβησης καί της σύνδεσης ανάμεσα στα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα, αλλά καί το έργο του έμπειρου συμβουλάτορα έπεφτε μόνο στον Ένγκελς.

Ακριβώς μετά το θάνατο του Μαρξ αρχίζει μια ισχυρή ανάπτυξη του διεθνούς εργατικού κινήματος, πού το 1886 έβαλε στην ημερήσια διάταξη την οργάνωση μιας νέας Διεθνούς. Αλλά καί μετά το 1889, πού είχε πραγματοποιηθεί στο Παρίσι το πρώτο συνέδριο, στο οποίο είχε ιδρυθεί η Δεύτερη Διεθνής, πού έμεινε μέχρι το 1900 δίχως μόνιμο Κεντρικό Γραφείο, ό Ένγκελς πήρε εξαιρετικά ενεργό μέρος στο εργατικό κίνημα, όλων σχεδόν των χωρών της Ευρώπης, καί σαν συγγραφέας καί σαν συμβουλάτορας. Το παλιό Γενικό Συμβούλιο, πού αποτελούνταν από πολλά μέλη με μια σειρά από γραμματείς για τίς επιμέρους χώρες, προσωποποιούνταν τώρα μονάχα στον Ένγκελς. Μόλις σε κάποια χώρα δημιουργείται μια καινούργια μαρξιστική ομάδα, ζητάει αμέσως τη συμβουλή του Ένγκελς, πού τα καταφέρνει ν’ απαντά με μια εκπληκτική γνωση των γλωσσών, σε πολλούς άπ’ αυτούς στη μητρική τους γλώσσα, πότε αλάνθαστα, πότε με λάθη. Παρακολουθούσε προσεχτικά το εργατικό κίνημα κάθε χώρας διαβάζοντας τη δική τους κάθε φορά βιβλιογραφία. Αυτή η δουλιά του έτρωγε πολύ χρόνο, έτσι όμως ό Ένγκελς μεγάλωνε την επιρροή του μαρξισμού στην κάθε χώρα καί συνέδεε επιδέξια τίς βασικές αποφάνσεις του μαρξισμού με τίς ιδιομορφίες της δοσμένης χώρας. Κυριολεκτικά δεν υπάρχει ούτε μια χώρα, πού να μη την τροφοδοτούσε με κείμενα, πού να μην είχε συμμετάσχει στο κεντρικό της όργανο. Συναντάμε τα άρθρα του όχι μόνο σε γερμανικά καί αυστριακά όργανα, όχι μόνο σε ιταλικά καί γαλλικά - βρίσκει χρόνο να γράψει ένα πρόλογο στην πολωνική μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, βοηθάει με τη συμβουλή του και τίς υποδείξεις του τους ισπανούς καί τους πορτογάλους, τους σουηδούς καί τους δανούς, τους βούλγαρους καί τους σέρβους μαρξιστές.

Ξέχωρα πρέπει να τονιστεί η βοήθεια πού πρόσφερε ό Ένγκελς στο νεαρό ρώσικο μαρξισμό. Μιας καί μιλούσε ρώσικα, μπορούσε να διαβάζει στο πρωτότυπο τη ρώσικη μαρξιστική βιβλιογραφία. Μόνο χάρη στην επιρροή του μπόρεσε η ομάδα «Απελευθέρωση της Εργασίας», παρά το μεγάλο κύρος της ομάδας «Λαϊκή Ελευθερία», να έρθει τόσο γρήγορα σ’ επαφή με το γερμανικό μαρξισμό καί να ξεπεράσει τη δυσπιστία πού έτρεφε η Δυτική Ευρώπη, καί ιδιαίτερα η Γερμανία καί η Γαλλία, απέναντι στο εργατικό κίνημα καί το μαρξισμό μιας τόσο ασιατικής χώρας όπως η Ρωσία. Το 1889 ό Πλεχάνωφ ταξίδεψε στο Λονδίνο ειδικά για να γνωρίσει τον Ένγκελς καί για να τον ενημερώσει για τα νέα ρεύματα στο ρωσικο επαναστατικό κίνημα. Για το πρώτο ρώσικο μαρξιστικό περιοδικό, πού άρχισε να εκδίδει η ομάδα «Απελευθέρωση της Εργασίας», ό Ένγκελς έγραψε μια ειδική εργασία πάνω στην εξωτερική πολιτική του ρώσικου τσαρισμού.

Ό Ένγκελς είδε σύντομα τους καρπούς της δυναμικής του δραστηριότητας. Όταν ιδρύθηκε η Δεύτερη Διεθνής, ό Ένγκελς δεν πήρε άμεσο μέρος στις εργασίες των συνεδρίων της. Απέφευγε τίς δημόσιες εμφανίσεις καί αρκούνταν να ‘ναι ό συμβουλάτορας εκείνων άπ’ τους μαθητές του, πού καθοδηγούσαν σ’ όλες τίς χώρες αυτό το κίνημα, πού τον πληροφορούσαν για καθετί το σημαντικό, καί πού πάσχιζαν να χρησιμοποιήσουν το κύρος του. Μερικά κόμματα απέκτησαν επιρροή μέσα στη Διεθνή καί τη διατήρησαν χάρη στο κύρος του Ένγκελς. Γύρω στα τέλη της ζωής του, η συνήθεια του να επικοινωνεί αποκλειστικά με τους ηγέτες του κυριότερου κόμματος των επιμέρους χωρών, οδήγησε σε μερικά οδυνηρά περιστατικά. Ενώ στράφηκε αμέσως κατά της προτίμησης των γάλλων μαρξιστών για την άγροτιά, πού απειλούσε να νοθέψει το χαρακτήρα του προγράμματος, έκανε παραχωρήσεις στους γερμανούς σοσιαλιστές, πού φοβόντουσαν μια νέα θέσπιση του νόμου περί σοσιαλιστών, καί άμβλυνε κάπως την εισαγωγή του στα άρθρα του Μαρξ για τους Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία, πού απεναντίας, αποτελούν μια λαμπρή εφαρμογή της αρχής της αδυσώπητης ταξικής πάλης καί της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Στόν πρόλογο για την τέταρτη γερμανική έκδοση του Κομμουνιστικου Μανιφέστου, πού τον έγραψε την ήμερα του διεθνούς εορτασμού της Πρωτομαγιάς (1890), ό Ένγκελς, επισημαίνοντας την ανάπτυξη του διεθνούς εργατικού κινήματος, θλίβεται πού ό Μαρξ δε βρίσκεται στο πλευρό του καί δε μπορεί να το δει με τα ίδια του τα μάτια. Ενώ ό Μαρξ ήταν γνωστός μόνο στους πιο προηγμένους αντιπρόσωπους του εργατικού κινήματος καί δεν είχε αποκτήσει, όταν ήταν ακόμα στη ζωή, αυτό πού λέμε πλατιά δημοτικότητα, ό Ένγκελς, πού γνώριζε καλά ολη τη σημασία της διαφήμισης, πού πολεμούσε με πάθος την αποσιώπηση του Κεφαλαίου άπ’ τον αστικό τύπο, πού ωστόσο δε μισούσε λιγότερο άπ’ το φίλο του κάθε αυτοδιαφήμιση καί ματαιοδοξία, έγινε στα τέλη της ζωής του ένας άπ’ τους δημοφιλέστερους άντρες του διεθνούς εργατικού κινήματος. Μπόρεσε να πειστεί γι’ αυτό, όταν υπέκυψε για πρώτη φορά στίς πιέσεις των φίλων του κι επισκέφτηκε το 1893 την εύρωπαϊκή ήπειρο. Ό ενθουσιασμός των μαζών καί οι μαζικές συγκεντρώσεις, πού ό Λασάλ τίς είχε χρησιμοποιήσει όχι μόνο σαν μέσο προπαγάνδας, αλλά καί σαν μέσο για να υπογραμμίσει τους αρχηγούς, να τους διαφημίσει, να τους εξυψώσει πάνω άπ’ τη μάζα, αυτές οί διαδηλωσεις πήραν το 1893 ένα μεγαλοπρεπή χαρακτήρα, ακόμα καί μόνο εξαιτίας της τεράστιας έκτασης του εργατικού κινήματος σε σύγκριση με το 1863. Εξίσου θριαμβευτικό χαρακτήρα είχαν οί εκδηλώσεις πού έγιναν για τον Ένγκελς στο διεθνές συνέδριο στη Ζυρίχη, όπου ήθελε να ‘ναι μόνο φιλοξενούμενος καί εμφανίστηκε μόνο στο τέλος, εκφωνώντας ένα μικρό λόγο.

Αντίθετα άπ’ τον Μαρξ, ό Ένγκελς. διατήρησε την ικανότητα για δουλιά σχεδόν ως τα εβδομήντα πέντε του χρόνια. Το Μάρτη του 1895 ακόμα γράφει ένα ενδιαφέρον γράμμα στον Βίκτορ Αντλερ, με υποδείξεις, με ποια σειρά να διαβαστεί ό δεύτερος καί ό τρίτος τόμος του Κεφαλαίου. Σκόπευε να γράψει την ιστορία της Πρώτης Διεθνούς. Κι ακριβώς στο αποκορύφωμα αυτής της εντατικής δουλιάς τον βρήκε μια ύπουλη αρρώστια, πού έβαλε τέλος στη ζωή του στίς 5 Αυγούστου του 1895.

Ό Μαρξ βρίσκεται θαμμένος στο κοιμητήριο Χάιγκεητ στο Λονδίνο, στον ιδιο τάφο με τη γυναίκα του καί τον ανιψιό του. Ο τάφος σκεπάζεται με μια απλή ταφόπετρα. Όταν ό Μπέμπελ θέλησε να προτείνει στον Ένγκελς να υψώσει ένα μνημείο πάνω άπ’ τον τάφο του Μαρξ, ό Ένγκελς του απάντησε ότι διαφωνούν κατηγορηματικά οί κόρες του Μαρξ. Όταν πέθανε ό Ένγκελς είχε αρχίσει κιόλας να εφαρμόζεται η αποτέφρωση των πτωμάτων. Γιαυτό στη διαθήκη του ζητούσε να καεί το πτώμα του και η στάχτη να σκορπιστεί στη θάλασσα. Μετά το θάνατο του ξέσπασε διαμάχη για τη στάχτη, αν έπρεπε να έκπληρωθει η θέληση του ή όχι, γιατί μερικοί γερμανοί σύντροφοι είχαν την άποψη εκείνων, πού θέλουν να μεταβάλουν ολόκληρη την Κόκκινη Πλατεία σε κοιμητήρι, καί μάλιστα διακοσμημένο με μνημεία. Ευτυχώς άλλοι σύντροφοι επέμειναν να εκπληρώσουν τη θέληση του νεκρού. Το πτώμα του Ένγκελς κάηκε καί η λύκηθος με τη στάχτη ρίχτηκε στη Βόρεια Θάλασσα.

Οί δυο φίλοι άφησαν ένα μνημείο, πού είναι ισχυρότερο άπ’ όλους τους γρανίτες, πιο εντυπωσιακό από όλα τα επιτύμβια: το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα του προλεταριάτου, πού με βήμα σταθερό, κάτω άπ’ το λάβαρο του μαρξισμού, του επαναστατικού κομμουνισμού, βαδίζει προς το θρίαμβο της σοσιαλιστικής παγκόσμιας επανάστασης. Μας άφησαν μια επιστημονική μέθοδο έρευνας, κανόνες για την επαναστατική στρατηγική καί τακτική. Μας άφησαν έναν ανεξάντλητο θησαυρό γνώσεων, πού μέχρι σήμερα αποτελεί αστείρευτη πηγή για τη μελέτη καί την κατανόηση της πράγματικοτητας πού μας περιβαλλει.

Μόνο μια χαρά δεν εκπληρώθηκε γι’ αυτούς. Είχαν δοκιμάσει κι οί δυο την ευτυχία πού προκαλεί η ζωοδότρα θύελλα της επανάστασης, είχαν πάρει κι οί δυο τους ενεργό μέρος σ’ αυτήν, ήταν όμως αστική έπανασταση. Την κοινωνική, την προλεταριακή επανάσταση δεν έμελλε να τη ζήσουν. Άλλα το πνεύμα τους ζει στη δική μας επανάσταση, καί στις επικείμενες ομοβροντίες της κοινωνικής παγκόσμιας επανάστασης ηχεί η παντοδύναμη έκκληση πού εκτόξευσαν πρίν από ογδόντα χρόνια στον κόσμο:

«Προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθείτε!»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Ναρόντναγια Βόλια»: μπορεί να μεταφραστεί σαν «Λαϊκή Βούληση» ή «Λαϊκή Ελευθερία». Κατά το παράδειγμα αυτής της ομάδας, πολλοί ρώσοι διανοούμενοι πήγαν στη δεκαετία του 1870 «στο λαό», δηλαδή στους αγρότες, για να τους διαφωτίσουν, να τους έπαναστατικοποιήσουν καί να τους κερδίσουν για έναν αγροτικό σοσιαλισμό (πρβ. το κείμενο για τον Ριαζάνωφ).
2. ΜΕW, τόμ. 19, σελ, 188.
3. Η. Heine, Απαντα σε XIV τόμους, τόμ. IX, Μόναχο 1964, σελ. 250 κ.έ.
4. Η. Ηeine δ.π. τόμ. XII.. σελ. 115 κ.έ.
5. ΜΕW, τόμ. 1, σελ. 405.
6. Το επεισόδιο αυτό περιγράφεται διεξοδικά στο βιβλίο του Ε. Wilson. Ό Δρόμος προς την Πετρούπολη. Ή Επαναστατική Παράδοση της Ευρώπης και ή Γένεση του Σοσιαλισμου, Μόναχο 1963, σελ. 142 κ.έ.
7. ΜΕW, τόμ. 4., σελ. 596.
8. Ο.π., σελ. 577.
9. ΜΕW, τόμ. 27, σελ. 42.
10. ΜΕW, τόμ. 18, σελ. 299 κ.έ.
11. Με τη λέξη δημοκρατία εδώ καί παρακάτω δεν εννοείται ή μορφή κράτους της αστικής δημοκρατίας, αλλά το σύνολο του άντιφεουδαρχικου άστικο-δημοκρατικου πολιτικού κινήματος.
12. Louis-Εugene Cavaignac, 1802-1875, γάλλος στρατηγός καί πολιτικός, πού άπ' το Μάη του 1848 ανέλαβε υπουργός πολέμου με δικτατορικές εξουσίες καί κατέστειλε αιματηρά την εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου τον Ιούνη.
13. ΜΕW, τόμ. 5, σελ. 133 κ.έ.
14. ΜΕW, τόμ. 6, σελ. 107 κ.έ.
15. Σεργκέι Σουμπάτωφ, ό διευθυντής της μυστικής αστυνομίας της Μόσχας. είχε δημιουργήσει το 1902 μια «Όργάνωση Αλληλοβοήθειας για Βιομηχανικούς Εργάτες», μια οργάνωση ας πούμε, στην οποία μπορούσαν ν' ανήκουν μόνο προλετάριοι, αλλά σαν επίτιμα μέλη καί επιθεωρητές εργοστασίων, αστυνομικοί καί λόγιοι. Διαβεβαίωναν, οτι ή κυβέρνηση του τσάρου θα κάνει τα πάντα για τους εργάτες, αν αυτοί πάψουν «να χειραγωγούνται από τους διανοούμενους». (Πρβ. V. Gitermann. Ιστορία της Ρωσίας, σε 3 τόμους, τόμ. 3, Φραγκφούρτη 1965, σελ. 382 κ.έ.)
16. ΜΕW, τόμ. 31, σελ. 15. Σ' αυτό το συσχετισμό ολόκληρο σχεδόν το γράμμα του Ένγκελς της 4ης Νοεμβρίου 1864 είναι πολύ ενδιαφέρον. Πρβλ. ΜΕW, τόμ. 31, σελ. 10 κ.έ.
17. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 5.
18. Οί άγγλοι αστοί καί οί οικονομολόγοι τους ονόμαζαν συνήθως τους εργάτες με συντομία «hands», χέρια, αφού τα χέρια των εργατών, δηλαδή εκείνα πού παράγουν προπάντων την υπεραξία, έχουν μεγάλη σημασία για τους εκμεταλλευτές τους.
19. ΜΕW, τόμ. 16. σελ. 14.
20. Ο.π., σελ. 15.
21. ΜΕW, τόμ. 31, σελ. 15
22. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 15 κ.έ.
23. Βλέπε ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 190 κ.έ.
24. Στό παρακάτω ό Ριαζάνωφ παραφράζει ένμέρει κατά λέξη το πρωτότυπο. Πρβλ. ΜΕW, τόμ. 16. σελ. 196 κ.έ.
25. Αντίθετα σε μια παρατήρηοη των εκδοτών του ΜΕW (ΜΕW, τόμ. 16. σελ. 629 κ.ε. Παρατήρηση 136): «Οι εισηγήσεις του Μαρξ διαβάστηκαν σαν επίσημη έκθεση του Γενικου Συμβουλίου».
26. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 192.
27. Ο.π. σελ. 193.
28. Ο. π.
29. Ό.π., σελ. 195 κ.έ.
30. ΜΕW, τόμ. 32. σελ. 757. (Επιστολή του Μπακούνιν στον Μαρξ της 22ας Δεκεμβρίου 1868.)
31. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 13.
32. ΜΕW, τόμ. 17, σελ. 275 κ.έ.
33. Ό.π. σελ. 422
34. ΜΕW, τόμ. 18, σελ. 149.
35. Ο.π., σελ. 155.
36. ΜΕW, τόμ. 31.
37. Πρβ. Ό Μαρξ στη Jenny Longuet (16 του Μάρτη 1882), ΜΕW, τόμ. 35 (Βερολίνο 1967), σελ. 288 κ.έ. - Ό Μαρξ στην Jenny Longuet (6 του Απρίλη 1884), (ο.π., σελ. 298 κ.έ. - Ό Μαρξ στην κόρη του Έλεωνόρα (9 του Γενάρη 1883), ο.π. σελ. 421 κ.έ.
38. Στό μεταξύ αύτη ή σημαντική επιστολή βρέθηκε. Βλέπε ΜΕW, τόμ. 19, σελ. 242 κ.έ. καί 384 κ.έ. (Το γεγονός ότι ό Μαρξ έφτιαξε περισσότερα σχέδια, πρέπει να αποδοθεί μάλλον στη δυσκολία του προβλήματος παρά στην εξάντληση της υγείας του.)
39. ΜΕW, τόμ. 35, σελ. 460.
40. ΜΕW, τόμ. 36, σελ. 218.