Τό επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία του 1830 - Η Ρηνανία -Τα νεανικά χρόνια του Μαρξ καί τον Ένγκελς - Οι φιλολογικές εργασίες του Ένγκελς - Ό Μαρξ συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου

Share it now!
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ

Τό επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία του 1830 - Η Ρηνανία -Τα νεανικά χρόνια του Μαρξ καί τον Ένγκελς - Οι φιλολογικές εργασίες του Ένγκελς - Ό Μαρξ συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου.

Οι πόλεμοι με τον Ναπολέοντα είχαν τελείωση. Στους πολέμους αυτούς, όπως ξέρετε, εκτός άπ’ την Αγγλία, πού ήταν η ψυχή του συνασπισμού, είχε πάρει μέρος καί η θεοφοβούμενη πατρίδα μας, μαζί με τους γερμανούς καί τους αυστριακούς. Η πατρίδα μας συμμετείχε τόσο ενεργά, πού ό ευλογημένος Αλέξανδρος έπαιξε τον πρώτο ρόλο στο συνέδριο της Βιέννης (αυτό, μετά από κείνο το μεγάλο πόλεμο, αποφάσισε για την τύχη της Ευρώπης, καί ονομάστηκε έτσι επειδή έγινε στη Βιέννη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας). Η ειρήνη της Βιέννης δεν ταχτοποίησε καλύτερα τα πράγματα της Ευρώπης απ’ ό,τι η ειρήνη των Βερσαλλιών πού τερμάτισε τον τελευταίο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αλυσόδεσε τη Γαλλία καί της αφαίρεσε όλες τις εδαφικές κατακτήσεις της επαναστατικής περιόδου. Οί γαλλικές αποικίες δόθηκαν στην Αγγλία, ενώ η Γερμανία, πού περίμενε την ένωση της μετά άπ’ αυτό τον απελευθερωτικό πόλεμο, διχοτομήθηκε οριστικά στη Βόρεια Γερμανία καί την Αυστρία.

Λίγο μετά το 1815 στη Γερμανία, ανάμεσα στους διανοούμενους καί τους φοιτητές, αρχίζει μια κίνηση πού κύριος στόχος της είναι η αποκατάσταση της ενότητας της Γερμανίας - αρχικά, όχι ακόμα η δημοκρατία, αλλά μόνο μια ενιαία Γερμανία. Ό κυριότερος εχθρός ήταν τότε η Ρωσία, πού λίγο πρίν, αμέσως μετά το συνέδριο της Βιέννης, είχε συνάψει με τη Γερμανία καί την Αυστρία την «Ιερή Συμμαχία» πού στρεφόταν ενάντια σ’ όλα τα επαναστατικά κινήματα. Ιδρυτές της θεωρούνταν ό Αλέξανδρος ό Α’ καί ό αυτοκράτορας της Αυστρίας, στην πραγματικότητα όμως ψυχή ολόκληρης αυτής της πολιτικής ήταν ό Μέτερνιχ, ό ρυθμιστής της αυστριακής πολιτικής. Ωστόσο κύριος εκπρόσωπος της αντίδρασης θεωρούνταν η Ρωσία, κι όταν άρχισε ν’ αναπτύσσεται ανάμεσα στη διανόηση καί τους φοιτητές το φιλελεύθερο κίνημα, πού σκοπό του είχε να διαδώσει την κουλτούρα και τη διαφώτιση μέσα στο γερμανικό λαό για να προετοιμάσει την ενοποίηση, το μίσος στράφηκε κυρίως προς τη Ρωσία, γιατί την είδαν σαν εκπρόσωπο του συντηρητισμού καί της αντίδρασης. Άπ’ αυτό το κίνημα αναπτύχθηκαν διάφοροι κύκλοι στα πανεπιστήμια της Ίένας, του Γκίσενερ κ.ά. Τό 1819 ένας φοιτητής, ό Κάρλ Σάντ, δολοφόνησε το γερμανό συγγραφέα Κοτσέμπουε πού θεωρούνταν, όχι άδικα, κατάσκοπος των ρώσων. Αυτή η τρομοκρατική ενέργεια έκανε μεγάλη αίσθηση στη Ρωσία, όπου ό Κάρλ Σάντ έγινε το ίνδαλμα πολλών άπ’ τους κατοπινούς μας δεκεμβριστές, κι έδωσε στον Μέτερνιχ και στίς γερμανικές αρχές την αφορμή να πέσουν πάνω στους γερμανούς διανοούμενους. Παρόλα αυτά οί φοιτητικοί σύλλογοι δε διαλύθηκαν, αλλά έγιναν ακόμα πιο επαναστατικοί, καί μέσα άπ’ αυτούς αναπτύχθηκαν σιγά σιγά στα μέσα της δεκαετίας του 1820 επαναστατικές οργανώσεις.

Σύντροφοι, πριν από λίγο ανέφερα το δικό μας κίνημα των δεκεμβριστών, πού στίς 14 Δεκέμβρη του 1825 έκανε μια απόπειρα ένοπλης εξέγερσης, πού κατέληξε σε ήττα. Πρέπει να προσθέσω πώς αυτό το κίνημα δεν είναι ένα απομονωμένο, καθαρά ρώσικο κίνημα. Αυτό το κίνημα αναπτύχθηκε κάτω άπ’ την επίδραση του επαναστατικού κινήματος των διανοούμενων στην Πολωνία, την Αυστρία, τη Γαλλία καί τη μακρινή Ισπανία. Είναι ένα διανοουμενίστικο επαναστατικό κίνημα στο όποιο αντιστοιχούσε ένα ειδικό ρεύμα στη λογοτεχνία, με σημαντικότερο καί λαμπρότερο εκπρόσωπο το γνωστό δημοσιολόγο και πρώτο γερμανό πολιτικό συγγραφέα Λούντβιχ Μπέρνε (πού είχε εβραϊκή καταγωγή καί άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της γερμανικής πολιτικής σκέψης). Ηταν ένας γνήσιος δημοκράτης πολιτικός, πού την εποχή εκείνη ενδιαφερόταν ελάχιστα για το κοινωνικό πρόβλημα, όντας πεισμένος, ότι όλα μπορούσαν να διορθωθούν προς το καλύτερο, φτάνει ό λαός ν’ αποκτούσε απόλυτη πολιτική ελευθερία.

Ετσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1830 όταν, όπως ξέρετε, ξέσπασε στη Γαλλία η Ιουλιανή επανάσταση. Σάς είπα ήδη πώς είχε τεράστιο αντίχτυπο σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ τη Γαλλία μέχρι την Ανατολή, ξέχωρα μεγάλη όμως ήταν η επίδραση που άσκησε στη Γερμανία. Σέ μερικά μέρη προκάλεσε στάσεις καί εξεγέρσεις πού κατέληξαν σε μερικές συνταγματικές παραχωρήσεις στα γερμανικά κρατίδια. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε γρήγορα αυτό το κίνημα, γιατί δεν ήταν πραγματικά ριζωμένο στίς λαϊκές μάζες.

Ενα δεύτερο κύμα αναταραχής απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη Γερμανία μετά την πολωνική εξέγερση του 1831. Άλλη μια άμεση συνέπεια της Ιουλιανής επανάστασης κατέληξε σε ήττα, πού οδήγησε ένα πλήθος καταδιωγμένων πολωνών επαναστατών, να ζητήσουν καταφύγιο στη Γερμανία. Ετσι, ανάμεσα στους γερμανούς διανοούμενους, ενισχύεται πάλι το παλιό ρεύμα: μίσος για τη Ρωσία καί συμπαράσταση στην καταπιεσμένη Πολωνία. πού τρομοκρατείται από τη Ρωσία.

Κάτω άπ’ την επίδραση των δύο αυτών γεγονότων μετά το 1831, παρά την ήττα της Ιουλιανής επανάστασης, δημιουργούνται μερικά επαναστατικά κινήματα, με τα οποία πρέπει ν’ ασχοληθούμε με συντομία. Θέλω να επισημάνω τα γεγονότα εκείνα, πού με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ίσως επέδρασαν πάνω στο νεαρό Μαρξ καί το νεαρό Ένγκελς. Το 1832 το επαναστατικό κίνημα στη Νότια Γερμανία συγκεντρώνεται στο Πφάλτς, κι όχι στη Ρηνανία. Όπως ακριβώς η Ρηνανία, το Πφάλτς βρισκόταν για πολύ καιρό στα χέρια των γάλλων, καί μόλις μετά το 1815 αποδόθηκε πάλι στη Γερμανία. Η Ρηνανία παραχωρήθηκε στην Πρωσία καί το Πφάλτς στη Βαβαρία, όπου η αντίδραση κυριαρχούσε όπως καί στην Πρωσία. Εύκολα θά καταλάβετε ότι οί κάτοικοι της Ρηνανίας, πού ήταν συνηθισμένοι στίς πιο ελεύθερες γαλλικές συνθήκες, καθώς κι οί κάτοικοι του Πφάλτς, ήταν φυσικό ν’ αντιδράσουν σφοδρά. Κάθε επαναστατική ενέργεια στη Γαλλία, ήταν φυσικό να ενισχύει την αντιπολιτευτική τους διάθεση. Το 1831 το κίνημα αυτό παίρνει μεγάλη έκταση ανάμεσα στους φιλελεύθερους διανοούμενους, τους δικηγόρους καί τους συγγραφείς. Το 1832 οί δικηγόροι Βίρθ καί Ζίμπενπφάϊφερ οργάνωσαν στο Χάμπαχ μια μεγάλη γιορτή, όπου εμφανίστηκαν πολλοί ομιλητές - ανάμεσα τους κι ό Μπέρνε. Όλοι διακήρυξαν την ανάγκη για μια ελεύθερη, ενωμένη Γερμανία. Ανάμεσα στους ακροατές ήταν κι ένας πού έφτιαχνε βούρτσες, ό Γιόχαν-Φίλιπ Μπέκερ, πού τότε ήταν κάπου 23 χρονών. Το όνομα του Μπέκερ θά το συναντήσουμε πολλές φορές στην ιστορία του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος. Βρισκόταν σε στενή επαφή με αρκετές γενιές ρώσων επαναστατών, άπ’ τον Μπακούνιν μέχρι τον Πλεχάνωφ. Ό Μπέκερ πάσχιζε τότε να πείσει τους διανοούμενους, πώς δεν έπρεπε να περιορίζονται στην αγκιτάτσια, αλλά πώς ήταν απαραίτητο να προετοιμάζονται για την ένοπλη επανάσταση. Ό Μπέκερ ήταν ένας τυπικός επαναστάτης παλιού τύπου. Ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος, έγινε αργότερα συγγραφέας, μολονότι δεν ήταν ποτέ εξαιρετικός θεωρητικός, αλλά μάλλον ό τύπος του επαναστάτη πρακτικιστή. Μετά τη γιορτή στο Χάμπαχ, μένει ακόμα μερικά χρόνια στη Γερμανία καί ασχολείται με το θέμα πού απασχολούσε τους δικούς μας επαναστάτες στη δεκαετία του 1870: κάνει διάφορες κινήσεις καί προπαγάνδα, οργανώνει αποδράσεις συντρόφων καί αιφνιδιαστικές επιθέσεις για την απελευθέρωση συντρόφων απ’ τη φυλακή. Μ’ αυτό τον τρόπο καταφέρνει να βοηθήσει μερικούς επαναστάτες. Το 1833 η ομάδα με την όποια συνδεόταν ό Μπέκερ στενά - ό ίδιος βρισκόταν τότε στη φυλακή - επιχειρεί μια ένοπλη επίθεση κατά της φρουράς στη Φραγκφούρτη για να πάρει όπλα. Στή Φραγκφούρτη συνεδρίαζε τότε η γερουσία. Οί φοιτητές καί οί εργάτες, μέλη αυτής της ομάδας, ήταν πεισμένοι πώς αν κατάφερναν να πραγματοποιήσουν μια ένοπλη εξέγερση σ’ αυτή την πόλη θ’ ασκούσαν μεγάλη επίδραση σ’ ολόκληρη τη Γερμανία απέτυχαν όμως. Ενα άπ’ τα πιο σημαντικά πρόσωπα αυτής της εξέγερσης ήταν ό Κάρλ Σάπερ. Τον είδαμε στο Παρίσι. Τώρα τον συναντάμε πάνω σε γερμανικό έδαφος. Ό Σάπερ κατάφερε να διαφεύγει στη Γαλλία. Ολόκληρο το κίνημα συγκεντρώνεται, όπως θά καταλάβατε σύντροφοι, ακριβώς στα μέρη πού βρίσκονταν για πολλά χρόνια κάτω από γαλλική επικυριαρχία.

Πρέπει ακόμα ν’ αναφερθεί το επαναστατικό κίνημα στο δουκάτο της Έσσης. Σ’ αυτό το δουκάτο επικεφαλής του κινήματος είναι ό Βάιντιγκ, πάστορας καί θρησκευόμενος, αλλά συνάμα συνειδητός οπαδός της πολιτικής ελευθερίας καί φανατικός υποστηριχτής της ενοποίησης της Γερμανίας. Φτιάχνει ένα μυστικό τυπογραφείο όπου τυπώνει επαναστατικές προκηρύξεις. Προσπαθεί να συνασπίσει γύρω του τους διανοούμενους. Ένας άπ’ αυτούς τους διανοούμενους, πού είχαν τεράστια συμμετοχή στο κίνημα, ήταν ό Γκέοργκ Μπύχνερ, πού μερικοί σύντροφοι σίγουρα τον γνωρίζουν σαν θεατρικό συγγραφέα του έργου Ό Θάνατος τον Νταντόν. Ό Γκέοργκ Μπύχνερ διαφέρει άπ’ τον Βάιντιγκ στο ότι, με την πολιτική του δραστηριότητα, απέδειξε ότι ήταν απαραίτητο να επιτευχθεί η αλληλεγγύη των γεωργών της Έσσης. Γ’ αυτούς τους γεωργούς ίδρυσε μια ειδική προπαγανδιστική εφημερίδα είναι η πρώτη προσπάθεια στο είδος της. Ό Βάιντιγκ τύπωνε αυτή την εφημερίδα στο μυστικό τυπογραφείο του. Το 1835 ό Βάιντιγκ συλλαμβάνεται. Ό Μπύχνερ ξέφυγε την τελευταία στιγμή. Διέφυγε στην Ελβετία, οπού πέθανε μετά από λίγο καιρό. Ό Βάιντιγκ κλείστηκε στη φυλακή και μαστιγώθηκε. Πρέπει να προσθέσω ότι ό Βάιντιγκ ήταν στενός συγγενής του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, κι ότι ό τελευταίος μεγάλωσε κάτω άπ’ την επήρεια αυτών των εντυπώσεων, πού χαράχτηκαν βαθιά στο παιδικό του μυαλό.

Μερικοί άπ’ τους επαναστάτες πού είχε απελευθερώσει άπ’ τη φυλακή ό Μπέκερ - ό Σάπερ, πού ξέφυγε μετά την εξέγερση της Φραγκφούρτης, μετά ό Σούστερ - εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και ίδρυσαν εκεί μια μυστική ένωση - την «Ένωση των Προγραμμένων». Κάτω άπ’ την επίδραση του Σούστερ και μερικών γερμανών εργατών, άπ’ το μεγάλο πλήθος αυτών πού είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι, οί σοσιαλιστικές τάσεις ενισχύονται ολοένα καί περισσότερο, πράγμα πού τελικά προκαλεί τη διάσπαση της ένωσης. Ένα τμήμα της, κάτω απ’ την ηγεσία του Σούστερ, ιδρύει την «Ένωση των Δίκαιων» πού διατηρείται στο Παρίσι τρία χρόνια. Τα μέλη της πήραν μέρος στην εξέγερση του Μπλανκί καί μοιράστηκαν την τύχη των μπλανκιστών, μαζί με τους όποιους κλείστηκαν στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση τους ό Σάπερ καί οί σύντροφοι του πήγαν στο Λονδίνο. Εκεί ίδρυσαν την Εργατική Μορφωτική Ένωση, πού αργότερα έγινε κομμουνιστική.

Στή δεκαετία του 1830 οί γερμανοί διανοούμενοι βρίσκονταν κάτω άπ’ την ισχυρή επίδραση πού ασκούσε ό Μπέρνε καί μερικοί άλλοι συγγραφείς, με σπουδαιότερο ανάμεσα τους τον Χάινριχ Χάινε, ποιητή καί δημοσιογράφο, πού η αλληλογραφία του άπ’ το Παρίσι μαζί με την αλληλογραφία του Λούντβιχ Μπέρνε, βοήθησε σημαντικά στη διάπλαση της γερμανικής νεολαίας.

Σύντροφοι, θα περάσω τώρα στον Μαρξ καί τον Ένγκελς. Σάς ανέφερα δύο ονόματα: Μπέρνε καί Χάινε - κι οί δυο ήταν εβραίοι. Ό Μπέρνε ήταν γέννημα του Πφάλτς καί ό Χάινε της Ρηνανίας. Ό Μαρξ κι ό Ένγκελς κατάγονται επίσης από τη Ρηνανία. Ό Μαρξ ήταν επίσης εβραίος.

Ένα άπ’ τα ερωτήματα πού μπαίνουν είναι, σε ποιο βαθμό τό γεγονός ότι ό Μαρξ ήταν εβραίος, επηρέασε την παραπέρα εξέλιξη του;

Είναι γεγονός, ότι στην ιστορία της γερμανικής διανόησης, στην ιστορία της γερμανικής σκέψης, του γερμανικού σοσιαλισμού, οί τέσσερις εβραίοι: ό Μαρξ, ό Λασάλ, ό Χάινε καί ό Μπέρνε, έπαιξαν ένα πολύ μεγάλο ρόλο. Θα μπορούσα εδώ ν’ αναφέρω κι άλλα ονόματα, παίρνω όμως μόνο τα πιο διάσημα. Αναμφίβολα, το γεγονός ότι ό Μαρξ - όπως καί ό Χάινε - ήταν εβραίος, είχε μια ορισμένη επίδραση στην κατεύθυνση της πολιτικής του σκέψης. Όταν η φοιτητική διανόηση διαμαρτυρόταν ενάντια στην κοινωνική καί πολιτική τάξη πραγμάτων πού κυριαρχούσε τότε στη Γερμανία, η εβραϊκή διανόηση αισθανόταν αυτό το ζυγό ακόμα περισσότερο. Πρέπει να διαβάσει κανείς στα κείμενα του Μπέρνε τη λογοκρισία πού ίσχυε τότε στη Γερμανία, πρέπει να διαβάσει τα άρθρα του, στα οποία στιγματίζει ολόκληρο το φιλισταϊσμό της τοτινής Γερμανίας, καί την κυριαρχία της αστυνομικής νοοτροπίας, για να δεί πώς κάθε άνθρωπος, έστω καί λίγο συνειδητοποιημένος καί με λίγη μόνο μόρφωση, ήταν υποχρεωμένος να διαμαρτυρηθεί ενάντια σ’ αυτές τίς συνθήκες ζωής, πού ήταν πιο βαριές για τους εβραίους. Ό Μπέρνε πέρασε όλη τη νεανική του ζωή στην εβρέικη συνοικία της Φραγκφούρτης, κάτω άπ’ τίς ίδιες συνθήκες πού ζούσαν οί εβραίοι στο σκοτεινό μεσαίωνα. Αυτή η κατάσταση πίεζε εξίσου βαριά καί τον Χάινε.

Για τον Μαρξ οί συνθήκες ήταν κάπως διαφορετικές, πράγμα πού κάνει μερικούς βιογράφους του ν’ αρνούνται σχεδόν ολότελα αυτή την επίδραση. Θα μιλήσω εδώ κάπως διεξοδικότερα, για να σας εξηγήσω τις συνθήκες κάτω άπ’ τις οποίες μεγάλωσε ό νεαρός Μαρξ.

Ό Μαρξ ήταν γιος του δικηγόρου καί κατοπινού δικαστικού σύμβουλου Χάινριχ Μαρξ, πού ήταν πολύ καλλιεργημένος καί μορφωμένος άνθρωπος, απαλλαγμένος απόλυτα από την επίδραση της τελετουργικής θρησκείας. Για τον πατέρα του Μαρξ. γνωρίζουμε πως ήταν ένθερμος θαυμαστής της γαλλικής λογοτεχνίας του διαφωτισμού του 18ου αιώνα, καί ότι γενικά η γαλλική επιρροή ήταν ισχυρότατη μέσα στην οικογένεια Μαρξ. Ό πατέρας του Μαρξ διάβαζε με απόλαυση - κι έμαθε καί το γιο του να κάνει το ίδιο - έργα συγγραφέων, όπως ό άγγλος φιλόσοφος Λόκ, οί γάλλοι διαφωτιστές Βολταίρος καί Ντιντερό. Ό Λόκ, ένας άπ’ τους ιδεολόγους της δεύτερης, της λεγόμενης ένδοξης επανάστασης (1688), καταπολέμησε σε φιλοσοφικό επίπεδο τον ισχυρισμό πώς οί ιδέες είναι έμφυτες. Απέδειξε ότι ό άνθρωπος δεν έχει έμφυτες ιδέες, πού υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ την πείρα, ότι απεναντίας κάθε ιδέα, κάθε καινούργια σκέψη, δεν είναι παρά προϊόν της πείρας καί της παιδείας, δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες, επαναλάμβανε συνέχεια. Οί γάλλοι υλιστές βάδιζαν προς την ίδια κατεύθυνση. Ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει τίποτα στο ανθρώπινο πνεύμα, πού να μην υπήρξε σαν αίσθηση, πού να μη διαπέρασε προηγούμενα τίς αισθήσεις. Κι αυτοί επίσης δεν αναγνώριζαν καμιά απολύτως έμφυτη ιδέα. Το πόσο μακριά έφτανε αυτή η ατμόσφαιρα του γαλλικού υλισμού, θα το δείτε σ’ ένα παράδειγμα πού θ’ αναφέρω αμέσως.

Ό πατέρας του Μαρξ, αν καί από παλιά είχε διακόψει τίς σχέσεις του με τη θρησκεία, εξακολουθούσε να συνδέεται με τον ιουδαϊσμό, καί μόλις το 1824 πέρασε στο χριστιανισμό, όταν ό Μαρξ ήταν έξι χρονών. Ό Μέρινγκ, στη βιογραφία του Μαρξ, προσπάθησε ν’ αποδείξει πώς αυτό αποτελούσε πράξη ενός άνθρωπου πού ήθελε ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να μπει στην πολιτισμένη αστική κοινωνία. Μέχρι έναν ορισμένο βαθμό έπαιξε καί το στοιχείο αυτό κάποιο ρόλο, όμως εδώ συνεπέδρασε καί η επιθυμία να γλιτώσει από όλα τα καινούργια καταπιεστικά μέτρα, στα οποία ήταν εκτεθειμένοι οί εβραίοι μετά το 1815, όταν η Ρηνανία παραχωρήθηκε πάλι, στους πρώσους. Ό ίδιος ό Μαρξ - κι αυτό πρέπει να τονιστεί - ενδιαφερόταν πολύ στα νεανικά του χρόνια για το εβραϊκό πρόβλημα, μόλο πού ό ίδιος πνευματικά δε συνδεόταν καθόλου με τον ιουδαϊσμό. Διατηρούσε πάντως σχέσεις με την ιουδαϊκή κοινότητα του Τριρ. Οί ιουδαίοι προσπαθούσαν, με μια σειρά από προσφυγές, ν’ απαλλαγούν άπ’ τα διάφορα καταπιεστικά μέτρα. Σέ μια περίπτωση γνωρίζουμε, πώς κοντινοί συγγενείς του Μαρξ κι ολόκληρη η κοινότητα στράφηκε σ’ αυτόν με την παράκληση να τους συντάξει ένα τέτοιο κείμενο. Την εποχή εκείνη ό Μαρξ ήταν ήδη 24 χρονών.

Αυτό αποδείχνει, ότι ό Μαρξ δεν περιφρονούσε καθόλου τους συγγενείς του, ότι ενδιαφερόταν για το εβραϊκό πρόβλημα καί ότι συμμετείχε στον αγώνα για τη λεγόμενη χειραφέτηση των εβραίων. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να κάνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στο φτωχό ιουδαϊκό πληθυσμό, πού του συμπαραστεκόταν, καί στους εκπρόσωπους του πλούσιου χρηματιστικού ιουδαϊσμού, αν καί πρέπει να προσθέσουμε ότι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στα μέρη πού ζούσε ό Μαρξ δεν υπήρχαν πλούσιοι εβραίοι. Ό πλούσιος ιουδαϊσμός ήταν συγκεντρωμένος τότε στο Αμβούργο καί στη Φραγκφούρτη.

Η πόλη Τρίρ, όπου γεννήθηκε ό Μαρξ κι όπου μερικοί απ’ τους προγόνους του ήταν ραββίνοι, βρισκόταν, καθώς είπα, στη Ρηνανία, μια άπ’ τις πρωσικές επαρχίες, πού έσφυζε από βιομηχανική καί πολιτική ζωή. Σ’ αυτή την πόλη πού ζούσε ό Μαρξ, ήταν αναπτυγμένη η δερματοβιομηχανία καί η υφαντουργία. Ηταν μια παλιά μεσαιωνική πόλη, πού το 10ο αιώνα είχε παίξει σπουδαίο ρόλο, μια δεύτερη Ρώμη, η έδρα του καθολικού επίσκοπου, ήταν όμως καί μια βιομηχανική πόλη, πού την εποχή της γαλλικής επανάστασης συγκλονίστηκε από ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα. Οπωσδήποτε η μανουφακτούρα αναπτύχθηκε εδώ πολύ λιγότερο σε σύγκριση με τα βόρεια τμήματα της Ρηνανίας, όπου βρίσκονταν τα κέντρα της μεταλλουργίας καί της βαμβακουργίας. Το Τρίρ είναι χτισμένο σ’ ένα παραπόταμο του Ρήνου, τον Μόζελ, στο κέντρο της αμπελουργίας, όπου είχαν διατηρηθεί κατάλοιπα της κοινοτικής ιδιοκτησίας, όπου η αγροτιά αποτελούνταν από μικροϊδιοκτήτες κι όπου δεν υπήρχαν ακόμα πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες. Το Τρίρ είχε διατηρήσει το χαρακτήρα μιας μεσαιωνικής πόλης. Από μερικές πηγές γνωρίζουμε πως ό Μαρξ, σ’ αυτά τα χρόνια, ενδιαφερόταν πολύ για την κατάσταση των αγροτών. Από τότε κιόλας έκανε εκδρομές στα χωριά της περιοχής καί μάζευε λεπτομερείς πληροφορίες για τη ζωή των αγροτών. Μερικά χρόνια αργότερα απέδειξε στα άρθρα του μέχρι ποιο βαθμό γνώριζε όλες τίς λεπτομέρειες καί τίς συνθήκες της αγροτικής ζωής.

Στό γυμνάσιο ο Μαρξ είναι ένας άπ’ τους πιο προικισμένους μαθητές. Αυτό το παρατηρούν κι οί δάσκαλοι. Τυχαίνει να έχουμε στα χέρια μας ένα έγγραφο, έναν έπαινο για τον Μαρξ, από έναν άπ’ τους δασκάλους του, ένα πολύ επαινετικό ενδεικτικό για την τελευταία του εργασία, την έκθεση των απολυτήριων εξετάσεων. Ό δάσκαλος επαινεί τόσο το περιεχόμενο όσο καί τη μορφή, καί θεωρεί απαραίτητο να ξεχωρίσει ένα συλλογισμό, πού προφανώς σάστισε κι αυτόν τον ίδιο. Ό Μαρξ έπρεπε να γράψει μια έκθεση για το πώς διαλέγουν το επάγγελμα τους οί νέοι άνθρωποι, στην όποια αυτός ωστόσο τοποθέτησε το πρόβλημα διαφορετικά.

Απέδειξε πώς δε μπορεί να υπάρξει ελεύθερη εκλογή επαγγέλματος. Πως ό άνθρωπος γεννιέται κάτω από συνθήκες που καθορίζουν ήδη από τα πριν το επάγγελμα του καί δημιουργούν την κοσμοθεωρία του. Σ’ αυτό μπορεί κανείς να δεί το σπέρμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Όμως, μετά άπ’ αυτά πού είπα για τον πατέρα του, δε βλέπετε εδώ παρά την απόδειξη, ότι κάτω άπ’ την επίδραση του πατέρα του, ό Μαρξ ήδη άπ’ τα νεανικά του χρόνια είχε αφομοιώσει μερικές άπ’ τίς ιδέες του γαλλικού υλισμού.

Όταν τέλειωσε ό Μαρξ το γυμνάσιο ήταν 16 χρονών. Στό πανεπιστήμιο μπήκε το 1836, δηλαδή σε μια εποχή πού είχε ήδη τελειώσει μια σειρά από επαναστατικές εξεγέρσεις, καί πού στα πανεπιστήμια καί στην κοινωνική ζωή είχε επέλθει μια κάποια ηρεμία.

Για να καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να πω, σύντροφοι, θα καταφύγω στό δικό μας ρώσικο επαναστατικό κίνημα. Η δικιά μου γενιά θυμάται ακόμα πολύ καλά τη δεκαετία του 1880. Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1870 καί στις αρχές της δεκαετίας του 1880. κράτησε περίπου μέχρι το 1883/84, πού έγινε φανερό ότι η παλιά ομάδα «Λαϊκή Ελευθερία»1 (Ναρόντναγια Βόλγια) είχε ηττηθεί. Το διάστημα 1887-1889, ιδιαίτερα μετά την απόπειρα κατά του Αλεξάνδρου Γ’ στις 1 του Μάρτη 1887, έφεραν στα πανεπιστήμια μια περίοδο απόλυτης αντίδρασης καί ολικού τερματισμού του επαναστατικού κινήματος. Οί συνομήλικοι μου - εκείνοι πού παρόλα αυτά δεν έχασαν την επαναστατική τους ορμή - άρχισαν τότε να μελετούν τα αίτια της αποτυχίας αυτού του πολιτικο-έπαναστατικού κινήματος καί ασχολούνται για ένα χρονικό διάστημα με την επιστήμη.

Ένα παρόμοιο ρεύμα συναντάμε καί στη Γερμανία, την εποχή πού ό Μαρξ μπήκε στο πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστημιακά του χρόνια τα περνάει ό Μαρξ με επίπονες μελέτες. Απ’ την περίοδο αυτή υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο, ένα γράμμα του δεκαεννιάχρονου Μαρξ προς τον πατέρα του.

Ό πατέρας είχε μετρήσει πολύ σωστά το γιο του καί τον καταλάβαινε. Φτάνει να διαβάσει κανείς την απάντηση του, για να δεί πόσο καλλιεργημένος άνθρωπος ήταν. Στήν ιστορία των επαναστατών σπάνια υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, ό πατέρας να καταλαβαίνει απόλυτα το γιο του, καί κείνος να μπορεί ν’ αντιμετωπίζει τον πατέρα του όπως ένα στενό του φίλο. Αυτή την εποχή ό Μαρξ αναζητάει μια κοσμοθεωρία, μια θεωρία πού να του επιτρέπει να θεμελιώσει θεωρητικά το μίσος πού ήδη έτρεφε τότε κατά της κυρίαρχης πολιτικής καί κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Παρακάτω θα εξετάσω το θέμα αυτό πιο διεξοδικά. Τώρα θα σας πω μόνο, ότι σ’ αυτή την αναζήτηση ό Μαρξ έγινε οπαδός της φιλοσοφίας του Χέγκελ, καί μάλιστα κάτω άπ’ τη μορφή πού της έδωσαν οί νεοχεγκελιανοί, όταν έσπασαν ριζικά κάθε δεσμό με όλες τίς προκαταλήψεις, όταν απ’ τη φιλοσοφία του Χέγκελ άντλησαν τα πιο ριζοσπαστικά συμπεράσματα στο πεδίο της πολιτικής, των αστικών σχέσεων καί των θρησκευτικών σχέσεων. Το 1841 ό Μαρξ τελειώνει τίς σπουδές του καί παίρνει τον τίτλο του διδάκτορα.

Ακριβώς αύτη την εποχή καταλήγει κι ό νεαρός Ένγκελς στο χώρο των νεοχεγκελιανών. Παρακάτω θα ξαναγυρίσω στο θέμα αυτό.

Ό Ένγκελς γεννήθηκε στην πόλη Μπάρμεν, στη βόρεια Ρηνανία, στο κέντρο της βαμβακουργίας καί της εριουργίας, κοντά στην Εσση, το μελλοντικό τεράστιο κέντρο της μεταλλουργίας. Ό Ένγκελς είχε γερμανική καταγωγή καί άνηκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια.

Έχω στα χέρια μου ένα βιβλίο με τα γενεαλογικά δέντρα των εμπόρων καί των εργοστασιαρχών της Ρηνανίας. Η οικογένεια του Ένγκελς κατέχει πολύ τιμητική θέση. Βρίσκει κανείς εδώ το οικόσημο της οικογένειας Ένγκελς, βλέπει κανείς, πώς αυτοί οί έμποροι άνηκαν στο παλιό γένος των ευγενών και πώς, όπως κι οί ευγενείς, είχαν το οικόσημο τους. Σά να ‘θελαν να δείξουν τη μελλοντική ειρηνική πορεία της ζωής του Ένγκελς καί τις φιλειρηνικές του τάσεις, οί προγονοί του τοποθέτησαν στο κέντρο του εμβλήματος τους έναν άγγελο μ’ ένα κλωνάρι ελιάς. Κάτω από ένα τέτοιο έμβλημα γεννήθηκε ό Ένγκελς. Η οικογένεια των Ένγκελς φτάνει ως το 16ο αιώνα. Αντίθετα, στον Μαρξ δύσκολα μπορούμε να διαπιστωθούμε ποιος ήταν ό παππούς του. Γνωστό είναι μόνο ότι η οικογένεια του Μαρξ ήταν μια οικογένεια ραββίνων. Το ενδιαφέρον όμως γι’ αυτήν ήταν τόσο μικρό, πού δεν έφτασε πιο μακριά απ’ τον παππού. Για την καταγωγή του Ένγκελς υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με μερικές ενδείξεις, ό Ένγκελς είναι μακρινός απόγονος του γάλλου Ντ’ Άνζ, ενός προτεστάντη καί ουγενότου, πού για να ξεφύγει άπ’ τους διώκτες του αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γερμανία. Οί τωρινοί συγγενείς του Ένγκελς. πού επιθυμούν ν’ αποδείξουν την καθαρά γερμανική καταγωγή του το αμφισβητούν. Οπωσδήποτε, ήδη άπ’ την αρχή του 17ου αιώνα φαίνεται ότι η οικογένεια Ένγκελς είναι μια παλιά οικογένεια βιομηχάνων μάλλινων υφασμάτων, πού γίνονται αργότερα βιομήχανοι βαμβακερών υφασμάτων. Είναι εξαιρετικά εύπορη καί κάνει μεγάλες προσπάθειες να επεκταθεί σε διεθνή κλίμακα. Ό πατέρας του Ένγκελς ιδρύει μαζί με το φίλο του Ερμεν ένα υφαντουργείο στην πατρίδα του, κι άλλο ένα στο Μάντσεστερ, καί γίνεται έτσι αγγλογερμανικός βιομήχανος.

Ό πατέρας του Ένγκελς ήταν διαμαρτυρόμενος, θυμίζει καταπληκτικά τους παλιούς καλβινιστές. πού συνδύαζαν βαθιά πίστη με την όχι λιγότερο βαθιά πεποίθηση, ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να πλουτίζει με την παραγωγή καί το εμπόριο, καί να συσσωρεύει κεφάλαιο. Ηταν ένας φανατικός θρησκόληπτος άνθρωπος, πού το κάθε λεπτό πού του περίσσευε άπ’ το κυνήγι του χρήματος, δεν ήθελε να το ξοδέψει πουθενά αλλού, παρά μόνο σε θρησκευτικές ασχολίες. Ετσι ανάμεσα στον Ένγκελς καί στον πατέρα του διαμορφώθηκαν σχέσεις διαμετρικά αντίθετες άπ’ τίς σχέσεις του Μαρξ προς τον δικό του. Πολύ γρήγορα διάφορα κοσμοθεωρητικά ζητήματα έφεραν τον Ένγκελς σέ σύγκρουση με τον πατέρα του. Ό πατέρας, θέλοντας να κάνει το γιο του έμπορο, τον ανατρέφει με εμπορικό πνεύμα. Όταν ό γιος έγινε 17 χρονών, τον στέλνει στη Βρέμη, μια απ’ τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της Γερμανίας. Εκεί ό Ένγκελς αναγκάζεται να δουλέψει τρία χρόνια σ’ ένα εμπορικό γραφείο. Απ’ τα γράμματα του Ένγκελς στους συμμαθητές του, μπορεί κανείς να διακρίνει την προσπάθεια πού καταβάλλει. μιας καί βρέθηκε μέσα ο’ αυτό το περιβάλλον, να αποφύγει την επίδραση του.

Πολύ σύντομα επηρεάζεται από τον Μπέρνε καί τον Χάινε. Στά 14 του χρόνια γίνεται συγγραφέας, κι αμέσως με τίς πρώτες εργασίες του καταλαμβάνει μια θέση ανάμεσα στους φιλελεύθερους δημοκράτες της Γερμανίας. Τα πρώτα άρθρα του (υπογραμμένα με το ψευδώνυμο Όσβαλντ), με τα οποία τράβηξε αμέσως την προσοχή, μαστιγώνουν αλύπητα ολόκληρο το περιβάλλον μέσα στο οποίο πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Τα άρθρα αυτά προξένησαν βαθιά εντύπωση. Ένιωθε κανείς πώς εδώ γράφει ένας άνθρωπος, πού μεγάλωσε σ’ αυτό τον τόπο καί γνωρίζει καλά όλους τους ήρωες του. Ηδη στη Βρέμη απελευθερώνεται εντελώς άπ’ όλες τίς θρησκευτικές προκαταλήψεις καί μεταβάλλεται σε γάλλο γιακωβίνο.

Γύρω στο 1841, που ήταν 20 χρονών, σαν γιος πλούσιου βιομηχάνου κατατάσσεται εθελοντικά στο πυροβολικό της φρουράς του Βερολίνου. Εκεί πέφτει στον ίδιο κύκλο των νεοχεγκελιανών, στον οποίο ανήκε κι ό Μαρξ. Μαζί τους ό Ένγκελς συμμετέχει στον αγώνα ενάντια σ’ όλες τίς προκαταλήψεις, καί προσχωρεί κι αυτός - ακριβώς όπως ό Μαρξ - στην πιο ριζοσπαστική πτέρυγα της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Την ίδια εποχή -πού όπως λέγεται ό Μαρξ μένει κλεισμένος στο σπίτι του καί προετοιμάζεται για την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία - ό Ένγκελς. πού έχει αρχίσει να γράφει άπ’ το 1839 αποκτά ήδη ξεχωριστή θέση στους φιλολογικούς κύκλους, καί συμμετέχει πολύ ενεργά στην πάλη των ιδεών πού διεξάγεται ανάμεσα στους οπαδούς των παλιών καί των νέων φιλοσοφικών συστημάτων. Τελικά το 1842 ό Μαρξ κι ό Ένγκελς συνεργάζονται σε μια κοινή εργασία.

Ό Μαρξ τέλειωσε τίς πανεπιστημιακές του σπουδές καί πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα τον Απρίλη του 1841. Αρχικά σκόπευε να αναπτύξει φιλοσοφική καί επιστημονική δραστηριότητα, παραιτήθηκε όμως άπ’ αυτή τη σκέψη, όταν στο φίλο καί δάσκαλο του Μπρούνο Μπάουερ, που ήταν ένας άπ’ τους αρχηγούς των νεοχεγκελιανών καί ασκούσε αυστηρή κριτική στην επίσημη θεολογία, αφαιρέθηκε το δικαίωμα να διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Βόνης. Τότε ακριβώς, στην κατάλληλη στιγμή, προσκλήθηκε να συνεργαστεί με μια καινούργια εφημερίδα. Οί εκπρόσωποι της πιο ριζοσπαστικής πτέρυγας της εμπορικής καί βιομηχανικής αστικής τάξης στη Ρηνανία, ό Καμπχάουζεν καί άλλοι, είχαν αποφασίσει να ιδρύσουν το δικό τους πολιτικό όργανο. Η πιο σημαντική εφημερίδα στη Ρηνανία ήταν η Εφημερίδα της Κολωνίας, καί η Κολωνία ήταν τότε το πιο εξελιγμένο βιομηχανικό κέντρο της επαρχίας. Η ριζοσπαστική αστική τάξη της Ρηνανίας ήθελε σ’ αύτη τη δουλική κυβερνητική εφημερίδα ν’ αντιτάξει το δικό της όργανο, για να υπερασπίσει απέναντι στη φεουδαρχία τα δικά της οικονομικά συμφέροντα. Σημαντικό ρόλο έπαιζε, εκτός άπ’ τον Καμπχάουζεν, ό γνωστός επιχειρηματίας-κατασκευαστής σιδηροδρομικών γραμμών Μέβισεν. Είχαν μαζέψει χρήματα, έλειπαν όμως οί συντάκτες. Είχε γίνει το ίδιο πού γνωρίζουμε άπ’ τη ρώσικη ιστορία. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν από εύπορους βιομηχάνους, και δόθηκαν σε μια ορισμένη ομάδα συγγραφέων. Έτσι έγινε κι εδώ: Επικεφαλής της εφημερίδας βρισκόταν μια ομάδα από νεαρούς φιλόσοφους, νεαρούς λογοτέχνες της εποχής αυτής. Ανάμεσα τους τον κυριότερο ρόλο έπαιζε ό Μόζες Χές. Ό Μόζες Χές ήταν πιο μεγάλος άπ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Πολύ νωρίς είχε προσχωρήσει στο απελευθερωτικό κίνημα, κι απέδειξε ήδη κατά τη δεκαετία του 1830 την ανάγκη να υπάρξει μια συμμαχία ανάμεσα στα προηγμένα έθνη, για να κατακτηθεί η πολιτική και πολιτιστική ελευθερία. Αυτός ό Μόζες Χές, κάτω άπ’ την επίδραση του γαλλικού κομμουνιστικού κινήματος, έγινε κομμουνιστής ήδη το 1842. πιο νωρίς άπ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Μαζί με άλλους συντρόφους γίνεται ένας άπ’ τους σημαντικότερους συντάκτες της Εφημερίδας του Ρήνου.

Ό Μαρξ ζούσε τότε στη Βόνη. Για πολύ καιρό ήταν μόνο συνεργάτης κι έστελνε άρθρα στην εφημερίδα σαν ένας άπ’ τους σημαντικότερους δημοσιολόγους της εποχής. Σιγά σιγά όμως, πήρε μέσα στην εφημερίδα μια διευθυντική θέση. Μέχρι τότε διευθυντής της εφημερίδας ήταν ό Χές, μαζί με δυο νεαρούς συντρόφους. Έτσι η εφημερίδα αυτή, αν και εκδιδόταν με έξοδα της βιομηχανικής αστικής τάξης της επαρχίας, ήταν ταυτόχρονα και όργανο μιας ομάδας των πιο νέων καί πιο ριζοσπαστικών συγγραφέων του Βερολίνου, στην όποια άνηκαν κι ό Μαρξ κι ό Ένγκελς. Το φθινόπωρο του 1842, ό Μαρξ εγκαθίσταται στην Κολωνία κι αμέσως δίνει στην εφημερίδα μια νέα κατεύθυνση. Αντίθετα άπ’ τους φίλους του Βερολίνου καί τον Ένγκελς, επιμένει ότι ό πιο θεμελιώδης καί ριζοσπαστικός αγώνας πρέπει να δοθεί με τίς υπάρχουσες κοινωνικές καί πολιτικές συνθήκες, όχι όμως μόνο φραστικά-ριζοσπαστικά. Εδώ φαίνονται κιόλας οι διαφορετικοί όροι, κάτω άπ’ τους οποίους αναπτύχθηκαν αυτός και ό Ένγκελς, καί το γεγονός ότι ό Μαρξ δεν είχε υποστεί τον ίδιο θρησκευτικό καί διανοητικό ζυγό πού είχε υποχρεωθεί να υποστεί ό νεαρός Ένγκελς. Γιαυτό στον αγώνα κατά της θρησκείας είναι πιο ψύχραιμος καί δεν το θεωρεί αναγκαίο να ρίξει όλες του τις δυνάμεις στην κριτική της θρησκείας. Από μια απλή επιφανειακή πολεμική, προτιμάει μια πολύ θεμελιακή κριτική, θεωρώντας αυτή τη μορφή της σύγκρουσης αναγκαία για να διατηρήσει την εφημερίδα.

Οι βιογράφοι του Μαρξ αναφέρουν, ότι η συνάντηση του Μαρξ καί του Ένγκελς στη σύνταξη της Εφημερίδας του Ρήνου ήταν πολύ ψυχρή. Ό Ένγκελς. πού ήταν ένας άπ’ τους ανταποκριτές της εφημερίδας στο Βερολίνο, προτού φύγει για την Αγγλία, πέρασε από την Κολωνία. Είναι πιθανά, να είχε κάνει από τότε μια αποφασιστική συζήτηση με τον Μαρξ, στην οποία αυτός υπερασπίστηκε την τακτική του, καί παράλληλα έθεσε αποφασιστικά το εργατικό πρόβλημα. Επέκρινε καυστικά τους νόμους κατά της αυτοδίκαιης υλοτομίας («νόμοι για την κλοπή της ξυλείας»). Απέδειξε, ότι οί νόμοι αυτοί διαπνέονταν απ’ το πνεύμα των ιδιοκτητών, των γαιοκτημόνων, πού πάσχιζαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις να εκμεταλλευτούν τους μικροαγρότες κατασκευάζοντας σκόπιμα διατάγματα, πού μετέτρεπαν τους αγρότες θέλοντας καί μη σε ληστές. Τώρα δημοσιεύει, πάλι στην Εφημερίδα του Ρήνου, μια σειρά από άρθρα για την κατάσταση των παλιών γνώριμων του, των αγροτών του Μόζελ. Τα άρθρα αυτά προκαλούν μια άγρια διαμάχη με τον ανώτατο πρόεδρο της Ρηνανίας.

Στήν εφημερίδα επιβάλλεται διπλή λογοκρισία. Αφού, σύμφωνα με την κυβερνητική άποψη, ό Μαρξ ήταν η ψυχή της εφημερίδας, επιζητείται η απομάκρυνση του. Ο καινούργιος λογοκριτής τρέφει βέβαια μεγάλη εκτίμηση γι’ αυτόν το λαμπρό κι έξυπνο δημοσιογράφο, πού παρακάμπτει επιδέξια πολλά εμπόδια της λογοκρισίας, συνεχίζει όμως να τον καταγγέλλει, τώρα όχι πια στη σύνταξη, αλλά καί πέρα άπ’ αυτήν, στην ομάδα των μετόχων πού βρίσκονται πίσω άπ’ την εφημερίδα. Αυτοί αρχίζουν ν’ ανησυχούν καί ζητούν άπ’ τον Μαρξ να ‘ναι λίγο πιο προσεχτικός για ν’ αποφύγει ενδεχόμενες δυσχέρειες. Ό Μαρξ αρνιέται να συμμορφωθεί. Υποστηρίζει πώς, κάθε προσπάθεια να γίνει πιο μετριοπαθής, θα είναι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη, καί πώς η κυβέρνηση δε θα ησύχαζε με κάτι τέτοιο. Τελικά παραιτείται απ’ τη σύνταξη καί εγκαταλείπει την εφημερίδα. Αυτό όμως δεν κατάφερε να σώσει την εφημερίδα. Πολύ σύντομα η έκδοση της σταματάει οριστικά.

Οταν ό Μαρξ εγκατέλειψε την εφημερίδα ήταν εντελώς άλλος άνθρωπος άπ’ ότι όταν μπήκε. Δε μπήκε σαν κομμουνιστής, αλλά μόνο σαν ριζοσπάστης δημοκράτης, ένας δημοκράτης όμως πού ενδιαφερόταν για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των χωρικών, καί πού αργότερα άρχισε να ενδιαφέρεται για όλα τα βασικά οικονομικά προβλήματα πού σχετίζονταν με την κατάσταση τους. Αυτό ανάγκασε τον Μαρξ. πού μέχρι την εποχή εκείνη είχε ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με τη φιλοσοφία καί τη νομολογία, ν’ ασχοληθεί ολοένα καί περισσότερο με τα οικονομικά καί άλλα ειδικά προβλήματα.

Οταν ο Μαρξ έφυγε απ’ την Εφημερίδα του Ρήνου δεν ήταν κομμουνιστής, αντιμετώπιζε όμως τον κομμουνισμό σαν ένα ξέχωρο κίνημα, σαν μια ξέχωρη κοσμοθεώρηση. Μαζί με τον Α. Ρούγκε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στη Γερμανία δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να ασκηθεί πολιτική καί κοινωνική προπαγάνδα. Γιαυτό αποφασίζουν να πάνε στο Παρίσι κι εκεί να εκδώσουν το περιοδικό Γερμανογαλλικά Χρονικά. Μ’ αυτό τον τίτλο ήθελαν να υπογραμμίσουν, αντίθετα άπ’ τους γάλλους καί τους γερμανούς εθνικιστές, ότι μια άπ’ τίς προϋποθέσεις για να πετύχει ό αγώνας ενάντια στην αντίδραση, είναι η στενή πολιτική συμμαχία ανάμεσα στη Γερμανία καί τη Γαλλία. Στά Γερμανογαλλικά Χρονικά ό Μαρξ διατυπώνει για πρώτη φορά τα βασικά σημεία της μελλοντικής κοσμοθεώρησής του: από ριζοσπάστης δημοκράτης μετατρέπεται σε κομμουνιστή.

Την επόμενη φορά θα σας μιλήσω για την πνευματική προετοιμασία αυτής της νέας μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, καί θα σας δείξω τα καινούργια καί πρωτότυπα πράγματα πού έδωσε άπ’ το 1844 ό Μαρξ στην ιστορία αυτής της σκέψης.