ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥνεργασία για την Ανατροπή

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως Αντικαπιταλιστικό κόμμα [του Δημήτρη Αργυρού]

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως Αντικαπιταλιστικό κόμμα.   Να επιβεβαιωθεί ως ζωντανή οντότητα και όχι ως "όνομα" με μια πολιτική υπεραξία   Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ γεννήθηκε μέσα από την φωτιά του Δεκέμβρη του 2008 για να εκφράσει τις τάσεις χειραφέτησης την εποχή της εξέγερσης ενάντια στα μνημόνια.Η επιτυχία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν υπήρξε και στο βαθμό που υπήρξε, ήταν γιατί εξέφρασε την ιστορική αναγκαιότητα της υπέρβασης των οργανωτικών και πολιτικών διαχωρισμών της άλλης, αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς. Με στόχο την παραγωγή ενός νέου πολιτικού και ιδεολογικού υποκειμένου εντελώς διαφορετικού από τον ΣΥΡΙΖΑ , το ΚΚΕ αλλά και των επιμέρους συλλογικοτήτων της άκρας αριστεράς.   Οι συνθήκες του αντιμνημονιακού αγώνα ήταν αυτές που θα μπορούσε με επιτυχία να πραγματωθεί η εν λόγω ιστορική αναγκαιότητα. Η ίδια η κίνηση του οργανωμένου λαού μέσα στο αντιμνημονιακό αγώνα θα έσπρωχνε προς την επίτευξη της ιστορικής αναγκαιότητας.   Τα γεγονότα δείχνουν ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέτυχε και την ευθύνη την φέρνουν όλες οι οργανωμένες δυνάμεις της και ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες οργανώσεις της , το ΝΑΡ και το ΣΕΚ. Δυστυχώς οι οργανωμένες δυνάμεις ούτε επιθύμησαν, ούτε επιχείρησαν να υπερβούν τους εαυτούς τους , να υπερβούν τα οργανωτικά τους σχήματα, να αυτοδιαλυθούν μέσα σε ένα σύγχρονο και αναγκαίο αντικαπιταλιστικό κόμμα. Το οποίο θα ήταν ένα πραγματικά καθολικά πρωτοποριακό πολιτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό υποκείμενο της νέας εποχής.   Η ήττα του αντιμνημονιακού αγώνα, η προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, για διαφορετικούς λόγους, και η αδυναμία των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να υπερβούν εαυτούς, οδήγησαν στην άμπωτη τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες , οδήγησαν σε κρίση την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και στην ενδυνάμωση των διαλυτικών φαινομένων στο εσωτερικό της.Σήμερα βρισκόμαστε λίγο πριν την διάλυση, με τις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις να αγωνίζονται να κρατήσουν την πολιτική υπεραξία του ονόματος του πιο επιτυχημένου ενωτικού εγχειρήματος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.   Το ΝΑΡ για να την εντάξει στο εγχείρημα του αντικαπιταλιστικού πόλου στο πλαίσιο ενός σχεδίου επαναθεμελίωσης του σοβιετικού κομμουνισμού τύπου ΕΣΣΔ. Ενώ το ΣΕΚ το εντάσσει στο πλαίσιο ενός μετώπου της αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς το οποίο δεν κόβει τις επαφές του με δυνάμεις της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας, όπως είναι η ΛΑΕ και το ΜΕΡΑ25. Επιστροφή σε ένα οριστικά ηττημένο πολιτικό σχεδιασμό από την μια , δορυφοροποίηση της σε σοσιαλδημοκρατικά σχέδια από την άλλη.   Ωραία η κριτική θα μου πείτε, μα τι πρέπει να γίνει σε αυτές τις συνθήκες; Καταρχάς να επιβεβαιωθεί από το σύνολο των δυνάμεων πως βλέπουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως μια ζωντανή οντότητα και όχι ως ένα «όνομα» που κατέχει μια πολιτική υπεραξία. Αυτό συνεπάγεται να ζωντανεύσουν οι εσωτερικές δημοκρατικές διαδικασίες για να υπάρξει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως μια μαχόμενη υλική δύναμη.   Στην συνέχεια να συζητηθεί στο εσωτερικό αυτής της μαχόμενης υλικής δύναμης η αναγκαιότητα αλλά και η δυνατότητα της αναγέννησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως ένα ενιαίο αντικαπιταλιστικό κόμμα σε ανεξαρτησία από τον αστισμό, τον ρεφορμισμό, τον Ευρωπαϊσμό, την σοσιαλδημοκρατία, τον αστικό δικαιωματισμό, και τον ορθόδοξο σοβιετικό “κομμουνιστικό” ρεφορμισμό.   Με στόχο ένα νέο σοσιαλισμό/ κομμουνισμό της ελεύθερης δημιουργικότητας, των «ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών», της ελάχιστης εργασίας και του δημιουργικού ελεύθερου χρόνου, σε ισορροπία με την φύση, με την βοήθεια μιας τεχνολογίας που θα ελέγχεται από τους άμεσους παραγωγούς. Της πραγματικής άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού βίου, της ελευθερίας δηλαδή αλλά και των ελευθεριών.   Μπροστά μας έχουμε μια σειρά από εκλογικές μάχες. Είναι αναγκαιότητα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να δώσει την μάχη σε ανεξαρτησία από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25 , ίσως και με την ΛΑΕ στο βαθμό που η τελευταία βλέπει μέτωπο με ΜΕΡΑ25. Από εκεί και πέρα υπάρχει η δυνατότητα να οικοδομηθεί ένα πιο πλατύ αλλά μαχόμενο συγκρουσιακό μέτωπο με τις δυνάμεις του ανυποχώρητου αγώνα. Ένα ευρύ μέτωπο που δεν θα μένει στις εκλογικές αυταπάτες αλλά θα βλέπει την επόμενη μέρα των κοινωνικών και ταξικών αγώνων.   Δημήτρης Αργυρός Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 16/01/2023 - 21:15

Το εργατικό κίνημα στην κατασκευή στην νέα εποχή και η αντικαπιταλιστική αριστερά [του Χρήστου Καλαμπόκα]

Η ιστορική σημασία της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος στην κατασκευή στην νέα εποχή και η αντικαπιταλιστική αριστερά

Γράφει ο Χρήστος Καλαμπόκας

Γιατί το ταξικό κίνημα των κατασκευών μπορεί να γίνει μοχλός ανατροπής της κατάστασης στασιμότητας και ήττας του εργατικού κινήματος σήμερα;

α. Στην ταξική πάλη – ο πλέον δραστήριος ιστορικά

Ο κλάδος των κατασκευών παγκόσμια δεν αποτελεί μόνο τον οικονομικό κλάδο που η συνήθης συνεισφορά στο ΑΕΠ των χωρών κινείται από το 5-10% του ΑΕΠ , αλλά αποτελεί και εκείνο τον παραγωγικό κλάδο με την σχετικά μεγαλύτερη απεργιακή δραστηριότητα , την μεγαλύτερη πυκνότητα και συχνότητα μαχητικών αγώνων που αποκτούν κάτω από συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις ιστορική σημασία για τα εργατικά κινήματα των χωρών. Συνεπώς η ανάγκη συγκρότησης μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής κατεύθυνσης στο εργατικό κίνημα των κατασκευών είναι ζήτημα πρώτης γραμμής για το επαναστατικό κίνημα.

β. Στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης 2008 – ο πλέον χτυπημένος- σε αντίθεση με την περίοδο Covid που παρατηρούμε απλώς τάσεις σχετικού περιορισμού-οι τάσεις και τα διλήμματα σήμερα με το βλέμμα στο 2030

Η συγκρότηση μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης στο εργατικό κίνημα των κατασκευών στην χώρα μας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της τα κοινωνικά -πολιτικά και ιδεολογικά αποτελέσματα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου το 2008.Συνοπτικά το κατασκευαστικό κεφάλαιο μετά την κορύφωση της δραστηριότητάς του το 2005 εισέρχεται σε μια καθοδική τροχιά που μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 επιταχύνεται με απίστευτους ρυθμούς. Η συμμετοχή του κατασκευαστικού κεφαλαίου (με την περιορισμένη έννοια) στο ΑΕΠ από το 8% τερματίζει από 1,5% το 2017.Η ιδιωτική κατασκευαστική δραστηριότητα στην κατοικία σχεδόν εξαερώνεται και μεγάλη κάμψη εμφανίζει και η κατασκευαστική δραστηριότητα που στηρίζεται στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ή στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Η απασχόληση μειώνεται από τους 400.000 εργαζόμενους το 2006 σε μόλις 170.000 εργαζόμενους το 2017. Πρόκειται για μαζική καταστροφή και απαξίωση παραγωγικών δυνάμεων και του κατασκευαστικού κεφαλαίου που αντίστοιχη δεν υπάρχει στην σύγχρονη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.

Η νέα κανονικότητα και οι αντιφάσεις της

Η περίοδος από το 2017 έως το 2022 είναι μια περίοδος αργόσυρτης επανάκαμψης του κατασκευαστικού κεφαλαίου , σε επίπεδα σαφώς χαμηλότερα της χρυσής περιόδου 2000-2006 με κύριο χαρακτηριστικό την ανάκαμψη των μεγάλων έργων αλλά σε διαφοροποιημένα νέα επενδυτικά πεδία που δεδομένης όμως της συνεχιζόμενης κρίσης της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας αδυνατούν να οδηγήσουν το σύνολο του κλάδου σε μια νέα περίοδο κατασκευαστικής ευφορίας.

Η οξύτητα της πάλης των τάξεων την περίοδο της άμεσης διακυβέρνησης από τα μνημόνια έχει αφήσει ανοιχτά ζητήματα προς επίλυση στο αστικό κράτος με κύριο την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, ανάμεσα στον καταπιεσμένη πλειοψηφία και την ολιγαρχία όχι μόνο στο πεδίο της παραγωγής αλλά και στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής, στο πεδίο των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και στο πεδίο των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Για παράδειγμα ενώ η αστική στρατηγική έχει σημαντικές επιτυχίες στην αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας κρατικής ή κοινής γης μέσω του υπερταμείου και των καταιγιστικών ιδιωτικοποιήσεων, έχει χαμηλή αποτελεσματικότητα στην αλλαγή των ιδιοκτησιακών σχέσεων της κατοικίας.

Ταυτόχρονα τα κύματα της μετανάστευσης του ειδικευμένου και επιστημονικού δυναμικού της χώρας που έλαβε πρωτοφανή χαρακτηριστικά την περίοδο της κρίσης και σχεδόν σε δεύτερη στιγμή το κύμα της μετανάστευσης μεγάλου τμήματος ειδικευμένου πλέον τεχνικού δυναμικού των πρώτων κυμάτων της μετανάστευσης στην Ελλάδα όπως πολίτες Αλβανικής καταγωγής προς την Ευρώπη στερούν από το κατασκευαστικό κεφάλαιο τόσο την ενεργό ζήτηση για εμπορευματοποιημένη λαϊκή κατοικία που θα μπορούσε να εκτινάξει την κατασκευαστική δραστηριότητα ,όσο και το εργατικό δυναμικό που θα μπορούσε να σηκώσει το παραγωγικό βάρος μιας τέτοιας προσπάθειας.

Εάν αυτό συνδυαστεί με την οικονομική δυσπραγία των λαϊκών (εργατικών και μεσαίων) εισοδημάτων παρόλες τις θριαμβολογίες για αύξηση των αποταμιεύσεων (αύξηση των ανισοτήτων στην τραπεζική αποταμίευση) είναι σαφές ότι μία έστω σημαντική ανάταξη της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά να στηριχτεί είτε στους κερδισμένους της κρίσης , που αποτελούν συγκεκριμένα και ορατά κοινωνικά στρώματα των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων καθώς και στην καταστροφική επενδυτική δραστηριότητα του κεφαλαίου στο πάγιο τουριστικό κεφάλαιο μεγάλης κλίμακας , στην καταστροφική πολυσχιδή επενδυτικό οργασμό της ανακατασκευών της αστικής κατοικίας στα κέντρα των τουριστικών πόλεων ή περιφερειακών περιοχών με στόχο τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και στην καταστροφική επιλογή εκτέλεσης φαραωνικών έργων για τα ελληνικά μέτρα που αλλάζουν ριζικά τον δημόσιο χαρακτήρα της πόλης όπως το Ελληνικό, το Καζίνο του Αμαρουσίου ή η Ριβιέρα του Σαρωνικού.

Ταυτόχρονα η αστική στρατηγική στο πλαίσιο και της πολιτικής της ΕΕ δεν προβλέπει κανένα σημείο κοινωνικής ενσωμάτωσης στον κορμό των πόλεων για τα νέα κύματα των μεταναστών που εξορίζονται και φυλακίζονται σε πραγματικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή προορίζονται σε πάμφθηνο εργατικό δυναμικό γης στην νέα αστική τάξη της αγροτιάς.

Η ανωτερότητα της αστικής στρατηγικής και ο παροξυσμός του ανταγωνισμού των κεφαλαίων

Επομένως η αστική στρατηγική για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης ειδικά στις κατασκευές είναι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού πολύ πιο προγραμματικά συνεκτική, πιο συγχρονισμένη με τις διεθνείς τάσεις του κεφαλαίου, πιο ευθυγραμμισμένη με ιστορικές επιδιώξεις του ευρωατλαντικού κεφαλαίου, πιο ταξική γιατί αδυνατεί να αποδώσει συγκεκριμένα αντισταθμιστικά οφέλη σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, πιο οργανωμένη γιατί στηρίζεται σε μια πλατύτερη και κατόχρονα πιο συγκεντρωτική και πειθαρχημένη δομή up-down δομή των αστικών στρωμάτων, πιο επιστημονική γιατί θεμελιώνει τις επιλογές της σε νέους στρατηγικούς στόχους όπως η πράσινη ανάπτυξη, η ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια, ο στρατηγικός ρόλος της χώρας στις διεθνείς συγκρούσεις, η ψηφιοποίηση του κρατικού μηχανισμού και της παραγωγής και τέλος πιο αδίστακτη απέναντι στα εργατικά δικαιώματα, τις δημοκρατικές ελευθερίες και τους λαϊκούς αγώνες.

Με δεδομένα, τα πεδία, το πρόγραμμα και τις κατευθύνσεις που λαμβάνει η αστική στρατηγική στην κατασκευαστική δραστηριότητα, ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων αποκτά χαρακτήρα πολέμου, πολέμου που τρέχει μπροστά στις οθόνες μας σε καθημερινή βάση με αλλεπάλληλες μεταβολές των συμμαχιών, τις μεταβολές της σύνθεσης ή όγκου των επιχειρηματικών κατασκευαστικών ομίλων, με το σπάσιμο δημόσιων διαγωνισμών έως ότου κλείσει η μοιρασιά της πίτας, με την έξωση παραδοσιακών παραγόντων από κορυφαίων ομίλους από την επιθετική είσοδο σημαντικών FUNDS σε υφιστάμενες εταιρικές δομές, τις συχνές ανατροπές στις διοικήσεις των ομίλων ως προεόρτιο ή αποτέλεσμα της αλλαγής των μετοχικών συνθέσεων, με την διακριτική επιτήρηση του τραπεζικού κεφαλαίου σημαντικών ομίλων.

Ο επενδυτικός οίστρος

Το πρώτο κεντρικό ζήτημα είναι ασφαλώς το ζήτημα της χρηματοδότησης της οργάνωσης και της εκτέλεσης των προβλεπόμενων έργων, χρηματοδότηση που για ακόμα μια φορά στον κύριο όγκο της δεν πρόκειται να προέλθει από ίδιες επενδύσεις εγχώριες ή διεθνείς αλλά από την πρωτοφανή τροφοδοσία των χρηματοδοτικών πακέτων από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το ευρωπαϊκό ταμείο συνοχής, τα πράσινα κονδύλια της ενεργειακής μετάβασης, τα επενδυτικά προγράμματα των πρώην ΔΕΚΟ που χρεώνουν τον τελικό καταναλωτή, τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που χρεώνουν επίσης των καταναλωτή σε βάθος 30ετίας, τις κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων των λαϊκών στρωμάτων, την εξαγορά της δημόσιας γης και της κρατικής περιουσίας αλλά και των κοινωφελών ιδρυμάτων σε εξευτελιστικές τιμές συγκριτικά με τις υπερδιογκωμένες μελλοντικές τιμές, τον τραπεζικό δανεισμό κάνοντας χρήση των αποταμιεύσεων. Η χρηματοδότηση και οι πηγές της είναι το βασικό πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στα κεφάλαια που συγκρούονται στον ευρύτερο κλάδο της κατασκευής και της μελέτης.

Η ανασύνθεση του συλλογικού εργάτη στις κατασκευές-μελέτες

Το δεύτερο κεντρικό ζήτημα είναι η διατήρηση και το βάθεμα του σημερινού καθεστώτος εκμετάλλευσης του συλλογικού εργάτη στις κατασκευές -μελέτες. Το κατασκευαστικό κεφάλαιο έχει πλήρη εικόνα ότι είναι αδύνατον να εκτελέσει την γκάμα των έργων που ανοίγονται μπροστά εφόσον ξεπεράσει τους σκόπελους της χρηματοδότησης με τις παραγωγικές δυνάμεις που σήμερα διαθέτει που είναι ποσοτικά αλλά και ποιοτικά ανεπαρκείς δεδομένου ότι σχηματικά αντιστοιχούν στο 1/3 των δυνάμεων που διέθετε το 2006. Επομένως θεωρούν ότι στην φάση του ξεδιπλώματος των έργων και με δεδομένες τις πληθωριστικές πιέσεις στην τρέχουσα πενταετία που τσακίζει τα λαϊκά εισοδήματα θα τεθούν υπό καθεστώς σημαντικής εργατικής και λαϊκής πίεσης που μπορεί να οδηγήσει σε εργατικό ξέσπασμα. Η στρατηγική της επίλυσης της ανεπάρκειας του ειδικευμένου, του ανειδίκευτου ΄αλλά και του επιστημονικού δυναμικού θα επιχειρηθεί με πολλαπλές και διαφοροποιημένες στρατηγικές που ήδη πέφτουν στην πιάτσα όπως:

Πρώτον: η μαζική εισαγωγή ανειδίκευτου και χαμηλά ειδικευμένου προσωπικού από τρίτες χώρες με διακρατικές συμφωνίες ορισμένης χρονικής διάρκειας και προκαθορισμένων αμοιβών εργασίας και συνθηκών διαμονής – διαβίωσης

Δεύτερον: με παροχή κινήτρων για επιστροφή τμημάτων υψηλής και μέσης επιστημονικής ειδίκευσης Ελλήνων μεταναστών της Ευρώπης

Τρίτον: με την προσεκτική αξιοποίηση τμημάτων των τελευταίων μεταναστευτικών κυμάτων

Τέταρτον: με την γενίκευση της πρακτικής άσκησης σε όλες τις κλίμακες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ΑΕΙ και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Πέμπτον: με την εισαγωγή τεχνικού δυναμικού μέσης τεχνικής εκπαίδευσης της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης.

Έκτον: με την ένταση των τεχνικών μέσων παρακολούθησης των έργων δηλ. με το ξεδίπλωμα της στρατηγικής αναδιοργάνωσης των κατασκευών μελετών σύμφωνα με τις κατευθύνσεις digitalization of the construction industry και των digital twins που στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας έως και 30% έως το 2030.

Οι μισθολογικές στρατηγικές χειρισμού των αντιστάσεων

Σε αυτή την κατεύθυνση το κατασκευαστικό κεφάλαιο θα αναπτύξει μια πολλαπλά και βαθιά διαφοροποιημένη στρατηγική απόδοσης μισθολογικών και μη μισθολογικών απολαβών που δεν πρέπει να επηρεάσουν αρνητικά τα προσδοκώμενα κέρδη στην τρέχουσα δεκαετία αλλά ούτε και να υπονομεύσουν πολιτικά και ιδεολογικά την νέα θέση που καταλαμβάνει στο παραγωγικό σύστημα της χώρας από την στιγμή που πλέον μετατρέπεται σε βιομηχανική δύναμη αλλά εισπράκτορα των εισοδημάτων των καταναλωτών. Κριτήριο της μισθολογικής στρατηγικής θα είναι η διατήρηση σε χαμηλά επίπεδα του βασικού μισθού ώστε να περιφρουρήσει τους όρους της εισαγωγής στην κατασκευαστική παραγωγή της τεράστιας μάζας των ξένων εργατών, των εισαγόμενων ξένων εργατών και των νέων πρακτικάριων.

Ταυτόχρονα θα επιδοτήσει με αυξημένες αποδοχές τα τμήματα της επιστημονικής μετανάστευσης με την μορφή κινήτρων καθώς και θα ανεβάσει μισθολογικά τα ανώτερα μεσαία στρώματα του κατασκευαστικού κεφαλαίου και τα αστικά διευθυντικά στρώματα ώστε να τρέξει το νέο μοντέλο ελέγχου της ροής και της κατασκευής των έργων δηλ. θα αναβαθμίσει και θα διευρύνει το διευθυντικό δικαίωμα σε βασικό ρυθμιστή της κατασκευαστικής παραγωγής εξοπλίζοντάς το με νέες τεχνικές ελέγχου και επιτάχυνσης της παραγωγικής εργασίας. Τα εκτελεστικά μισθωτά στρώματα της επιστημονικής -τεχνικής εργασίας στο τεχνικό γραφείο και στα εργοτάξια καθώς και το ειδικευμένο τεχνικό δυναμικό κάθε ειδικότητας θα δεχθούν αφόρητες πιέσεις για την εκτέλεση των έργων και η πιο πιθανή εκδοχή θα είναι μια επανάληψη της εποποιίας των Ολυμπιακών αγώνων στην οποία οι ικανοποιητικές αμοιβές προέκυπταν όχι ως αποτέλεσμα της αύξησης των μισθών με παρακολούθηση της ανόδου της παραγωγικότητάς τους αλλά ως αποτέλεσμα της ακραίας επιμήκυνσης της εργάσιμης μέρας με ταυτόχρονη υπερενταντικοποίηση της εργασίας τους.

Η ενεργοποίηση του πυρήνα του συλλογικού εργάτη

Η συμμαχία ανάμεσα στα δύο αυτά στρώματα του συλλογικού εργάτη της μισθωτής τεχνικής διανόησης και του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού

(α) στον βαθμό που καταφέρουν να ξεπεράσουν την αυταπάτη του διαφορετικού μεταξύ τους και σε σχέση με τα κατώτερα στρώματα η προστασία των οποίων θα πρέπει να τεθεί σε απόλυτη προτεραιότητα,

(β) στον βαθμό που αναιρέσουν σε πραγματικές συνθήκες πάλης τον ενυπάρχοντα κοινωνικό και φυλετικό ρατσισμό,

(γ) στο βαθμό που θέσουν τις δυνάμεις τους σε ανεξαρτησία απέναντι από το κατασκευαστικό κεφάλαιο προγραμματικά και στις διάφορες μορφές οργάνωσης που αναπτύσσονται μέσα από την υπεργολαβία και την επιχειρηματική εξειδικευμένη δράση,

(δ) στο βαθμό που αντισταθούν στις νέες μορφές ελέγχου που θα επιχειρηθούν να επιβληθούν και κατά βάση ενώ θα απαιτούν ένα υψηλότερο βαθμό τεχνικής και επιστημονικής επάρκειας θα περιορίζουν την σχετική αυτονομία που απολάμβαναν σε παραγωγικές συνθήκες χαμηλής τεχνικής σύνθεσης της κατασκευαστικής παραγωγής,

(ε) και στο βαθμό που θα αρχίσουν να αποκτούν νέες μορφές συλλογικότητας και οργάνωσης που θα ενσωματώνουν το σύνολο της τάξης,

τότε υπάρχει η δυνατότητα μιας αποφασιστικής συμβολής σε μια ιστορική αντιστροφή του συσχετισμού δύναμης στον κλάδο και γενικά καθώς και της συγκρότησης ενός νέου ταξικού εργατικού κινήματος. Οι δυνατότητες μαζικού πολιτικού ταξικού εκβιασμού με την στήριξη της ευρύτερης κοινωνίας κατά της εργοδοσίας και του κράτους μεγεθύνονται, δεδομένου ότι η παρουσία του αναδόχου -κατασκευαστή δεν είναι πλέον προσωρινή αλλά αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και επομένως είναι υποχρεωμένοι όλο το σύμπλεγμα κράτους -κατασκευαστικού κεφαλαίου να λογοδοτεί στην δημόσια σφαίρα. Ταυτόχρονα βέβαια αυξάνονται οι δυνατότητες άμεσης επίδρασης του κατασκευαστικού κεφαλαίου στην μέση κοινωνική συνείδηση. Το ξέσπασμα αυτής της αντίφασης που πηγάζει από το νέο ρόλο του κατασκευαστικού κεφαλαίου στην σχέση του με το κράτος και την κοινωνία είναι εκρηκτικό και το συναντάμε πλέον σε κάθε σημαντική σύγκρουση όπως στον Βόλο, στα Άγραφα, στον ΤΑΠ.

Ένα σύγχρονο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα στο τιμόνι

Το στοίχημα είναι, εάν σε αυτή την υποβόσκουσα σύγκρουση που κατά καιρούς έρχεται στην επιφάνεια, θα τεθεί επικεφαλής το μαχόμενο εργατικό κίνημα, η ίδια η τάξη και όχι απλώς και μόνο μια ταξική αντίληψη για λογαριασμό της τάξης, στοίχημα που θα κρίνει πολλά για την πορεία της ταξικής πάλης στην χώρα μας.

Η αποτελεσματική συμβολή των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτό το κορυφαίο διακύβευμα απαιτεί την συστηματική επεξεργασία, προβολή και συγκέντρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πάνω σε ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μακράς πνοής και ριζικών μεταρρυθμίσεων που μπορούν να αλλάζουν τον συσχετισμό δύναμης σήμερα και ταυτόχρονα να συγκροτούν το υποκείμενο της επαναστατικής ανατροπής.

Ειδικά στην τρέχουσα περίοδο η πάλη για την συλλογική σύμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως σοβαρός ενοποιητικός κρίκος του κινήματος στις κατασκευές εάν συνδυαστεί με μάχιμη συστράτευση όλων των ζωντανών δυνάμεων στα υφιστάμενα συνδικάτα αλλά κυρίως με την συγκρότηση νέων συνδικάτων που θα στεγάσουν το σύνολο των δυνάμεων του συλλογικού εργάτη στις κατασκευές – μελέτες θέμα που πρέπει να τεθεί στον άμεσο ορίζοντα του ταξικού εργατικού κινήματος βάσης!

Πηγή: Παντιέρα

Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 16/01/2023 - 21:15

Το εργατικό κίνημα στην κατασκευή στην νέα εποχή και η αντικαπιταλιστική αριστερά [του Χρήστου Καλαμπόκα]

Η ιστορική σημασία της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος στην κατασκευή στην νέα εποχή και η αντικαπιταλιστική αριστερά

Γράφει ο Χρήστος Καλαμπόκας

Γιατί το ταξικό κίνημα των κατασκευών μπορεί να γίνει μοχλός ανατροπής της κατάστασης στασιμότητας και ήττας του εργατικού κινήματος σήμερα;

α. Στην ταξική πάλη – ο πλέον δραστήριος ιστορικά

Ο κλάδος των κατασκευών παγκόσμια δεν αποτελεί μόνο τον οικονομικό κλάδο που η συνήθης συνεισφορά στο ΑΕΠ των χωρών κινείται από το 5-10% του ΑΕΠ , αλλά αποτελεί και εκείνο τον παραγωγικό κλάδο με την σχετικά μεγαλύτερη απεργιακή δραστηριότητα , την μεγαλύτερη πυκνότητα και συχνότητα μαχητικών αγώνων που αποκτούν κάτω από συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις ιστορική σημασία για τα εργατικά κινήματα των χωρών. Συνεπώς η ανάγκη συγκρότησης μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής κατεύθυνσης στο εργατικό κίνημα των κατασκευών είναι ζήτημα πρώτης γραμμής για το επαναστατικό κίνημα.

β. Στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης 2008 – ο πλέον χτυπημένος- σε αντίθεση με την περίοδο Covid που παρατηρούμε απλώς τάσεις σχετικού περιορισμού-οι τάσεις και τα διλήμματα σήμερα με το βλέμμα στο 2030

Η συγκρότηση μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης στο εργατικό κίνημα των κατασκευών στην χώρα μας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της τα κοινωνικά -πολιτικά και ιδεολογικά αποτελέσματα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου το 2008.Συνοπτικά το κατασκευαστικό κεφάλαιο μετά την κορύφωση της δραστηριότητάς του το 2005 εισέρχεται σε μια καθοδική τροχιά που μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 επιταχύνεται με απίστευτους ρυθμούς. Η συμμετοχή του κατασκευαστικού κεφαλαίου (με την περιορισμένη έννοια) στο ΑΕΠ από το 8% τερματίζει από 1,5% το 2017.Η ιδιωτική κατασκευαστική δραστηριότητα στην κατοικία σχεδόν εξαερώνεται και μεγάλη κάμψη εμφανίζει και η κατασκευαστική δραστηριότητα που στηρίζεται στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ή στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Η απασχόληση μειώνεται από τους 400.000 εργαζόμενους το 2006 σε μόλις 170.000 εργαζόμενους το 2017. Πρόκειται για μαζική καταστροφή και απαξίωση παραγωγικών δυνάμεων και του κατασκευαστικού κεφαλαίου που αντίστοιχη δεν υπάρχει στην σύγχρονη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.

Η νέα κανονικότητα και οι αντιφάσεις της

Η περίοδος από το 2017 έως το 2022 είναι μια περίοδος αργόσυρτης επανάκαμψης του κατασκευαστικού κεφαλαίου , σε επίπεδα σαφώς χαμηλότερα της χρυσής περιόδου 2000-2006 με κύριο χαρακτηριστικό την ανάκαμψη των μεγάλων έργων αλλά σε διαφοροποιημένα νέα επενδυτικά πεδία που δεδομένης όμως της συνεχιζόμενης κρίσης της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας αδυνατούν να οδηγήσουν το σύνολο του κλάδου σε μια νέα περίοδο κατασκευαστικής ευφορίας.

Η οξύτητα της πάλης των τάξεων την περίοδο της άμεσης διακυβέρνησης από τα μνημόνια έχει αφήσει ανοιχτά ζητήματα προς επίλυση στο αστικό κράτος με κύριο την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, ανάμεσα στον καταπιεσμένη πλειοψηφία και την ολιγαρχία όχι μόνο στο πεδίο της παραγωγής αλλά και στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής, στο πεδίο των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και στο πεδίο των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Για παράδειγμα ενώ η αστική στρατηγική έχει σημαντικές επιτυχίες στην αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας κρατικής ή κοινής γης μέσω του υπερταμείου και των καταιγιστικών ιδιωτικοποιήσεων, έχει χαμηλή αποτελεσματικότητα στην αλλαγή των ιδιοκτησιακών σχέσεων της κατοικίας.

Ταυτόχρονα τα κύματα της μετανάστευσης του ειδικευμένου και επιστημονικού δυναμικού της χώρας που έλαβε πρωτοφανή χαρακτηριστικά την περίοδο της κρίσης και σχεδόν σε δεύτερη στιγμή το κύμα της μετανάστευσης μεγάλου τμήματος ειδικευμένου πλέον τεχνικού δυναμικού των πρώτων κυμάτων της μετανάστευσης στην Ελλάδα όπως πολίτες Αλβανικής καταγωγής προς την Ευρώπη στερούν από το κατασκευαστικό κεφάλαιο τόσο την ενεργό ζήτηση για εμπορευματοποιημένη λαϊκή κατοικία που θα μπορούσε να εκτινάξει την κατασκευαστική δραστηριότητα ,όσο και το εργατικό δυναμικό που θα μπορούσε να σηκώσει το παραγωγικό βάρος μιας τέτοιας προσπάθειας.

Εάν αυτό συνδυαστεί με την οικονομική δυσπραγία των λαϊκών (εργατικών και μεσαίων) εισοδημάτων παρόλες τις θριαμβολογίες για αύξηση των αποταμιεύσεων (αύξηση των ανισοτήτων στην τραπεζική αποταμίευση) είναι σαφές ότι μία έστω σημαντική ανάταξη της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά να στηριχτεί είτε στους κερδισμένους της κρίσης , που αποτελούν συγκεκριμένα και ορατά κοινωνικά στρώματα των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων καθώς και στην καταστροφική επενδυτική δραστηριότητα του κεφαλαίου στο πάγιο τουριστικό κεφάλαιο μεγάλης κλίμακας , στην καταστροφική πολυσχιδή επενδυτικό οργασμό της ανακατασκευών της αστικής κατοικίας στα κέντρα των τουριστικών πόλεων ή περιφερειακών περιοχών με στόχο τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και στην καταστροφική επιλογή εκτέλεσης φαραωνικών έργων για τα ελληνικά μέτρα που αλλάζουν ριζικά τον δημόσιο χαρακτήρα της πόλης όπως το Ελληνικό, το Καζίνο του Αμαρουσίου ή η Ριβιέρα του Σαρωνικού.

Ταυτόχρονα η αστική στρατηγική στο πλαίσιο και της πολιτικής της ΕΕ δεν προβλέπει κανένα σημείο κοινωνικής ενσωμάτωσης στον κορμό των πόλεων για τα νέα κύματα των μεταναστών που εξορίζονται και φυλακίζονται σε πραγματικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή προορίζονται σε πάμφθηνο εργατικό δυναμικό γης στην νέα αστική τάξη της αγροτιάς.

Η ανωτερότητα της αστικής στρατηγικής και ο παροξυσμός του ανταγωνισμού των κεφαλαίων

Επομένως η αστική στρατηγική για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης ειδικά στις κατασκευές είναι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού πολύ πιο προγραμματικά συνεκτική, πιο συγχρονισμένη με τις διεθνείς τάσεις του κεφαλαίου, πιο ευθυγραμμισμένη με ιστορικές επιδιώξεις του ευρωατλαντικού κεφαλαίου, πιο ταξική γιατί αδυνατεί να αποδώσει συγκεκριμένα αντισταθμιστικά οφέλη σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, πιο οργανωμένη γιατί στηρίζεται σε μια πλατύτερη και κατόχρονα πιο συγκεντρωτική και πειθαρχημένη δομή up-down δομή των αστικών στρωμάτων, πιο επιστημονική γιατί θεμελιώνει τις επιλογές της σε νέους στρατηγικούς στόχους όπως η πράσινη ανάπτυξη, η ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια, ο στρατηγικός ρόλος της χώρας στις διεθνείς συγκρούσεις, η ψηφιοποίηση του κρατικού μηχανισμού και της παραγωγής και τέλος πιο αδίστακτη απέναντι στα εργατικά δικαιώματα, τις δημοκρατικές ελευθερίες και τους λαϊκούς αγώνες.

Με δεδομένα, τα πεδία, το πρόγραμμα και τις κατευθύνσεις που λαμβάνει η αστική στρατηγική στην κατασκευαστική δραστηριότητα, ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων αποκτά χαρακτήρα πολέμου, πολέμου που τρέχει μπροστά στις οθόνες μας σε καθημερινή βάση με αλλεπάλληλες μεταβολές των συμμαχιών, τις μεταβολές της σύνθεσης ή όγκου των επιχειρηματικών κατασκευαστικών ομίλων, με το σπάσιμο δημόσιων διαγωνισμών έως ότου κλείσει η μοιρασιά της πίτας, με την έξωση παραδοσιακών παραγόντων από κορυφαίων ομίλους από την επιθετική είσοδο σημαντικών FUNDS σε υφιστάμενες εταιρικές δομές, τις συχνές ανατροπές στις διοικήσεις των ομίλων ως προεόρτιο ή αποτέλεσμα της αλλαγής των μετοχικών συνθέσεων, με την διακριτική επιτήρηση του τραπεζικού κεφαλαίου σημαντικών ομίλων.

Ο επενδυτικός οίστρος

Το πρώτο κεντρικό ζήτημα είναι ασφαλώς το ζήτημα της χρηματοδότησης της οργάνωσης και της εκτέλεσης των προβλεπόμενων έργων, χρηματοδότηση που για ακόμα μια φορά στον κύριο όγκο της δεν πρόκειται να προέλθει από ίδιες επενδύσεις εγχώριες ή διεθνείς αλλά από την πρωτοφανή τροφοδοσία των χρηματοδοτικών πακέτων από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το ευρωπαϊκό ταμείο συνοχής, τα πράσινα κονδύλια της ενεργειακής μετάβασης, τα επενδυτικά προγράμματα των πρώην ΔΕΚΟ που χρεώνουν τον τελικό καταναλωτή, τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που χρεώνουν επίσης των καταναλωτή σε βάθος 30ετίας, τις κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων των λαϊκών στρωμάτων, την εξαγορά της δημόσιας γης και της κρατικής περιουσίας αλλά και των κοινωφελών ιδρυμάτων σε εξευτελιστικές τιμές συγκριτικά με τις υπερδιογκωμένες μελλοντικές τιμές, τον τραπεζικό δανεισμό κάνοντας χρήση των αποταμιεύσεων. Η χρηματοδότηση και οι πηγές της είναι το βασικό πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στα κεφάλαια που συγκρούονται στον ευρύτερο κλάδο της κατασκευής και της μελέτης.

Η ανασύνθεση του συλλογικού εργάτη στις κατασκευές-μελέτες

Το δεύτερο κεντρικό ζήτημα είναι η διατήρηση και το βάθεμα του σημερινού καθεστώτος εκμετάλλευσης του συλλογικού εργάτη στις κατασκευές -μελέτες. Το κατασκευαστικό κεφάλαιο έχει πλήρη εικόνα ότι είναι αδύνατον να εκτελέσει την γκάμα των έργων που ανοίγονται μπροστά εφόσον ξεπεράσει τους σκόπελους της χρηματοδότησης με τις παραγωγικές δυνάμεις που σήμερα διαθέτει που είναι ποσοτικά αλλά και ποιοτικά ανεπαρκείς δεδομένου ότι σχηματικά αντιστοιχούν στο 1/3 των δυνάμεων που διέθετε το 2006. Επομένως θεωρούν ότι στην φάση του ξεδιπλώματος των έργων και με δεδομένες τις πληθωριστικές πιέσεις στην τρέχουσα πενταετία που τσακίζει τα λαϊκά εισοδήματα θα τεθούν υπό καθεστώς σημαντικής εργατικής και λαϊκής πίεσης που μπορεί να οδηγήσει σε εργατικό ξέσπασμα. Η στρατηγική της επίλυσης της ανεπάρκειας του ειδικευμένου, του ανειδίκευτου ΄αλλά και του επιστημονικού δυναμικού θα επιχειρηθεί με πολλαπλές και διαφοροποιημένες στρατηγικές που ήδη πέφτουν στην πιάτσα όπως:

Πρώτον: η μαζική εισαγωγή ανειδίκευτου και χαμηλά ειδικευμένου προσωπικού από τρίτες χώρες με διακρατικές συμφωνίες ορισμένης χρονικής διάρκειας και προκαθορισμένων αμοιβών εργασίας και συνθηκών διαμονής – διαβίωσης

Δεύτερον: με παροχή κινήτρων για επιστροφή τμημάτων υψηλής και μέσης επιστημονικής ειδίκευσης Ελλήνων μεταναστών της Ευρώπης

Τρίτον: με την προσεκτική αξιοποίηση τμημάτων των τελευταίων μεταναστευτικών κυμάτων

Τέταρτον: με την γενίκευση της πρακτικής άσκησης σε όλες τις κλίμακες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ΑΕΙ και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Πέμπτον: με την εισαγωγή τεχνικού δυναμικού μέσης τεχνικής εκπαίδευσης της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης.

Έκτον: με την ένταση των τεχνικών μέσων παρακολούθησης των έργων δηλ. με το ξεδίπλωμα της στρατηγικής αναδιοργάνωσης των κατασκευών μελετών σύμφωνα με τις κατευθύνσεις digitalization of the construction industry και των digital twins που στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας έως και 30% έως το 2030.

Οι μισθολογικές στρατηγικές χειρισμού των αντιστάσεων

Σε αυτή την κατεύθυνση το κατασκευαστικό κεφάλαιο θα αναπτύξει μια πολλαπλά και βαθιά διαφοροποιημένη στρατηγική απόδοσης μισθολογικών και μη μισθολογικών απολαβών που δεν πρέπει να επηρεάσουν αρνητικά τα προσδοκώμενα κέρδη στην τρέχουσα δεκαετία αλλά ούτε και να υπονομεύσουν πολιτικά και ιδεολογικά την νέα θέση που καταλαμβάνει στο παραγωγικό σύστημα της χώρας από την στιγμή που πλέον μετατρέπεται σε βιομηχανική δύναμη αλλά εισπράκτορα των εισοδημάτων των καταναλωτών. Κριτήριο της μισθολογικής στρατηγικής θα είναι η διατήρηση σε χαμηλά επίπεδα του βασικού μισθού ώστε να περιφρουρήσει τους όρους της εισαγωγής στην κατασκευαστική παραγωγή της τεράστιας μάζας των ξένων εργατών, των εισαγόμενων ξένων εργατών και των νέων πρακτικάριων.

Ταυτόχρονα θα επιδοτήσει με αυξημένες αποδοχές τα τμήματα της επιστημονικής μετανάστευσης με την μορφή κινήτρων καθώς και θα ανεβάσει μισθολογικά τα ανώτερα μεσαία στρώματα του κατασκευαστικού κεφαλαίου και τα αστικά διευθυντικά στρώματα ώστε να τρέξει το νέο μοντέλο ελέγχου της ροής και της κατασκευής των έργων δηλ. θα αναβαθμίσει και θα διευρύνει το διευθυντικό δικαίωμα σε βασικό ρυθμιστή της κατασκευαστικής παραγωγής εξοπλίζοντάς το με νέες τεχνικές ελέγχου και επιτάχυνσης της παραγωγικής εργασίας. Τα εκτελεστικά μισθωτά στρώματα της επιστημονικής -τεχνικής εργασίας στο τεχνικό γραφείο και στα εργοτάξια καθώς και το ειδικευμένο τεχνικό δυναμικό κάθε ειδικότητας θα δεχθούν αφόρητες πιέσεις για την εκτέλεση των έργων και η πιο πιθανή εκδοχή θα είναι μια επανάληψη της εποποιίας των Ολυμπιακών αγώνων στην οποία οι ικανοποιητικές αμοιβές προέκυπταν όχι ως αποτέλεσμα της αύξησης των μισθών με παρακολούθηση της ανόδου της παραγωγικότητάς τους αλλά ως αποτέλεσμα της ακραίας επιμήκυνσης της εργάσιμης μέρας με ταυτόχρονη υπερενταντικοποίηση της εργασίας τους.

Η ενεργοποίηση του πυρήνα του συλλογικού εργάτη

Η συμμαχία ανάμεσα στα δύο αυτά στρώματα του συλλογικού εργάτη της μισθωτής τεχνικής διανόησης και του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού

(α) στον βαθμό που καταφέρουν να ξεπεράσουν την αυταπάτη του διαφορετικού μεταξύ τους και σε σχέση με τα κατώτερα στρώματα η προστασία των οποίων θα πρέπει να τεθεί σε απόλυτη προτεραιότητα,

(β) στον βαθμό που αναιρέσουν σε πραγματικές συνθήκες πάλης τον ενυπάρχοντα κοινωνικό και φυλετικό ρατσισμό,

(γ) στο βαθμό που θέσουν τις δυνάμεις τους σε ανεξαρτησία απέναντι από το κατασκευαστικό κεφάλαιο προγραμματικά και στις διάφορες μορφές οργάνωσης που αναπτύσσονται μέσα από την υπεργολαβία και την επιχειρηματική εξειδικευμένη δράση,

(δ) στο βαθμό που αντισταθούν στις νέες μορφές ελέγχου που θα επιχειρηθούν να επιβληθούν και κατά βάση ενώ θα απαιτούν ένα υψηλότερο βαθμό τεχνικής και επιστημονικής επάρκειας θα περιορίζουν την σχετική αυτονομία που απολάμβαναν σε παραγωγικές συνθήκες χαμηλής τεχνικής σύνθεσης της κατασκευαστικής παραγωγής,

(ε) και στο βαθμό που θα αρχίσουν να αποκτούν νέες μορφές συλλογικότητας και οργάνωσης που θα ενσωματώνουν το σύνολο της τάξης,

τότε υπάρχει η δυνατότητα μιας αποφασιστικής συμβολής σε μια ιστορική αντιστροφή του συσχετισμού δύναμης στον κλάδο και γενικά καθώς και της συγκρότησης ενός νέου ταξικού εργατικού κινήματος. Οι δυνατότητες μαζικού πολιτικού ταξικού εκβιασμού με την στήριξη της ευρύτερης κοινωνίας κατά της εργοδοσίας και του κράτους μεγεθύνονται, δεδομένου ότι η παρουσία του αναδόχου -κατασκευαστή δεν είναι πλέον προσωρινή αλλά αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και επομένως είναι υποχρεωμένοι όλο το σύμπλεγμα κράτους -κατασκευαστικού κεφαλαίου να λογοδοτεί στην δημόσια σφαίρα. Ταυτόχρονα βέβαια αυξάνονται οι δυνατότητες άμεσης επίδρασης του κατασκευαστικού κεφαλαίου στην μέση κοινωνική συνείδηση. Το ξέσπασμα αυτής της αντίφασης που πηγάζει από το νέο ρόλο του κατασκευαστικού κεφαλαίου στην σχέση του με το κράτος και την κοινωνία είναι εκρηκτικό και το συναντάμε πλέον σε κάθε σημαντική σύγκρουση όπως στον Βόλο, στα Άγραφα, στον ΤΑΠ.

Ένα σύγχρονο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα στο τιμόνι

Το στοίχημα είναι, εάν σε αυτή την υποβόσκουσα σύγκρουση που κατά καιρούς έρχεται στην επιφάνεια, θα τεθεί επικεφαλής το μαχόμενο εργατικό κίνημα, η ίδια η τάξη και όχι απλώς και μόνο μια ταξική αντίληψη για λογαριασμό της τάξης, στοίχημα που θα κρίνει πολλά για την πορεία της ταξικής πάλης στην χώρα μας.

Η αποτελεσματική συμβολή των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτό το κορυφαίο διακύβευμα απαιτεί την συστηματική επεξεργασία, προβολή και συγκέντρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πάνω σε ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μακράς πνοής και ριζικών μεταρρυθμίσεων που μπορούν να αλλάζουν τον συσχετισμό δύναμης σήμερα και ταυτόχρονα να συγκροτούν το υποκείμενο της επαναστατικής ανατροπής.

Ειδικά στην τρέχουσα περίοδο η πάλη για την συλλογική σύμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως σοβαρός ενοποιητικός κρίκος του κινήματος στις κατασκευές εάν συνδυαστεί με μάχιμη συστράτευση όλων των ζωντανών δυνάμεων στα υφιστάμενα συνδικάτα αλλά κυρίως με την συγκρότηση νέων συνδικάτων που θα στεγάσουν το σύνολο των δυνάμεων του συλλογικού εργάτη στις κατασκευές – μελέτες θέμα που πρέπει να τεθεί στον άμεσο ορίζοντα του ταξικού εργατικού κινήματος βάσης!

Πηγή: Παντιέρα

Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 16/01/2023 - 21:15

Πρόταση για ανατρεπτική πολιτική συνεργασία [του Γιώργου Παπανικολάου]

Γιώργος Παπανικολάου, μέλος νΚΑ και ΠΣΟ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Είναι πλέον κοινός τόπος πως η χώρα βιώνει μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Οι πιθανές ημερομηνίες των –όπως είναι πιθανότερο– διπλών εκλογών δίνουν και παίρνουν. Σε αυτό το σκηνικό, οι συζητήσεις για την πολιτική συμπόρευση αριστερών οργανώσεων, κομμάτων και μετώπων, του εξωκοινοβουλίου ή ακόμα και του κοινοβουλίου έχουν φουντώσει.

Είναι όμως το κύριο ερώτημα της εποχής μας απλά η μορφή και το όνομα του τάδε εκλογικού κατεβάσματος; Θεωρούμε πως, ακριβώς αντίθετα, το κοινωνικό ζήτημα, η λαϊκή δυσαρέσκεια κι η διαρκώς παρούσα πολεμική απειλή, συνοδευόμενη από την αντίστοιχη προετοιμασία, θα έπρεπε να αποτελούν βασικά θέματα συζήτησης, και συμφωνίας ή μη, ανάμεσα στις ριζοσπαστικές δυνάμεις που επιζητούν τη σύγκλιση σε ευρύτερη αγωνιστική, κι όχι απλώς εκλογική, κατεύθυνση. Ήδη έχουμε αρχίσει να βιώνουμε τον λεγόμενο «χειμώνα της δυσαρέσκειας», με κύμα απεργιών κι εργατικών κινητοποιήσεων να σαρώνουν χώρες που προηγούμενα μάλλον διακρινόντουσαν από σχετική ηρεμία, με πιο τρανό παράδειγμα την Βρετανία. Με το 2023 να προβλέπεται πως θα είναι ξανά χρονιά ύφεσης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας να γίνονται ξανά της «μόδας», είναι αναγκαίο το κίνημα να προετοιμαστεί για ένα νέο γύρο αντιπαράθεσης με τις αντιλαϊκές πολιτικές.

Όπως μάλιστα διαπιστώνει και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρόσφατη απόφαση του ΠΣΟ της, τα αδιέξοδα και οι άλυτες αντιφάσεις του καπιταλισμού δημιουργούν συνθήκες πολιτικής κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος. Ακόμα, γίνεται η εκτίμηση πως ένα πλατύ ρεύμα αγωνιστριών και αγωνιστών αναζητούν πολιτικό στήριγμα και εναλλακτική πέρα από τα όρια που βάζει η προοπτική της «προοδευτικής διακυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και στην οποία συμφωνεί, επί της ουσίας, το ΜΕΡΑ25. Στη δυναμική ανάπτυξη αυτού του ρεύματος δεν μπορεί να συμβάλει η τακτική του ΚΚΕ, που περιορίζεται σε ένα συνδυασμό άμεσων αιτημάτων και προβολής μιας «λαϊκής εξουσίας» χωρίς επαναστατική τομή, με σταθερό επιμύθιο την εκλογική στήριξη.

Καθήκον, λοιπόν, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι να διεκδικήσει την ηγεμονία σ’ αυτό το ρεύμα με τα προχωρημένα χαρακτηριστικά, που διαμορφώνεται σε εργαζόμενους και νεολαία. Να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες και να απευθυνθεί στο δυναμικό της ανατρεπτικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς για τη συνεργασία σε όλες τις μάχες και τις εκλογές. Στόχος μιας τέτοιας συνεργασίας είναι μια νέα δυναμική για ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο στη βάση του αντίστοιχου προγράμματος. Αυτό πρέπει να υπηρετείται από τη διεύρυνση και ενίσχυση του ρεύματος, που στηρίζει πολιτικά τους αγώνες του σήμερα και βάζει στόχο να συγκροτήσει δυνατή αριστερή εργατική αντιπολίτευση ενάντια σε όποιο κυβερνητικό διαχειριστή του ελληνικού καπιταλισμού προκύψει μετά τις εκλογές.

Αντίθετα από τα παραπάνω, πολιτικές προτάσεις συνεργασίας με κέντρο την πάλη ενάντια στον «νεοφιλελευθερισμό», καθιστούν την αντικαπιταλιστική αριστερά δωρητή σώματος, θολώνουν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα πρόγραμμα ρήξης με τις βασικές επιλογές του συστήματος κι ένα πρόγραμμα διαχείρισης, διαμορφώνουν αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία ανάμεσα σε λογικές κατ’ εξοχήν φιλοΕΕ και φιλοΝΑΤΟ, με όραμα ένα «δίκαιο», «πράσινο», «παραγωγικό καπιταλισμό» και την αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική πάλη.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη συνδιάσκεψή της στις 21-22/1 μπορεί να συμβάλλει σε όλα αυτά, όχι γιατί είναι η ίδια η αντικαπιταλιστική Αριστερά που απαιτεί η εποχή μας, αλλά γιατί πρεσβεύει αυτή την ανάγκη και μπορεί να θέσει τον στόχο για μια νέα αντικαπιταλιστική ανατρεπτική συσπείρωση. Μάλιστα, από το ΠΣΟ το καλοκαιριού έχει διαμορφώσει και απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα προς τους αγωνιστές, τα ρεύματα και τις δυνάμεις που θέλουν να παλέψουν σε αυτή την κατεύθυνση, απορρίπτοντας την πολιτική ή εκλογική συμπόρευση με την αριστερά του κοινοβουλευτικού δρόμου και του εγκλωβισμού στα όρια της αστικής πολιτικής στη σημερινή περίοδο, στις επερχόμενες εκλογικές μάχες (στον «πρώτο» ή «δεύτερο γύρο» των εκλογών), να χαράξουν από σήμερα κιόλας μια συντεταγμένη πορεία σταθερής πολιτικής συνεργασίας, διαλόγου και κοινής δράσης, που θα οδηγήσει στην πολιτική και εκλογική συνεργασία, και ευρύτερα στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο που απαιτεί η εποχή μας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (7.1.23) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 00:00

Πρόταση για ανατρεπτική πολιτική συνεργασία [του Γιώργου Παπανικολάου]

Γιώργος Παπανικολάου, μέλος νΚΑ και ΠΣΟ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Είναι πλέον κοινός τόπος πως η χώρα βιώνει μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Οι πιθανές ημερομηνίες των –όπως είναι πιθανότερο– διπλών εκλογών δίνουν και παίρνουν. Σε αυτό το σκηνικό, οι συζητήσεις για την πολιτική συμπόρευση αριστερών οργανώσεων, κομμάτων και μετώπων, του εξωκοινοβουλίου ή ακόμα και του κοινοβουλίου έχουν φουντώσει.

Είναι όμως το κύριο ερώτημα της εποχής μας απλά η μορφή και το όνομα του τάδε εκλογικού κατεβάσματος; Θεωρούμε πως, ακριβώς αντίθετα, το κοινωνικό ζήτημα, η λαϊκή δυσαρέσκεια κι η διαρκώς παρούσα πολεμική απειλή, συνοδευόμενη από την αντίστοιχη προετοιμασία, θα έπρεπε να αποτελούν βασικά θέματα συζήτησης, και συμφωνίας ή μη, ανάμεσα στις ριζοσπαστικές δυνάμεις που επιζητούν τη σύγκλιση σε ευρύτερη αγωνιστική, κι όχι απλώς εκλογική, κατεύθυνση. Ήδη έχουμε αρχίσει να βιώνουμε τον λεγόμενο «χειμώνα της δυσαρέσκειας», με κύμα απεργιών κι εργατικών κινητοποιήσεων να σαρώνουν χώρες που προηγούμενα μάλλον διακρινόντουσαν από σχετική ηρεμία, με πιο τρανό παράδειγμα την Βρετανία. Με το 2023 να προβλέπεται πως θα είναι ξανά χρονιά ύφεσης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας να γίνονται ξανά της «μόδας», είναι αναγκαίο το κίνημα να προετοιμαστεί για ένα νέο γύρο αντιπαράθεσης με τις αντιλαϊκές πολιτικές.

Όπως μάλιστα διαπιστώνει και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρόσφατη απόφαση του ΠΣΟ της, τα αδιέξοδα και οι άλυτες αντιφάσεις του καπιταλισμού δημιουργούν συνθήκες πολιτικής κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος. Ακόμα, γίνεται η εκτίμηση πως ένα πλατύ ρεύμα αγωνιστριών και αγωνιστών αναζητούν πολιτικό στήριγμα και εναλλακτική πέρα από τα όρια που βάζει η προοπτική της «προοδευτικής διακυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και στην οποία συμφωνεί, επί της ουσίας, το ΜΕΡΑ25. Στη δυναμική ανάπτυξη αυτού του ρεύματος δεν μπορεί να συμβάλει η τακτική του ΚΚΕ, που περιορίζεται σε ένα συνδυασμό άμεσων αιτημάτων και προβολής μιας «λαϊκής εξουσίας» χωρίς επαναστατική τομή, με σταθερό επιμύθιο την εκλογική στήριξη.

Καθήκον, λοιπόν, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι να διεκδικήσει την ηγεμονία σ’ αυτό το ρεύμα με τα προχωρημένα χαρακτηριστικά, που διαμορφώνεται σε εργαζόμενους και νεολαία. Να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες και να απευθυνθεί στο δυναμικό της ανατρεπτικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς για τη συνεργασία σε όλες τις μάχες και τις εκλογές. Στόχος μιας τέτοιας συνεργασίας είναι μια νέα δυναμική για ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο στη βάση του αντίστοιχου προγράμματος. Αυτό πρέπει να υπηρετείται από τη διεύρυνση και ενίσχυση του ρεύματος, που στηρίζει πολιτικά τους αγώνες του σήμερα και βάζει στόχο να συγκροτήσει δυνατή αριστερή εργατική αντιπολίτευση ενάντια σε όποιο κυβερνητικό διαχειριστή του ελληνικού καπιταλισμού προκύψει μετά τις εκλογές.

Αντίθετα από τα παραπάνω, πολιτικές προτάσεις συνεργασίας με κέντρο την πάλη ενάντια στον «νεοφιλελευθερισμό», καθιστούν την αντικαπιταλιστική αριστερά δωρητή σώματος, θολώνουν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα πρόγραμμα ρήξης με τις βασικές επιλογές του συστήματος κι ένα πρόγραμμα διαχείρισης, διαμορφώνουν αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία ανάμεσα σε λογικές κατ’ εξοχήν φιλοΕΕ και φιλοΝΑΤΟ, με όραμα ένα «δίκαιο», «πράσινο», «παραγωγικό καπιταλισμό» και την αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική πάλη.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη συνδιάσκεψή της στις 21-22/1 μπορεί να συμβάλλει σε όλα αυτά, όχι γιατί είναι η ίδια η αντικαπιταλιστική Αριστερά που απαιτεί η εποχή μας, αλλά γιατί πρεσβεύει αυτή την ανάγκη και μπορεί να θέσει τον στόχο για μια νέα αντικαπιταλιστική ανατρεπτική συσπείρωση. Μάλιστα, από το ΠΣΟ το καλοκαιριού έχει διαμορφώσει και απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα προς τους αγωνιστές, τα ρεύματα και τις δυνάμεις που θέλουν να παλέψουν σε αυτή την κατεύθυνση, απορρίπτοντας την πολιτική ή εκλογική συμπόρευση με την αριστερά του κοινοβουλευτικού δρόμου και του εγκλωβισμού στα όρια της αστικής πολιτικής στη σημερινή περίοδο, στις επερχόμενες εκλογικές μάχες (στον «πρώτο» ή «δεύτερο γύρο» των εκλογών), να χαράξουν από σήμερα κιόλας μια συντεταγμένη πορεία σταθερής πολιτικής συνεργασίας, διαλόγου και κοινής δράσης, που θα οδηγήσει στην πολιτική και εκλογική συνεργασία, και ευρύτερα στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο που απαιτεί η εποχή μας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (7.1.23) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 00:00

Μαζική απεύθυνση, όχι ντε φάκτο αποκλεισμοί [του Λέανδρου Μπόλαρη]

Λέανδρος Μπόλαρης | μέλος του ΣΕΚ και της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί στήριγμα για τον «κόσμο του αγώνα»

Η 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έρχεται σε μια συγκυρία όπου η κρίση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι έκδηλη. Τρεισήμισι χρόνια πριν, η ΝΔ αυτοπροβαλλόταν σαν το κόμμα της κεντροδεξιάς που μπορεί να διαχειριστεί την «ανάκαμψη» του ελληνικού καπιταλισμού, επιβάλλοντας όλες τις αντιδραστικές «μεταρρυθμίσεις» που απαιτούσε αυτός ο στόχος, βάζοντας στο περιθώριο και συντρίβοντας τη συλλογική οργάνωση της εργατικής τάξης και τις ιδέες της Αριστεράς. Σήμερα, μετράει ήττες σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό. Αυτοί που ήθελαν να τσακίσουν το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς βουλιάζουν στα σκάνδαλα και στην οργή για την ακρίβεια και τη φτώχεια.

Οι αγώνες της εργατικής τάξης και της νεολαίας ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για να φτάσουμε εδώ. Οι αναλύσεις που υποστήριζαν ότι το κίνημα έχει υποστεί «στρατηγική ήττα», ότι ο «κόσμος της Αριστεράς έχει γίνει σκόνη», διαψεύδονται. Η εργατική τάξη και η νεολαία παλεύουν και αμφισβητούν, έχοντας κάνει βήματα μπροστά και όχι πίσω. Κουβαλάνε τις εμπειρίες ότι οι προσδοκίες για την «πρώτη φορά αριστερά» στην κυβέρνηση αποδείχτηκαν αυταπάτες.

Αυτές τις διαπιστώσεις τις χρειαζόμαστε για να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι να κάνουμε;». Η απάντηση που πρέπει και μπορεί να δώσει η 5η Συνδιάσκεψη είναι: παλεύουμε για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ από τα κάτω και τα αριστερά. Δεν σκοπεύουμε να χαρίσουμε τις νίκες του κινήματος σε μια «προοδευτική» κυβέρνηση που θα βάλει φρένο στη δυναμική τους στο όνομα της «ανασυγκρότησης της οικονομίας». Παλεύουμε για να αποκτήσει η οργανωμένη εργατική τάξη τη δύναμη να επιβάλλει τη δικαίωση των διεκδικήσεών της με τις δικές της δυνάμεις. Αυτές οι διεκδικήσεις, που δεν είναι μόνο οικονομικές, είναι η «ψυχή» ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος.

Αυτός ο στόχος είναι ρεαλιστικός. Στους αγώνες των προηγούμενων χρόνων, έχει διαμορφωθεί ένα πλατύ ρεύμα αγωνιστριών/τών που αναζητούν πολιτικό στήριγμα και εναλλακτική πέρα από τα όρια που βάζει, ήδη από τώρα, η προοπτική της «προοδευτικής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και στην οποία συμφωνεί, επί της ουσίας, το ΜέΡΑ25. Αυτό το ρεύμα δεν το βοηθάει να συγκροτηθεί ο σεχταρισμός των «αρνητικών συσχετισμών» της ηγεσίας του ΚΚΕ. Σε αυτό το ρεύμα χρειάζεται να παρέμβει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με σκοπό να το ενώσει, να το συγκροτήσει και να το διαμορφώσει. Με ενωτικές πρωτοβουλίες σε όλες τις «οικονομικές» και πολιτικές μάχες που έχουμε μπροστά μας. Κι αυτές περιλαμβάνουν και τις εκλογικές μάχες.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα βγει πιο δυνατή μέσα από την ανοιχτή απεύθυνση, χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς, για συνεργασία σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Είναι μία ήδη σε ισχύ και πετυχημένη συνεργασία σε συνδικάτα, αυτοδιοικητικά σχήματα, στα ΕΑΑΚ στις σχολές. Θα είναι και μια έμπρακτη απάντηση σε όσους λένε ότι ο αντικαπιταλισμός είναι περιχαράκωση, ενώ η ενότητα υπηρετείται από την προσαρμογή σε έναν ψεύτικο ρεαλισμό.

Η ανταπόκριση στην πρωτοβουλία για την κοινή εκδήλωση στο κινηματογράφο Στούντιο, στις 19 Δεκέμβρη, έδειξε ότι το δυναμικό που θέλει να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση είναι μαζικό, έχει αυξημένες απαιτήσεις και οξυμένα πολιτικά κριτήρια. Χρειάζεται να ανταποκριθούμε. Πιστεύουμε ότι το «όλον» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί και πρέπει να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Η 5η Συνδιάσκεψη του μετώπου μας, και οι διαδικασίες προς αυτήν, να σηματοδοτήσουν αυτή την τολμηρή στροφή. Για να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το πολιτικό στήριγμα για όλο τον «κόσμο του αγώνα» που αναζητάει εναλλακτική διέξοδο, πέρα από τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου.

 

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (7.1.23) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 00:00

Μαζική απεύθυνση, όχι ντε φάκτο αποκλεισμοί [του Λέανδρου Μπόλαρη]

Λέανδρος Μπόλαρης | μέλος του ΣΕΚ και της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί στήριγμα για τον «κόσμο του αγώνα»

Η 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έρχεται σε μια συγκυρία όπου η κρίση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι έκδηλη. Τρεισήμισι χρόνια πριν, η ΝΔ αυτοπροβαλλόταν σαν το κόμμα της κεντροδεξιάς που μπορεί να διαχειριστεί την «ανάκαμψη» του ελληνικού καπιταλισμού, επιβάλλοντας όλες τις αντιδραστικές «μεταρρυθμίσεις» που απαιτούσε αυτός ο στόχος, βάζοντας στο περιθώριο και συντρίβοντας τη συλλογική οργάνωση της εργατικής τάξης και τις ιδέες της Αριστεράς. Σήμερα, μετράει ήττες σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό. Αυτοί που ήθελαν να τσακίσουν το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς βουλιάζουν στα σκάνδαλα και στην οργή για την ακρίβεια και τη φτώχεια.

Οι αγώνες της εργατικής τάξης και της νεολαίας ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για να φτάσουμε εδώ. Οι αναλύσεις που υποστήριζαν ότι το κίνημα έχει υποστεί «στρατηγική ήττα», ότι ο «κόσμος της Αριστεράς έχει γίνει σκόνη», διαψεύδονται. Η εργατική τάξη και η νεολαία παλεύουν και αμφισβητούν, έχοντας κάνει βήματα μπροστά και όχι πίσω. Κουβαλάνε τις εμπειρίες ότι οι προσδοκίες για την «πρώτη φορά αριστερά» στην κυβέρνηση αποδείχτηκαν αυταπάτες.

Αυτές τις διαπιστώσεις τις χρειαζόμαστε για να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι να κάνουμε;». Η απάντηση που πρέπει και μπορεί να δώσει η 5η Συνδιάσκεψη είναι: παλεύουμε για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ από τα κάτω και τα αριστερά. Δεν σκοπεύουμε να χαρίσουμε τις νίκες του κινήματος σε μια «προοδευτική» κυβέρνηση που θα βάλει φρένο στη δυναμική τους στο όνομα της «ανασυγκρότησης της οικονομίας». Παλεύουμε για να αποκτήσει η οργανωμένη εργατική τάξη τη δύναμη να επιβάλλει τη δικαίωση των διεκδικήσεών της με τις δικές της δυνάμεις. Αυτές οι διεκδικήσεις, που δεν είναι μόνο οικονομικές, είναι η «ψυχή» ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος.

Αυτός ο στόχος είναι ρεαλιστικός. Στους αγώνες των προηγούμενων χρόνων, έχει διαμορφωθεί ένα πλατύ ρεύμα αγωνιστριών/τών που αναζητούν πολιτικό στήριγμα και εναλλακτική πέρα από τα όρια που βάζει, ήδη από τώρα, η προοπτική της «προοδευτικής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και στην οποία συμφωνεί, επί της ουσίας, το ΜέΡΑ25. Αυτό το ρεύμα δεν το βοηθάει να συγκροτηθεί ο σεχταρισμός των «αρνητικών συσχετισμών» της ηγεσίας του ΚΚΕ. Σε αυτό το ρεύμα χρειάζεται να παρέμβει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με σκοπό να το ενώσει, να το συγκροτήσει και να το διαμορφώσει. Με ενωτικές πρωτοβουλίες σε όλες τις «οικονομικές» και πολιτικές μάχες που έχουμε μπροστά μας. Κι αυτές περιλαμβάνουν και τις εκλογικές μάχες.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα βγει πιο δυνατή μέσα από την ανοιχτή απεύθυνση, χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς, για συνεργασία σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Είναι μία ήδη σε ισχύ και πετυχημένη συνεργασία σε συνδικάτα, αυτοδιοικητικά σχήματα, στα ΕΑΑΚ στις σχολές. Θα είναι και μια έμπρακτη απάντηση σε όσους λένε ότι ο αντικαπιταλισμός είναι περιχαράκωση, ενώ η ενότητα υπηρετείται από την προσαρμογή σε έναν ψεύτικο ρεαλισμό.

Η ανταπόκριση στην πρωτοβουλία για την κοινή εκδήλωση στο κινηματογράφο Στούντιο, στις 19 Δεκέμβρη, έδειξε ότι το δυναμικό που θέλει να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση είναι μαζικό, έχει αυξημένες απαιτήσεις και οξυμένα πολιτικά κριτήρια. Χρειάζεται να ανταποκριθούμε. Πιστεύουμε ότι το «όλον» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί και πρέπει να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Η 5η Συνδιάσκεψη του μετώπου μας, και οι διαδικασίες προς αυτήν, να σηματοδοτήσουν αυτή την τολμηρή στροφή. Για να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το πολιτικό στήριγμα για όλο τον «κόσμο του αγώνα» που αναζητάει εναλλακτική διέξοδο, πέρα από τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου.

 

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (7.1.23) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 00:00

Η αναγκαιότητα που γέννησε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει ακόμα [της Αντωνίας Αθανασοπούλου-Βαφειάδου]

Αντωνία Αθανασοπούλου-Βαφειάδου | μέλος ΚΣΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΕΚΚΕ

Χρήσιμη θα είναι μια συσπείρωση με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα

1. Το βασικό ερώτημα για τον κόσμο που αγωνίζεται ενάντια στις δολοφονικές πολιτικές κυβέρνησης, κεφαλαίου-ΕΕ-ΝΑΤΟ, σε συνθήκες πολλαπλών κρίσεων του καπιταλισμού είναι αν υπάρχουν δυνατότητες και προϋποθέσεις ξεπεράσματος της κατάστασης.

2. Δυστυχώς, οι αντικειμενικές συνθήκες κάθε μέρα που περνά είναι όλο και πιο… ώριμες. Από τη δομική κρίση του 2008 και τη νέα καπιταλιστική κρίση το χρέος στη χώρα μας έχει εκτιναχτεί. Διεθνώς, η υγειονομική και περιβαλλοντική κρίση, η ενεργειακή φτώχεια, η ακρίβεια, ο λυσσαλέος ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ο πόλεμος και η γενίκευσή του, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας, ενισχύουν την αβεβαιότητα.

3. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ ρίχνουν τα βάρη στον εργαζόμενο λαό με καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που εκπορεύονται από το διευθυντήριο των Βρυξελλών. Δηλώνουν «δεδομένοι» στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, έχοντας μετατρέψει τη χώρα σε μια απέραντη βάση. Τα παραπάνω αποτελούν μια εγκληματική πολιτική, που επιβεβαιώνει πως καμία στρατηγική του κεφαλαίου δεν λειτουργεί, παρά για να δημιουργεί συνεχόμενα πολιτικά αδιέξοδα και κρίσεις στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Αυτή η αστάθεια απονομιμοποιεί τους «από πάνω» δημιουργεί τους όρους για τη συγκρότηση των «από κάτω».

4. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια δύναμη που να μανατρέπει το σκηνικό. ΚΚΕ και ΜέΡΑ25 είναι εγκλωβισμένοι στον κοινοβουλευτισμό. Οι μεν θεωρούν ότι οι συνθήκες δεν είναι ώριμες ακόμα για την ανατροπή, οι δε πιστεύουν στον ευρωπαϊκό δρόμο.

5. Η μόνη δύναμη που κατάφερε νίκες, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, είναι η πάλη του ίδιου του λαού (e-food, πανεπιστημιακή αστυνομία, κ.λπ.).

6. Αν κάποια προσπάθεια κατάφερε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για συσπείρωση κι αγώνα είναι το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με τις υπερβάσεις πολλών αγκυλώσεων, ο χώρος μας κατάφερε να επεξεργαστεί ένα προωθημένο πολιτικό πρόγραμμα. Η αναγκαιότητα που γέννησε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει ακόμα. Πρωταρχικά πρέπει να απαντάει στο πώς ξεπερνιέται η κρίση προς όφελος της εργαζόμενης πλειοψηφίας και όχι π.χ. στο πώς θα μπει τμήμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στη Βουλή.

7. Ωστόσο, αντί με την ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης να επιδιωχθεί η παραπέρα συσπείρωση δυνάμεων για την επεξεργασία και εμβάθυνση του προγράμματος επιλέχτηκε η αποστοίχιση και η αποσυσπείρωση, ο απατηλός δρόμος της πολιτικής της προσκόλλησης για να «σώσουμε οτιδήποτε αν σώζεται». Όχι στη βάση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος αλλά πίσω από αυτό, γιατί «ο κόσμος δεν καταλαβαίνει». Αντί να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις για την παραπάνω ανάπτυξη του πόλου, αναζητείται στήριγμα σε δήθεν μεγάλα ακροατήρια (ΜέΡΑ25 ή ΛΑΕ). Αντί να κοιτάξουμε να στηρίξουμε και να ενεργοποιήσουμε τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές, να… γοητεύσουμε ξανά τα μέλη της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να απευθυνθούμε στον ωκεανό του κόσμου της δουλειάς, στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, κοιτάμε πώς θα παίξουμε στις εκλογές με συγκολλήσεις υποχωρήσεων ένθεν κακείθεν, λες και έτσι θα αλλάξει κάτι.

8. Αυτό που σήμερα χρειαζόμαστε είναι μια δυνατή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που να μην πηγαίνει πίσω την πολιτική κουβέντα, να μην λειτουργεί σαν διακομματική επιτροπή (ΚΣΕ), να έχει ζωντανές επιτροπές. Μόνο οι μετωπικές λογικές με επεξεργασμένο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και στοιχειώδη μετωπική πειθαρχία και οργανωτική αυτοτέλεια μπορούν να έχουν μέλλον, πράγμα που προσπάθησε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τρόπο ατελή, αλλά μπορεί και οφείλει να προσπαθήσει παραπάνω.

9. Χρήσιμη θα είναι μια ενότητα των επαναστατικών δυνάμεων με πολιτική γραμμή κόντρα στις λογικές των ορίων της «δημοσιονομικής σταθερότητας και των αντοχών της οικονομίας»: των όρων δηλαδή που θέτει η ΕΕ! Αυτή θα ήταν μία αριστερή αντιπολίτευση χρήσιμη και αποτελεσματική, κόντρα στις λογικές του «εφικτού», που διαλαλεί ο ρεφορμισμός και η αστική προπαγάνδα.

10. Δεν είναι ώρα για αμφισβήτηση της πολιτικής του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκφραστών συνδέοντας τους οικονομικούς με τους πολιτικούς αγώνες; Δεν είναι η ώρα για την ενίσχυση της προσπάθειας για τη συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού και επαναστατικού πόλου, όλων των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς και ανέντακτων αγωνιστών/στριών;
Αυτό μπορεί να γίνει με δυνάμεις, που επιδιώκουν αυτό που είπε ο Μαρξ, ότι η εργατική τάξη πρέπει να γίνει τάξη για τον εαυτό της και όχι ακολούθημα. Ανεξάρτητη, αντικαπιταλιστική, επαναστατική και κομμουνιστική!

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (30.12.22) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 00:00

Η αναγκαιότητα που γέννησε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει ακόμα [της Αντωνίας Αθανασοπούλου-Βαφειάδου]

Αντωνία Αθανασοπούλου-Βαφειάδου | μέλος ΚΣΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΕΚΚΕ

Χρήσιμη θα είναι μια συσπείρωση με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα

1. Το βασικό ερώτημα για τον κόσμο που αγωνίζεται ενάντια στις δολοφονικές πολιτικές κυβέρνησης, κεφαλαίου-ΕΕ-ΝΑΤΟ, σε συνθήκες πολλαπλών κρίσεων του καπιταλισμού είναι αν υπάρχουν δυνατότητες και προϋποθέσεις ξεπεράσματος της κατάστασης.

2. Δυστυχώς, οι αντικειμενικές συνθήκες κάθε μέρα που περνά είναι όλο και πιο… ώριμες. Από τη δομική κρίση του 2008 και τη νέα καπιταλιστική κρίση το χρέος στη χώρα μας έχει εκτιναχτεί. Διεθνώς, η υγειονομική και περιβαλλοντική κρίση, η ενεργειακή φτώχεια, η ακρίβεια, ο λυσσαλέος ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ο πόλεμος και η γενίκευσή του, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας, ενισχύουν την αβεβαιότητα.

3. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ ρίχνουν τα βάρη στον εργαζόμενο λαό με καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που εκπορεύονται από το διευθυντήριο των Βρυξελλών. Δηλώνουν «δεδομένοι» στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, έχοντας μετατρέψει τη χώρα σε μια απέραντη βάση. Τα παραπάνω αποτελούν μια εγκληματική πολιτική, που επιβεβαιώνει πως καμία στρατηγική του κεφαλαίου δεν λειτουργεί, παρά για να δημιουργεί συνεχόμενα πολιτικά αδιέξοδα και κρίσεις στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Αυτή η αστάθεια απονομιμοποιεί τους «από πάνω» δημιουργεί τους όρους για τη συγκρότηση των «από κάτω».

4. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια δύναμη που να μανατρέπει το σκηνικό. ΚΚΕ και ΜέΡΑ25 είναι εγκλωβισμένοι στον κοινοβουλευτισμό. Οι μεν θεωρούν ότι οι συνθήκες δεν είναι ώριμες ακόμα για την ανατροπή, οι δε πιστεύουν στον ευρωπαϊκό δρόμο.

5. Η μόνη δύναμη που κατάφερε νίκες, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, είναι η πάλη του ίδιου του λαού (e-food, πανεπιστημιακή αστυνομία, κ.λπ.).

6. Αν κάποια προσπάθεια κατάφερε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για συσπείρωση κι αγώνα είναι το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με τις υπερβάσεις πολλών αγκυλώσεων, ο χώρος μας κατάφερε να επεξεργαστεί ένα προωθημένο πολιτικό πρόγραμμα. Η αναγκαιότητα που γέννησε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει ακόμα. Πρωταρχικά πρέπει να απαντάει στο πώς ξεπερνιέται η κρίση προς όφελος της εργαζόμενης πλειοψηφίας και όχι π.χ. στο πώς θα μπει τμήμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στη Βουλή.

7. Ωστόσο, αντί με την ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης να επιδιωχθεί η παραπέρα συσπείρωση δυνάμεων για την επεξεργασία και εμβάθυνση του προγράμματος επιλέχτηκε η αποστοίχιση και η αποσυσπείρωση, ο απατηλός δρόμος της πολιτικής της προσκόλλησης για να «σώσουμε οτιδήποτε αν σώζεται». Όχι στη βάση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος αλλά πίσω από αυτό, γιατί «ο κόσμος δεν καταλαβαίνει». Αντί να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις για την παραπάνω ανάπτυξη του πόλου, αναζητείται στήριγμα σε δήθεν μεγάλα ακροατήρια (ΜέΡΑ25 ή ΛΑΕ). Αντί να κοιτάξουμε να στηρίξουμε και να ενεργοποιήσουμε τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές, να… γοητεύσουμε ξανά τα μέλη της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να απευθυνθούμε στον ωκεανό του κόσμου της δουλειάς, στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, κοιτάμε πώς θα παίξουμε στις εκλογές με συγκολλήσεις υποχωρήσεων ένθεν κακείθεν, λες και έτσι θα αλλάξει κάτι.

8. Αυτό που σήμερα χρειαζόμαστε είναι μια δυνατή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που να μην πηγαίνει πίσω την πολιτική κουβέντα, να μην λειτουργεί σαν διακομματική επιτροπή (ΚΣΕ), να έχει ζωντανές επιτροπές. Μόνο οι μετωπικές λογικές με επεξεργασμένο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και στοιχειώδη μετωπική πειθαρχία και οργανωτική αυτοτέλεια μπορούν να έχουν μέλλον, πράγμα που προσπάθησε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τρόπο ατελή, αλλά μπορεί και οφείλει να προσπαθήσει παραπάνω.

9. Χρήσιμη θα είναι μια ενότητα των επαναστατικών δυνάμεων με πολιτική γραμμή κόντρα στις λογικές των ορίων της «δημοσιονομικής σταθερότητας και των αντοχών της οικονομίας»: των όρων δηλαδή που θέτει η ΕΕ! Αυτή θα ήταν μία αριστερή αντιπολίτευση χρήσιμη και αποτελεσματική, κόντρα στις λογικές του «εφικτού», που διαλαλεί ο ρεφορμισμός και η αστική προπαγάνδα.

10. Δεν είναι ώρα για αμφισβήτηση της πολιτικής του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκφραστών συνδέοντας τους οικονομικούς με τους πολιτικούς αγώνες; Δεν είναι η ώρα για την ενίσχυση της προσπάθειας για τη συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού και επαναστατικού πόλου, όλων των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς και ανέντακτων αγωνιστών/στριών;
Αυτό μπορεί να γίνει με δυνάμεις, που επιδιώκουν αυτό που είπε ο Μαρξ, ότι η εργατική τάξη πρέπει να γίνει τάξη για τον εαυτό της και όχι ακολούθημα. Ανεξάρτητη, αντικαπιταλιστική, επαναστατική και κομμουνιστική!

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (30.12.22) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 00:00

Πολιτική ανεξαρτησία απέναντι στον ρεφορμισμό [του Κώστα Σκορδούλη]

Κώστας Σκορδούλης | Μέλος ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΠΓ της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος

Πορεία ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με άξονα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να στοχεύσει στην οργανωτική της ανασυγκρότηση και στην επικαιροποίηση των θέσεών της, ενόψει και της εκλογικής παρέμβασής της. Η ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με άξονα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αναγκαία, με δεδομένο ότι κάθε προσπάθεια συγκρότησης εκτός αυτής αποδείχτηκε θνησιγενής. Και σήμερα οι κινήσεις που γίνονται εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τη συγκρότηση της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς χαρακτηρίζονται από πολιτική σύγχυση και αδυναμία οριοθέτησης από τα σχέδια της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπήρξε το πιο επιτυχημένο σχέδιο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Ελλάδα, με μεγάλη διεθνή απήχηση. Όμως, σήμερα βρίσκεται αναντίρρητα σε κρίση.

Ακόμα και στο εσωτερικό της, είναι εμφανής η έλλειψη πίστης στην αυτόνομη ύπαρξη της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με αποτέλεσμα δυνάμεις της να υποτιμούν την αντιπαράθεση με τον ρεφορμισμό, τις γραφειοκρατίες και τις πολιτικές διαχείρισης του αστικού κράτους.

Την προηγούμενη περίοδο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί και να εξειδικεύσει το (μερικό και αντιφατικό, είναι αλήθεια) «μεταβατικό» πρόγραμμα του 2012. Σε αντίστιξη, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις και τα σχήματα που αναφέρονταν ή υποστηρίχθηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ –παρά την οδυνηρή διάσπαση δυνάμεων σε αρκετές περιπτώσεις– σημειώνουν μέχρι και σήμερα άνοδο ή σταθερότητα. Ωστόσο, η έλλειψη ενός κεντρικού μηχανισμού δεν επέτρεψε την αξιοποίηση των επιμέρους επιτυχιών, ούτε μια συστηματική συζήτηση μεταξύ των οργανώσεων, που θα οδηγούσε σε περισσότερες συγκλίσεις. Οι τοπικές οργανώσεις δεν λειτουργούν καθόλου ή λειτουργούν υποτυπωδώς. Το αποτέλεσμα είναι οι ανένταχτοι αγωνιστές και αγωνίστριες να απομακρύνονται και, ακόμη σημαντικότερο, να είναι αδύνατη η προσέλκυση νέων.

Στην 5η Συνδιάσκεψη θα πρέπει να παρθούν τολμηρές αποφάσεις. Να γίνει ένας έντιμος κριτικός απολογισμός της μέχρι τώρα πορείας, που δεν θα διστάζει να μιλήσει για λάθη, όπως η εκλογική κάθοδος με το Σχέδιο Β ή τα αντιπαραθετικά ψηφοδέλτια στις δημοτικές εκλογές. Να ενισχυθεί η εσωτερική δημοκρατική λειτουργία και να αποφασιστεί η δημιουργία μόνιμου κεντρικού μηχανισμού με γραφεία και έντυπο. Να τεθεί με ξεκάθαρο τρόπο το ζήτημα της επαναστατικής σοσιαλιστικής κατεύθυνσης και να αποσαφηνιστούν προγραμματικά ζητήματα όπως η αλληλεγγύη με τους μετανάστες, η πάλη για ανοιχτά σύνορα, η διαρκής επαγρύπνηση του πλατιού αντιφασιστικού κινήματος απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς, η σαφής θέση για το φεμινιστικό και για το LGBT κίνημα, η θέση ότι η καπιταλιστική κρίση συνοδεύεται από μια οικολογική κρίση, η διεθνιστική τοποθέτηση για το Μακεδονικό και τα ελληνοτουρκικά, η θέση για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία, με πρώτιστο καθήκον την εναντίωση στα σχέδια της «δικής μας» αστικής τάξης, που πρέπει να ηττηθούν.

Πάνω από όλα, η Συνδιάσκεψη θα πρέπει να εμμείνει στην πολιτική ανεξαρτησία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στον ρεφορμισμό. Ασφαλώς, επιδιώκουμε ένα σχέδιο συνεργασίας με οργανώσεις της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που μοιράζονται βασικές στρατηγικές θέσεις με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ένα καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι οι οργανώσεις που συμμετείχαν στον Αντιπολεμικό Συντονισμό, δεδομένου ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία, μαζί με το θέμα της στάσης απέναντι στις αριστερές κυβερνήσεις και τα παναριστερά μέτωπα, θέτουν τις διαχωριστικές γραμμές σήμερα στην αριστερά, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορούμε να προτείνουμε και εκλογικές συνεργασίες. Η αρνητική εμπειρία της συμπόρευσης ή των ατέρμονων διαπραγματεύσεων με «μαχητικές ρεφορμιστικές» ή «ενδιάμεσες» δυνάμεις που δεν μοιράζονται τέτοιες στρατηγικές θέσεις δεν θα πρέπει να επαναληφθεί. Με τα διδάγματα του πρόσφατου παρελθόντος, για μια ενωτική, ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (30.12.22) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 14/01/2023 - 23:45

Πολιτική ανεξαρτησία απέναντι στον ρεφορμισμό [του Κώστα Σκορδούλη]

Κώστας Σκορδούλης | Μέλος ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΠΓ της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος

Πορεία ανασυγκρότησης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με άξονα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να στοχεύσει στην οργανωτική της ανασυγκρότηση και στην επικαιροποίηση των θέσεών της, ενόψει και της εκλογικής παρέμβασής της. Η ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με άξονα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αναγκαία, με δεδομένο ότι κάθε προσπάθεια συγκρότησης εκτός αυτής αποδείχτηκε θνησιγενής. Και σήμερα οι κινήσεις που γίνονται εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τη συγκρότηση της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς χαρακτηρίζονται από πολιτική σύγχυση και αδυναμία οριοθέτησης από τα σχέδια της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπήρξε το πιο επιτυχημένο σχέδιο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Ελλάδα, με μεγάλη διεθνή απήχηση. Όμως, σήμερα βρίσκεται αναντίρρητα σε κρίση.

Ακόμα και στο εσωτερικό της, είναι εμφανής η έλλειψη πίστης στην αυτόνομη ύπαρξη της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με αποτέλεσμα δυνάμεις της να υποτιμούν την αντιπαράθεση με τον ρεφορμισμό, τις γραφειοκρατίες και τις πολιτικές διαχείρισης του αστικού κράτους.

Την προηγούμενη περίοδο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί και να εξειδικεύσει το (μερικό και αντιφατικό, είναι αλήθεια) «μεταβατικό» πρόγραμμα του 2012. Σε αντίστιξη, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις και τα σχήματα που αναφέρονταν ή υποστηρίχθηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ –παρά την οδυνηρή διάσπαση δυνάμεων σε αρκετές περιπτώσεις– σημειώνουν μέχρι και σήμερα άνοδο ή σταθερότητα. Ωστόσο, η έλλειψη ενός κεντρικού μηχανισμού δεν επέτρεψε την αξιοποίηση των επιμέρους επιτυχιών, ούτε μια συστηματική συζήτηση μεταξύ των οργανώσεων, που θα οδηγούσε σε περισσότερες συγκλίσεις. Οι τοπικές οργανώσεις δεν λειτουργούν καθόλου ή λειτουργούν υποτυπωδώς. Το αποτέλεσμα είναι οι ανένταχτοι αγωνιστές και αγωνίστριες να απομακρύνονται και, ακόμη σημαντικότερο, να είναι αδύνατη η προσέλκυση νέων.

Στην 5η Συνδιάσκεψη θα πρέπει να παρθούν τολμηρές αποφάσεις. Να γίνει ένας έντιμος κριτικός απολογισμός της μέχρι τώρα πορείας, που δεν θα διστάζει να μιλήσει για λάθη, όπως η εκλογική κάθοδος με το Σχέδιο Β ή τα αντιπαραθετικά ψηφοδέλτια στις δημοτικές εκλογές. Να ενισχυθεί η εσωτερική δημοκρατική λειτουργία και να αποφασιστεί η δημιουργία μόνιμου κεντρικού μηχανισμού με γραφεία και έντυπο. Να τεθεί με ξεκάθαρο τρόπο το ζήτημα της επαναστατικής σοσιαλιστικής κατεύθυνσης και να αποσαφηνιστούν προγραμματικά ζητήματα όπως η αλληλεγγύη με τους μετανάστες, η πάλη για ανοιχτά σύνορα, η διαρκής επαγρύπνηση του πλατιού αντιφασιστικού κινήματος απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς, η σαφής θέση για το φεμινιστικό και για το LGBT κίνημα, η θέση ότι η καπιταλιστική κρίση συνοδεύεται από μια οικολογική κρίση, η διεθνιστική τοποθέτηση για το Μακεδονικό και τα ελληνοτουρκικά, η θέση για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία, με πρώτιστο καθήκον την εναντίωση στα σχέδια της «δικής μας» αστικής τάξης, που πρέπει να ηττηθούν.

Πάνω από όλα, η Συνδιάσκεψη θα πρέπει να εμμείνει στην πολιτική ανεξαρτησία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στον ρεφορμισμό. Ασφαλώς, επιδιώκουμε ένα σχέδιο συνεργασίας με οργανώσεις της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που μοιράζονται βασικές στρατηγικές θέσεις με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ένα καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι οι οργανώσεις που συμμετείχαν στον Αντιπολεμικό Συντονισμό, δεδομένου ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία, μαζί με το θέμα της στάσης απέναντι στις αριστερές κυβερνήσεις και τα παναριστερά μέτωπα, θέτουν τις διαχωριστικές γραμμές σήμερα στην αριστερά, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορούμε να προτείνουμε και εκλογικές συνεργασίες. Η αρνητική εμπειρία της συμπόρευσης ή των ατέρμονων διαπραγματεύσεων με «μαχητικές ρεφορμιστικές» ή «ενδιάμεσες» δυνάμεις που δεν μοιράζονται τέτοιες στρατηγικές θέσεις δεν θα πρέπει να επαναληφθεί. Με τα διδάγματα του πρόσφατου παρελθόντος, για μια ενωτική, ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν (30.12.22) Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΔιαλογοςΑποψειςΗμερομηνία: 14/01/2023 - 23:45

Συνελεύσεις Τοπικών-Κλαδικών Επιτροπών για την 5η Συνδιάσκεψη, 11-16 Γενάρη

Συνελεύσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παντού

 

Συνεδριάζουν σε όλη την Ελλάδα οι τοπικές και κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενόψει της 5ης Συνδιάσκεψης (21-22/1). Ήδη έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία σε πολλές πόλεις, ενώ το Σαββατοκύριακο 14-15 Ιανουαρίου πραγματοποιείται ο κύριος όγκος των τελικών συνελεύσεων σε Αθήνα και αλλού. Στην τελική συνέλευση τίθενται σε ψηφοφορία οι Θέσεις του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου και εκλέγονται οι αντιπρόσωποι για τη συνδιάσκεψη.

Ορισμένες από τις προγραμματισμένες συνελεύσεις επιτροπών είναι:

 

Αττική

 

Πετράλωνα – Κουκάκι – Ν. Κόσμος, 14/1, 5 μμ, γραφεία Γ’ Κοινότητας, Τριών Ιεραρχών 74

Ηράκλειο, 14/1, 5 μμ, Βίλλα Στέλλα

Καλλιθέα, 14/1, 5.30 μμ, αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου, Δημαρχείο Καλλιθέας

Μοσχάτο, 14/1, 5.30 μμ, Δημαρχείο Καλλιθέας

Καισαριανή, 14/1, 5.30 μμ, Δημαρχείο (Βρυούλων 125 & Φιλαδελφείας)

Υπερβόρεια, 14/1, 6μμ, Ελευθερίου Βενιζέλου 40 Δροσιά

Νότια, 14/1,  6.30 μμ, Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, Ηλιούπολη

 

Περιστέρι, 15/1, 11 πμ, Στέκι Αριστερής Κίνησης

Α’ Πειραιά, 15/1, 12 μ, γραφεία Β’ Δημοτικής Κοινότητας (Δραγάτση 1Α)

Εξάρχεια, 15/1, 12 μ, Παιδαγωγικό (Ναυαρίνου 13Α, 3ος όροφος)

Αγ. Παρασκευή – Χολαργός – Παπάγου, 15/1, 12 μ, Δημαρχείο Αγ. Παρασκευής

Δάφνη – Υμηττός – Άγιος Δημήτριος 15/1, 12 μ, γραφεία σωματείου εργαζομένων Δήμου Αγ. Δημητρίου, Ξενοφώντος 10

Μαρούσι – Πεύκη – Κηφισιά, 15/1, 12 μ, ΚΑΠΗ Εργ. πολυκατοικιών Μαρουσιού (Αγ. Κωνσταντίνου)

Αμπελόκηποι- Γκύζη, 15/1, 3 μμ, Παιδαγωγικό (Ναυαρίνου 13), Αμφ. ΜΑΝΧ

Χαλάνδρι – Βριλήσσια – Ψυχικό,  15/1, 4 μμ ΚΕΠ Χαλανδρίου (Παλιό Δημαρχείο)

Αιγάλεω – Χαϊδάρι – Αγία Βαρβάρα, 15/1, 5 μμ, Στέκι Δασκάλων Αιγάλεω (Ρήγα Φεραίου 21)

Κολωνός – Σεπόλια, 15/1, 5 μμ, Στέκι Λαϊκής συνέλευσης Κολωνού, Αμφιαράου 153

Ίλιον – Αγ. Ανάργυροι, 15/1, 5 μμ, Πολιτιστικό Κέντρο Αγίου Φανουρίου

Β’ Πειραιά, 15/1, 5.30 μμ, Δημαρχείο Νίκαιας

Πατήσια- Γαλάτσι- Κυψέλη, 15/1, 6 μμ,  θέατρο ΕΚΣΤΑΝ Πατήσια

Ν. Ιωνία – Ν. Φιλαδέλφεια – Μεταμόρφωση, 15/1, 6 μμ, ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης Ν. Ιωνίας (Φιλελλήνων 1)

Ανατολική Αττική, 15/1, 6 μμ, παλιό δημαρχείο Παλλήνης

Ζωγράφου – Ιλίσια, 15/1, 6.30 μμ, Πνευματικό Κέντρο

Βύρωνας – Παγκράτι, 15/1, 6.30 μμ, γραφεία Αριστερής Παρέμβασης (Νεαπόλεως 25)

Νέα Σμύρνη, 15/1, 6.30 μμ, Πολυχώρος Γαλαξίας

Άνω Λιόσια – Ζεφύρι – Φυλή, 15/1, 7 μμ, Α΄ΚΑΠΗ

 

 

 

Κλαδικές επιτροπές

Κλαδική Υγείας, 15/1, 5 μμ, Αλεξανδρουπόλεως 25, Αιγινήτειο νοσοκομείο

Κλαδική Δημοσίου, 16/1, 6 μμ, στο χώρο του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου, Φειδίου 14, κέντρο Αθήνας (πίσω από Τιτάνια-Rex).

 

Περιφέρεια Κ. Μακεδονίας

Κιλκίς 12/1, 5μμ, Καφέ Στρέττο (Λέκκα 6)

Πέλλα, 14/1, Αραβησσός

Σέρρες, 14/1, 6 μμ, ξενοδοχείο Galaxy

Θεσσαλονίκη – Δυτικά, 15/1, 11 πμ, Μορφωτική Κίνηση Αμπελοκήπων (Θερίσου 22 και Θησέως)

Θεσσαλονίκη – Κέντρο, 15/1, 6 μμ, ΕΔΟΘ

Θεσσαλονίκη – Ανατολικά, 15/1, 6 μμ, καφέ Άνεμος (Ιλισού 7)

 

Περιφέρεια Α.Μακεδονίας - Θράκης

Αλεξανδρούπολη, 11/1, 7μμ, Καφέ Παλιά Μαριονέτα

Κομοτηνή, 11/1, 13ο Δημοτικό Σχολείο

Ξάνθη, 15/1, 5 μμ, καφέ Βυζάντιο

 

Περιφέρεια Δ.Μακεδονίας

Γρεβεννά, 12/1

Φλώρινα, 13/1

Κοζάνη – Πτολεμαΐδα – Καστοριά, 15/1, 11 πμ Εργατικό Κέντρο Κοζάνης

 

Θεσσαλία

Λάρισα, 13/1 5μμ

Βόλος, 15/1, 6 μμ, Λέσχη

 

Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας

Αιτωλοακαρνανία, 14/1, 6.30 μμ Πανεπιστήμιο Αγρίνιο

Πάτρα, 15/1, 6 μμ, αίθουσα ΕΒΕ

 

Ήπειρος

Θεσπρωτία, 14/1, 2 μμ, Νέα Σελεύκεια

Άρτα, 14/1, 7 μμ, Επιμελητήριο

Πρέβεζα, 14/1, 7 μμ, Εργατικό Κέντρο

Γιάννενα, 15/1, 6.30 μμ, Στοά Σάρκα κτήριο β

 

Ιόνια νησιά

Κεφαλονιά, 13/1, 7μμ, Μηνιές Αργοστόλι

Κέρκυρα, 15/1, 11πμ, Άγιος Νικόλαος Αλεπού

Ζάκυνθος, 15/1, 6 μμ, καφέ Ristretto

Λευκάδα, 16/1, 7 μμ στο γραφείο Καραβόλα 14

 

Στερεά Ελλάδα

Βοιωτία,  15/1, 6 μμ, Συνεδριακό κέντρο Αλιάρτου

Περιφέρεια Πελοποννήσου

Τρίπολη, 11/1, 7μμ, Εργατικό Κέντρο

 

Περιφέρεια Β. Αιγαίου

Σάμος, 14/1, 6μμ, Καρλόβασι

 

Περιφέρεια Ν.Αιγαίου

Κως, 14/1, 5 μμ, καφέ Πασατέμπο

Σύρος, 14/1, 6:30μμ, Σχολικό συγκρότημα Γυμνασίων, Ξηρόκαμπος Ερμούπολης

Νάξος, 15/1, 12 μ, καφέ Rebel

 

Κρήτη

Ηράκλειο, 13/1, 6:30μμ, Λαχαναγορά

Χανιά, 14/1, 5 μμ, Εργατικό Κέντρο

Ρέθυμνο 15/1

 

Tags: ΤΟΠΙΚΕΣ5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΕκδηλώσειςΔρασεις-Εκδηλωσεις: Δρασεις-ΕκδηλωσειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 19:45

Συνελεύσεις Τοπικών-Κλαδικών Επιτροπών για την 5η Συνδιάσκεψη, 11-15 Γενάρη

Συνελεύσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παντού

 

Συνεδριάζουν σε όλη την Ελλάδα οι τοπικές και κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενόψει της 5ης Συνδιάσκεψης (21-22/1). Ήδη έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία σε πολλές πόλεις, ενώ το Σαββατοκύριακο 14-15 Ιανουαρίου πραγματοποιείται ο κύριος όγκος των τελικών συνελεύσεων σε Αθήνα και αλλού. Στην τελική συνέλευση τίθενται σε ψηφοφορία οι Θέσεις του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου και εκλέγονται οι αντιπρόσωποι για τη συνδιάσκεψη.

Ορισμένες από τις προγραμματισμένες συνελεύσεις επιτροπών είναι:

 

Αττική

 

Πετράλωνα – Κουκάκι – Ν. Κόσμος, 14/1, 5 μμ, γραφεία Γ’ Κοινότητας, Τριών Ιεραρχών 74

Ηράκλειο, 14/1, 5 μμ, Βίλλα Στέλλα

Καλλιθέα, 14/1, 5.30 μμ, αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου, Δημαρχείο Καλλιθέας

Μοσχάτο, 14/1, 5.30 μμ, Δημαρχείο Καλλιθέας

Καισαριανή, 14/1, 5.30 μμ, Δημαρχείο (Βρυούλων 125 & Φιλαδελφείας)

Νότια, 14/1,  6.30 μμ, Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, Ηλιούπολη

 

Περιστέρι, 15/1, 11 πμ, Στέκι Αριστερής Κίνησης

Α’ Πειραιά, 15/1, 12 μ, γραφεία Β’ Δημοτικής Κοινότητας (Δραγάτση 1Α)

Εξάρχεια, 15/1, 12 μ, Πολιτιστικό Κέντρο Δ. Αθήνας, Τσαμαδού

Αγ. Παρασκευή – Χολαργός – Παπάγου, 15/1, 12 μ, Δημαρχείο Αγ. Παρασκευής

Δάφνη – Υμηττός – Άγιος Δημήτριος 15/1, 12 μ, γραφεία σωματείου εργαζομένων Δήμου Αγ. Δημητρίου, Ξενοφώντος 10

Μαρούσι – Πεύκη – Κηφισιά, 15/1, 12 μ, ΚΑΠΗ Εργ. πολυκατοικιών Μαρουσιού (Αγ. Κωνσταντίνου)

Αμπελόκηποι- Γκύζη, 15/1, 3 μμ, Παιδαγωγικό (Ναυαρίνου 13), Αμφ. ΜΑΝΧ

Χαλάνδρι – Βριλήσσια – Ψυχικό,  15/1, 4 μμ ΚΕΠ Χαλανδρίου (Παλιό Δημαρχείο)

Αιγάλεω – Χαϊδάρι – Αγία Βαρβάρα, 15/1, 5 μμ, Στέκι Δασκάλων Αιγάλεω (Ρήγα Φεραίου 21)

Κολωνός – Σεπόλια, 15/1, 5 μμ, Στέκι Λαϊκής συνέλευσης Κολωνού, Αμφιαράου 153

Ίλιον – Αγ. Ανάργυροι, 15/1, 5 μμ, Πολιτιστικό Κέντρο Αγίου Φανουρίου

Β’ Πειραιά, 15/1, 5.30 μμ, Δημαρχείο Νίκαιας

Πατήσια- Γαλάτσι- Κυψέλη, 15/1, 6 μμ,  θέατρο ΕΚΣΤΑΝ Πατήσια

Ν. Ιωνία – Ν. Φιλαδέλφεια – Μεταμόρφωση, 15/1, 6 μμ, ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης Ν. Ιωνίας (Φιλελλήνων 1)

Ανατολική Αττική, 15/1, 6 μμ, παλιό δημαρχείο Παλλήνης

Ζωγράφου – Ιλίσια, 15/1, 6.30 μμ, Πνευματικό Κέντρο

Βύρωνας – Παγκράτι, 15/1, 6.30 μμ, γραφεία Αριστερής Παρέμβασης (Νεαπόλεως 25)

Νέα Σμύρνη, 15/1, 6.30 μμ, Πολυχώρος Γαλαξίας

Άνω Λιόσια – Ζεφύρι – Φυλή, 15/1, 7 μμ, Α΄ΚΑΠΗ

 

 

 

Κλαδικές επιτροπές

Κλαδική Υγείας, 15/1, 5 μμ, Αλεξανδρουπόλεως 25, Αιγινήτειο νοσοκομείο

Κλαδική Δημοσίου, 16/1, 6 μμ, γραφεία Αντικαπιταλιστικής Ανατροπής στην Αθήνα, Αιόλου 47

 

Περιφέρεια Κ. Μακεδονίας

Κιλκίς 12/1, 5μμ, Καφέ Στρέττο (Λέκκα 6)

Πέλλα, 14/1, Αραβησσός

Σέρρες, 14/1, 6 μμ, ξενοδοχείο Galaxy

Θεσσαλονίκη – Δυτικά, 15/1, 11 πμ, Μορφωτική Κίνηση Αμπελοκήπων (Θερίσου 22 και Θησέως)

Θεσσαλονίκη – Κέντρο, 15/1, 6 μμ, ΕΔΟΘ

Θεσσαλονίκη – Ανατολικά, 15/1, 6 μμ, καφέ Άνεμος (Ιλισού 7)

 

Περιφέρεια Α.Μακεδονίας - Θράκης

Αλεξανδρούπολη, 11/1, 7μμ, Καφέ Παλιά Μαριονέτα

Κομοτηνή, 11/1, 13ο Δημοτικό Σχολείο

Ξάνθη, 15/1, 5 μμ, καφέ Βυζάντιο

 

Περιφέρεια Δ.Μακεδονίας

Γρεβεννά, 12/1

Φλώρινα, 13/1

Κοζάνη – Πτολεμαΐδα – Καστοριά, 15/1, 11 πμ Εργατικό Κέντρο Κοζάνης

 

Θεσσαλία

Λάρισα, 13/1 5μμ

Βόλος, 15/1, 6 μμ, Λέσχη

 

Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας

Αιτωλοακαρνανία, 14/1, 6.30 μμ Πανεπιστήμιο Αγρίνιο

Πάτρα, 15/1, 6 μμ, αίθουσα ΕΒΕ

 

Ήπειρος

Θεσπρωτία, 14/1, 2 μμ, Νέα Σελεύκεια

Άρτα, 14/1, 7 μμ, Επιμελητήριο

Πρέβεζα, 14/1, 7 μμ, Εργατικό Κέντρο

Γιάννενα, 15/1, 6.30 μμ, Στοά Σάρκα κτήριο β

 

Ιόνια νησιά

Κεφαλονιά, 13/1, 7μμ, Μηνιές Αργοστόλι

Ζάκυνθος, 15/1, 6 μμ, καφέ Ristretto

Λευκάδα, 16/1, 7 μμ στο γραφείο Καραβόλα 14

 

Στερεά Ελλάδα

Βοιωτία,  15/1, 6 μμ, Συνεδριακό κέντρο Αλιάρτου

Περιφέρεια Πελοποννήσου

Τρίπολη, 11/1, 7μμ, Εργατικό Κέντρο

 

Περιφέρεια Β. Αιγαίου

Σάμος, 14/1, 6μμ, Καρλόβασι

 

Περιφέρεια Ν.Αιγαίου

Κως, 14/1, 5 μμ, καφέ Πασατέμπο

Νάξος, 15/1, 12 μ, καφέ Rebel

 

Κρήτη

Ηράκλειο, 13/1, 6:30μμ, Λαχαναγορά

Χανιά, 14/1, 5 μμ, Εργατικό Κέντρο

Ρέθυμνο 15/1

 

Tags: ΤΟΠΙΚΕΣ5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: ΕκδηλώσειςΔρασεις-Εκδηλωσεις: Δρασεις-ΕκδηλωσειςΗμερομηνία: 15/01/2023 - 19:45

ΝΑΡ: 10 θέσεις για την αντικαπιταλιστική αριστερά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

ΔΕΚΑ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

1.   Το πολιτικό ερώτημα που κρίνεται στην ελληνική κοινωνία τόσο στις πολιτικές μάχες του εργατικού και λαϊκού κινήματος όσο και στις εκλογές είναι: θα συνεχιστεί και θα κλιμακωθεί η πολιτική του κεφαλαίου, της ΕΕ και των ΝΑΤΟ-ΗΠΑ, πολιτική επίθεσης στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα, πολέμου, αυταρχισμού και περιβαλλοντικής καταστροφής ή θα μπει φρένο σε αυτή την πορεία, θα μπουν βάσεις για την ανάσχεση και την ανατροπή της, ανοίγοντας ένα ριζικά διαφορετικό δρόμο για την ελληνική κοινωνία;

Την πολιτική του κεφαλαίου υπηρετεί προφανώς η άθλια κυβέρνηση της ΝΔ. Με τον πιο κυνικό τρόπο επιτέθηκε στους εργαζόμενους και τη νεολαία, επιχείρησε να αξιοποιήσει την πανδημία για να επιβάλει «σιγή νεκροταφείου» στο λαϊκό κίνημα, συμμετέχει στον πόλεμο στην Ουκρανία, ξεπουλάει τα δημόσια αγαθά, δίνει τα πάντα στις επιχειρήσεις, γιγάντωσε την αστυνομική βία, τις παρακολουθήσεις, τη διαφθορά.

Εντός του ίδιου πλαισίου κινείται η πρόταση της «προοδευτικής διακυβέρνησης» ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Μια πρόταση που δεν υπόσχεται παρά μια στοιχειώδη «ανακούφιση» μέσα στο όρια της συμμόρφωσης με τις επιταγές της ΕΕ, τη «στρατηγική σχέση» με ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Η πρόταση αυτή είναι πολύ πίσω από ότι έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Ένας ΣΥΡΙΖΑ, και ακόμα περισσότερο το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, που έκανε τέσσερα χρόνια πλάτη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, που ψήφισε πάνω απ τα μισά νομοσχέδιά της, που έλειπε από κάθε κρίσιμη κινηματική μάχη, αφήνοντας ανεμπόδιστη ουσιαστικά την επίθεση.

Γι αυτό το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» είναι ψεύτικο. Η «πρώτη φορά αριστερά» πήρε την κυβέρνηση για να καταργήσει τα Μνημόνια «με ένα άρθρο και ένα νόμο» και οδήγησε στην σταθεροποίηση του «μνημονιακού κεκτημένου» που έμεινε ανέπαφο. Έτσι ο Τσίπρας έφερε τον Μητσοτάκη και η μνημονιακή-αστική διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την άθλια κυβέρνηση της ΝΔ. Δεν θα ξαναδούμε το ίδιο έργο, σε μια ακόμα χειρότερη εκδοχή. Παλεύουμε για να ενισχυθούν οι δυνάμεις που είναι «εκτός πλαισίου», εκτός του φαύλου κύκλου της αστικής κυβερνητικής εναλλαγής.

Επομένως βασικός πολιτικός στόχος σήμερα είναι η πάλη για την ανατροπή της πολιτικής και της κυβέρνησης της ΝΔ, της επίθεσης κεφαλαίου-ΕΕ-ΝΑΤΟ και της συναίνεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ, με την δύναμη του ανατρεπτικού πολιτικοποιημένου εργατικού και λαϊκού κινήματος και μιας ισχυρής αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς.

2.   Η σύμπλευση των βασικών αστικών πολιτικών δυνάμεων δεν είναι τυχαία. Πηγάζει από την ίδια την εποχή, που είναι εποχή πολύπλευρης κρίσης του καπιταλισμού, πολέμων του κεφαλαίου, διαρκούς «κατάστασης πολιορκίας» των λαϊκών και δημοκρατικών ελευθεριών, πολιτικών αναταραχών.. Στην εποχή των μεγάλων αντιθέσεων ο καθένας διαλέγει «χαράκωμα». Το κεφάλαιο ενισχύει τη θωράκιση και τα τα όπλα του..

Το ίδιο πρέπει να κάνουν και «οι κάτω». Αγώνες ξεσπάνε και μάλιστα μεγάλοι, αλλά το στρατόπεδο των «κάτω» δεν έχει μπορέσει να συγκροτηθεί έως τώρα και να εκφραστεί πολιτικά, σε μια μεγάλη δύναμη αντίστασης και ανατροπής.

Το κύμα των «πλατιών αριστερών κομμάτων» και των «αριστερών κυβερνήσεων», που στην προηγούμενη φάση επικαλέστηκε αυτή την ανάγκη, ενσωματώθηκε σκορπώντας απογοήτευση, γιατί η πολιτική του δεν ήρθε σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές του συστήματος, αφομοιώθηκε και το υπηρέτησε. Προβάλλοντας την «ανακούφιση», έφερε πολιτική ασφυξία. Προβάλλοντας το «μικρότερο κακό», έφερε το μεγαλύτερο.

 

Το βάθος της κρίσης και των αντιθέσεων κάνει αντικειμενικά πιο επίκαιρη την ανάγκη της συνολικής ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής, της επαναστατικής αλλαγής, την ανάγκη για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό της εποχής μας. Ενδιάμεσες «λύσεις» μέσα στα πλαίσια της σημερινής κατάστασης δεν μπορούν να υπάρξουν.

 

3.   Επομένως το κρίσιμο ζήτημα σήμερα είναι η συσπείρωση των αγωνιστών, των ρευμάτων και των δυνάμεων που θέλουν να παλέψουν ενάντια στον δολοφονικό καπιταλισμό της εποχής μας, για το ψωμί, την ειρήνη και την ελευθερία των λαών, ενάντια στα κέρδη, τους ανταγωνισμούς και τους πολέμους του κεφαλαίου, από θέσεις ανατροπής της πολιτικής του κεφαλαίου, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των κυβερνήσεών τους. Υπερασπιζόμενες την ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά, απορρίπτοντας λογικές φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Η συσπείρωση των δυνάμεων που θέλουν να χαράξουν από σήμερα κιόλας μια πορεία σταθερής πολιτικής συνεργασίας, διαλόγου και κοινής δράσης, που θα οδηγήσει στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο που απαιτεί η εποχή μας.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την πορεία.

 

4.   Μέσα στις μάχες του προηγούμενου διαστήματος ξεχώρισε ένα σημαντικό, μαζικό, μάχιμο ρεύμα αγωνιστών και αγωνιστριών, που τις έδωσε αποφασιστικά. Το ριζοσπαστικό αυτό ρεύμα πήρε κυριολεκτικά «πάνω του» ορισμένες από τις πιο σοβαρές (υγεία, πανεπιστημιακή αστυνομία, μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες στην δύσκολη περίοδο της πανδημίας, εκπαίδευση) ενώ έχει δείξει αξιόλογη συσπείρωση δυνάμεων στον δρόμο στο εργατικό κίνημα (βλ ανεξάρτητες εργατικές συγκεντρώσεις σε Χαυτεία, Καμάρα κλπ).

Το πολιτικό ερώτημα είναι το αν αυτός ο κόσμος θα κάνει βήμα πολιτικής-προγραμματικής συγκρότησης και ενοποίησης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, στον δρόμο για ένα ισχυρό μέτωπο-πόλο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ή θα γίνει αιμοδότης σχεδίων διαχείρισης του καπιταλισμού, «διόρθωσης» της σημερινής κατάστασης και τελικά ενίσχυσής των «δημοκρατικών δυνάμεων», επαναλαμβάνοντας την καταστροφική εμπειρία της ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ και από δυνάμεις της «άλλης αριστεράς».

Πάνω σε αυτή την βάση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα για μια πλατιά αντικαπιταλιστική ενότητα.

Απευθυνόμαστε στις δυνάμεις με τις οποίες υπάρχει μια βασική συμφωνία στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα, απορρίπτουν την πολιτική-εκλογική συνεργασία με τη ρεφορμιστική αριστερά, έχουν διαμορφωθεί συναγωνιστικές εμπειρίες και μια κοινή πορεία το προηγούμενο διάστημα.

Αυτό το κάλεσμα αποτελεί ένα φιλόδοξο και ρεαλιστικό κάλεσμα αρχών, από τώρα, για τις εκλογές και για μετά τις εκλογές. Το απευθύνουμε σε οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, στο ευρύτερο μαχόμενο δυναμικό των κοινωνικο-πολιτικών συλλογικοτήτων, στην ταξική πτέρυγα, στις ανατρεπτικές τάσεις της νέας βάρδιας και ειδικά στη πρωτοπόρα ζώνη των αγωνιστών/στριών που κατανοούν την ανάγκη συνολικής παρέμβασης του αντικαπιταλιστικού ρεύματος.

5.   Η πολιτική-προγραμματική βάση μιας πλατιάς αντικαπιταλιστικής ενότητας δεν είναι μια αυθαίρετη επιλογή, ένα επιλεκτικό πρόγραμμα «σημείων προς διαπραγμάτευση». Ορίζεται από τα σοβαρά ζητήματα που μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη στην ταξική πάλη, τις απαντήσεις από την σκοπιά της εργαζόμενης πλειοψηφίας, σε σύνδεση με την δική μας επαναστατική προοπτική, την στρατηγική του αντίπαλου.

Έτσι, για παράδειγμα, η πάλη για ριζική βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης και του λαού δίνεται από την σκοπιά της πάλης ενάντια στην εκμετάλλευση στην κατεύθυνση της κατάργησης της. Ο κρίσιμος αγώνας για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών σημαίνει εθνικοποιήσεις των βασικών τομέων της οικονομίας χωρίς αποζημίωση και υπό εργατικό έλεγχο, πάλη ενάντια στην μεγάλη καπιταλιστική ιδιοκτησία στην κατεύθυνση της κατάργησης και της κοινωνικοποίησής της.

Ο αγώνας για την υπεράσπιση της ειρήνης απαιτεί ξεκάθαρη εκτίμηση για τον αντιδραστικό χαρακτήρα των ανταγωνισμών των δύο ιμπεριαλιστικών πόλων (που αντιπαλεύουν σήμερα στην Ουκρανία) και των αστικών τάξεων (όπως του αντιδραστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού) και αγώνα εναντίον τους. Για να πάψει κάθε εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο στην Ουκρανία, για ακύρωση των νέων υπέρογκων εξοπλιστικών προγραμμάτων, έξοδο από το ΝΑΤΟ και τον ευρωστρατό, για την κοινή διεθνιστική πάλη των λαών.

Η αντικαπιταλιστική αριστερά αποκαλύπτει τον αντιδραστικό ρόλο της ΕΕ, σαν πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό μηχανισμό της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Αντιπαλεύει τις αυταπάτες ότι αλλάζει, μεταρρυθμίζεται με «ρεαλιστικές προτάσεις». Η ανατροπή του καθεστώτος της διαρκούς μνημονιακής επιτροπείας σημαίνει εδώ και τώρα αγώνα για αντικαπιταλιστική ρήξη/έξοδο από την ΕΕ, διαγραφή του δημόσιου χρέους και του ιδιωτικού χρέους των φτωχών νοικοκυριών.

Δίνει την μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες, ενάντια στο αστικό κράτος στην κατεύθυνση της συντριβής του για την εργατική εξουσία-δημοκρατία.

Παλεύει πρωτοπόρα για ανθρώπινο περιβάλλον και την προστασία της φύσης από την υπερεκμετάλλευση του κεφαλαίου, που προκαλεί κλιματική αλλαγή και περιβαλλοντική καταστροφή είτε με τις νέες εξορύξεις ορυκτών πόρων είτε με την «πράσινη μετάβαση».

Παλεύει για τη διατροφική επάρκεια, με ενίσχυση της μικρομεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, με προσανατολισμό στις λαϊκές ανάγκες, έξω απ΄ τις επιταγές της ΚΑΠ και τους κανονισμούς της ΕΕ , ενάντια στις πολυεθνικές των τροφίμων.

Παλεύει ενάντια στον ρατσισμό, την Ευρώπη φρούριο, για το δικαίωμα στο άσυλο, για ελευθερίες και ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες.

Αγωνίζεται για την ισότητα των φύλων, ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου και κάθε διάκριση λόγω φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί από «αριστερές» ή «προοδευτικές» κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού, χωρίς ρήξη με το αστικό κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς.

Η τοποθέτηση αυτή έχει μεγάλη πολιτική σημασία. Η επαναφορά προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για μια «προοδευτική διακυβέρνηση» για να «φύγει η Δεξιά», θα οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες τραγωδίες, όπως δείχνει η εμπειρία από την Ελλάδα, την Ευρώπη, την Λατινική Αμερική, ανοίγοντας τελικά τον δρόμο στην ακροδεξιά. Το πρόγραμμα που παλεύουμε, μπορεί να υλοποιηθεί στην πληρότητά του μέσα από την ρήξη με το κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς, από αντικαπιταλιστική επανάσταση που οδηγεί στην εξουσία των ίδιων των εργαζόμενων.

6.   Αυτός ο αγώνας απαιτεί την συγκρότηση μιας ανεξάρτητης από το σύστημα, μαζικής, μαχητικής, ενωτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς, σε διαχωρισμό από την ρεφορμιστική Αριστερά. Η κοινή δράση στη βάση αρχών για την ανάπτυξη του κινήματος πρέπει σίγουρα να δυναμώσει. Για να αλλάξουν όμως τα πράγματα στην Αριστερά, απαιτείται η συγκρότηση ενός αυτοτελούς ισχυρού πόλου της αντικαπιταλιστικής κι επαναστατικής Αριστεράς, σε διάκριση με τον ρεφορμισμό του ΚΚΕ και την ευρώ-τεχνοκρατική πολιτική του ΜέΡΑ25.

Γιατί πράγματι η πολιτική της ταξικής συνεργασίας, της δήθεν «ρεαλιστικής απειθαρχίας» στο πλαίσιο της ΕΕ και των ευρωμνημονίων, του ΝΑΤΟ, που προβάλλει το ΜΕΡΑ25, οι προτάσεις «πράσινης», «υγιούς» επιχειρηματικότητας και οι προτάσεις για μια «άλλη προοδευτική κυβέρνηση» προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ δεν ξεφεύγουν από μια «πράσινη», σοσιαλδημοκρατική διαχείριση του καπιταλισμού.

Γιατί η πολιτική του ΚΚΕ , παρά την κομμουνιστική φιλολογία, αρνείται την αμεσότητα των πολιτικών στόχων ρήξης με τις επιλογές του συστήματος, (πχ εθνικοποιήσεις των βασικών τομέων της οικονομίας, ρήξη / έξοδο με την ΕΕ, πάλη ενάντια στον «ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό» κλπ) και έτσι δεν μπορεί να ανοίξει ένα ριζικά διαφορετικό δρόμο.

Η ΛΑΕ έχει σαν «πρότυπο» την σοσιαλδημοκρατία τύπου «Μελανσόν», «Λούλα» κλπ, ένα ανέφικτο πρόγραμμα μιας «εφικτής» φιλολαϊκής διαχείρισης της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Με αυτή την πολιτική γίνεται αντικειμενικά συμπλήρωμα στη ρεφορμιστική αριστερά. Από αυτή την λογική πηγάζουν οι προτάσεις πολιτικής συνεργασίας με το ΜΕΡΑ25. Δεν χρειαζόμαστε έναν νέο ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε ήδη έναν!

Το θόλωμα της διάκρισης ανάμεσα στην ρεφορμιστική και στην αντικαπιταλιστική – επαναστατική αριστερά, μέσα από τις προτάσεις πολιτικής, προγραμματικής και εκλογικής ενότητας, οδηγούν σε άρνηση της βάσης συγκρότησής της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, υπονόμευση της ανεξάρτητης ύπαρξής της και προοπτικά διάλυσής της, όπως έγινε πολλές φορές τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς.

7.   Για να υπερασπίσουμε τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα, για να ανοίξουν δρόμοι ανατροπής της αστικής πολιτικής και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας χρειάζεται η ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Μαζικοί και μαχητικοί αγώνες με στόχο να αποσπάσουν νίκες, όπως είχαμε το προηγούμενο διάστημα (Εκπαίδευση, Υγεία, Cosco, Μαλαματίνα, e-food, πλαστικά Καβάλας κα). Πολιτικό εργατικό κίνημα με στόχο να «ταρακουνήσει» την (κάθε) κυβέρνηση, να αμφισβητεί την ουσία της πολιτικής της, να μην φοβάται να δημιουργήσει «πολιτικό πρόβλημα».

Όταν μετά την μεγαλειώδη απεργία και διαδήλωση στις 9 Νοέμβρη δεν υπάρχει καμία συνέχεια και κλιμάκωση δεν φταίει ο «συσχετισμός», ο «κόσμος», αλλά η ξεπουλημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και η τακτική του ΠΑΜΕ να κινείται στα όριά της. Η αλλαγή των συσχετισμών μέσα στο εργατικό-λαικό κίνημα προϋποθέτει μια πλατιά συσπείρωση σωματείων, επιτροπών αγώνα, συνδικαλιστών, ένα κέντρο αγώνα, εργαζόμενων για να συμβάλλει στην αντεπίθεση του κινήματος, στην σύγκρουση με τη γραφειοκρατία, στην υπέρβαση όσων μένουν με τον συμβιβασμό μαζί της.

 

8.  Απέναντι σε αυτή την λογική συγκρότησης/συσπείρωσης/αντεπίθεσης του αντικαπιταλιστικού-επαναστατικού ρεύματος στέκονται άλλες πολιτικές επιλογές.

Άλλες δυνάμεις βλέπουν την σημερινή αντικαπιταλιστική αριστερά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σαν «ανεπαρκή» και επιλέγουν τον δρόμο της αποχώρησης, της «επιστροφής» αποκλειστικά στον χώρο και της κατά περίπτωση προσκόλλησης σε άλλα σχέδια (πχ ΑΡΙΣ με ΠΑΜΕ στο εργατικό κίνημα).

Για άλλες απόψεις, όπως αυτές που υποστηρίζει το ΣΕΚ, η ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής αριστεράς, «περνάει» μέσα από το «τράβηγμα» όλης της «ριζοσπαστικής αριστεράς» «χωρίς αποκλεισμούς» σε μια ενιαία πολιτική-εκλογική παρέμβαση. Η άποψη αυτή υποτιμάει, την ανασυγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, επιλογή που εκφράστηκε με την άρνηση για πάνω από 6 μήνες συνεδρίασης των ΤΕ με σοβαρό αντίκτυπο στη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Παραγνωρίζει τις αντιτιθέμενες και ασύμβατες μεταξύ τους γραμμές και αντιλήψεις που υπάρχουν στην «εξωκοινοβουλευτική αριστερά» ανάμεσα στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο και το ρεφορμιστικό πρόγραμμα («ανακούφιση» μέσα στα σημερινά πλαίσια) και που επιδιώκει συμμαχίες με τη σοσιαλδημοκρατία («μεγάλη αριστερά» τύπου Μελανσόν-Λούλα κλπ). Έτσι αυτός ο «διάλογος» και οι «ενωτικές πρωτοβουλίες» καταλήγουν τελικά σε μια διαδικασία σύγχυσης, αφοπλισμού της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και άρνησης υλοποίησης υπαρκτών δυνατοτήτων ενότητας με εκείνες τις δυνάμεις με τις οποίες έχουν διαμορφωθεί κοινές θέσεις.

9.  Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα παρέμβει και στις εθνικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν. Η εκλογική παρέμβαση από την σκοπιά μας γίνεται για τη συσπείρωση δυνάμεων στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, για την συμβολή στην πορεία οικοδόμησης του αντικαπιταλιστικού μετώπου.

Απευθύνουμε ανοιχτό κάλεσμα προς όλες τις δυνάμεις να τοποθετηθούν θετικά υπέρ της ανάγκης για μια ισχυρή ενωτική παρέμβαση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στις επερχόμενες πολιτικές μάχες και τις εκλογές, για ένα ισχυρό μέτωπο αύριο και να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Με βάση όλες τις διεργασίες που έχουν γίνει έως τώρα, με τις μέχρι τώρα θέσεις και πρακτική των δυνάμεων της ΛΑΕ και ειδικά την θέση για πολιτική και εκλογική συμπόρευση με «όλη την αριστερά», ιδίως τις δυνάμεις του ΜΕΡΑ 25, δεν υπάρχουν περιθώρια πολιτικής συνεργασίας με τις δυνάμεις του χώρου αυτού.

10. Μέσα στις πρωτόγνωρες καταστάσεις και προβλήματα, των τελευταίων χρόνων η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τα πολύ σημαντικά της προβλήματα, έδωσε μεγάλη μάχη και με τις θέσεις και την πρακτική της, άφησε το στίγμα της στην αριστερά.

-      Την περίοδο της πανδημίας, έδωσε την μάχη ενάντια στον οδοστρωτήρα που επιχείρησε να περάσει η κυβέρνηση της ΝΔ πάνω από το κίνημα, αποκαλύπτοντας ότι τα μέτρα της κυβέρνησης δεν είχαν «υγειονομική», αλλά κατασταλτική στόχευση! Συγκρούστηκε τόσο με την υποταγή και συμμόρφωση στις κυβερνητικές «επιστημονικές επιτροπές» όσο και με τον ανορθολογισμό των «αρνητών της πανδημίας». Έτσι δεν πέρασε το καταστροφικό «θα λογαριαστούμε μετά» του ΣΥΡΙΖΑ και δυνάμεων της αριστεράς και της αναρχίας.

-      Την περίοδο του πολέμου στην Ουκρανία καθόρισε σωστά τον χαρακτήρα του σαν πόλεμο μεταξύ κεφαλαίων και ιμπεριαλιστικών κέντρων, αντιδραστικό απ όλες τις πλευρές σε αντίθεση με μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής αριστεράς που τάχθηκαν με το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τα αστικά κράτη, και αρκετές δυνάμεις της ελληνικής αριστεράς που ταυτίζονται ή στηρίζουν τον ρώσικο καπιταλισμό.

-      Έχει κρατήσει ταξική-διεθνιστική στάση στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό σε αντίθεση με τη ρεφορμιστική αριστερά που ευθυγραμμίζεται με την «εθνική γραμμή» στο όνομα της προστασίας των «κυριαρχικών δικαιωμάτων».

-      Αντιμετώπισε την βαθιά αντιδραστική στροφή του πολιτικού συστήματος και της κυβέρνησης από την σκοπιά της συνολικής πάλης με το κράτος αντί να την υποβαθμίσει (ΚΚΕ) ή να την αντιμετωπίσει από την σκοπιά των δημοκρατικών δυνάμεων (ΛΑΕ).

-      Αντιμετώπισε με θάρρος την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική υστερία παλεύοντας για «ανοιχτά σύνορα» για τους πρόσφυγες, όταν η πλειοψηφία της αριστεράς έβλεπε μόνο «εργαλειοποίηση» του μεταναστευτικού» από τον Ερντογάν.

-      Έχει αντικαπιταλιστική ανάλυση στο τεράστιο πρόβλημα του περιβάλλοντος με μάχη ενάντια στον «γκρι» και τον «πράσινο» καπιταλισμό, σε αντίθεση με άλλες δυνάμεις που «σπρώχνονται» στην γειτονιά του «οικοκαπιταλισμού» (ΜΕΡΑ25) ή υποβαθμίζουν την κλιματική αλλαγή (ΚΚΕ, ΛΑΕ).

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει οικοδομήσει ένα πολύτιμο, αναγνωρίσιμο, διακριτό και αυτοτελές πολιτικό ρεύμα. Θέλουμε το ρεύμα αυτό να πάει παρακάτω. Να κερδίσει νέο κόσμο και αγωνιστές. Να οργανωθεί καλύτερα. Να γίνει πιο μαζικό, ταξικό, ορατό. Γι αυτό απαιτούνται καθαρές θέσεις και απαντήσεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, φιλοδοξούμε, να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο της εποχής μας.

Στην Ιταλία, πολλοί είπαν ότι η ακροδεξιά και οι φασίστες ήταν εκεί για να λένε ότι «για την κρίση φταίνε οι ξένοι». Όμως η Αριστερά δεν ήταν εκεί για να πει ότι για την κρίση φταίνε οι πλούσιοι. Ε λοιπόν εμείς φιλοδοξούμε να είμαστε εκεί, να το φωνάξουμε και να το παλέψουμε!

 

ΝΑΡ για την ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Ιανουάριος 2023

Categories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 14/01/2023 - 00:15

ΝΑΡ: 10 θέσεις για την αντικαπιταλιστική αριστερά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

ΔΕΚΑ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

1.   Το πολιτικό ερώτημα που κρίνεται στην ελληνική κοινωνία τόσο στις πολιτικές μάχες του εργατικού και λαϊκού κινήματος όσο και στις εκλογές είναι: θα συνεχιστεί και θα κλιμακωθεί η πολιτική του κεφαλαίου, της ΕΕ και των ΝΑΤΟ-ΗΠΑ, πολιτική επίθεσης στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα, πολέμου, αυταρχισμού και περιβαλλοντικής καταστροφής ή θα μπει φρένο σε αυτή την πορεία, θα μπουν βάσεις για την ανάσχεση και την ανατροπή της, ανοίγοντας ένα ριζικά διαφορετικό δρόμο για την ελληνική κοινωνία;

Την πολιτική του κεφαλαίου υπηρετεί προφανώς η άθλια κυβέρνηση της ΝΔ. Με τον πιο κυνικό τρόπο επιτέθηκε στους εργαζόμενους και τη νεολαία, επιχείρησε να αξιοποιήσει την πανδημία για να επιβάλει «σιγή νεκροταφείου» στο λαϊκό κίνημα, συμμετέχει στον πόλεμο στην Ουκρανία, ξεπουλάει τα δημόσια αγαθά, δίνει τα πάντα στις επιχειρήσεις, γιγάντωσε την αστυνομική βία, τις παρακολουθήσεις, τη διαφθορά.

Εντός του ίδιου πλαισίου κινείται η πρόταση της «προοδευτικής διακυβέρνησης» ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Μια πρόταση που δεν υπόσχεται παρά μια στοιχειώδη «ανακούφιση» μέσα στο όρια της συμμόρφωσης με τις επιταγές της ΕΕ, τη «στρατηγική σχέση» με ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Η πρόταση αυτή είναι πολύ πίσω από ότι έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Ένας ΣΥΡΙΖΑ, και ακόμα περισσότερο το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, που έκανε τέσσερα χρόνια πλάτη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, που ψήφισε πάνω απ τα μισά νομοσχέδιά της, που έλειπε από κάθε κρίσιμη κινηματική μάχη, αφήνοντας ανεμπόδιστη ουσιαστικά την επίθεση.

Γι αυτό το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» είναι ψεύτικο. Η «πρώτη φορά αριστερά» πήρε την κυβέρνηση για να καταργήσει τα Μνημόνια «με ένα άρθρο και ένα νόμο» και οδήγησε στην σταθεροποίηση του «μνημονιακού κεκτημένου» που έμεινε ανέπαφο. Έτσι ο Τσίπρας έφερε τον Μητσοτάκη και η μνημονιακή-αστική διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την άθλια κυβέρνηση της ΝΔ. Δεν θα ξαναδούμε το ίδιο έργο, σε μια ακόμα χειρότερη εκδοχή. Παλεύουμε για να ενισχυθούν οι δυνάμεις που είναι «εκτός πλαισίου», εκτός του φαύλου κύκλου της αστικής κυβερνητικής εναλλαγής.

Επομένως βασικός πολιτικός στόχος σήμερα είναι η πάλη για την ανατροπή της πολιτικής και της κυβέρνησης της ΝΔ, της επίθεσης κεφαλαίου-ΕΕ-ΝΑΤΟ και της συναίνεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ, με την δύναμη του ανατρεπτικού πολιτικοποιημένου εργατικού και λαϊκού κινήματος και μιας ισχυρής αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς.

2.   Η σύμπλευση των βασικών αστικών πολιτικών δυνάμεων δεν είναι τυχαία. Πηγάζει από την ίδια την εποχή, που είναι εποχή πολύπλευρης κρίσης του καπιταλισμού, πολέμων του κεφαλαίου, διαρκούς «κατάστασης πολιορκίας» των λαϊκών και δημοκρατικών ελευθεριών, πολιτικών αναταραχών.. Στην εποχή των μεγάλων αντιθέσεων ο καθένας διαλέγει «χαράκωμα». Το κεφάλαιο ενισχύει τη θωράκιση και τα τα όπλα του..

Το ίδιο πρέπει να κάνουν και «οι κάτω». Αγώνες ξεσπάνε και μάλιστα μεγάλοι, αλλά το στρατόπεδο των «κάτω» δεν έχει μπορέσει να συγκροτηθεί έως τώρα και να εκφραστεί πολιτικά, σε μια μεγάλη δύναμη αντίστασης και ανατροπής.

Το κύμα των «πλατιών αριστερών κομμάτων» και των «αριστερών κυβερνήσεων», που στην προηγούμενη φάση επικαλέστηκε αυτή την ανάγκη, ενσωματώθηκε σκορπώντας απογοήτευση, γιατί η πολιτική του δεν ήρθε σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές του συστήματος, αφομοιώθηκε και το υπηρέτησε. Προβάλλοντας την «ανακούφιση», έφερε πολιτική ασφυξία. Προβάλλοντας το «μικρότερο κακό», έφερε το μεγαλύτερο.

 

Το βάθος της κρίσης και των αντιθέσεων κάνει αντικειμενικά πιο επίκαιρη την ανάγκη της συνολικής ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής, της επαναστατικής αλλαγής, την ανάγκη για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό της εποχής μας. Ενδιάμεσες «λύσεις» μέσα στα πλαίσια της σημερινής κατάστασης δεν μπορούν να υπάρξουν.

 

3.   Επομένως το κρίσιμο ζήτημα σήμερα είναι η συσπείρωση των αγωνιστών, των ρευμάτων και των δυνάμεων που θέλουν να παλέψουν ενάντια στον δολοφονικό καπιταλισμό της εποχής μας, για το ψωμί, την ειρήνη και την ελευθερία των λαών, ενάντια στα κέρδη, τους ανταγωνισμούς και τους πολέμους του κεφαλαίου, από θέσεις ανατροπής της πολιτικής του κεφαλαίου, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των κυβερνήσεών τους. Υπερασπιζόμενες την ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά, απορρίπτοντας λογικές φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Η συσπείρωση των δυνάμεων που θέλουν να χαράξουν από σήμερα κιόλας μια πορεία σταθερής πολιτικής συνεργασίας, διαλόγου και κοινής δράσης, που θα οδηγήσει στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο που απαιτεί η εποχή μας.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την πορεία.

 

4.   Μέσα στις μάχες του προηγούμενου διαστήματος ξεχώρισε ένα σημαντικό, μαζικό, μάχιμο ρεύμα αγωνιστών και αγωνιστριών, που τις έδωσε αποφασιστικά. Το ριζοσπαστικό αυτό ρεύμα πήρε κυριολεκτικά «πάνω του» ορισμένες από τις πιο σοβαρές (υγεία, πανεπιστημιακή αστυνομία, μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες στην δύσκολη περίοδο της πανδημίας, εκπαίδευση) ενώ έχει δείξει αξιόλογη συσπείρωση δυνάμεων στον δρόμο στο εργατικό κίνημα (βλ ανεξάρτητες εργατικές συγκεντρώσεις σε Χαυτεία, Καμάρα κλπ).

Το πολιτικό ερώτημα είναι το αν αυτός ο κόσμος θα κάνει βήμα πολιτικής-προγραμματικής συγκρότησης και ενοποίησης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, στον δρόμο για ένα ισχυρό μέτωπο-πόλο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ή θα γίνει αιμοδότης σχεδίων διαχείρισης του καπιταλισμού, «διόρθωσης» της σημερινής κατάστασης και τελικά ενίσχυσής των «δημοκρατικών δυνάμεων», επαναλαμβάνοντας την καταστροφική εμπειρία της ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ και από δυνάμεις της «άλλης αριστεράς».

Πάνω σε αυτή την βάση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα για μια πλατιά αντικαπιταλιστική ενότητα.

Απευθυνόμαστε στις δυνάμεις με τις οποίες υπάρχει μια βασική συμφωνία στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα, απορρίπτουν την πολιτική-εκλογική συνεργασία με τη ρεφορμιστική αριστερά, έχουν διαμορφωθεί συναγωνιστικές εμπειρίες και μια κοινή πορεία το προηγούμενο διάστημα.

Αυτό το κάλεσμα αποτελεί ένα φιλόδοξο και ρεαλιστικό κάλεσμα αρχών, από τώρα, για τις εκλογές και για μετά τις εκλογές. Το απευθύνουμε σε οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, στο ευρύτερο μαχόμενο δυναμικό των κοινωνικο-πολιτικών συλλογικοτήτων, στην ταξική πτέρυγα, στις ανατρεπτικές τάσεις της νέας βάρδιας και ειδικά στη πρωτοπόρα ζώνη των αγωνιστών/στριών που κατανοούν την ανάγκη συνολικής παρέμβασης του αντικαπιταλιστικού ρεύματος.

5.   Η πολιτική-προγραμματική βάση μιας πλατιάς αντικαπιταλιστικής ενότητας δεν είναι μια αυθαίρετη επιλογή, ένα επιλεκτικό πρόγραμμα «σημείων προς διαπραγμάτευση». Ορίζεται από τα σοβαρά ζητήματα που μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη στην ταξική πάλη, τις απαντήσεις από την σκοπιά της εργαζόμενης πλειοψηφίας, σε σύνδεση με την δική μας επαναστατική προοπτική, την στρατηγική του αντίπαλου.

Έτσι, για παράδειγμα, η πάλη για ριζική βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης και του λαού δίνεται από την σκοπιά της πάλης ενάντια στην εκμετάλλευση στην κατεύθυνση της κατάργησης της. Ο κρίσιμος αγώνας για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών σημαίνει εθνικοποιήσεις των βασικών τομέων της οικονομίας χωρίς αποζημίωση και υπό εργατικό έλεγχο, πάλη ενάντια στην μεγάλη καπιταλιστική ιδιοκτησία στην κατεύθυνση της κατάργησης και της κοινωνικοποίησής της.

Ο αγώνας για την υπεράσπιση της ειρήνης απαιτεί ξεκάθαρη εκτίμηση για τον αντιδραστικό χαρακτήρα των ανταγωνισμών των δύο ιμπεριαλιστικών πόλων (που αντιπαλεύουν σήμερα στην Ουκρανία) και των αστικών τάξεων (όπως του αντιδραστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού) και αγώνα εναντίον τους. Για να πάψει κάθε εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο στην Ουκρανία, για ακύρωση των νέων υπέρογκων εξοπλιστικών προγραμμάτων, έξοδο από το ΝΑΤΟ και τον ευρωστρατό, για την κοινή διεθνιστική πάλη των λαών.

Η αντικαπιταλιστική αριστερά αποκαλύπτει τον αντιδραστικό ρόλο της ΕΕ, σαν πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό μηχανισμό της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Αντιπαλεύει τις αυταπάτες ότι αλλάζει, μεταρρυθμίζεται με «ρεαλιστικές προτάσεις». Η ανατροπή του καθεστώτος της διαρκούς μνημονιακής επιτροπείας σημαίνει εδώ και τώρα αγώνα για αντικαπιταλιστική ρήξη/έξοδο από την ΕΕ, διαγραφή του δημόσιου χρέους και του ιδιωτικού χρέους των φτωχών νοικοκυριών.

Δίνει την μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες, ενάντια στο αστικό κράτος στην κατεύθυνση της συντριβής του για την εργατική εξουσία-δημοκρατία.

Παλεύει πρωτοπόρα για ανθρώπινο περιβάλλον και την προστασία της φύσης από την υπερεκμετάλλευση του κεφαλαίου, που προκαλεί κλιματική αλλαγή και περιβαλλοντική καταστροφή είτε με τις νέες εξορύξεις ορυκτών πόρων είτε με την «πράσινη μετάβαση».

Παλεύει για τη διατροφική επάρκεια, με ενίσχυση της μικρομεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, με προσανατολισμό στις λαϊκές ανάγκες, έξω απ΄ τις επιταγές της ΚΑΠ και τους κανονισμούς της ΕΕ , ενάντια στις πολυεθνικές των τροφίμων.

Παλεύει ενάντια στον ρατσισμό, την Ευρώπη φρούριο, για το δικαίωμα στο άσυλο, για ελευθερίες και ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες.

Αγωνίζεται για την ισότητα των φύλων, ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου και κάθε διάκριση λόγω φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί από «αριστερές» ή «προοδευτικές» κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού, χωρίς ρήξη με το αστικό κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς.

Η τοποθέτηση αυτή έχει μεγάλη πολιτική σημασία. Η επαναφορά προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για μια «προοδευτική διακυβέρνηση» για να «φύγει η Δεξιά», θα οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες τραγωδίες, όπως δείχνει η εμπειρία από την Ελλάδα, την Ευρώπη, την Λατινική Αμερική, ανοίγοντας τελικά τον δρόμο στην ακροδεξιά. Το πρόγραμμα που παλεύουμε, μπορεί να υλοποιηθεί στην πληρότητά του μέσα από την ρήξη με το κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς, από αντικαπιταλιστική επανάσταση που οδηγεί στην εξουσία των ίδιων των εργαζόμενων.

6.   Αυτός ο αγώνας απαιτεί την συγκρότηση μιας ανεξάρτητης από το σύστημα, μαζικής, μαχητικής, ενωτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς, σε διαχωρισμό από την ρεφορμιστική Αριστερά. Η κοινή δράση στη βάση αρχών για την ανάπτυξη του κινήματος πρέπει σίγουρα να δυναμώσει. Για να αλλάξουν όμως τα πράγματα στην Αριστερά, απαιτείται η συγκρότηση ενός αυτοτελούς ισχυρού πόλου της αντικαπιταλιστικής κι επαναστατικής Αριστεράς, σε διάκριση με τον ρεφορμισμό του ΚΚΕ και την ευρώ-τεχνοκρατική πολιτική του ΜέΡΑ25.

Γιατί πράγματι η πολιτική της ταξικής συνεργασίας, της δήθεν «ρεαλιστικής απειθαρχίας» στο πλαίσιο της ΕΕ και των ευρωμνημονίων, του ΝΑΤΟ, που προβάλλει το ΜΕΡΑ25, οι προτάσεις «πράσινης», «υγιούς» επιχειρηματικότητας και οι προτάσεις για μια «άλλη προοδευτική κυβέρνηση» προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ δεν ξεφεύγουν από μια «πράσινη», σοσιαλδημοκρατική διαχείριση του καπιταλισμού.

Γιατί η πολιτική του ΚΚΕ , παρά την κομμουνιστική φιλολογία, αρνείται την αμεσότητα των πολιτικών στόχων ρήξης με τις επιλογές του συστήματος, (πχ εθνικοποιήσεις των βασικών τομέων της οικονομίας, ρήξη / έξοδο με την ΕΕ, πάλη ενάντια στον «ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό» κλπ) και έτσι δεν μπορεί να ανοίξει ένα ριζικά διαφορετικό δρόμο.

Η ΛΑΕ έχει σαν «πρότυπο» την σοσιαλδημοκρατία τύπου «Μελανσόν», «Λούλα» κλπ, ένα ανέφικτο πρόγραμμα μιας «εφικτής» φιλολαϊκής διαχείρισης της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Με αυτή την πολιτική γίνεται αντικειμενικά συμπλήρωμα στη ρεφορμιστική αριστερά. Από αυτή την λογική πηγάζουν οι προτάσεις πολιτικής συνεργασίας με το ΜΕΡΑ25. Δεν χρειαζόμαστε έναν νέο ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε ήδη έναν!

Το θόλωμα της διάκρισης ανάμεσα στην ρεφορμιστική και στην αντικαπιταλιστική – επαναστατική αριστερά, μέσα από τις προτάσεις πολιτικής, προγραμματικής και εκλογικής ενότητας, οδηγούν σε άρνηση της βάσης συγκρότησής της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, υπονόμευση της ανεξάρτητης ύπαρξής της και προοπτικά διάλυσής της, όπως έγινε πολλές φορές τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς.

7.   Για να υπερασπίσουμε τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα, για να ανοίξουν δρόμοι ανατροπής της αστικής πολιτικής και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας χρειάζεται η ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Μαζικοί και μαχητικοί αγώνες με στόχο να αποσπάσουν νίκες, όπως είχαμε το προηγούμενο διάστημα (Εκπαίδευση, Υγεία, Cosco, Μαλαματίνα, e-food, πλαστικά Καβάλας κα). Πολιτικό εργατικό κίνημα με στόχο να «ταρακουνήσει» την (κάθε) κυβέρνηση, να αμφισβητεί την ουσία της πολιτικής της, να μην φοβάται να δημιουργήσει «πολιτικό πρόβλημα».

Όταν μετά την μεγαλειώδη απεργία και διαδήλωση στις 9 Νοέμβρη δεν υπάρχει καμία συνέχεια και κλιμάκωση δεν φταίει ο «συσχετισμός», ο «κόσμος», αλλά η ξεπουλημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και η τακτική του ΠΑΜΕ να κινείται στα όριά της. Η αλλαγή των συσχετισμών μέσα στο εργατικό-λαικό κίνημα προϋποθέτει μια πλατιά συσπείρωση σωματείων, επιτροπών αγώνα, συνδικαλιστών, ένα κέντρο αγώνα, εργαζόμενων για να συμβάλλει στην αντεπίθεση του κινήματος, στην σύγκρουση με τη γραφειοκρατία, στην υπέρβαση όσων μένουν με τον συμβιβασμό μαζί της.

 

8.  Απέναντι σε αυτή την λογική συγκρότησης/συσπείρωσης/αντεπίθεσης του αντικαπιταλιστικού-επαναστατικού ρεύματος στέκονται άλλες πολιτικές επιλογές.

Άλλες δυνάμεις βλέπουν την σημερινή αντικαπιταλιστική αριστερά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σαν «ανεπαρκή» και επιλέγουν τον δρόμο της αποχώρησης, της «επιστροφής» αποκλειστικά στον χώρο και της κατά περίπτωση προσκόλλησης σε άλλα σχέδια (πχ ΑΡΙΣ με ΠΑΜΕ στο εργατικό κίνημα).

Για άλλες απόψεις, όπως αυτές που υποστηρίζει το ΣΕΚ, η ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής αριστεράς, «περνάει» μέσα από το «τράβηγμα» όλης της «ριζοσπαστικής αριστεράς» «χωρίς αποκλεισμούς» σε μια ενιαία πολιτική-εκλογική παρέμβαση. Η άποψη αυτή υποτιμάει, την ανασυγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, επιλογή που εκφράστηκε με την άρνηση για πάνω από 6 μήνες συνεδρίασης των ΤΕ με σοβαρό αντίκτυπο στη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Παραγνωρίζει τις αντιτιθέμενες και ασύμβατες μεταξύ τους γραμμές και αντιλήψεις που υπάρχουν στην «εξωκοινοβουλευτική αριστερά» ανάμεσα στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο και το ρεφορμιστικό πρόγραμμα («ανακούφιση» μέσα στα σημερινά πλαίσια) και που επιδιώκει συμμαχίες με τη σοσιαλδημοκρατία («μεγάλη αριστερά» τύπου Μελανσόν-Λούλα κλπ). Έτσι αυτός ο «διάλογος» και οι «ενωτικές πρωτοβουλίες» καταλήγουν τελικά σε μια διαδικασία σύγχυσης, αφοπλισμού της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και άρνησης υλοποίησης υπαρκτών δυνατοτήτων ενότητας με εκείνες τις δυνάμεις με τις οποίες έχουν διαμορφωθεί κοινές θέσεις.

9.  Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα παρέμβει και στις εθνικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν. Η εκλογική παρέμβαση από την σκοπιά μας γίνεται για τη συσπείρωση δυνάμεων στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, για την συμβολή στην πορεία οικοδόμησης του αντικαπιταλιστικού μετώπου.

Απευθύνουμε ανοιχτό κάλεσμα προς όλες τις δυνάμεις να τοποθετηθούν θετικά υπέρ της ανάγκης για μια ισχυρή ενωτική παρέμβαση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στις επερχόμενες πολιτικές μάχες και τις εκλογές, για ένα ισχυρό μέτωπο αύριο και να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Με βάση όλες τις διεργασίες που έχουν γίνει έως τώρα, με τις μέχρι τώρα θέσεις και πρακτική των δυνάμεων της ΛΑΕ και ειδικά την θέση για πολιτική και εκλογική συμπόρευση με «όλη την αριστερά», ιδίως τις δυνάμεις του ΜΕΡΑ 25, δεν υπάρχουν περιθώρια πολιτικής συνεργασίας με τις δυνάμεις του χώρου αυτού.

10. Μέσα στις πρωτόγνωρες καταστάσεις και προβλήματα, των τελευταίων χρόνων η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τα πολύ σημαντικά της προβλήματα, έδωσε μεγάλη μάχη και με τις θέσεις και την πρακτική της, άφησε το στίγμα της στην αριστερά.

-      Την περίοδο της πανδημίας, έδωσε την μάχη ενάντια στον οδοστρωτήρα που επιχείρησε να περάσει η κυβέρνηση της ΝΔ πάνω από το κίνημα, αποκαλύπτοντας ότι τα μέτρα της κυβέρνησης δεν είχαν «υγειονομική», αλλά κατασταλτική στόχευση! Συγκρούστηκε τόσο με την υποταγή και συμμόρφωση στις κυβερνητικές «επιστημονικές επιτροπές» όσο και με τον ανορθολογισμό των «αρνητών της πανδημίας». Έτσι δεν πέρασε το καταστροφικό «θα λογαριαστούμε μετά» του ΣΥΡΙΖΑ και δυνάμεων της αριστεράς και της αναρχίας.

-      Την περίοδο του πολέμου στην Ουκρανία καθόρισε σωστά τον χαρακτήρα του σαν πόλεμο μεταξύ κεφαλαίων και ιμπεριαλιστικών κέντρων, αντιδραστικό απ όλες τις πλευρές σε αντίθεση με μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής αριστεράς που τάχθηκαν με το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τα αστικά κράτη, και αρκετές δυνάμεις της ελληνικής αριστεράς που ταυτίζονται ή στηρίζουν τον ρώσικο καπιταλισμό.

-      Έχει κρατήσει ταξική-διεθνιστική στάση στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό σε αντίθεση με τη ρεφορμιστική αριστερά που ευθυγραμμίζεται με την «εθνική γραμμή» στο όνομα της προστασίας των «κυριαρχικών δικαιωμάτων».

-      Αντιμετώπισε την βαθιά αντιδραστική στροφή του πολιτικού συστήματος και της κυβέρνησης από την σκοπιά της συνολικής πάλης με το κράτος αντί να την υποβαθμίσει (ΚΚΕ) ή να την αντιμετωπίσει από την σκοπιά των δημοκρατικών δυνάμεων (ΛΑΕ).

-      Αντιμετώπισε με θάρρος την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική υστερία παλεύοντας για «ανοιχτά σύνορα» για τους πρόσφυγες, όταν η πλειοψηφία της αριστεράς έβλεπε μόνο «εργαλειοποίηση» του μεταναστευτικού» από τον Ερντογάν.

-      Έχει αντικαπιταλιστική ανάλυση στο τεράστιο πρόβλημα του περιβάλλοντος με μάχη ενάντια στον «γκρι» και τον «πράσινο» καπιταλισμό, σε αντίθεση με άλλες δυνάμεις που «σπρώχνονται» στην γειτονιά του «οικοκαπιταλισμού» (ΜΕΡΑ25) ή υποβαθμίζουν την κλιματική αλλαγή (ΚΚΕ, ΛΑΕ).

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει οικοδομήσει ένα πολύτιμο, αναγνωρίσιμο, διακριτό και αυτοτελές πολιτικό ρεύμα. Θέλουμε το ρεύμα αυτό να πάει παρακάτω. Να κερδίσει νέο κόσμο και αγωνιστές. Να οργανωθεί καλύτερα. Να γίνει πιο μαζικό, ταξικό, ορατό. Γι αυτό απαιτούνται καθαρές θέσεις και απαντήσεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, φιλοδοξούμε, να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο της εποχής μας.

Στην Ιταλία, πολλοί είπαν ότι η ακροδεξιά και οι φασίστες ήταν εκεί για να λένε ότι «για την κρίση φταίνε οι ξένοι». Όμως η Αριστερά δεν ήταν εκεί για να πει ότι για την κρίση φταίνε οι πλούσιοι. Ε λοιπόν εμείς φιλοδοξούμε να είμαστε εκεί, να το φωνάξουμε και να το παλέψουμε!

 

ΝΑΡ για την ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Ιανουάριος 2023

Categories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 14/01/2023 - 00:15

Κείμενο θέσεων του ΣΕΚ για την 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Συντρόφισσες/οι, επισυνάπτουμε, επικαιροποιημένο, το Σχέδιο Θέσεων που κατέθεσαν οι σ. του ΣΕΚ στο ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ της 4/12/2022. Αυτή είναι η βάση της πολιτικής μας πλατφόρμας για τις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων στην 5η Συνδιάσκεψη.

 

 

ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 5Η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Η «ΠΟΛΥΚΡΙΣΗ» ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ

 

  1. . Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βαδίζει προς την 5η Συνδιάσκεψή της σε μια συγκλονιστική περίοδο όπου ο καπιταλισμός μέσα στην πολλαπλή ιστορική του κρίση συσσωρεύει τεράστιους κινδύνους  για την επιβίωσης την ανθρωπότητας, και η ανάγκη πάλης ενάντια του και επαναστατικής του υπέρβασης αποτελεί όρο για την υπεράσπιση της παγκόσμιας ειρήνης, της προστασίας του πλανήτη, των κοινωνικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτό δεν είναι ένα ευχολόγιο. Η πολλαπλή κρίση του καπιταλισμού παράγει ένα εκρηκτικό μείγμα αποσταθεροποίησης, πολιτικής και ιδεολογικής κρίσης των αρχουσών τάξεων σε συνδυασμό με τη ριζοσπαστικοποίηση και τις κοινωνικές εκρήξεις των «από κάτω».

2. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και κλιμακώνεται  με όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της ελληνικής άρχουσας τάξης, με τον κίνδυνο της γενικότερης ανάφλεξης, να έρχεται πιο κοντά. Η τάση στρατιωτικής εμπλοκής όλο και περισσότερων χωρών της περιοχής (Λευκορωσία, Πολωνία, Σκανδιναβικές χώρες), τα ανοιχτά μέτωπα στα Βαλκάνια, αλλά και η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας γύρω από την Ταιβάν το καλοκαίρι το αποδεικνύουν.

Η αιτία για την είσοδο σε μια νέα περίοδο πολέμων είναι η τεράστια όξυνση των αστικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμώνμε πυρήνα την σύγκρουση ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ από την μια και τον υπό διαμόρφωση ευρασιατικό άξονα Κίνας-Ρωσίας και των συμμάχων τους. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποκαταστήσουν την κλονισμένη και σε υποχώρηση ηγεμονία τους και να ανασχέσουν την άνοδο του κύριου ανταγωνιστή τους, της Κίνας. Η Ρωσία διεκδικεί τη δική της «σφαίρα επιρροής» με την εισβολή στην Ουκρανία. Πλέον οι οικονομικοί ανταγωνισμοί μετατρέπονται σε «γεωπολιτικούς», και οι δυο διαδικασίες αλληλοτροφοδοτούνται, για παράδειγμα με τον νέο γύρο δρακόντειων μέτρων από τις ΗΠΑ με στόχο να κόψουν την πρόσβαση της Κίνας σε μικροτσίπ νέας γενιάς που είναι απαραίτητα και για «ειρηνικές» και στρατιωτικές χρήσεις.

Όμως, η προσπάθεια των ΗΠΑ να οικοδομήσουν ένα διεθνή συνασπισμό ενάντια στην Κίνα σκοντάφτει σε πολλά εμπόδια. Η ταπεινωτική ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο Αφγανιστάν το 2021, μετά από 20 χρόνια κατοχής της χώρας με τεράστια «γεωστρατηγική» σημασία, ήταν ένα παγκόσμιο σοκ και σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής που οι ΗΠΑ θεωρούταν πλανητάρχης και παγκόσμιος χωροφύλακας. Όσο για τη Μέση Ανατολή, το κουβάρι των ανταγωνισμών είναι πιο ανεξέλεγκτο από κάθε φορά, με άμεσες επιπτώσεις στις συμμαχίες που αναδιατάσσονται για να μπουν αμέσως σε κρίση και στις κούρσες των εξοπλισμών.

Πλέον οι «εμπορικοί πόλεμοι» συνοδεύονται με όλο και πιο έντονες κούρσες εξοπλισμών, παλιές «εστίες έντασης» αναζωπυρώνονται και νέες εμφανίζονται, σε ένα τεράστιο τόξο που ξεκινάει από την ανατολική Ευρώπη όπως στην Ουκρανία, περνάει στη Μέση Ανατολή και καταλήγει στην Νότια Κινέζικη Θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Η Αριστερά πρέπει να σταθεί απέναντι και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι άδικος και ιμπεριαλιστικός  και από τις δύο πλευρές. Τυχόν ταύτιση με το ΝΑΤΟ όπως ορισμένες δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς, στο όνομα της «ρωσικής επιθετικότητας», και του «ουκρανικού λαού» οδηγεί στην υποταγή στις κυρίαρχες δυτικές δυνάμεις και τις άρχουσες τάξεις. Τυχόν υποστήριξη της Ρωσίας στο όνομα του «μικρότερου κακού», του «αδυνατίσματος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού» οδηγεί σε ρόλο υπερασπιστή   της βάναυσης επιθετικότητας και τα εγκλήματα της καπιταλιστικής Ρωσίας, την ακροδεξιά εθνικιστικής ιδεολογίας της σημερινής ρωσικής ηγεσίας.

Η επαναστατική αντικαπιταλιστική Αριστερά έχει το βλέμμα και τις ελπίδες της στραμμένες στο να οικοδομήσει το μέτωπο της διεθνούς εργατικής τάξης, στους αγώνες και των λαών σε όλο τον κόσμο απέναντι στους πολέμους του κεφαλαίου σαν την πραγματική απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα σε Ανατολή και Δύση.

3. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με την προοπτική μιας νέας μεγάλης ύφεσης. Υποτίθεται ότι το σύστημα θα έμπαινε σε μια νέα ορμητική περίοδο ανάπτυξης μετά το «εξωγενές σοκ» της πανδημίας και την επίπτωση των λοκντάουν στην οικονομία. Στη συνέχεια η άνοδος του πληθωρισμού θεωρήθηκε σαν ένας προσωρινός πονοκέφαλος της μετάβασης στην «κανονικότητα». Αλλά η «κανονικότητα» δεν ήρθε. Αντίθετα, έρχονται τα αδιέξοδα. Καμιά άρχουσα τάξη δεν έχει μια πειστική στρατηγική για την αντιμετώπιση του φάσματος του «στασιμοπληθωρισμού».

Η απόφαση όλων των Κεντρικών Τραπεζών να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Αμερικάνικης και να υψώσουν τα επιτόκια στο όνομα της καταπολέμησης του πληθωρισμού επιταχύνει την πορεία προς μια νέα βουτιά, απειλεί με χρεοκοπία μεγαθήρια υπερχρεωμένων «εταιρειών ζόμπι» και επαναφέρει στο προσκήνιο την κρίση του δημόσιου χρέους από την Αφρική και την Ασία μέχρι την Ευρωζώνη. 

Το πόσο εύθραυστη είναι η κατάσταση για τις άρχουσες τάξεις το είδαμε τον Σεπτέμβρη στην Βρετανία. Η απόπειρα της κυβέρνησης Τρας να κάνει μια ακόμα «ένεση ρευστότητας» με ένα πρόγραμμα μαμούθ φοροαπαλλαγών για τους υπερπλούσιους, οδήγησε σε πανικό τις «αγορές», παρέμβαση της Τράπεζας της Αγγλίας για να σταματήσει την πτώση των τιμών των ομολόγων και απειλή χρηματοπιστωτικού κραχ όπως το 2008. Η Τρας που προβαλλόταν ως η «νέα Θάτσερ» παραιτήθηκε, μετά μόλις 44 μέρες στην πρωθυπουργία (η συντομότερη θητεία στην ιστορία του βρετανικού καπιταλισμού) και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας ομολόγησε έμμεσα ότι τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια της.

Στη ρίζα των βαλτωμένων ρυθμών ανάπτυξης βρίσκεται η αδυναμία των καπιταλιστών παγκόσμια να εξασφαλίσουν «ικανοποιητικά» κέρδη για τις επενδύσεις τους. Σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς μαρξιστών οικονομολόγων το παγκόσμιο ποσοστό κέρδους έχει μείνει στάσιμο μετά τη μεγάλη ύφεση του 2008/9 και το 2019 βρισκόταν σχεδόν σε ιστορικό χαμηλό, πριν χτυπήσει η ύφεση της πανδημίας. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι θεμέλιο της δομικής κρίσης του καπιταλισμού είναι η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, που δεν μπορεί να την ξεπεράσει από το 2008 που ξέσπασε. 

Με το παγκόσμιο χρέος σε επίπεδα ρεκόρ (256% του παγκόσμιου ΑΕΠ) μια νέα παγκόσμια κρίση χρέους έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ πλέον οριστικά οι κεντρικές τράπεζες έχουν ξεκινήσει την αύξηση των επιτοκίων και του κόστους του χρήματος, βυθίζοντας τις καπιταλιστικές οικονομίες στην ύφεση, και τα λαϊκά νοικοκυριά σε απόγνωση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα παραπάνω είναι η ενεργειακή φτώχια στην οποία βυθίζονται οι λαοί. Η ενεργειακή φτώχια οφείλεται πριν απ’ όλα στην απελευθερωμένη αγορά ενέργειας, στα χρηματιστήρια ενέργειας και ρύπων, που εκτινάσσουν τις τιμές θησαυρίζοντας τους ιδιώτες παραγωγούς.

4. Γίνεται φανερό στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο ότι οι  καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις δεν θέλουν και δεν μπορούν να σταματήσουν την κλιματική καταστροφή. Με το ξέσπασμα του πολέμου και τις κυρώσεις στην Ρωσία, επιστρέφουν ξανά στην ένταση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων.

Όλες οι Διασκέψεις του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP) ήταν συνώνυμο της αποτυχίας. Στην περσινή COP26 στη Γλασκόβη υπήρχε δέσμευση ώστε οι 196 χώρες να παρουσιάζουν κάθε χρόνο τους εθνικούς στόχους και νέα σχέδια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Πριν τη COP27 στην Αίγυπτο τον Νοέμβρη, μόνο 26 χώρες το έκαναν. Η φετινή Έκθεση του ΟΗΕ, που συνοψίζει τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει ως τώρα οι κυβερνήσεις στις COP, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ακόμη και αν αυτές τηρηθούν στο ακέραιο, θα οδηγήσουν σε αύξηση ρύπων κατά 10,6% έως το 2030 (αντί της μείωσης κατά 45% που υποσχέθηκαν) και οι υφιστάμενες πολιτικές θα οδηγήσουν σε αύξηση κατά 2,8 βαθμούς Κελσίου έως τα τέλη του αιώνα». Το χειρότερο είναι ότι ακόμα και αυτό το εφιαλτικό σενάριο θεωρείται υπεραισιόδοξο.

Όσο καθυστερεί η υλοποίηση πραγματικών λύσεων για την αντιστροφή της υπερθέρμανσης του πλανήτη, τόσο χειρότερη θα γίνεται η κλιματική κρίση. Είναι ξεκάθαρο ότι οι «από πάνω» και οι Διασκέψεις τους δεν μπορούν να αντιστρέψουν αυτή την κρίση που ο καπιταλισμός δημιούργησε και απειλεί, στην κυριολεξία, με εξαφάνιση το σύγχρονο ανθρώπινο πολιτισμό. Αντίθετα, την επιδεινώνουν. 

Γι’ αυτό χρειάζεται, άμεσα, να μετατρέψουμε την οργή μας σε δύναμη για μία επαναστατική αντικαπιταλιστική ανατροπή. Για να μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την κλιματική κρίση, για να πάρουμε και να υλοποιήσουμε αποφάσεις που να βάζουν τις ζωές μας και το περιβάλλον πάνω από τα κέρδη μίας χούφτας καπιταλιστών που ελέγχουν, σήμερα, την παραγωγή.

5. Η πολλαπλή αποτυχία του καπιταλισμού δημιουργεί συνθήκες τεράστιας πολιτικής κρίσης και πόλωσης. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τις άρχουσες τάξεις της Ε.Ε αλλά όχι μόνο αυτές.

Η ανάδειξη της φασίστριας Μελόνι στην πρωθυπουργία της Ιταλίας επικεφαλής του συνασπισμού της ακροδεξιάς, είναι δείγμα αυτής της κρίσης και ταυτόχρονα προειδοποίηση για το εργατικό και αντιφασιστικό κίνημα παντού. Για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του ’20 ένα φασιστικό κόμμα θα βρεθεί επικεφαλής κυβέρνησης στην Ευρώπη. Αυτή η εξέλιξη ήρθε μέσα από την πτώση  της κυβέρνησης Ντράγκι, μια κυβέρνηση «τεχνοκρατών» με την στήριξη όλου του πολιτικού φάσματος, από την ακροδεξιά μέχρι την «κεντροαριστερά», που κατέρρευσε από το βάρος της δυσαρέσκειας για την αντιλαϊκή πολιτική της.

Οι φασίστες της Μελόνι ήταν το μόνο κόμμα που έμεινε έξω από τον κυβερνητικό συνασπισμό. Τα ποσοστά του αυξήθηκαν στις εκλογές (εξαιτίας της αποχής) και η κυβέρνησή της «κανονικοποιείται» από τη «δημοκρατική» Ε.Ε και την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτοί που πριν ένα χρόνο καλούσαν σε «δημοκρατικό μέτωπο» πίσω από τον Μακρόν ενάντια στην Λεπέν, τώρα αγκαλιάζουν την Μελόνι. Ο λόγος είναι ότι θέλουν να διαχειριστούν με «λεπτότητα» έναν καπιταλισμό όπως ο ιταλικός που είναι ο τρίτος μεγαλύτερος στην ΕΕ αλλά και με το μεγαλύτερο χρέος και προβληματικό τραπεζικό σύστημα.

Ο λόγος τώρα περνάει στην εργατική τάξη και το αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα. Ήδη ξεδιπλώνονται οι πρώτες αντιστάσεις, με τις γυναίκες να βγαίνουν στους δρόμους υπερασπιζόμενες το δικαίωμα στην ασφαλή έκτρωση. 

Λίγους μήνες πριν ήταν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στην Γαλλία, στις οποίες τα κόμματα που είχαν διαχειριστεί -και σώσει- τον γαλλικό καπιταλισμό από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εξαφανίστηκαν από τον χάρτη, με την εντυπωσιακή άνοδο της Αριστεράς αλλά και τη φασιστική απειλή να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

6.  Η πολιτική κρίση των αρχουσών τάξεων αλληλοτροφοδοτείται με τις αντιστάσεις και τους ξεσηκωμούς των «από κάτω» και της εργατικής τάξης. Στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο οι παραδοσιακοί διαχειριστές του συστήματος δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα πέρα από πόνο, φτώχεια και καταστροφή, την στιγμή που συσσωρεύεται το εύφλεκτο υλικό που γεννάει κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις.

Μέσα στο καλοκαίρι οι γενικές απεργίες πήραν χαρακτήρα γενικού ξεσηκωμού στην Σρι Λάνκα με τους διαδηλωτές να εισβάλλουν στα προεδρικά παλάτια και να βουτάνε στις πισίνες τους. Ίδιες σκηνές εκτυλίχτηκαν και στη Βαγδάτη, με τους διαδηλωτές να εισβάλουν στην «πράσινη ζώνη».

Στο Ιράν, η εξέγερση των γυναικών ξεσήκωσαν την εργατική τάξη. Οι εργάτες σε μια σειρά κλάδους κατέβηκαν ή απείλησαν με απεργίες δένοντας την πάλη ενάντια στη φτώχεια με την πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε προσωρινά να αποσύρει τη μισητή αστυνομία Ηθών από τους δρόμους. Το υπόβαθρο της εξέγερσης είναι η φτώχεια που φέρνει ο συνδυασμός των ταξικών επιλογών του καθεστώτος και των αμερικάνικων κυρώσεων. 

Η επιστροφή του Λούλα στην προεδρία της Βραζιλίας ή η εκλογή του πρώην αντάρτη και νυν σοσιαλδημοκράτη Πέτρο στην Κολομβία και του Μπόριτς στη Χιλή. έχουν στο υπόβαθρό τους τον κύκλο αγώνων και εξεγέρσεων που ξεκινήσανε από το 2019, διακόπηκαν προσωρινά με την πανδημία και επανάκαμψαν ακόμα πιο έντονα στη συνέχεια. Πρόκειται για «κυβερνήσεις της αριστεράς» που έχει διανύσει ένα τεράστιο δρόμο προς τα δεξιά, προς την προσαρμογή στις επιταγές των αρχουσών τάξεων. Όμως, κι αυτό είναι διαφορά με το προηγούμενο «ροζ κύμα» στην Λ. Αμερική, έχουν πολύ μικρότερα περιθώρια ελιγμών σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του παγκόσμιου συστήματος. Τα κινήματα που γκρέμισαν τις δεξιές κυβερνήσεις έχουν τη δυναμική να πάνε πολύ μακρύτερα αυτή τη φορά. Το δυνάμωμα της επαναστατικής αριστεράς σε αυτές τις χώρες που θα παίζει το ρόλο της ατμομηχανής της, είναι το ζητούμενο.

Οι ίδιοι παράγοντες λειτουργούν και στα «κέντρα» του παγκόσμιου καπιταλισμού. Στη Βρετανία, το καλοκαίρι των απεργιών συνεχίζεται σε ένα απεργιακό χειμώνα. Στη χώρα της Θάτσερ, το «πρότυπο» των νεοφιλελεύθερων επιθέσεων, η εργατική τάξει «επιστρέφει» με το όπλο της απεργίας ενάντια στην ακρίβεια. Και η νέα κυβέρνηση των Τόρηδων, με πρωθυπουργό τον Σουνάκ, έχει να αντιμετωπίσει και την οργή της εργατικής τάξης σε συνθήκες αποσάθρωσης του παραδοσιακού κόμματος της άρχουσας τάξης.

Η κυβέρνηση του Μακρόν, ήδη αδυνατισμένη, βρέθηκε αντιμέτωπη με τις απεργίες των εργαζόμενων στο διυλιστήρια και αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία για να τους επιστρατεύσει. Τα αιτήματα των απεργών για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό ενώ εταιρείες όπως η Total καταγράφουν μυθώδη κέρδη, μιλάνε στην καρδιά όλων των εργαζόμενων πέρα από τα σύνορα.

Β. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ-ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΝΔ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

7. Η κυβέρνηση της ΝΔ οδεύει προς τις εκλογές με την πλάτη κολλημένο στον τοίχο. Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που την συγκλονίζουν, με πρώτο αυτό τον υποκλοπών, είναι προϊόν της κρίσης που φέρνει φαγώματα στο εσωτερικό της και ταυτόχρονα την επιτείνουν. Τροφοδοτούν ταυτόχρονα την οργή των εργαζόμενων και της νεολαίας για μια κυβέρνηση που καταστρέφει τις ζωές τους.

Η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκεται στη δεινή θέση να πρέπει να διαχειριστεί το πρόγραμμα των βάρβαρων επιθέσεων στην εργατική τάξη και τη νεολαία σε συνθήκες όπου και η κρίση του συστήματος εντείνεται και η εργατική τάξη και η νεολαία γενικεύουν τις πολιτικές εμπειρίες και τους αγώνες τους. Το 2012 η κυβέρνηση Παπαδήμου, που είχε συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και την στήριξη ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ τσακίστηκε από ένα δυνατό εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε πολύ χειρότερη θέση.

Σε συνθήκες όπου η πολυδιαφημισμένη «έξοδος στις διεθνείς χρηματαγορές» σκοντάφτει στα δυσθεώρητα επιτόκια δανεισμού και το δημόσιο χρέος φτάνει στο 187% του ΑΕΠ, η κυβέρνηση βάζει στόχο για το 2023 να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ (από -2% ), που σημαίνει πρόγραμμα θηριωδών περικοπών και ιδιωτικοποιήσεων, την ώρα που ο πληθωρισμός καλπάζει εξανεμίζοντας το εισόδημα εκατομμυρίων εργαζόμενων.

8. Στο στρατόπεδο του κεφαλαίου οι 152 εισηγμένες εταιρείες στο χρηματιστήριο μόνο το πρώτο εξάμηνο του ’22 είχαν καθαρά κέρδη 5,4 δισ. υπερδιπλάσια του 2021. Στον κλάδο της ενέργειας τα «ουρανοκατέβατα κέρδη» των εταιρειών καλά κρατούν. Ελληνικά Πετρέλαια (όμιλος Λάτση) 670 % β' τρίμηνο 2022 Μotoroil (όμιλος Βαρδινογιάννη) 370% Όμιλος Μυτιληναίου  116%

Το τραπεζικό κεφάλαιο εξασφάλισε 1 δις € κέρδη, πρώτο εξάμηνο 2022, την ίδια στιγμή που τα επιτόκια εκτινάσσονται και 45.000 σπίτια που αφορούν πρώτη κατοικία ετοιμάζονται να βγουν σε πλειστηριασμούς.

Το εφοπλιστικό κεφάλαιο επίσης αναπτύσσεται εκρηκτικά. 10 δις ευρώ παραγγελίες νέων πλοίων έκαναν οι έλληνες εφοπλιστές μέσα στο 2021, ενώ τα κέρδη τους ξεπέρασαν τα 1,6 δις δολάρια και εκτινάσσονται ακόμα περισσότερο αξιοποιώντας στο έπακρο τον πόλεμο και τσεπώνοντας αμύθητα κέρδη από τα πανάκριβα φορτία καυσίμων και άλλων προϊόντων που μεταφέρουν.

Στον αντίποδα η φτώχια επεκτείνεται στην ελληνική κοινωνία. Ο πληθωρισμός που τρέχει με διψήφια νούμερα κοντά στο 11% κατατρώει το λαϊκό εισόδημα.  Το γεγονός ότι οι αυξήσεις αφορούν σε προϊόντα και υπηρεσίες που καλύπτουν βασικές κοινωνικές ανάγκες, σημαίνει ότι πλήττονται δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Το συνολικό επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης καταβαραθρώθηκε τα χρόνια των μνημονίων. Ενώ το 2009 ο μέσος εργατικός μισθός στην Ελλάδα ήταν το 124% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το 2018 κατρακύλησε στο 77%!

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, το 2021 το 20% των εργαζομένων  αμείβονται με μισθό έως 500 ευρώ μικτές αποδοχές, ενώ  συνολικά σχεδόν οι μισοί, λαμβάνουν μισθό που δεν ξεπερνάει τα 800 ευρώ μικτά.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο το χρέος κινείται σήμερα κοντά στο 190% του ΑΕΠ,  το υψηλότερο στην Ευρώπη, ενώ ο πληθωρισμός ξεπερνά το 11%, επίσης ο ψηλότερος στην Ευρώπη.

9. Η πολιτική της ανόδου των επιτοκίων που έχει αρχίσει να εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μεταφράζεται βραχυπρόθεσμα σε αύξηση των κερδών για τις τράπεζες. Εισπράττουν μεγαλύτερους τόκους για τα δάνεια που έχουν δώσει. Όμως, όσο προχωράει η άνοδος των επιτοκίων τόσο εμφανίζονται οι «παρενέργειες»: επιχειρήσεις και νοικοκυριά που δυσκολεύονταν να πληρώνουν τις δόσεις για τα δάνειά τους φτάνουν στο σημείο που δεν μπορούν πια να πληρώνουν.

Αυτό συμβαίνει προφανώς στα νοικοκυριά καθώς η ακρίβεια ροκανίζει τους μισθούς και τις συντάξεις. Αλλά συμβαίνει και στις επιχειρήσεις καθώς η οικονομία πέφτει σε ύφεση. Ακόμα και τα φουσκωμένα νούμερα του προϋπολογισμού παραδέχονται ότι οι ρυθμοί για το 2023 πέφτουν. Το αποτέλεσμα είναι ένας νέος γύρος από «κόκκινα δάνεια» που βάζουν ξανά σε κίνδυνο το τραπεζικό σύστημα.

Οι τραπεζίτες όταν βγαίνουν στη διεθνή αγορά για να αντλήσουν κεφάλαια αναγκάζονται να πληρώνουν ανεβασμένα επιτόκια για κάθε νέο ομολογιακό δάνειο. Η Εθνική Τράπεζα δανείστηκε με επιτόκιο 8%. Οι τραπεζίτες κλαίγονται ότι δεν έχουν περιθώρια να διευκολύνουν κανέναν.

Η κυβέρνηση αναγκάζεται να ομολογήσει ότι το δημόσιο δεν έχει περιθώρια για να επιδοτήσει ξανά τις τράπεζες. Γιατί και ο δανεισμός του δημοσίου από τις διεθνείς αγορές απαιτεί πλέον τεράστια επιτόκια. Ο κύκλος είναι φαύλος.

10. Η κυβέρνηση της ΝΔ συνεχίζει και αναβαθμίζει την συμπόρευση με τα πολεμοχαρή σχέδια του αμερικανονατοικού ιμπεριαλισμού, επιδιώκοντας παράλληλα να αναβαθμίσει τον γεωπολιτικό και οικονομικό ρόλο του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια απέραντη αμερικανονατοική βάση. Συμμετέχει με όποιο τρόπο στον πόλεμο στην Ουκρανία. Η στρατηγική συμφωνία με τις ΗΠΑ επί ΣΥΡΙΖΑ και εν συνεχεία η συμφωνία για τις βάσεις με την ΝΔ  εμπλέκουν τον λαό σε μεγάλες περιπέτειες.

Η ελληνική άρχουσα τάξη έχει τις δικές της φιλοδοξίες. Η κούρσα των εξοπλισμών και η  εκτόξευση των πολεμικών δαπανών στον προϋπολογισμό του 2022 είναι το έμπρακτο δείγμα της πρόθεσής της να μπει σε όλα τους ανταγωνισμούς στην περιοχή παίζοντας κυριολεκτικά με τη φωτιά των πολεμικών αναφλέξεων. Συνεχίζει να διεκδικεί την  «πίττα του λέοντος» από τους πόρους της Α. Μεσογείου στηριγμένοι στις πλάτες των «συμμάχων», στρατηγική τυχοδιωκτική, επιθετική και αδιέξοδη.

Όμως, η αποτυχία των μέχρι τώρα στρατηγικών της επιλογών, κάνει πιο ορατό στα μάτια των εργαζόμενων και της νεολαίας το τεράστιο ταξικό κόστος των γεωπολιτικών φιλοδοξιών της, αδυνατίζει τη πειστικότητα των επιχειρημάτων της «εθνικής συστράτευσης» και ανοίγει νέες δυνατότητες για μια αντιπολεμική και διεθνιστική πολιτική στο εργατικό κίνημα.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός είναι άδικος και επιθετικός και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Η τούρκικη αστική τάξη στηρίζεται στην οικονομική και στρατιωτική της δύναμη και στον σχετικά πιο ανεξάρτητο ρόλο της απέναντι στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Παρεμβαίνει στρατιωτικά σε 4 χώρες (Ιράκ- Λιβύη- Συρία, Κύπρος), διεκδικεί επίσης μαξιμαλιστικά να ασκεί η ίδια τον έλεγχο στην Α Μεσόγειο μη αναγνωρίζοντας καμιά επήρεια στα ελληνικά νησιά, κινείται αναθεωρητικά σε σχέση με τις υφιστάμενες συνθήκες θέτοντας ακόμα και  ζητήματα κυριαρχίας στα νησιά.

 Η ελληνική άρχουσα τάξη γεμίζει την Ελλάδα βάσεις, διεκδικεί πλήρη επήρεια στις ΑΟΖ των ελληνικών νησιών, κρατάει ανοιχτό το ζήτημα της επέκτασης των θαλάσσιων συνόρων στα 12 μίλια, διατηρεί την ανισομετρία θαλάσσιων-εναέριων συνόρων (6 και 10 μίλα αντίστοιχα).

Η εργατική τάξη και ο λαός δεν έχουν απολύτως τίποτα να κερδίσουν από τον άδικο και αντιδραστικό ανταγωνισμό, που έχει στο κέντρο της την εξαγωγή νέων ορυκτών πόρων σε έναν πλανήτη που φλέγεται.

11. Όλα τα παραπάνω προκαλούν συνθήκες οργής απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ. Είναι μια οργή όχι τυφλή αλλά  σημαδεμένη από τις αγωνιστικές και πολιτικές εμπειρίες του εργατικού κινήματος και της νεολαίας. Αυτές οι εμπειρίες δίνουν την δυνατότητα για ένα νέο προχώρημα στις ιδέες, στην βαθύτερη την αμφισβήτηση του συστήματος, τις αναζητήσεις για το τι μπορεί να σημαίνει η προοπτική της ανατροπής του.

Το πρόγραμμα που θέλει να επιβάλλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη σκοντάφτει στην εργατική τάξη και τους αγώνες της. Μια τάξη με εμπειρίες αγώνων τόσο ενάντια στις πρώτες μνημονιακές κυβερνήσεις όσο και ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που υιοθέτησε όλη την ατζέντα της άρχουσας τάξης στο όνομα του «ρεαλισμού». Με εμπειρίες σκληρών μαχών τριών και πλέον χρόνων ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, που είχε διακηρυγμένο σκοπό να περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω από τη συλλογικότητα της εργατικής τάξης, του μαζικού κινήματος και να περιθωριοποιήσει τις ιδέες της Αριστεράς.

Προσπάθησε να το κάνει με το «καλημέρα», με το νόμο για τις διαδηλώσεις και εισέπραξε κατακραυγή. Κλιμάκωσε αυτή την προσπάθεια μέσα στην πανδημία, για να εισπράξει κινητοποιήσεις στις πύλες των νοσοκομείων και διαδηλώσεις που έσπασαν τις απαγορεύσεις. Ο αντεργατικός νόμος Χατζηδάκη δεν κατάφερε να σταματήσει το εργατικό κίνημα. Οι νικηφόροι αγώνες στην Cosco και την efood ξεχωρίζουν από αυτή την άποψη, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι οι μόνοι. Δεκάδες κλάδοι και χώροι, από τους εργάτες της Υγείας και της Τέχνης μέχρι τους δήμους και τα σχολεία και από την Μαλαματίνα και τον επισιτισμό μέχρι τις πρώην ΔΕΚΟ, συγκρούονται με κυβέρνηση και εργοδότες.

Ο αγώνας στην efood δείχνει ότι μπορεί να ανοίξει ένας άλλος δρόμος στο εργατικό κίνημα. Με αποφασιστικότητα και μαζικότητα στην δράση. Με ενότητα «από τα κάτω» πάνω στην βάση μιας μαχητικής διεκδίκησης. Με καίρια αιτήματα που να ανταποκρίνονται σε θεμελιώδη αιτήματα της εργατικής τάξης (μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου), με ενότητα και λαϊκή συμπαράσταση  αξιοποιώντας όλα τα μέσα (και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κλπ).

Ο ηρωικός αγώνας των εργατών της Μαλαματίνας ενάντια στις απολύσεις και το πρωτοφανές κύμα ταξικής αλληλεγγύης που ξεσήκωσε σε ευρύτερα στρώματα δείχνουν ότι στην ελληνική κοινωνία συνεχίζουν να υπάρχουν βαθιά αντανακλαστικά. Σοβαροί ήταν οι αγώνες στα Λιπάσματα Καβάλας και στο Πρίνο.

Η άρχουσα τάξη θέλει να γενικεύσει τις «ελαστικές» εργασιακές σχέσεις παντού αλλά οι κατεξοχήν «ελαστικά» εργαζόμενοι, μέσα στον βαθύ ιδιωτικό τομέα μπορούν να οργανώνονται, να παλεύουν, να ενώνονται με την υπόλοιπη εργατική τάξη με κοινά αιτήματα, και να νικάνε. Αντί να ξεριζώσει τον συνδικαλισμό από τα νοσοκομεία και τα σχολεία η κυβέρνηση τον βρίσκει μπροστά της σε κάτεργα του ιδιωτικού τομέα

Όλα αυτά δεν μπορούν να κατανοηθούν σαν απλές «συνδικαλιστικές μάχες». Το εργατικό κίνημα σε χώρους όπως η εκπαίδευση ή η υγεία αντιπαρατέθηκε συνολικότερα με την κυβερνητική πολιτική είχε την τάση να πολιτικοποιήσει τους στόχους του, να θέσει αιτήματα για την εκπαιδευτική ή την πολιτική υγείας της κυβέρνησης γενικότερα. Αυτοί οι αγώνες αφήνουν μια σημαντική παρακαταθήκη για τις ερχόμενες μάχες.   

Κάτω από αυτή την πίεση της βάσης φτάσαμε στη μεγάλη διαδήλωση στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβρη στην απεργία των νοσοκομείων στις 20 Οκτώβρη που έγινε ο προάγγελος για την απεργία-σεισμό στις 9 Νοέμβρη που ανοίγει το δρόμο για σκληρές μάχες σε όλους τους κλάδους. Δεν υπάρχουν σινικά τείχη ανάμεσα στην οργή για τα αίσχη της καταστολής και των υποκλοπών με την οργή για την ακρίβεια, τους μισθούς πείνας. Η πολιτική κρίση της ΝΔ τροφοδοτεί τους εργατικούς αγώνες και επιτείνεται απ’ αυτούς.

12. Ούτε η καταστολή και η επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζόμενων και της νεολαίας λειτουργεί σταθεροποιητικά για την ΝΔ. Η εκστρατεία του «νόμου και της τάξης» που ήταν η ιδεολογική σημαία της ενάντια στην Αριστερά, κουρελιάζεται στα μάτια της πλειοψηφίας των εργαζόμενων με τη μπόχα του «βαθέως κράτους» της ΕΥΠ και της ΕΛ.ΑΣ, των «επισυνδέσεων» και των διαδρομών τους μέχρι το πρωθυπουργικό γραφείο, να φτάνει παντού. Γι’ αυτό οι νόμοι του Χρυσοχοΐδη δέχονται απανωτά χαστούκια, η απόπειρα της Κεραμέως να βάλει την πανεπιστημιακή αστυνομία έχει αποτύχει.

Δεν είμαστε απλά σε μια φάση αγωνιστικής ανάκαμψης, αλλά μπροστά σε μια νέα ριζοσπαστικοποίηση. Δεν μετριέται αυτό το προχώρημα «μόνο» με την ποσότητα και τη μαζικότητα των απεργιών και των διαδηλώσεων, αλλά και με το βάθος και τον πλούτο των αλλαγών στις ιδέες που αναπτύσσονται μέσα στην πάλη. Το ρεύμα της ριζοσπαστικοποίησης εκφράστηκε στη λαοθάλασσα που πλημμύρισε το Εφετείο και στους αγώνες που έστειλαν τους ναζί της Χρυσής Αυγής στη φυλακή και συνεχίζονται σήμερα ενάντια στην προσπάθεια να επανεμφανιστούν με τις πλάτες της κυβέρνησης κι ενώ συνεχίζεται η δίκη τους στο β’ βαθμό. Στις μάχες στο πλευρό των προσφύγων και των μεταναστών κόντρα στην Ευρώπη Φρούριο και τις ρατσιστικές εκστρατείες της κυβέρνησης από τον Ελαιώνα μέχρι τον Έβρο και από τη Λέσβο μέχρι τα Κύθηρα.

Στους αγώνες ενάντια στο σεξισμό και τις διακρίσεις που μετέτρεψαν το #metoo από χάσταγκ σε κίνημα ενάντια στους πλούσιους (εκ)βιαστές φίλους της κυβέρνησης, με την 8 Μάρτη να γίνεται απεργία και διαδήλωση με τα συνδικάτα στο κέντρο.

Στον ξεσηκωμό του κόσμου που παλεύει ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή, την ενεργειακή κρίση και τη λεηλασία των δημόσιων χώρων και διεκδικεί «αλλαγή συστήματος και όχι του κλίματος», σταμάτημα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, κρατικοποίηση χωρίς αποζημίωση για τα αρπαχτικά της ενέργειας κάτω από δημόσιο - εργατικό έλεγχο. Το νέο κύμα ριζοσπαστικοποίησης παίρνει πιο προχωρημένα χαρακτηριστικά ανοίγοντας ένα μαζικό ακροατήριο για την στρατηγική της ανατροπής αυτού του αποτυχημένου συστήματος.

Γ. ΠΟΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ, ΠΟΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ;

13. Σε προηγούμενες περιόδους, την αγανάκτηση της εργατικής τάξης για τα αίσχη της Δεξιάς μπορούσαν να την εκφράσουν ρεφορμιστικά κόμματα που υπόσχονταν ότι μπορούν να διαχειριστούν τον καπιταλισμό φιλολαϊκά, να υπερασπίσουν και να διευρύνουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δικαιώματα της πλειοψηφίας.

Σήμερα, η μετακίνηση στα δεξιά του ΣΥΡΙΖΑ προς μια παράταξη της «κεντροαριστεράς», έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις που ακόμα και οι υποσχέσεις του Τσίπρα προσπαθούν περισσότερο να καθησυχάσουν την άρχουσα τάξη παρά να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες του κόσμου. Κοινοβουλευτικές εξάρσεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά ο «θεσμικός ανένδοτος» έχει τόσο κοντά ποδάρια που δεν άφησαν τα περιθώρια ούτε για κάλεσμα σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Η «κάθαρση» θα σημάνει απλά ότι η ΕΥΠ και το «βαθύ κράτος» της «εθνικής ασφάλειας» θα ελέγχονται από μια επιτροπή της βουλής αντί από το Μαξίμου. Υποσχέσεις ότι η ΔΕΗ θα «επιστρέψει στο δημόσιο έλεγχο» αλλά την ίδια στιγμή υπερψήφιση της ιδιωτικοποίησης των ναυπηγείων της Ελευσίνας με επιδοκιμασίες από τον …Γεωργιάδη. Καταγγελίες του αυταρχισμού της κυβέρνησης αλλά υπερψήφιση των 600 ευρώ για τους μπάτσους. Από την προώθηση των συναυλιών για ειρήνη στην Ουκρανία, ο ΣΥΡΙΖΑ φτάνει να υπερψηφίζει την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ και να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για «υποχωρητικότητα» απέναντι στην Τουρκία στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο.

14. Για χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές αυτή η καθημερινή «βίαιη ωρίμανση» της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, εντείνει τις αναζητήσεις τους προς τ’ αριστερά. Όμως οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΜΕΡΑ25 δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν. 

Το ΚΚΕ μπορεί να διεκδικεί το χρίσμα της μοναδικής αριστερής αντιπολίτευσης, όμως σε κάθε κρίσιμη συγκυρία τοποθετείται ως δύναμη που λέει ότι δεν είναι εφικτό για το εργατικό κίνημα να σπάσει τα όρια των «αρνητικών συσχετισμών». Οι αγώνες της εργατικής τάξης αλλάζουν στην πράξη τους συσχετισμούς, αλλά οι ρεφορμιστικές ηγεσίες αρνούνται αυτή τη δυναμική και μένουν εγκλωβισμένες σε μια στρατηγική που έχει στο κέντρο της τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Όσες εκκλήσεις για «συμπόρευση» και να κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, στην ουσία κάνει επιθέσεις στην επαναστατική αριστερά που την ονομάζει «οπορτουνιστικό ρεύμα», ενώ αντίθετα θέλει να αγκαλιάσει τους μικρομεσαίους σε μια εκλογική συμμαχία. Αυτή είναι η ουσία του ρεφορμισμού, ακόμα και του αριστερού.

Για το ΜΕΡΑ25 οι φραστικές προσαρμογές προς τ’ αριστερά, δεν αλλάζουν την ουσία της πολιτικής του, σαν ένα κόμμα υποψήφιο συνεταίρο στην «προοδευτική διακυβέρνηση» που εξαγγέλλει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΜΕΡΑ25 είναι αρχηγικό προσωποπαγές κόμμα της παλιάς κευνσιανής σοσιαλδημοκρατίας. Συνολικά με τη πολιτική του προωθεί την ταξική συνεργασία τη συναίνεση και τη συνδιαχείριση του καπιταλισμού με μια «άλλη προοδευτική κυβέρνηση» ενώ δηλώνει ότι η «Ελλάδα θα πληρώσει όλο το χρέος εις το διηνεκές». Επιδιώκει να επιδράσει στο κίνημα και την αριστερά, με την -συμβολική- παρουσία του στις κινητοποιήσεις και τις προτάσεις του για «μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας».

Δ. ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΔ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΏΝ ΤΗΣ. ΙΣΧΥΡΗ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΔΥΝΑΤΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΙΣΧΥΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΑΠΈΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΆΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

15. Τα πολιτικά ερωτήματα «πως θα πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο και όχι η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα», «πως θα ανατραπεί η πολιτική και η κυβέρνηση της ΝΔ», αλλά και «μετά τη ΝΔ, τι;» τίθενται πιο ανοιχτά και πιεστικά και καθορίζουν την πολιτική διαπάλη.

Η πολύπλευρη και βαθιά κρίση του καπιταλισμού, τα εντεινόμενα αδιέξοδα και αντιθέσεις και οι αγώνες των κάτω, που παρά τις λυσσασμένες προσπάθειες της κυβέρνησης δεν σταματούν, δίνουν μια πραγματική δυνατότητα για ρήγματα και ανατροπή της κυβέρνησης και της πολιτικής του κεφαλαίου. Οι αγώνες της προηγούμενης περιόδου και αυτοί που έρχονται, διαμορφώνουν αιτήματα κλειδιά στην σύγκρουση που θα εντείνεται σε όλα τα μέτωπα της ταξικής πάλης. Η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα χρειάζεται να έχει στόχο την οργανωτική και πολιτική στήριξη αυτών των μαχών, την γενίκευση των αιτημάτων τους, την διαμόρφωση των όρων της οργανωμένης, συλλογικής δύναμης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων με ορίζοντα την εξουσία της εργατικής τάξης, τη διαμόρφωση μιας ισχυρής αριστερής αντιπολίτευσης απέναντι σε οποιοδήποτε διαχειριστή του συστήματος.

16. Δίνουμε πολιτική μάχη ώστε το περιεχόμενο και η κατεύθυνση των αγώνων να είναι αντικυβερνητικοί  και ταυτόχρονα να αμφισβητούν και να συγκρούονται με τη πολιτική του ίδιου του συστήματος αναδεικνύοντας έτσι την εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση απέναντι  στην κυβέρνηση αλλά και σε όλους τους επίδοξους διαχειριστές.

Στην εκπαίδευση, για παράδειγμα, η μάχη ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία  συνδέεται με τη μάχη ενάντια στην επιχειρηματική στροφή στο σχολείο, το πανεπιστήμιο των start-ups και τους ταξικούς φραγμούς που προϋπόθεσή τους είναι ο αυταρχισμός. Η μάχη ενάντια στον Νόμο Χατζηδάκη αποκαλύπτει ότι πρόκειται για προαπαιτούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε να κατανοείται η αντιδραστική του φύση και να ωριμάζει η πάλη ενάντια στην μεταμνημονιακή επιτροπεία και την ΕΕ.. Αντίστοιχα η πάλη ενάντια στον ρατσισμό να συνδέεται με την αντίθεση στην Ευρώπη φρούριο, με τους αστικούς και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που γεννάνε πολέμους, προσφυγιά, φτώχια.

Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που παλεύουμε σε κάθε περίοδο αποτελεί ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης, που ανταποκρίνεται στα ζωτικά συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς, έρχεται σε ρήξη με την στρατηγική του κεφαλαίου και είναι κατανοητό σε ευρύτερα τμήματα του εργατικού κινήματος.

Ενα τέτοιο πρόγραμμα γενικεύει τα προχωρήματα στις ιδέες και την αμφισβήτηση των εργαζόμενων και της νεολαίας, άρα συμβάλει στο δυνάμωμα της ταξικής συνείδησης, συγκεντρώνει δυνάμεις και διαπαιδαγωγεί για την ανάγκη ευρύτερης αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος και τελικά την επαναστατική του αλλαγή.

17. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνέβαλε καθοριστικά την περίοδο 2010-2015 με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που πρόβαλε. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς ευρύτερων δυνάμεων. Συνέβαλε να ξεπεραστεί η παραδοσιακή αντίθεση ανάμεσα σε «προγράμματα μίνιμουμ», τα οποία περιορίζονται στο να επιδιώκουν μέτρα βελτίωσης στα πλαίσια του συστήματος και την ανέξοδο και ξεκομμένη απ’ την ζωή και την πάλη «επαναστατική εξαγγελίας», που και τα δύο οδηγούν στην ενσωμάτωση.

Βασικός πολιτικός στόχος σήμερα είναι η πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ και της επίθεσης κεφαλαίου-ΕΕ-ΝΑΤΟ, που έχει την συναίνεση του  ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ, με την δύναμη του ανατρεπτικού πολιτικοποιημένου εργατικού και λαϊκού κινήματος και μιας ισχυρής αντικαπιταλιστικής - επαναστατικής αριστεράς.

Η ανατροπή της κυβέρνησης και της επίθεσης, η μάχη για την υπεράσπιση των λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων, η συσπείρωση δυνάμεων γύρω από τους στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, μπορεί να δημιουργήσει ρήγματα στην επίθεση, να βαθύνει η πολιτική κρίση, να προσεγγίσουμε ευρύτερες επαναστατικές αλλαγές.

Ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ κατηγορείται από ορισμένες δυνάμεις της αριστεράς σαν «αγώνας που ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ». Χωρίς αυτή την αιχμή καμιά δύναμη της Αριστεράς δεν μπορεί να επικοινωνήσει και να συνδεθεί με την οργή που γεννάει η δολοφονική πολιτική της κυβέρνησης σε όλο και πιο πλατιά στρώματα εργαζόμενων και νεολαίας. Αντίθετα, η άρνηση της μάχης για την ανατροπή της κυβέρνησης από τα κάτω, από τις απεργίες και τη δύναμη του κινήματος αφήνει χώρο για  τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που καλλιεργεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία ο μόνος δρόμος για να σταματήσει αυτή η επίθεση είναι η «κοινοβουλευτική εναλλαγή» και η «δημοκρατική κυβέρνηση».

18. Αυτό το πρόγραμμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί από «αριστερές» ή «προοδευτικές» κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού, χωρίς ρήξη με το αστικό κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Η επαναφορά προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για μια «προοδευτική διακυβέρνηση» για να φύγει η Δεξιά, με το μάτι στραμμένο στην λεηλασία του κόσμου της Αριστεράς και του κινήματος σήμερα, θα οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες τραγωδίες.

Το πρόγραμμα που παλεύουμε αντιπαρατίθεται με την κρίση και τον πόλεμο και τις αιτίες που τα γεννούν, στοχεύει στην υπεράσπιση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και τη φτώχεια, συνδέει την σημερινή πάλη με την επαναστατική προοπτική, επιμένει ότι το πρόγραμμα αυτό μπορεί να υλοποιηθεί στην πληρότητά του μέσα από την ρήξη με το κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς, από επανάσταση που οδηγεί στην εργατική εξουσία, και στην ρητή απόρριψη της λογικής των «αριστερών, προοδευτικών κυβερνήσεων» μέσα στα πλαίσια του σημερινού συστήματος..

Συνολικά, οι αιχμές που αναδεικνύουν οι αγώνες σε όλα τα μέτωπα της ταξικής πάλης θέτουν επί τάπητος το κεντρικό ερώτημα: ποιος ελέγχει την οικονομία και την πολιτική, ποια τάξη ελέγχει τον πλούτο της κοινωνίας και τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό το ερώτημα γίνεται όλο και πιο πιεστικό στις συνθήκες δομικής κρίσης του καπιταλισμού της καταστροφής που βιώνει η κοινωνική πλειοψηφία. Η πάλη για τον εργατικό έλεγχο ξεκινάει από σήμερα και φτάνει ως την επαναστατική αλλαγή όπου ο έλεγχος της κοινωνίας, της οικονομίας και της εξουσίας περνάει στην εργατική τάξη.

Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο ορίζοντας αυτών των αγώνων και του προγράμματος που διαμορφώνουν δεν περιορίζεται στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού δρόμου. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση απέδειξε ότι με τη στρατηγική των λεγόμενων «αριστερών κυβερνήσεων» ούτε περιορισμένες υποσχέσεις φιλεργατικής πολιτικής δεν γίνονται πράξη με αυτόν το δρόμο.

Ο δρόμος για να πάμε οι αγώνες μας πέρα από τα όρια του ψεύτικου ρεαλισμού της διαχείρισης έχει ανάγκη ένα γνήσιο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που το επιβάλλει η οργανωμένη δύναμη που χτίζει η εργατική τάξη, ο λαός και η νεολαία στους αγώνες του σήμερα.

19. Στους αγώνες ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης έχει διαμορφωθεί ένα πλατύ ρεύμα αγωνιστριών και αγωνιστών που αναζητούν πολιτικό στήριγμα και εναλλακτική πέρα από τα όρια που βάζει, ήδη από τώρα, η προοπτική της «προοδευτικής διακυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και στην οποία συμφωνεί, επί της ουσίας, το ΜΕΡΑ25. Με αυτό το ρεύμα δεν μπορεί να «συμπορευθεί» ο ηττοπαθής σεχταρισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Είναι ο κόσμος που πρωτοστατεί στις απεργίες και τις διαδηλώσεις, που συμμετέχει, στηρίζει και πλαισιώνει τις ενωτικές προσπάθειες της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τις δυναμώνει, όπως είδαμε στις εκλογές στα συνδικάτα στα νοσοκομεία και στην εκπαίδευση, στην επιτυχία των ΕΑΑΚ στις φοιτητικές εκλογές, αλλά και στη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις του αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, στις κινητοποιήσεις ενάντια στις σεξιστικές επιθέσεις για την απελευθέρωση των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙΑ, στην πάλη για την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων ενάντια στην ιδιωτικοποίησή τους στο όνομα του «εξευγενισμού», ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή .

Είναι ο κόσμος που δεν θέλει να αφήσει την πάλη για τη δημοκρατία και τα δικαιώματά μας στο επίπεδο των κοινοβουλευτικών διακηρύξεων, αλλά να τα υπερασπίσει στο δρόμο, στο χώρο δουλειάς, ανοίγοντας παράλληλα το ερώτημα «ποιοι αποφασίζουν» για όλες τις πτυχές της ζωής της πλειοψηφίας. Που αγκάλιασε την πρωτοβουλία 16 οργανώσεων της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς για κοινή διαδήλωση στις 25 Αυγούστου ενάντια στις υποκλοπές.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται να μπει μπροστά για να επιδράσει σε όλο αυτόν τον κόσμο και να διεκδικήσει έτσι την ηγεμονία σ’ αυτό το ρεύμα με τα προχωρημένα χαρακτηριστικά που διαμορφώνεται σε εργαζόμενους και νεολαία. Να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες και να απευθυνθεί στο δυναμικό της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς χωρίς αποκλεισμούς, για την συνεργασία σε όλες τις μάχες και τις εκλογές.

Στόχος μιας τέτοιας συνεργασίας δεν μπορεί να είναι η περιχαράκωση μιας μειοψηφίας του «χώρου», αλλά το άνοιγμα, η διεύρυνση και ενίσχυση του ρεύματος που στηρίζει πολιτικά τους αγώνες του σήμερα και βάζει στόχο να συγκροτήσει δυνατή αριστερή αντιπολίτευση ενάντια σε όποιο κυβερνητικό διαχειριστή του ελληνικού καπιταλισμού προκύψει μετά τις εκλογές. Όποιος κυβερνητικός συνδυασμός κι αν προκύψει, θα είναι ασταθής και

Το πολιτικό επίπεδο συμφωνίας μιας τέτοιας ενωτικής πρωτοβουλίας για τις εκλογές το θέτουν οι αιχμές που αποκρυσταλλώνουν τις πολιτικές εμπειρίες της εργατικής τάξης και της νεολαίας μέσα στους αγώνες που έχουμε δώσει όλο το προηγούμενο διάστημα.

α. Η απάντηση στην ακρίβεια και τη φτώχεια είναι τα σωματεία και οι απεργίες μας, η πάλη για συλλογικές συμβάσεις με αυξήσεις πολύ πάνω από τον πληθωρισμό, για να στείλουμε στα σκουπίδια το νόμο Χατζηδάκη και όλες τις αντεργατικές επιθέσεις. Με απεργίες απαντάμε στις ιδιωτικοποιήσεις, επιβάλλουμε μαζικές προσλήψεις και μονιμοποιήσεις στη δημόσια Υγεία, Παιδεία, Δήμους, σε όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση στην κατεύθυνση της κατάργησης της. Πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας, με βάση τις ανάγκες και τις δυνατότητες της εποχής μας. Κανένας μισθός κάτω 1.000 ευρώ καθαρά. Επαναφορά 13ου και 14ου μισθού και σύνταξης, μείωση των ωρών εργασίας/30ωρο πενθήμερο. Κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων που έχουν επιβληθεί όλα αυτά τα χρόνια για τους μισθούς , συντάξεις ασφαλιστικά και κοινωνικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα

β. Η διαγραφή του χρέους είναι η απάντηση στο σφαγείο των περικοπών, της φτώχειας και των περικοπών που ήδη εφαρμόζονται και θα ενταθούν στο όνομα δημοσιονομικού πλεονάσματος το επόμενο διάστημα. Συνολική αντιπαράθεση και ανατροπή του πλαισίου της διαρκούς μνημονιακής επιτροπείας, απειθαρχία στις εντολές-μνημόνια-δεσμεύσεις-οδηγίες της Ε.Ε αντικαπιταλιστική ρήξη/έξοδος από την ΕΕ του κεφαλαίου, του πολέμου και του ρατσισμού. .

γ. Οι κρατικοποιήσεις των τραπεζών και όλων των βασικών επιχειρήσεων, όπως της ενέργειας, της υγείας, των μεταφορών, χωρίς αποζημίωση για τα αφεντικά και με εργατικό έλεγχο, είναι η απάντηση στο καταστροφικό χάος της «ελεύθερης αγοράς» και τα σκάνδαλα των κερδοσκόπων. Κλείσιμο των χρηματιστηρίων ενέργειας και τροφίμων. Διατίμηση σε όλα τα βασικά αγαθά, ώστε να είναι προσιτά στο λαό, κατάργηση της έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κα), κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Προστασία της λαϊκής κατοικίας. Όχι στους πλειστηριασμούς της πρώτης κατοικίας.

δ. Η πάλη για τη δημοκρατία, για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες είναι υπόθεση του εργατικού κινήματος και της συλλογικής του δύναμης. Η ΕΥΠ δεν μεταρρυθμίζεται πρέπει να διαλυθεί. Αφοπλισμός της ΕΛ.ΑΣ, κατάργηση των ΜΑΤ και όλων των «ειδικών» κατασταλτικών υπηρεσιών της. Οι αγώνες των εργαζόμενων που συγκρούονται με τις επιλογές των καπιταλιστών και της κυβέρνησης, φέρνουν στην ημερήσια διάταξη το ερώτημα «ποιοι αποφασίζουν» για την Παιδεία, την Υγεία, όλα τα ζητήματα που αφορούν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Φέρνουν την πάλη για τη δημοκρατία στα «άβατα» των χώρων δουλειάς.

ε. Απέναντι στην ρατσιστική εκστρατεία της κυβέρνησης που ανοίγει το δρόμο στους φασίστες να ανασυνταχθούν παλεύουμε για σύνορα ανοιχτά για την προσφυγιά, νομιμοποίηση των μεταναστών, να σαπίσουν στη φυλακή οι ναζί της Χρυσής Αυγής με ακόμα μεγαλύτερες ποινές στη νέα δίκη που διεξάγεται στο Εφετείο.     Πάλη ενάντια στον ρατσισμό, την Ευρώπη φρούριο, την αντιλαϊκή συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας. Δικαίωμα στο άσυλο, ελευθερίες και ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες, αξιοπρεπή στέγαση στις πόλεις και τα χωριά μας. Πλήρη δικαιώματα σε εργασία, παιδεία, υγεία, ελεύθερη μετακίνηση σε πρόσφυγες - μετανάστες.

στ. Ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ΝΑΤΟ – Ρωσίας στην Ουκρανία και το βάθεμα της εμπλοκής στον πόλεμο, παλεύουμε ενάντια στην κούρσα των εξοπλισμών, για να κλείσουν οι βάσεις και για έξοδο από την πολεμική συμμαχία του ΝΑΤΟ. Ενάντια στους ανταγωνισμούς για τις ΑΟΖ και τις εξορύξεις που καταστρέφουν το περιβάλλον λέμε ότι οι εργατικές τάξεις σε Ελλάδα, Τουρκία, Κύπρο δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Κοινός είναι ο εχθρός, οι άρχουσες τάξεις και ο ιμπεριαλισμός. Πάλη για την ειρήνη και τη φιλία των λαών.  Ακύρωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων, λεφτά για τις ανάγκες των εργαζομένων και του λαού. Έξοδος από το ΝΑΤΟ και τον ευρωστρατό, απομάκρυνση των βάσεων. Κατάργηση των πυρηνικών όπλων.

ζ. Η κυβέρνηση χύνει υποκριτικά δάκρυα για τις γυναίκες του Ιράν που ξεσηκώνονται μαζί με τους εργάτες και φτωχούς ενάντια στο καθεστώς, αλλά την ίδια στιγμή προωθεί την ατζέντα του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» εδώ, με σεξιστικές εκστρατείες ενάντια στο δικαίωμα στην έκτρωση. Θέλει τις γυναίκες «παιδομηχανές του έθνους».

Γι’ αυτό η  πάλη ενάντια στις σεξιστικές επιθέσεις της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης είναι κεντρικό μέτωπο πάλης της επόμενης περιόδου. Παλεύουμε ενάντια στη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών που φορτώνει τα βάρη της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης στις πλάτες των γυναικών. Για την εργατική τάξη τα αιτήματα για πιο γρήγορη συνταξιοδότησης, δωρεάν παιδικούς σταθμούς, δημόσια γηροκομεία, κλπ είναι αιτήματα που αφορούν το σύνολό της, υπόθεση των συνδικάτων και των αγώνων τους. Η διεκδίκηση για ελεύθερες και δωρεάν εκτρώσεις, δένεται με την πάλη ενάντια στη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών.

η. Προστασία της φύσης από την υπερεκμετάλλευση του κεφαλαίου. Ενάντια στην κλιματική κατάρρευση, αλλά και καταστροφή εμπορευματοποίηση-ιδιωτικοποίηση, την καταστροφή βουνών και παραλιών στο όνομα της «πράσινης μετάβασης», καθώς και την εμπορευματοποίηση και καταστροφική διαχείριση των απορριμμάτων. Ακύρωση των σχεδίων για εξορύξεις ορυκτών πόρων στις διεθνείς θάλασσες (ΑΟΖ).Το εργατικό κίνημα μπορεί να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στην απόκρουση της λεηλασίας των ελεύθερων χώρων από τους κερδοσκόπους γης και ακινήτων, στην καταστροφή του περιβάλλοντος.

θ. Πάλη για τη διατροφική επάρκεια, με ενίσχυση της μικρομεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, με προσανατολισμό στις λαϊκές ανάγκες, έξω απ’ τις επιταγές της ΚΑΠ και τους κανονισμούς της ΕΕ. Πάλη ενάντια στις πολυεθνικές που ελέγχουν την διατροφή όλου του πλανήτη.

Η προοπτική αυτών των αγώνων δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της συνολικής σύγκρουσης και ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, το πέρασμα του ελέγχου της οικονομίας στα χέρια του κόσμου της δουλειάς που παράγει τον πλούτο.

Ε. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ

20. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ γεννήθηκε την περίοδο των μεγάλων αγώνων της εργατικής τάξης ενάντια στα Μνημόνια και είχε τη δικιά της μεγάλη αγωνιστική αλλά και πολιτική συμβολή σε εκείνες τις μάχες. Δεν έμεινε στην άκρη, αλλά μπήκε μπροστά, πρώτη στην πάλη για την ανατροπή των μνημονιακών κυβερνήσεων και για το κέρδισμα του κόσμου προβάλλοντας και παλεύοντας το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Μέσα από αυτό τον δύσκολο δρόμο, κατάφερε να καταγραφεί στο «κεντρικό πολιτικό σκηνικό», να συγκροτήσει ένα διακριτό ρεύμα, όχι με ευκαιριακές κινήσεις κορυφής και πολιτικές συμμαχίες με ρεφορμιστικά κόμματα.

Η ξεκάθαρη διεθνιστική, αντιπολεμική θέση της στα λεγόμενα «εθνικά ζητήματα» έδωσε τη δυνατότητα σε ένα μεγάλο τμήμα αγωνιστών/τριών της Αριστεράς να αντιπαρατεθούν με τις εθνικιστικές εκστρατείες της δεξιάς πχ για το Μακεδονικό και την Συμφωνία των Πρεσπών χωρίς να καταλήγουν σε αποδοχή της πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως αποτελεί παρακαταθήκη για την ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς απέναντι στην «δική μας» αστική τάξη στον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έπαιξε θετικό ρόλο με την πολιτική στάση της στο ζήτημα της πανδημίας. Συγκρούστηκε τόσο με τον «επιστημονισμό» που οδηγούσε στην αποθέωση των «ειδικών» της κυβέρνησης, όσο και τον ανορθολογισμό, που οδηγεί κατευθείαν στην αγκαλιά της ακροδεξιάς.  Απέναντι στην εκστρατεία του «όλοι μαζί» της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης, και τη λογική του «θα λογαριαστούμε μετά» ανέδειξε την ανάγκη να δώσει το κίνημα «εδώ και τώρα» τις μάχες του ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης.

Η θέση «σύνορα ανοιχτά για την προσφυγιά» βοήθησε τον κόσμο που σιχαίνεται το ρατσισμό, εξοργίζεται με τις «επαναπροωθήσεις» και το αίσχος των στρατοπέδων, να δώσει τις μάχες του. Το ίδιο και οι θέσεις στην πάλη για τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ που βλέπει την πηγή της καταπίεσης στο εκμεταλλευτικό σύστημα και την προοπτική της απελευθέρωσης στην εργατική τάξη και τις επαναστάσεις της.

Αποκάλυψε τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία, σαν πόλεμο αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό απ’ όλες τις πλευρές, αποφεύγοντας να ταυτιστεί με τις ΗΠΑ – ΝΑΤΟ (πράγμα που κάνει μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής αριστεράς), όσο και με τον άξονα Ρωσίας-Κίνας (στο όνομα του αντιιμπεριαλισμού), πράγμα που θα οδηγούσε στην ταύτιση με τον δεύτερο ιμπεριαλιστικό πόλο.

Σύντροφοι και συντρόφισσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή όλων των μαχών στο προηγούμενο διάστημα, στα νοσοκομεία, στην εκπαίδευση, στις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και την δίκη της ΧΑ, στα πανεπιστήμια, στις μάχες ενάντια στο σεξισμό και την καταπίεση.

21. Ωστόσο είναι σαφές ότι το μέτωπό μας όχι μόνο δεν κατάφερε να αναδειχτεί σε πόλο συσπείρωσης του κόσμου του αγώνα το περασμένο διάστημα, αλλά το ίδιο μπήκε σε μια περίοδο εσωστρέφειας και κρίσης.

Η κρίση αυτή εκφράστηκε πολύπλευρα, με την παράλυση των διαδικασιών της πολιτικής συζήτησης σε όλα τα επίπεδα του μετώπου, την αποχώρηση δυνάμεων από το μέτωπό μας, την αδυναμία να προβάλει σε κεντρικό επίπεδο το πολιτικό του στίγμα. Πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες για αυτή την κατάσταση.

Ξεκινάμε από την διαπίστωση ότι ένα μέτωπο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ζει σε συνθήκες «γυάλας» αλλά επηρεάζεται από κάθε λογής πιέσεις και διλήμματα. Πολύ περισσότερο αφού ως μέτωπο δεν έχει τη συνεκτικότητα ενός κόμματος αντίθετα, απαρτίζεται από οργανώσεις, ρεύματα και αγωνιστές με διαφορετικές εμπειρίες, αναφορές και τρόπους δράσης.

Για μια ολόκληρη περίοδο οι πιέσεις που ασκούνταν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν να προσαρμοστεί στο «ρεαλισμό» που εκπορευόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ να ψαλιδίσει τον αντικαπιταλισμό της. Η εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν μια ψυχρολουσία για τους εργαζόμενους που έλπιζαν ότι θα δικαιώσει τους αγώνες τους και για χιλιάδες οργανωμένους και ανένταχτους αγωνιστές/τριες της ευρύτερης Αριστεράς. Η εκλογή της ΝΔ το 2019 ενέτεινε αυτές τις πιέσεις προς την απαισιοδοξία την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Έχασε ευκαιρίες να ανοιχτεί και να επικοινωνήσει με το δυναμικό που είχε διαμορφωθεί στους αγώνες των προηγούμενων χρόνων και στην πάλη ενάντια στις επιθέσεις της ΝΔ που ξεκίνησαν σχεδόν με το ¨»καλημέρα».

Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η διαδικασία αναζωογόνησης και επανεκκίνησης του μετώπου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πρέπει να ξεκινήσει από αυτό το σημείο. Το πλατύ άνοιγμά της στο κόσμο του αγώνα. Ένα τέτοιο άνοιγμα, ιδιαίτερα στις συνθήκες πολιτικής κρίσης και προοπτικής εκλογών, σημαίνει απεύθυνση στις δυνάμεις που συναποτελούν το δυναμικό της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς χωρίς αποκλεισμούς. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα από μια τέτοια απεύθυνση και συνεργασία, αντίθετα μπορούμε να ξαναβάλουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κέντρο της προσοχής του ρεύματος αμφισβήτησης που περιγράψαμε παραπάνω, σαν μια δύναμης αιχμηρής πολιτικά, αλλά και ενωτικής.

Με αυτόν τον τρόπο η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συμβάλλει θετικά-προωθητικά στην υπέρβαση της κρίσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την  συσπείρωση της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς, στη συγκρότηση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού μετώπου.

Ξέρουμε πως η συσπείρωση δυνάμεων δεν είναι ένα μονόπρακτο, ούτε αρκεί ένα κάλεσμα. Αντίθετα απαιτείται μια σταθερή πορεία οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών προϋποθέσεων για την συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων πάνω σε μία αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, που περιλαμβάνει, την αναγκαία προγραμματική συμφωνία, την κοινή δράση στους αγώνες, την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών πάνω στα κρίσιμα θέματα της περιόδου, την κοινή επιδίωξη και επιλογή υπέρ της ανεξαρτησίας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και την οικοδόμηση του δικού της πολιτικού μετώπου-πόλου.

22. Η συντροφική συζήτηση για αυτά, και πολλά άλλα ζητήματα, θα απασχολήσει το δυναμικό του μετώπου μας στις διαδικασίες που ανοίγουν στην πορεία προς την 5η Συνδιάσκεψη. Έχουμε όμως σαν αφετηρία όχι ότι μόνο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ άντεξε παρά τους κλυδωνισμούς αλλά ότι στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να δώσει ελπίδα και διέξοδο στις αριστερές, ριζοσπαστικές αναζητήσεις πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Η διαδικασία προς της 5η Συνδιάσκεψη επιδιώκουμε να είναι μια πλούσια, ενωτική διαδικασία, ανασυγκρότησης του δυναμικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πλατιάς απεύθυνσης στους εργαζόμενους και την νεολαία, ανοιχτού καλέσματος σε δυνάμεις και αγωνιστές για την ανασυγκρότηση συνολικά της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, την συσπείρωση δυνάμεων και την ενωτική παρέμβαση στις μάχες της περιόδου και τις επερχόμενες εκλογές

Το αμέσως επόμενο διάστημα δεν θα είναι μια περίοδος ήρεμων κοινοβουλευτικών εξελίξεων, αλλά μια περίοδος μεγάλων μαχών, με πρώτη την μάχη του αντιλαϊκού προϋπολογισμού. Το εργατικό λαϊκό κίνημα χρειάζεται να αξιοποιήσει την επιταχυνόμενη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, να εντείνει τους αγώνες για την ανατροπή της «από κάτω και αριστερά», ενάντια στην συναίνεση, την κοινοβουλευτική αναμονή και τις αυταπάτες για τον ρόλο  μιας «δημοκρατικής κυβέρνησης».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα παρέμβει στις επερχόμενες εκλογές όποτε και αν γίνουν στη βάση του εργατικού, αντικαπιταλιστικού της προγράμματος. με στόχο να συσπειρώσει τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές που δίνουν τις μάχες για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ  και της πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ, ενάντια στην συναίνεση του αστικού πολιτικού συστήματος και την «προοδευτική διακυβέρνηση» που υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και παζαρεύει το ΜΕΡΑ25. 

Πάνω στην βάση αυτού του προγράμματος και της πολιτικής του κατεύθυνσης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρεμβαίνει στις πολιτικές μάχες και τις εκλογές. Απευθύνει κάλεσμα πλατιάς συστράτευσης για την αριστερά και το κίνημα της ανατροπής που έχει ανάγκη η εποχή μας. Εκτιμά ότι οι αγώνες και οι μετωπικές πολιτικές διεργασίες του προηγούμενου διαστήματος έχουν ωριμάσει τη δυνατότητα και σε άλλους αγωνιστές και δυνάμεις. Παλεύει για τη συσπείρωση και την συνεργασία αγωνιστών και πολιτικών δυνάμεων που συμφωνούν σε αυτή την κατεύθυνση.

Δεν σκοπεύουμε να χαρίσουμε τις νίκες του κινήματος σε μια «προοδευτική» κυβέρνηση που θα βάλει φρένο στη δυναμική τους στο όνομα της «ανασυγκρότησης της οικονομίας». Παλεύουμε για να αποκτήσει η οργανωμένη εργατική τάξη τη δύναμη να επιβάλλει τη δικαίωση των διεκδικήσεών της με τις δικές της δυνάμεις. Αυτές οι διεκδικήσεις, που δεν είναι μόνο οικονομικές,  είναι η «ψυχή» ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος.

23. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να  απευθυνθεί, στη βάση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος και χωρίς αποκλεισμούς, για συνεργασία σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς στις μάχες και στις εκλογές. Είναι μία ξεκινημένη, και πετυχημένη, συνεργασία σε συνδικάτα, αυτοδιοικητικά σχήματα, στα ΕΑΑΚ στις σχολές. Θα είναι και μια έμπρακτη απάντηση σε όσους λένε ότι ο αντικαπιταλισμός είναι περιχαράκωση ενώ η ενότητα υπηρετείται από την προσαρμογή σε ένα ψεύτικο ρεαλισμό.

Οι δυνατότητες που ανοίγονται για μια τέτοια συνεργασία φάνηκαν με τη μαζική ανταπόκριση στην πρωτοβουλία για την κοινή εκδήλωση αυτών των δυνάμεων στον κινηματογράφο Στούντιο στις 19 Δεκέμβρη. 

Οι συντρόφισσες και σύντροφοι του ΣΕΚ που μαζί με πολλές/ούς συντρόφισσες/ους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοστατήσαμε για την επιτυχία στο Στούντιο, θέλουμε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Ενωτικά και αντικαπιταλιστικά! Για να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πολιτικό στήριγμα στο πλατύ ρεύμα αγωνιστριών/ών που έχει διαμορφωθεί μέσα στις μάχες των τελευταίων χρόνων και ψάχνει εναλλακτική πέρα από τα όρια της αριστεράς του κοινοβουλευτικού δρόμου. 

 

 

 

 

Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 10/01/2023 - 20:00

Κείμενο θέσεων του ΣΕΚ για την 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Συντρόφισσες/οι, επισυνάπτουμε, επικαιροποιημένο, το Σχέδιο Θέσεων που κατέθεσαν οι σ. του ΣΕΚ στο ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ της 4/12/2022. Αυτή είναι η βάση της πολιτικής μας πλατφόρμας για τις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων στην 5η Συνδιάσκεψη.

 

 

ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 5Η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Η «ΠΟΛΥΚΡΙΣΗ» ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ

 

  1. . Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βαδίζει προς την 5η Συνδιάσκεψή της σε μια συγκλονιστική περίοδο όπου ο καπιταλισμός μέσα στην πολλαπλή ιστορική του κρίση συσσωρεύει τεράστιους κινδύνους  για την επιβίωσης την ανθρωπότητας, και η ανάγκη πάλης ενάντια του και επαναστατικής του υπέρβασης αποτελεί όρο για την υπεράσπιση της παγκόσμιας ειρήνης, της προστασίας του πλανήτη, των κοινωνικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτό δεν είναι ένα ευχολόγιο. Η πολλαπλή κρίση του καπιταλισμού παράγει ένα εκρηκτικό μείγμα αποσταθεροποίησης, πολιτικής και ιδεολογικής κρίσης των αρχουσών τάξεων σε συνδυασμό με τη ριζοσπαστικοποίηση και τις κοινωνικές εκρήξεις των «από κάτω».

2. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και κλιμακώνεται  με όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της ελληνικής άρχουσας τάξης, με τον κίνδυνο της γενικότερης ανάφλεξης, να έρχεται πιο κοντά. Η τάση στρατιωτικής εμπλοκής όλο και περισσότερων χωρών της περιοχής (Λευκορωσία, Πολωνία, Σκανδιναβικές χώρες), τα ανοιχτά μέτωπα στα Βαλκάνια, αλλά και η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας γύρω από την Ταιβάν το καλοκαίρι το αποδεικνύουν.

Η αιτία για την είσοδο σε μια νέα περίοδο πολέμων είναι η τεράστια όξυνση των αστικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμώνμε πυρήνα την σύγκρουση ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ από την μια και τον υπό διαμόρφωση ευρασιατικό άξονα Κίνας-Ρωσίας και των συμμάχων τους. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποκαταστήσουν την κλονισμένη και σε υποχώρηση ηγεμονία τους και να ανασχέσουν την άνοδο του κύριου ανταγωνιστή τους, της Κίνας. Η Ρωσία διεκδικεί τη δική της «σφαίρα επιρροής» με την εισβολή στην Ουκρανία. Πλέον οι οικονομικοί ανταγωνισμοί μετατρέπονται σε «γεωπολιτικούς», και οι δυο διαδικασίες αλληλοτροφοδοτούνται, για παράδειγμα με τον νέο γύρο δρακόντειων μέτρων από τις ΗΠΑ με στόχο να κόψουν την πρόσβαση της Κίνας σε μικροτσίπ νέας γενιάς που είναι απαραίτητα και για «ειρηνικές» και στρατιωτικές χρήσεις.

Όμως, η προσπάθεια των ΗΠΑ να οικοδομήσουν ένα διεθνή συνασπισμό ενάντια στην Κίνα σκοντάφτει σε πολλά εμπόδια. Η ταπεινωτική ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο Αφγανιστάν το 2021, μετά από 20 χρόνια κατοχής της χώρας με τεράστια «γεωστρατηγική» σημασία, ήταν ένα παγκόσμιο σοκ και σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής που οι ΗΠΑ θεωρούταν πλανητάρχης και παγκόσμιος χωροφύλακας. Όσο για τη Μέση Ανατολή, το κουβάρι των ανταγωνισμών είναι πιο ανεξέλεγκτο από κάθε φορά, με άμεσες επιπτώσεις στις συμμαχίες που αναδιατάσσονται για να μπουν αμέσως σε κρίση και στις κούρσες των εξοπλισμών.

Πλέον οι «εμπορικοί πόλεμοι» συνοδεύονται με όλο και πιο έντονες κούρσες εξοπλισμών, παλιές «εστίες έντασης» αναζωπυρώνονται και νέες εμφανίζονται, σε ένα τεράστιο τόξο που ξεκινάει από την ανατολική Ευρώπη όπως στην Ουκρανία, περνάει στη Μέση Ανατολή και καταλήγει στην Νότια Κινέζικη Θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Η Αριστερά πρέπει να σταθεί απέναντι και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι άδικος και ιμπεριαλιστικός  και από τις δύο πλευρές. Τυχόν ταύτιση με το ΝΑΤΟ όπως ορισμένες δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς, στο όνομα της «ρωσικής επιθετικότητας», και του «ουκρανικού λαού» οδηγεί στην υποταγή στις κυρίαρχες δυτικές δυνάμεις και τις άρχουσες τάξεις. Τυχόν υποστήριξη της Ρωσίας στο όνομα του «μικρότερου κακού», του «αδυνατίσματος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού» οδηγεί σε ρόλο υπερασπιστή   της βάναυσης επιθετικότητας και τα εγκλήματα της καπιταλιστικής Ρωσίας, την ακροδεξιά εθνικιστικής ιδεολογίας της σημερινής ρωσικής ηγεσίας.

Η επαναστατική αντικαπιταλιστική Αριστερά έχει το βλέμμα και τις ελπίδες της στραμμένες στο να οικοδομήσει το μέτωπο της διεθνούς εργατικής τάξης, στους αγώνες και των λαών σε όλο τον κόσμο απέναντι στους πολέμους του κεφαλαίου σαν την πραγματική απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα σε Ανατολή και Δύση.

3. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με την προοπτική μιας νέας μεγάλης ύφεσης. Υποτίθεται ότι το σύστημα θα έμπαινε σε μια νέα ορμητική περίοδο ανάπτυξης μετά το «εξωγενές σοκ» της πανδημίας και την επίπτωση των λοκντάουν στην οικονομία. Στη συνέχεια η άνοδος του πληθωρισμού θεωρήθηκε σαν ένας προσωρινός πονοκέφαλος της μετάβασης στην «κανονικότητα». Αλλά η «κανονικότητα» δεν ήρθε. Αντίθετα, έρχονται τα αδιέξοδα. Καμιά άρχουσα τάξη δεν έχει μια πειστική στρατηγική για την αντιμετώπιση του φάσματος του «στασιμοπληθωρισμού».

Η απόφαση όλων των Κεντρικών Τραπεζών να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Αμερικάνικης και να υψώσουν τα επιτόκια στο όνομα της καταπολέμησης του πληθωρισμού επιταχύνει την πορεία προς μια νέα βουτιά, απειλεί με χρεοκοπία μεγαθήρια υπερχρεωμένων «εταιρειών ζόμπι» και επαναφέρει στο προσκήνιο την κρίση του δημόσιου χρέους από την Αφρική και την Ασία μέχρι την Ευρωζώνη. 

Το πόσο εύθραυστη είναι η κατάσταση για τις άρχουσες τάξεις το είδαμε τον Σεπτέμβρη στην Βρετανία. Η απόπειρα της κυβέρνησης Τρας να κάνει μια ακόμα «ένεση ρευστότητας» με ένα πρόγραμμα μαμούθ φοροαπαλλαγών για τους υπερπλούσιους, οδήγησε σε πανικό τις «αγορές», παρέμβαση της Τράπεζας της Αγγλίας για να σταματήσει την πτώση των τιμών των ομολόγων και απειλή χρηματοπιστωτικού κραχ όπως το 2008. Η Τρας που προβαλλόταν ως η «νέα Θάτσερ» παραιτήθηκε, μετά μόλις 44 μέρες στην πρωθυπουργία (η συντομότερη θητεία στην ιστορία του βρετανικού καπιταλισμού) και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας ομολόγησε έμμεσα ότι τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια της.

Στη ρίζα των βαλτωμένων ρυθμών ανάπτυξης βρίσκεται η αδυναμία των καπιταλιστών παγκόσμια να εξασφαλίσουν «ικανοποιητικά» κέρδη για τις επενδύσεις τους. Σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς μαρξιστών οικονομολόγων το παγκόσμιο ποσοστό κέρδους έχει μείνει στάσιμο μετά τη μεγάλη ύφεση του 2008/9 και το 2019 βρισκόταν σχεδόν σε ιστορικό χαμηλό, πριν χτυπήσει η ύφεση της πανδημίας. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι θεμέλιο της δομικής κρίσης του καπιταλισμού είναι η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, που δεν μπορεί να την ξεπεράσει από το 2008 που ξέσπασε. 

Με το παγκόσμιο χρέος σε επίπεδα ρεκόρ (256% του παγκόσμιου ΑΕΠ) μια νέα παγκόσμια κρίση χρέους έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ πλέον οριστικά οι κεντρικές τράπεζες έχουν ξεκινήσει την αύξηση των επιτοκίων και του κόστους του χρήματος, βυθίζοντας τις καπιταλιστικές οικονομίες στην ύφεση, και τα λαϊκά νοικοκυριά σε απόγνωση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα παραπάνω είναι η ενεργειακή φτώχια στην οποία βυθίζονται οι λαοί. Η ενεργειακή φτώχια οφείλεται πριν απ’ όλα στην απελευθερωμένη αγορά ενέργειας, στα χρηματιστήρια ενέργειας και ρύπων, που εκτινάσσουν τις τιμές θησαυρίζοντας τους ιδιώτες παραγωγούς.

4. Γίνεται φανερό στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο ότι οι  καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις δεν θέλουν και δεν μπορούν να σταματήσουν την κλιματική καταστροφή. Με το ξέσπασμα του πολέμου και τις κυρώσεις στην Ρωσία, επιστρέφουν ξανά στην ένταση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων.

Όλες οι Διασκέψεις του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP) ήταν συνώνυμο της αποτυχίας. Στην περσινή COP26 στη Γλασκόβη υπήρχε δέσμευση ώστε οι 196 χώρες να παρουσιάζουν κάθε χρόνο τους εθνικούς στόχους και νέα σχέδια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Πριν τη COP27 στην Αίγυπτο τον Νοέμβρη, μόνο 26 χώρες το έκαναν. Η φετινή Έκθεση του ΟΗΕ, που συνοψίζει τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει ως τώρα οι κυβερνήσεις στις COP, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ακόμη και αν αυτές τηρηθούν στο ακέραιο, θα οδηγήσουν σε αύξηση ρύπων κατά 10,6% έως το 2030 (αντί της μείωσης κατά 45% που υποσχέθηκαν) και οι υφιστάμενες πολιτικές θα οδηγήσουν σε αύξηση κατά 2,8 βαθμούς Κελσίου έως τα τέλη του αιώνα». Το χειρότερο είναι ότι ακόμα και αυτό το εφιαλτικό σενάριο θεωρείται υπεραισιόδοξο.

Όσο καθυστερεί η υλοποίηση πραγματικών λύσεων για την αντιστροφή της υπερθέρμανσης του πλανήτη, τόσο χειρότερη θα γίνεται η κλιματική κρίση. Είναι ξεκάθαρο ότι οι «από πάνω» και οι Διασκέψεις τους δεν μπορούν να αντιστρέψουν αυτή την κρίση που ο καπιταλισμός δημιούργησε και απειλεί, στην κυριολεξία, με εξαφάνιση το σύγχρονο ανθρώπινο πολιτισμό. Αντίθετα, την επιδεινώνουν. 

Γι’ αυτό χρειάζεται, άμεσα, να μετατρέψουμε την οργή μας σε δύναμη για μία επαναστατική αντικαπιταλιστική ανατροπή. Για να μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την κλιματική κρίση, για να πάρουμε και να υλοποιήσουμε αποφάσεις που να βάζουν τις ζωές μας και το περιβάλλον πάνω από τα κέρδη μίας χούφτας καπιταλιστών που ελέγχουν, σήμερα, την παραγωγή.

5. Η πολλαπλή αποτυχία του καπιταλισμού δημιουργεί συνθήκες τεράστιας πολιτικής κρίσης και πόλωσης. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τις άρχουσες τάξεις της Ε.Ε αλλά όχι μόνο αυτές.

Η ανάδειξη της φασίστριας Μελόνι στην πρωθυπουργία της Ιταλίας επικεφαλής του συνασπισμού της ακροδεξιάς, είναι δείγμα αυτής της κρίσης και ταυτόχρονα προειδοποίηση για το εργατικό και αντιφασιστικό κίνημα παντού. Για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του ’20 ένα φασιστικό κόμμα θα βρεθεί επικεφαλής κυβέρνησης στην Ευρώπη. Αυτή η εξέλιξη ήρθε μέσα από την πτώση  της κυβέρνησης Ντράγκι, μια κυβέρνηση «τεχνοκρατών» με την στήριξη όλου του πολιτικού φάσματος, από την ακροδεξιά μέχρι την «κεντροαριστερά», που κατέρρευσε από το βάρος της δυσαρέσκειας για την αντιλαϊκή πολιτική της.

Οι φασίστες της Μελόνι ήταν το μόνο κόμμα που έμεινε έξω από τον κυβερνητικό συνασπισμό. Τα ποσοστά του αυξήθηκαν στις εκλογές (εξαιτίας της αποχής) και η κυβέρνησή της «κανονικοποιείται» από τη «δημοκρατική» Ε.Ε και την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτοί που πριν ένα χρόνο καλούσαν σε «δημοκρατικό μέτωπο» πίσω από τον Μακρόν ενάντια στην Λεπέν, τώρα αγκαλιάζουν την Μελόνι. Ο λόγος είναι ότι θέλουν να διαχειριστούν με «λεπτότητα» έναν καπιταλισμό όπως ο ιταλικός που είναι ο τρίτος μεγαλύτερος στην ΕΕ αλλά και με το μεγαλύτερο χρέος και προβληματικό τραπεζικό σύστημα.

Ο λόγος τώρα περνάει στην εργατική τάξη και το αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα. Ήδη ξεδιπλώνονται οι πρώτες αντιστάσεις, με τις γυναίκες να βγαίνουν στους δρόμους υπερασπιζόμενες το δικαίωμα στην ασφαλή έκτρωση. 

Λίγους μήνες πριν ήταν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στην Γαλλία, στις οποίες τα κόμματα που είχαν διαχειριστεί -και σώσει- τον γαλλικό καπιταλισμό από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εξαφανίστηκαν από τον χάρτη, με την εντυπωσιακή άνοδο της Αριστεράς αλλά και τη φασιστική απειλή να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

6.  Η πολιτική κρίση των αρχουσών τάξεων αλληλοτροφοδοτείται με τις αντιστάσεις και τους ξεσηκωμούς των «από κάτω» και της εργατικής τάξης. Στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο οι παραδοσιακοί διαχειριστές του συστήματος δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα πέρα από πόνο, φτώχεια και καταστροφή, την στιγμή που συσσωρεύεται το εύφλεκτο υλικό που γεννάει κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις.

Μέσα στο καλοκαίρι οι γενικές απεργίες πήραν χαρακτήρα γενικού ξεσηκωμού στην Σρι Λάνκα με τους διαδηλωτές να εισβάλλουν στα προεδρικά παλάτια και να βουτάνε στις πισίνες τους. Ίδιες σκηνές εκτυλίχτηκαν και στη Βαγδάτη, με τους διαδηλωτές να εισβάλουν στην «πράσινη ζώνη».

Στο Ιράν, η εξέγερση των γυναικών ξεσήκωσαν την εργατική τάξη. Οι εργάτες σε μια σειρά κλάδους κατέβηκαν ή απείλησαν με απεργίες δένοντας την πάλη ενάντια στη φτώχεια με την πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε προσωρινά να αποσύρει τη μισητή αστυνομία Ηθών από τους δρόμους. Το υπόβαθρο της εξέγερσης είναι η φτώχεια που φέρνει ο συνδυασμός των ταξικών επιλογών του καθεστώτος και των αμερικάνικων κυρώσεων. 

Η επιστροφή του Λούλα στην προεδρία της Βραζιλίας ή η εκλογή του πρώην αντάρτη και νυν σοσιαλδημοκράτη Πέτρο στην Κολομβία και του Μπόριτς στη Χιλή. έχουν στο υπόβαθρό τους τον κύκλο αγώνων και εξεγέρσεων που ξεκινήσανε από το 2019, διακόπηκαν προσωρινά με την πανδημία και επανάκαμψαν ακόμα πιο έντονα στη συνέχεια. Πρόκειται για «κυβερνήσεις της αριστεράς» που έχει διανύσει ένα τεράστιο δρόμο προς τα δεξιά, προς την προσαρμογή στις επιταγές των αρχουσών τάξεων. Όμως, κι αυτό είναι διαφορά με το προηγούμενο «ροζ κύμα» στην Λ. Αμερική, έχουν πολύ μικρότερα περιθώρια ελιγμών σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του παγκόσμιου συστήματος. Τα κινήματα που γκρέμισαν τις δεξιές κυβερνήσεις έχουν τη δυναμική να πάνε πολύ μακρύτερα αυτή τη φορά. Το δυνάμωμα της επαναστατικής αριστεράς σε αυτές τις χώρες που θα παίζει το ρόλο της ατμομηχανής της, είναι το ζητούμενο.

Οι ίδιοι παράγοντες λειτουργούν και στα «κέντρα» του παγκόσμιου καπιταλισμού. Στη Βρετανία, το καλοκαίρι των απεργιών συνεχίζεται σε ένα απεργιακό χειμώνα. Στη χώρα της Θάτσερ, το «πρότυπο» των νεοφιλελεύθερων επιθέσεων, η εργατική τάξει «επιστρέφει» με το όπλο της απεργίας ενάντια στην ακρίβεια. Και η νέα κυβέρνηση των Τόρηδων, με πρωθυπουργό τον Σουνάκ, έχει να αντιμετωπίσει και την οργή της εργατικής τάξης σε συνθήκες αποσάθρωσης του παραδοσιακού κόμματος της άρχουσας τάξης.

Η κυβέρνηση του Μακρόν, ήδη αδυνατισμένη, βρέθηκε αντιμέτωπη με τις απεργίες των εργαζόμενων στο διυλιστήρια και αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία για να τους επιστρατεύσει. Τα αιτήματα των απεργών για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό ενώ εταιρείες όπως η Total καταγράφουν μυθώδη κέρδη, μιλάνε στην καρδιά όλων των εργαζόμενων πέρα από τα σύνορα.

Β. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ-ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΝΔ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

7. Η κυβέρνηση της ΝΔ οδεύει προς τις εκλογές με την πλάτη κολλημένο στον τοίχο. Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που την συγκλονίζουν, με πρώτο αυτό τον υποκλοπών, είναι προϊόν της κρίσης που φέρνει φαγώματα στο εσωτερικό της και ταυτόχρονα την επιτείνουν. Τροφοδοτούν ταυτόχρονα την οργή των εργαζόμενων και της νεολαίας για μια κυβέρνηση που καταστρέφει τις ζωές τους.

Η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκεται στη δεινή θέση να πρέπει να διαχειριστεί το πρόγραμμα των βάρβαρων επιθέσεων στην εργατική τάξη και τη νεολαία σε συνθήκες όπου και η κρίση του συστήματος εντείνεται και η εργατική τάξη και η νεολαία γενικεύουν τις πολιτικές εμπειρίες και τους αγώνες τους. Το 2012 η κυβέρνηση Παπαδήμου, που είχε συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και την στήριξη ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ τσακίστηκε από ένα δυνατό εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε πολύ χειρότερη θέση.

Σε συνθήκες όπου η πολυδιαφημισμένη «έξοδος στις διεθνείς χρηματαγορές» σκοντάφτει στα δυσθεώρητα επιτόκια δανεισμού και το δημόσιο χρέος φτάνει στο 187% του ΑΕΠ, η κυβέρνηση βάζει στόχο για το 2023 να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ (από -2% ), που σημαίνει πρόγραμμα θηριωδών περικοπών και ιδιωτικοποιήσεων, την ώρα που ο πληθωρισμός καλπάζει εξανεμίζοντας το εισόδημα εκατομμυρίων εργαζόμενων.

8. Στο στρατόπεδο του κεφαλαίου οι 152 εισηγμένες εταιρείες στο χρηματιστήριο μόνο το πρώτο εξάμηνο του ’22 είχαν καθαρά κέρδη 5,4 δισ. υπερδιπλάσια του 2021. Στον κλάδο της ενέργειας τα «ουρανοκατέβατα κέρδη» των εταιρειών καλά κρατούν. Ελληνικά Πετρέλαια (όμιλος Λάτση) 670 % β' τρίμηνο 2022 Μotoroil (όμιλος Βαρδινογιάννη) 370% Όμιλος Μυτιληναίου  116%

Το τραπεζικό κεφάλαιο εξασφάλισε 1 δις € κέρδη, πρώτο εξάμηνο 2022, την ίδια στιγμή που τα επιτόκια εκτινάσσονται και 45.000 σπίτια που αφορούν πρώτη κατοικία ετοιμάζονται να βγουν σε πλειστηριασμούς.

Το εφοπλιστικό κεφάλαιο επίσης αναπτύσσεται εκρηκτικά. 10 δις ευρώ παραγγελίες νέων πλοίων έκαναν οι έλληνες εφοπλιστές μέσα στο 2021, ενώ τα κέρδη τους ξεπέρασαν τα 1,6 δις δολάρια και εκτινάσσονται ακόμα περισσότερο αξιοποιώντας στο έπακρο τον πόλεμο και τσεπώνοντας αμύθητα κέρδη από τα πανάκριβα φορτία καυσίμων και άλλων προϊόντων που μεταφέρουν.

Στον αντίποδα η φτώχια επεκτείνεται στην ελληνική κοινωνία. Ο πληθωρισμός που τρέχει με διψήφια νούμερα κοντά στο 11% κατατρώει το λαϊκό εισόδημα.  Το γεγονός ότι οι αυξήσεις αφορούν σε προϊόντα και υπηρεσίες που καλύπτουν βασικές κοινωνικές ανάγκες, σημαίνει ότι πλήττονται δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Το συνολικό επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης καταβαραθρώθηκε τα χρόνια των μνημονίων. Ενώ το 2009 ο μέσος εργατικός μισθός στην Ελλάδα ήταν το 124% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το 2018 κατρακύλησε στο 77%!

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, το 2021 το 20% των εργαζομένων  αμείβονται με μισθό έως 500 ευρώ μικτές αποδοχές, ενώ  συνολικά σχεδόν οι μισοί, λαμβάνουν μισθό που δεν ξεπερνάει τα 800 ευρώ μικτά.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο το χρέος κινείται σήμερα κοντά στο 190% του ΑΕΠ,  το υψηλότερο στην Ευρώπη, ενώ ο πληθωρισμός ξεπερνά το 11%, επίσης ο ψηλότερος στην Ευρώπη.

9. Η πολιτική της ανόδου των επιτοκίων που έχει αρχίσει να εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μεταφράζεται βραχυπρόθεσμα σε αύξηση των κερδών για τις τράπεζες. Εισπράττουν μεγαλύτερους τόκους για τα δάνεια που έχουν δώσει. Όμως, όσο προχωράει η άνοδος των επιτοκίων τόσο εμφανίζονται οι «παρενέργειες»: επιχειρήσεις και νοικοκυριά που δυσκολεύονταν να πληρώνουν τις δόσεις για τα δάνειά τους φτάνουν στο σημείο που δεν μπορούν πια να πληρώνουν.

Αυτό συμβαίνει προφανώς στα νοικοκυριά καθώς η ακρίβεια ροκανίζει τους μισθούς και τις συντάξεις. Αλλά συμβαίνει και στις επιχειρήσεις καθώς η οικονομία πέφτει σε ύφεση. Ακόμα και τα φουσκωμένα νούμερα του προϋπολογισμού παραδέχονται ότι οι ρυθμοί για το 2023 πέφτουν. Το αποτέλεσμα είναι ένας νέος γύρος από «κόκκινα δάνεια» που βάζουν ξανά σε κίνδυνο το τραπεζικό σύστημα.

Οι τραπεζίτες όταν βγαίνουν στη διεθνή αγορά για να αντλήσουν κεφάλαια αναγκάζονται να πληρώνουν ανεβασμένα επιτόκια για κάθε νέο ομολογιακό δάνειο. Η Εθνική Τράπεζα δανείστηκε με επιτόκιο 8%. Οι τραπεζίτες κλαίγονται ότι δεν έχουν περιθώρια να διευκολύνουν κανέναν.

Η κυβέρνηση αναγκάζεται να ομολογήσει ότι το δημόσιο δεν έχει περιθώρια για να επιδοτήσει ξανά τις τράπεζες. Γιατί και ο δανεισμός του δημοσίου από τις διεθνείς αγορές απαιτεί πλέον τεράστια επιτόκια. Ο κύκλος είναι φαύλος.

10. Η κυβέρνηση της ΝΔ συνεχίζει και αναβαθμίζει την συμπόρευση με τα πολεμοχαρή σχέδια του αμερικανονατοικού ιμπεριαλισμού, επιδιώκοντας παράλληλα να αναβαθμίσει τον γεωπολιτικό και οικονομικό ρόλο του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια απέραντη αμερικανονατοική βάση. Συμμετέχει με όποιο τρόπο στον πόλεμο στην Ουκρανία. Η στρατηγική συμφωνία με τις ΗΠΑ επί ΣΥΡΙΖΑ και εν συνεχεία η συμφωνία για τις βάσεις με την ΝΔ  εμπλέκουν τον λαό σε μεγάλες περιπέτειες.

Η ελληνική άρχουσα τάξη έχει τις δικές της φιλοδοξίες. Η κούρσα των εξοπλισμών και η  εκτόξευση των πολεμικών δαπανών στον προϋπολογισμό του 2022 είναι το έμπρακτο δείγμα της πρόθεσής της να μπει σε όλα τους ανταγωνισμούς στην περιοχή παίζοντας κυριολεκτικά με τη φωτιά των πολεμικών αναφλέξεων. Συνεχίζει να διεκδικεί την  «πίττα του λέοντος» από τους πόρους της Α. Μεσογείου στηριγμένοι στις πλάτες των «συμμάχων», στρατηγική τυχοδιωκτική, επιθετική και αδιέξοδη.

Όμως, η αποτυχία των μέχρι τώρα στρατηγικών της επιλογών, κάνει πιο ορατό στα μάτια των εργαζόμενων και της νεολαίας το τεράστιο ταξικό κόστος των γεωπολιτικών φιλοδοξιών της, αδυνατίζει τη πειστικότητα των επιχειρημάτων της «εθνικής συστράτευσης» και ανοίγει νέες δυνατότητες για μια αντιπολεμική και διεθνιστική πολιτική στο εργατικό κίνημα.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός είναι άδικος και επιθετικός και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Η τούρκικη αστική τάξη στηρίζεται στην οικονομική και στρατιωτική της δύναμη και στον σχετικά πιο ανεξάρτητο ρόλο της απέναντι στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Παρεμβαίνει στρατιωτικά σε 4 χώρες (Ιράκ- Λιβύη- Συρία, Κύπρος), διεκδικεί επίσης μαξιμαλιστικά να ασκεί η ίδια τον έλεγχο στην Α Μεσόγειο μη αναγνωρίζοντας καμιά επήρεια στα ελληνικά νησιά, κινείται αναθεωρητικά σε σχέση με τις υφιστάμενες συνθήκες θέτοντας ακόμα και  ζητήματα κυριαρχίας στα νησιά.

 Η ελληνική άρχουσα τάξη γεμίζει την Ελλάδα βάσεις, διεκδικεί πλήρη επήρεια στις ΑΟΖ των ελληνικών νησιών, κρατάει ανοιχτό το ζήτημα της επέκτασης των θαλάσσιων συνόρων στα 12 μίλια, διατηρεί την ανισομετρία θαλάσσιων-εναέριων συνόρων (6 και 10 μίλα αντίστοιχα).

Η εργατική τάξη και ο λαός δεν έχουν απολύτως τίποτα να κερδίσουν από τον άδικο και αντιδραστικό ανταγωνισμό, που έχει στο κέντρο της την εξαγωγή νέων ορυκτών πόρων σε έναν πλανήτη που φλέγεται.

11. Όλα τα παραπάνω προκαλούν συνθήκες οργής απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ. Είναι μια οργή όχι τυφλή αλλά  σημαδεμένη από τις αγωνιστικές και πολιτικές εμπειρίες του εργατικού κινήματος και της νεολαίας. Αυτές οι εμπειρίες δίνουν την δυνατότητα για ένα νέο προχώρημα στις ιδέες, στην βαθύτερη την αμφισβήτηση του συστήματος, τις αναζητήσεις για το τι μπορεί να σημαίνει η προοπτική της ανατροπής του.

Το πρόγραμμα που θέλει να επιβάλλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη σκοντάφτει στην εργατική τάξη και τους αγώνες της. Μια τάξη με εμπειρίες αγώνων τόσο ενάντια στις πρώτες μνημονιακές κυβερνήσεις όσο και ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που υιοθέτησε όλη την ατζέντα της άρχουσας τάξης στο όνομα του «ρεαλισμού». Με εμπειρίες σκληρών μαχών τριών και πλέον χρόνων ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ, που είχε διακηρυγμένο σκοπό να περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω από τη συλλογικότητα της εργατικής τάξης, του μαζικού κινήματος και να περιθωριοποιήσει τις ιδέες της Αριστεράς.

Προσπάθησε να το κάνει με το «καλημέρα», με το νόμο για τις διαδηλώσεις και εισέπραξε κατακραυγή. Κλιμάκωσε αυτή την προσπάθεια μέσα στην πανδημία, για να εισπράξει κινητοποιήσεις στις πύλες των νοσοκομείων και διαδηλώσεις που έσπασαν τις απαγορεύσεις. Ο αντεργατικός νόμος Χατζηδάκη δεν κατάφερε να σταματήσει το εργατικό κίνημα. Οι νικηφόροι αγώνες στην Cosco και την efood ξεχωρίζουν από αυτή την άποψη, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι οι μόνοι. Δεκάδες κλάδοι και χώροι, από τους εργάτες της Υγείας και της Τέχνης μέχρι τους δήμους και τα σχολεία και από την Μαλαματίνα και τον επισιτισμό μέχρι τις πρώην ΔΕΚΟ, συγκρούονται με κυβέρνηση και εργοδότες.

Ο αγώνας στην efood δείχνει ότι μπορεί να ανοίξει ένας άλλος δρόμος στο εργατικό κίνημα. Με αποφασιστικότητα και μαζικότητα στην δράση. Με ενότητα «από τα κάτω» πάνω στην βάση μιας μαχητικής διεκδίκησης. Με καίρια αιτήματα που να ανταποκρίνονται σε θεμελιώδη αιτήματα της εργατικής τάξης (μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου), με ενότητα και λαϊκή συμπαράσταση  αξιοποιώντας όλα τα μέσα (και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κλπ).

Ο ηρωικός αγώνας των εργατών της Μαλαματίνας ενάντια στις απολύσεις και το πρωτοφανές κύμα ταξικής αλληλεγγύης που ξεσήκωσε σε ευρύτερα στρώματα δείχνουν ότι στην ελληνική κοινωνία συνεχίζουν να υπάρχουν βαθιά αντανακλαστικά. Σοβαροί ήταν οι αγώνες στα Λιπάσματα Καβάλας και στο Πρίνο.

Η άρχουσα τάξη θέλει να γενικεύσει τις «ελαστικές» εργασιακές σχέσεις παντού αλλά οι κατεξοχήν «ελαστικά» εργαζόμενοι, μέσα στον βαθύ ιδιωτικό τομέα μπορούν να οργανώνονται, να παλεύουν, να ενώνονται με την υπόλοιπη εργατική τάξη με κοινά αιτήματα, και να νικάνε. Αντί να ξεριζώσει τον συνδικαλισμό από τα νοσοκομεία και τα σχολεία η κυβέρνηση τον βρίσκει μπροστά της σε κάτεργα του ιδιωτικού τομέα

Όλα αυτά δεν μπορούν να κατανοηθούν σαν απλές «συνδικαλιστικές μάχες». Το εργατικό κίνημα σε χώρους όπως η εκπαίδευση ή η υγεία αντιπαρατέθηκε συνολικότερα με την κυβερνητική πολιτική είχε την τάση να πολιτικοποιήσει τους στόχους του, να θέσει αιτήματα για την εκπαιδευτική ή την πολιτική υγείας της κυβέρνησης γενικότερα. Αυτοί οι αγώνες αφήνουν μια σημαντική παρακαταθήκη για τις ερχόμενες μάχες.   

Κάτω από αυτή την πίεση της βάσης φτάσαμε στη μεγάλη διαδήλωση στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβρη στην απεργία των νοσοκομείων στις 20 Οκτώβρη που έγινε ο προάγγελος για την απεργία-σεισμό στις 9 Νοέμβρη που ανοίγει το δρόμο για σκληρές μάχες σε όλους τους κλάδους. Δεν υπάρχουν σινικά τείχη ανάμεσα στην οργή για τα αίσχη της καταστολής και των υποκλοπών με την οργή για την ακρίβεια, τους μισθούς πείνας. Η πολιτική κρίση της ΝΔ τροφοδοτεί τους εργατικούς αγώνες και επιτείνεται απ’ αυτούς.

12. Ούτε η καταστολή και η επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζόμενων και της νεολαίας λειτουργεί σταθεροποιητικά για την ΝΔ. Η εκστρατεία του «νόμου και της τάξης» που ήταν η ιδεολογική σημαία της ενάντια στην Αριστερά, κουρελιάζεται στα μάτια της πλειοψηφίας των εργαζόμενων με τη μπόχα του «βαθέως κράτους» της ΕΥΠ και της ΕΛ.ΑΣ, των «επισυνδέσεων» και των διαδρομών τους μέχρι το πρωθυπουργικό γραφείο, να φτάνει παντού. Γι’ αυτό οι νόμοι του Χρυσοχοΐδη δέχονται απανωτά χαστούκια, η απόπειρα της Κεραμέως να βάλει την πανεπιστημιακή αστυνομία έχει αποτύχει.

Δεν είμαστε απλά σε μια φάση αγωνιστικής ανάκαμψης, αλλά μπροστά σε μια νέα ριζοσπαστικοποίηση. Δεν μετριέται αυτό το προχώρημα «μόνο» με την ποσότητα και τη μαζικότητα των απεργιών και των διαδηλώσεων, αλλά και με το βάθος και τον πλούτο των αλλαγών στις ιδέες που αναπτύσσονται μέσα στην πάλη. Το ρεύμα της ριζοσπαστικοποίησης εκφράστηκε στη λαοθάλασσα που πλημμύρισε το Εφετείο και στους αγώνες που έστειλαν τους ναζί της Χρυσής Αυγής στη φυλακή και συνεχίζονται σήμερα ενάντια στην προσπάθεια να επανεμφανιστούν με τις πλάτες της κυβέρνησης κι ενώ συνεχίζεται η δίκη τους στο β’ βαθμό. Στις μάχες στο πλευρό των προσφύγων και των μεταναστών κόντρα στην Ευρώπη Φρούριο και τις ρατσιστικές εκστρατείες της κυβέρνησης από τον Ελαιώνα μέχρι τον Έβρο και από τη Λέσβο μέχρι τα Κύθηρα.

Στους αγώνες ενάντια στο σεξισμό και τις διακρίσεις που μετέτρεψαν το #metoo από χάσταγκ σε κίνημα ενάντια στους πλούσιους (εκ)βιαστές φίλους της κυβέρνησης, με την 8 Μάρτη να γίνεται απεργία και διαδήλωση με τα συνδικάτα στο κέντρο.

Στον ξεσηκωμό του κόσμου που παλεύει ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή, την ενεργειακή κρίση και τη λεηλασία των δημόσιων χώρων και διεκδικεί «αλλαγή συστήματος και όχι του κλίματος», σταμάτημα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, κρατικοποίηση χωρίς αποζημίωση για τα αρπαχτικά της ενέργειας κάτω από δημόσιο - εργατικό έλεγχο. Το νέο κύμα ριζοσπαστικοποίησης παίρνει πιο προχωρημένα χαρακτηριστικά ανοίγοντας ένα μαζικό ακροατήριο για την στρατηγική της ανατροπής αυτού του αποτυχημένου συστήματος.

Γ. ΠΟΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ, ΠΟΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ;

13. Σε προηγούμενες περιόδους, την αγανάκτηση της εργατικής τάξης για τα αίσχη της Δεξιάς μπορούσαν να την εκφράσουν ρεφορμιστικά κόμματα που υπόσχονταν ότι μπορούν να διαχειριστούν τον καπιταλισμό φιλολαϊκά, να υπερασπίσουν και να διευρύνουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δικαιώματα της πλειοψηφίας.

Σήμερα, η μετακίνηση στα δεξιά του ΣΥΡΙΖΑ προς μια παράταξη της «κεντροαριστεράς», έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις που ακόμα και οι υποσχέσεις του Τσίπρα προσπαθούν περισσότερο να καθησυχάσουν την άρχουσα τάξη παρά να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες του κόσμου. Κοινοβουλευτικές εξάρσεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά ο «θεσμικός ανένδοτος» έχει τόσο κοντά ποδάρια που δεν άφησαν τα περιθώρια ούτε για κάλεσμα σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Η «κάθαρση» θα σημάνει απλά ότι η ΕΥΠ και το «βαθύ κράτος» της «εθνικής ασφάλειας» θα ελέγχονται από μια επιτροπή της βουλής αντί από το Μαξίμου. Υποσχέσεις ότι η ΔΕΗ θα «επιστρέψει στο δημόσιο έλεγχο» αλλά την ίδια στιγμή υπερψήφιση της ιδιωτικοποίησης των ναυπηγείων της Ελευσίνας με επιδοκιμασίες από τον …Γεωργιάδη. Καταγγελίες του αυταρχισμού της κυβέρνησης αλλά υπερψήφιση των 600 ευρώ για τους μπάτσους. Από την προώθηση των συναυλιών για ειρήνη στην Ουκρανία, ο ΣΥΡΙΖΑ φτάνει να υπερψηφίζει την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ και να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για «υποχωρητικότητα» απέναντι στην Τουρκία στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο.

14. Για χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές αυτή η καθημερινή «βίαιη ωρίμανση» της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, εντείνει τις αναζητήσεις τους προς τ’ αριστερά. Όμως οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΜΕΡΑ25 δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν. 

Το ΚΚΕ μπορεί να διεκδικεί το χρίσμα της μοναδικής αριστερής αντιπολίτευσης, όμως σε κάθε κρίσιμη συγκυρία τοποθετείται ως δύναμη που λέει ότι δεν είναι εφικτό για το εργατικό κίνημα να σπάσει τα όρια των «αρνητικών συσχετισμών». Οι αγώνες της εργατικής τάξης αλλάζουν στην πράξη τους συσχετισμούς, αλλά οι ρεφορμιστικές ηγεσίες αρνούνται αυτή τη δυναμική και μένουν εγκλωβισμένες σε μια στρατηγική που έχει στο κέντρο της τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Όσες εκκλήσεις για «συμπόρευση» και να κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, στην ουσία κάνει επιθέσεις στην επαναστατική αριστερά που την ονομάζει «οπορτουνιστικό ρεύμα», ενώ αντίθετα θέλει να αγκαλιάσει τους μικρομεσαίους σε μια εκλογική συμμαχία. Αυτή είναι η ουσία του ρεφορμισμού, ακόμα και του αριστερού.

Για το ΜΕΡΑ25 οι φραστικές προσαρμογές προς τ’ αριστερά, δεν αλλάζουν την ουσία της πολιτικής του, σαν ένα κόμμα υποψήφιο συνεταίρο στην «προοδευτική διακυβέρνηση» που εξαγγέλλει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΜΕΡΑ25 είναι αρχηγικό προσωποπαγές κόμμα της παλιάς κευνσιανής σοσιαλδημοκρατίας. Συνολικά με τη πολιτική του προωθεί την ταξική συνεργασία τη συναίνεση και τη συνδιαχείριση του καπιταλισμού με μια «άλλη προοδευτική κυβέρνηση» ενώ δηλώνει ότι η «Ελλάδα θα πληρώσει όλο το χρέος εις το διηνεκές». Επιδιώκει να επιδράσει στο κίνημα και την αριστερά, με την -συμβολική- παρουσία του στις κινητοποιήσεις και τις προτάσεις του για «μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας».

Δ. ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΔ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΏΝ ΤΗΣ. ΙΣΧΥΡΗ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΔΥΝΑΤΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΙΣΧΥΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΑΠΈΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΆΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

15. Τα πολιτικά ερωτήματα «πως θα πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο και όχι η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα», «πως θα ανατραπεί η πολιτική και η κυβέρνηση της ΝΔ», αλλά και «μετά τη ΝΔ, τι;» τίθενται πιο ανοιχτά και πιεστικά και καθορίζουν την πολιτική διαπάλη.

Η πολύπλευρη και βαθιά κρίση του καπιταλισμού, τα εντεινόμενα αδιέξοδα και αντιθέσεις και οι αγώνες των κάτω, που παρά τις λυσσασμένες προσπάθειες της κυβέρνησης δεν σταματούν, δίνουν μια πραγματική δυνατότητα για ρήγματα και ανατροπή της κυβέρνησης και της πολιτικής του κεφαλαίου. Οι αγώνες της προηγούμενης περιόδου και αυτοί που έρχονται, διαμορφώνουν αιτήματα κλειδιά στην σύγκρουση που θα εντείνεται σε όλα τα μέτωπα της ταξικής πάλης. Η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα χρειάζεται να έχει στόχο την οργανωτική και πολιτική στήριξη αυτών των μαχών, την γενίκευση των αιτημάτων τους, την διαμόρφωση των όρων της οργανωμένης, συλλογικής δύναμης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων με ορίζοντα την εξουσία της εργατικής τάξης, τη διαμόρφωση μιας ισχυρής αριστερής αντιπολίτευσης απέναντι σε οποιοδήποτε διαχειριστή του συστήματος.

16. Δίνουμε πολιτική μάχη ώστε το περιεχόμενο και η κατεύθυνση των αγώνων να είναι αντικυβερνητικοί  και ταυτόχρονα να αμφισβητούν και να συγκρούονται με τη πολιτική του ίδιου του συστήματος αναδεικνύοντας έτσι την εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση απέναντι  στην κυβέρνηση αλλά και σε όλους τους επίδοξους διαχειριστές.

Στην εκπαίδευση, για παράδειγμα, η μάχη ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία  συνδέεται με τη μάχη ενάντια στην επιχειρηματική στροφή στο σχολείο, το πανεπιστήμιο των start-ups και τους ταξικούς φραγμούς που προϋπόθεσή τους είναι ο αυταρχισμός. Η μάχη ενάντια στον Νόμο Χατζηδάκη αποκαλύπτει ότι πρόκειται για προαπαιτούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε να κατανοείται η αντιδραστική του φύση και να ωριμάζει η πάλη ενάντια στην μεταμνημονιακή επιτροπεία και την ΕΕ.. Αντίστοιχα η πάλη ενάντια στον ρατσισμό να συνδέεται με την αντίθεση στην Ευρώπη φρούριο, με τους αστικούς και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που γεννάνε πολέμους, προσφυγιά, φτώχια.

Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που παλεύουμε σε κάθε περίοδο αποτελεί ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης, που ανταποκρίνεται στα ζωτικά συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς, έρχεται σε ρήξη με την στρατηγική του κεφαλαίου και είναι κατανοητό σε ευρύτερα τμήματα του εργατικού κινήματος.

Ενα τέτοιο πρόγραμμα γενικεύει τα προχωρήματα στις ιδέες και την αμφισβήτηση των εργαζόμενων και της νεολαίας, άρα συμβάλει στο δυνάμωμα της ταξικής συνείδησης, συγκεντρώνει δυνάμεις και διαπαιδαγωγεί για την ανάγκη ευρύτερης αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος και τελικά την επαναστατική του αλλαγή.

17. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνέβαλε καθοριστικά την περίοδο 2010-2015 με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που πρόβαλε. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς ευρύτερων δυνάμεων. Συνέβαλε να ξεπεραστεί η παραδοσιακή αντίθεση ανάμεσα σε «προγράμματα μίνιμουμ», τα οποία περιορίζονται στο να επιδιώκουν μέτρα βελτίωσης στα πλαίσια του συστήματος και την ανέξοδο και ξεκομμένη απ’ την ζωή και την πάλη «επαναστατική εξαγγελίας», που και τα δύο οδηγούν στην ενσωμάτωση.

Βασικός πολιτικός στόχος σήμερα είναι η πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ και της επίθεσης κεφαλαίου-ΕΕ-ΝΑΤΟ, που έχει την συναίνεση του  ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ, με την δύναμη του ανατρεπτικού πολιτικοποιημένου εργατικού και λαϊκού κινήματος και μιας ισχυρής αντικαπιταλιστικής - επαναστατικής αριστεράς.

Η ανατροπή της κυβέρνησης και της επίθεσης, η μάχη για την υπεράσπιση των λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων, η συσπείρωση δυνάμεων γύρω από τους στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, μπορεί να δημιουργήσει ρήγματα στην επίθεση, να βαθύνει η πολιτική κρίση, να προσεγγίσουμε ευρύτερες επαναστατικές αλλαγές.

Ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ κατηγορείται από ορισμένες δυνάμεις της αριστεράς σαν «αγώνας που ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ». Χωρίς αυτή την αιχμή καμιά δύναμη της Αριστεράς δεν μπορεί να επικοινωνήσει και να συνδεθεί με την οργή που γεννάει η δολοφονική πολιτική της κυβέρνησης σε όλο και πιο πλατιά στρώματα εργαζόμενων και νεολαίας. Αντίθετα, η άρνηση της μάχης για την ανατροπή της κυβέρνησης από τα κάτω, από τις απεργίες και τη δύναμη του κινήματος αφήνει χώρο για  τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που καλλιεργεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία ο μόνος δρόμος για να σταματήσει αυτή η επίθεση είναι η «κοινοβουλευτική εναλλαγή» και η «δημοκρατική κυβέρνηση».

18. Αυτό το πρόγραμμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί από «αριστερές» ή «προοδευτικές» κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού, χωρίς ρήξη με το αστικό κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Η επαναφορά προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για μια «προοδευτική διακυβέρνηση» για να φύγει η Δεξιά, με το μάτι στραμμένο στην λεηλασία του κόσμου της Αριστεράς και του κινήματος σήμερα, θα οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες τραγωδίες.

Το πρόγραμμα που παλεύουμε αντιπαρατίθεται με την κρίση και τον πόλεμο και τις αιτίες που τα γεννούν, στοχεύει στην υπεράσπιση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου και τη φτώχεια, συνδέει την σημερινή πάλη με την επαναστατική προοπτική, επιμένει ότι το πρόγραμμα αυτό μπορεί να υλοποιηθεί στην πληρότητά του μέσα από την ρήξη με το κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς, από επανάσταση που οδηγεί στην εργατική εξουσία, και στην ρητή απόρριψη της λογικής των «αριστερών, προοδευτικών κυβερνήσεων» μέσα στα πλαίσια του σημερινού συστήματος..

Συνολικά, οι αιχμές που αναδεικνύουν οι αγώνες σε όλα τα μέτωπα της ταξικής πάλης θέτουν επί τάπητος το κεντρικό ερώτημα: ποιος ελέγχει την οικονομία και την πολιτική, ποια τάξη ελέγχει τον πλούτο της κοινωνίας και τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό το ερώτημα γίνεται όλο και πιο πιεστικό στις συνθήκες δομικής κρίσης του καπιταλισμού της καταστροφής που βιώνει η κοινωνική πλειοψηφία. Η πάλη για τον εργατικό έλεγχο ξεκινάει από σήμερα και φτάνει ως την επαναστατική αλλαγή όπου ο έλεγχος της κοινωνίας, της οικονομίας και της εξουσίας περνάει στην εργατική τάξη.

Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο ορίζοντας αυτών των αγώνων και του προγράμματος που διαμορφώνουν δεν περιορίζεται στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού δρόμου. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση απέδειξε ότι με τη στρατηγική των λεγόμενων «αριστερών κυβερνήσεων» ούτε περιορισμένες υποσχέσεις φιλεργατικής πολιτικής δεν γίνονται πράξη με αυτόν το δρόμο.

Ο δρόμος για να πάμε οι αγώνες μας πέρα από τα όρια του ψεύτικου ρεαλισμού της διαχείρισης έχει ανάγκη ένα γνήσιο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που το επιβάλλει η οργανωμένη δύναμη που χτίζει η εργατική τάξη, ο λαός και η νεολαία στους αγώνες του σήμερα.

19. Στους αγώνες ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης έχει διαμορφωθεί ένα πλατύ ρεύμα αγωνιστριών και αγωνιστών που αναζητούν πολιτικό στήριγμα και εναλλακτική πέρα από τα όρια που βάζει, ήδη από τώρα, η προοπτική της «προοδευτικής διακυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και στην οποία συμφωνεί, επί της ουσίας, το ΜΕΡΑ25. Με αυτό το ρεύμα δεν μπορεί να «συμπορευθεί» ο ηττοπαθής σεχταρισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Είναι ο κόσμος που πρωτοστατεί στις απεργίες και τις διαδηλώσεις, που συμμετέχει, στηρίζει και πλαισιώνει τις ενωτικές προσπάθειες της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τις δυναμώνει, όπως είδαμε στις εκλογές στα συνδικάτα στα νοσοκομεία και στην εκπαίδευση, στην επιτυχία των ΕΑΑΚ στις φοιτητικές εκλογές, αλλά και στη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις του αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, στις κινητοποιήσεις ενάντια στις σεξιστικές επιθέσεις για την απελευθέρωση των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙΑ, στην πάλη για την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων ενάντια στην ιδιωτικοποίησή τους στο όνομα του «εξευγενισμού», ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή .

Είναι ο κόσμος που δεν θέλει να αφήσει την πάλη για τη δημοκρατία και τα δικαιώματά μας στο επίπεδο των κοινοβουλευτικών διακηρύξεων, αλλά να τα υπερασπίσει στο δρόμο, στο χώρο δουλειάς, ανοίγοντας παράλληλα το ερώτημα «ποιοι αποφασίζουν» για όλες τις πτυχές της ζωής της πλειοψηφίας. Που αγκάλιασε την πρωτοβουλία 16 οργανώσεων της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς για κοινή διαδήλωση στις 25 Αυγούστου ενάντια στις υποκλοπές.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται να μπει μπροστά για να επιδράσει σε όλο αυτόν τον κόσμο και να διεκδικήσει έτσι την ηγεμονία σ’ αυτό το ρεύμα με τα προχωρημένα χαρακτηριστικά που διαμορφώνεται σε εργαζόμενους και νεολαία. Να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες και να απευθυνθεί στο δυναμικό της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς χωρίς αποκλεισμούς, για την συνεργασία σε όλες τις μάχες και τις εκλογές.

Στόχος μιας τέτοιας συνεργασίας δεν μπορεί να είναι η περιχαράκωση μιας μειοψηφίας του «χώρου», αλλά το άνοιγμα, η διεύρυνση και ενίσχυση του ρεύματος που στηρίζει πολιτικά τους αγώνες του σήμερα και βάζει στόχο να συγκροτήσει δυνατή αριστερή αντιπολίτευση ενάντια σε όποιο κυβερνητικό διαχειριστή του ελληνικού καπιταλισμού προκύψει μετά τις εκλογές. Όποιος κυβερνητικός συνδυασμός κι αν προκύψει, θα είναι ασταθής και

Το πολιτικό επίπεδο συμφωνίας μιας τέτοιας ενωτικής πρωτοβουλίας για τις εκλογές το θέτουν οι αιχμές που αποκρυσταλλώνουν τις πολιτικές εμπειρίες της εργατικής τάξης και της νεολαίας μέσα στους αγώνες που έχουμε δώσει όλο το προηγούμενο διάστημα.

α. Η απάντηση στην ακρίβεια και τη φτώχεια είναι τα σωματεία και οι απεργίες μας, η πάλη για συλλογικές συμβάσεις με αυξήσεις πολύ πάνω από τον πληθωρισμό, για να στείλουμε στα σκουπίδια το νόμο Χατζηδάκη και όλες τις αντεργατικές επιθέσεις. Με απεργίες απαντάμε στις ιδιωτικοποιήσεις, επιβάλλουμε μαζικές προσλήψεις και μονιμοποιήσεις στη δημόσια Υγεία, Παιδεία, Δήμους, σε όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση στην κατεύθυνση της κατάργησης της. Πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας, με βάση τις ανάγκες και τις δυνατότητες της εποχής μας. Κανένας μισθός κάτω 1.000 ευρώ καθαρά. Επαναφορά 13ου και 14ου μισθού και σύνταξης, μείωση των ωρών εργασίας/30ωρο πενθήμερο. Κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων που έχουν επιβληθεί όλα αυτά τα χρόνια για τους μισθούς , συντάξεις ασφαλιστικά και κοινωνικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα

β. Η διαγραφή του χρέους είναι η απάντηση στο σφαγείο των περικοπών, της φτώχειας και των περικοπών που ήδη εφαρμόζονται και θα ενταθούν στο όνομα δημοσιονομικού πλεονάσματος το επόμενο διάστημα. Συνολική αντιπαράθεση και ανατροπή του πλαισίου της διαρκούς μνημονιακής επιτροπείας, απειθαρχία στις εντολές-μνημόνια-δεσμεύσεις-οδηγίες της Ε.Ε αντικαπιταλιστική ρήξη/έξοδος από την ΕΕ του κεφαλαίου, του πολέμου και του ρατσισμού. .

γ. Οι κρατικοποιήσεις των τραπεζών και όλων των βασικών επιχειρήσεων, όπως της ενέργειας, της υγείας, των μεταφορών, χωρίς αποζημίωση για τα αφεντικά και με εργατικό έλεγχο, είναι η απάντηση στο καταστροφικό χάος της «ελεύθερης αγοράς» και τα σκάνδαλα των κερδοσκόπων. Κλείσιμο των χρηματιστηρίων ενέργειας και τροφίμων. Διατίμηση σε όλα τα βασικά αγαθά, ώστε να είναι προσιτά στο λαό, κατάργηση της έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κα), κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Προστασία της λαϊκής κατοικίας. Όχι στους πλειστηριασμούς της πρώτης κατοικίας.

δ. Η πάλη για τη δημοκρατία, για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες είναι υπόθεση του εργατικού κινήματος και της συλλογικής του δύναμης. Η ΕΥΠ δεν μεταρρυθμίζεται πρέπει να διαλυθεί. Αφοπλισμός της ΕΛ.ΑΣ, κατάργηση των ΜΑΤ και όλων των «ειδικών» κατασταλτικών υπηρεσιών της. Οι αγώνες των εργαζόμενων που συγκρούονται με τις επιλογές των καπιταλιστών και της κυβέρνησης, φέρνουν στην ημερήσια διάταξη το ερώτημα «ποιοι αποφασίζουν» για την Παιδεία, την Υγεία, όλα τα ζητήματα που αφορούν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Φέρνουν την πάλη για τη δημοκρατία στα «άβατα» των χώρων δουλειάς.

ε. Απέναντι στην ρατσιστική εκστρατεία της κυβέρνησης που ανοίγει το δρόμο στους φασίστες να ανασυνταχθούν παλεύουμε για σύνορα ανοιχτά για την προσφυγιά, νομιμοποίηση των μεταναστών, να σαπίσουν στη φυλακή οι ναζί της Χρυσής Αυγής με ακόμα μεγαλύτερες ποινές στη νέα δίκη που διεξάγεται στο Εφετείο.     Πάλη ενάντια στον ρατσισμό, την Ευρώπη φρούριο, την αντιλαϊκή συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας. Δικαίωμα στο άσυλο, ελευθερίες και ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες, αξιοπρεπή στέγαση στις πόλεις και τα χωριά μας. Πλήρη δικαιώματα σε εργασία, παιδεία, υγεία, ελεύθερη μετακίνηση σε πρόσφυγες - μετανάστες.

στ. Ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ΝΑΤΟ – Ρωσίας στην Ουκρανία και το βάθεμα της εμπλοκής στον πόλεμο, παλεύουμε ενάντια στην κούρσα των εξοπλισμών, για να κλείσουν οι βάσεις και για έξοδο από την πολεμική συμμαχία του ΝΑΤΟ. Ενάντια στους ανταγωνισμούς για τις ΑΟΖ και τις εξορύξεις που καταστρέφουν το περιβάλλον λέμε ότι οι εργατικές τάξεις σε Ελλάδα, Τουρκία, Κύπρο δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Κοινός είναι ο εχθρός, οι άρχουσες τάξεις και ο ιμπεριαλισμός. Πάλη για την ειρήνη και τη φιλία των λαών.  Ακύρωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων, λεφτά για τις ανάγκες των εργαζομένων και του λαού. Έξοδος από το ΝΑΤΟ και τον ευρωστρατό, απομάκρυνση των βάσεων. Κατάργηση των πυρηνικών όπλων.

ζ. Η κυβέρνηση χύνει υποκριτικά δάκρυα για τις γυναίκες του Ιράν που ξεσηκώνονται μαζί με τους εργάτες και φτωχούς ενάντια στο καθεστώς, αλλά την ίδια στιγμή προωθεί την ατζέντα του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» εδώ, με σεξιστικές εκστρατείες ενάντια στο δικαίωμα στην έκτρωση. Θέλει τις γυναίκες «παιδομηχανές του έθνους».

Γι’ αυτό η  πάλη ενάντια στις σεξιστικές επιθέσεις της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης είναι κεντρικό μέτωπο πάλης της επόμενης περιόδου. Παλεύουμε ενάντια στη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών που φορτώνει τα βάρη της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης στις πλάτες των γυναικών. Για την εργατική τάξη τα αιτήματα για πιο γρήγορη συνταξιοδότησης, δωρεάν παιδικούς σταθμούς, δημόσια γηροκομεία, κλπ είναι αιτήματα που αφορούν το σύνολό της, υπόθεση των συνδικάτων και των αγώνων τους. Η διεκδίκηση για ελεύθερες και δωρεάν εκτρώσεις, δένεται με την πάλη ενάντια στη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών.

η. Προστασία της φύσης από την υπερεκμετάλλευση του κεφαλαίου. Ενάντια στην κλιματική κατάρρευση, αλλά και καταστροφή εμπορευματοποίηση-ιδιωτικοποίηση, την καταστροφή βουνών και παραλιών στο όνομα της «πράσινης μετάβασης», καθώς και την εμπορευματοποίηση και καταστροφική διαχείριση των απορριμμάτων. Ακύρωση των σχεδίων για εξορύξεις ορυκτών πόρων στις διεθνείς θάλασσες (ΑΟΖ).Το εργατικό κίνημα μπορεί να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στην απόκρουση της λεηλασίας των ελεύθερων χώρων από τους κερδοσκόπους γης και ακινήτων, στην καταστροφή του περιβάλλοντος.

θ. Πάλη για τη διατροφική επάρκεια, με ενίσχυση της μικρομεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, με προσανατολισμό στις λαϊκές ανάγκες, έξω απ’ τις επιταγές της ΚΑΠ και τους κανονισμούς της ΕΕ. Πάλη ενάντια στις πολυεθνικές που ελέγχουν την διατροφή όλου του πλανήτη.

Η προοπτική αυτών των αγώνων δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της συνολικής σύγκρουσης και ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, το πέρασμα του ελέγχου της οικονομίας στα χέρια του κόσμου της δουλειάς που παράγει τον πλούτο.

Ε. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ

20. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ γεννήθηκε την περίοδο των μεγάλων αγώνων της εργατικής τάξης ενάντια στα Μνημόνια και είχε τη δικιά της μεγάλη αγωνιστική αλλά και πολιτική συμβολή σε εκείνες τις μάχες. Δεν έμεινε στην άκρη, αλλά μπήκε μπροστά, πρώτη στην πάλη για την ανατροπή των μνημονιακών κυβερνήσεων και για το κέρδισμα του κόσμου προβάλλοντας και παλεύοντας το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Μέσα από αυτό τον δύσκολο δρόμο, κατάφερε να καταγραφεί στο «κεντρικό πολιτικό σκηνικό», να συγκροτήσει ένα διακριτό ρεύμα, όχι με ευκαιριακές κινήσεις κορυφής και πολιτικές συμμαχίες με ρεφορμιστικά κόμματα.

Η ξεκάθαρη διεθνιστική, αντιπολεμική θέση της στα λεγόμενα «εθνικά ζητήματα» έδωσε τη δυνατότητα σε ένα μεγάλο τμήμα αγωνιστών/τριών της Αριστεράς να αντιπαρατεθούν με τις εθνικιστικές εκστρατείες της δεξιάς πχ για το Μακεδονικό και την Συμφωνία των Πρεσπών χωρίς να καταλήγουν σε αποδοχή της πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως αποτελεί παρακαταθήκη για την ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς απέναντι στην «δική μας» αστική τάξη στον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έπαιξε θετικό ρόλο με την πολιτική στάση της στο ζήτημα της πανδημίας. Συγκρούστηκε τόσο με τον «επιστημονισμό» που οδηγούσε στην αποθέωση των «ειδικών» της κυβέρνησης, όσο και τον ανορθολογισμό, που οδηγεί κατευθείαν στην αγκαλιά της ακροδεξιάς.  Απέναντι στην εκστρατεία του «όλοι μαζί» της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης, και τη λογική του «θα λογαριαστούμε μετά» ανέδειξε την ανάγκη να δώσει το κίνημα «εδώ και τώρα» τις μάχες του ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης.

Η θέση «σύνορα ανοιχτά για την προσφυγιά» βοήθησε τον κόσμο που σιχαίνεται το ρατσισμό, εξοργίζεται με τις «επαναπροωθήσεις» και το αίσχος των στρατοπέδων, να δώσει τις μάχες του. Το ίδιο και οι θέσεις στην πάλη για τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ που βλέπει την πηγή της καταπίεσης στο εκμεταλλευτικό σύστημα και την προοπτική της απελευθέρωσης στην εργατική τάξη και τις επαναστάσεις της.

Αποκάλυψε τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία, σαν πόλεμο αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό απ’ όλες τις πλευρές, αποφεύγοντας να ταυτιστεί με τις ΗΠΑ – ΝΑΤΟ (πράγμα που κάνει μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής αριστεράς), όσο και με τον άξονα Ρωσίας-Κίνας (στο όνομα του αντιιμπεριαλισμού), πράγμα που θα οδηγούσε στην ταύτιση με τον δεύτερο ιμπεριαλιστικό πόλο.

Σύντροφοι και συντρόφισσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή όλων των μαχών στο προηγούμενο διάστημα, στα νοσοκομεία, στην εκπαίδευση, στις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και την δίκη της ΧΑ, στα πανεπιστήμια, στις μάχες ενάντια στο σεξισμό και την καταπίεση.

21. Ωστόσο είναι σαφές ότι το μέτωπό μας όχι μόνο δεν κατάφερε να αναδειχτεί σε πόλο συσπείρωσης του κόσμου του αγώνα το περασμένο διάστημα, αλλά το ίδιο μπήκε σε μια περίοδο εσωστρέφειας και κρίσης.

Η κρίση αυτή εκφράστηκε πολύπλευρα, με την παράλυση των διαδικασιών της πολιτικής συζήτησης σε όλα τα επίπεδα του μετώπου, την αποχώρηση δυνάμεων από το μέτωπό μας, την αδυναμία να προβάλει σε κεντρικό επίπεδο το πολιτικό του στίγμα. Πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες για αυτή την κατάσταση.

Ξεκινάμε από την διαπίστωση ότι ένα μέτωπο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ζει σε συνθήκες «γυάλας» αλλά επηρεάζεται από κάθε λογής πιέσεις και διλήμματα. Πολύ περισσότερο αφού ως μέτωπο δεν έχει τη συνεκτικότητα ενός κόμματος αντίθετα, απαρτίζεται από οργανώσεις, ρεύματα και αγωνιστές με διαφορετικές εμπειρίες, αναφορές και τρόπους δράσης.

Για μια ολόκληρη περίοδο οι πιέσεις που ασκούνταν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν να προσαρμοστεί στο «ρεαλισμό» που εκπορευόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ να ψαλιδίσει τον αντικαπιταλισμό της. Η εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν μια ψυχρολουσία για τους εργαζόμενους που έλπιζαν ότι θα δικαιώσει τους αγώνες τους και για χιλιάδες οργανωμένους και ανένταχτους αγωνιστές/τριες της ευρύτερης Αριστεράς. Η εκλογή της ΝΔ το 2019 ενέτεινε αυτές τις πιέσεις προς την απαισιοδοξία την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Έχασε ευκαιρίες να ανοιχτεί και να επικοινωνήσει με το δυναμικό που είχε διαμορφωθεί στους αγώνες των προηγούμενων χρόνων και στην πάλη ενάντια στις επιθέσεις της ΝΔ που ξεκίνησαν σχεδόν με το ¨»καλημέρα».

Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η διαδικασία αναζωογόνησης και επανεκκίνησης του μετώπου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πρέπει να ξεκινήσει από αυτό το σημείο. Το πλατύ άνοιγμά της στο κόσμο του αγώνα. Ένα τέτοιο άνοιγμα, ιδιαίτερα στις συνθήκες πολιτικής κρίσης και προοπτικής εκλογών, σημαίνει απεύθυνση στις δυνάμεις που συναποτελούν το δυναμικό της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς χωρίς αποκλεισμούς. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα από μια τέτοια απεύθυνση και συνεργασία, αντίθετα μπορούμε να ξαναβάλουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κέντρο της προσοχής του ρεύματος αμφισβήτησης που περιγράψαμε παραπάνω, σαν μια δύναμης αιχμηρής πολιτικά, αλλά και ενωτικής.

Με αυτόν τον τρόπο η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συμβάλλει θετικά-προωθητικά στην υπέρβαση της κρίσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την  συσπείρωση της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς, στη συγκρότηση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού μετώπου.

Ξέρουμε πως η συσπείρωση δυνάμεων δεν είναι ένα μονόπρακτο, ούτε αρκεί ένα κάλεσμα. Αντίθετα απαιτείται μια σταθερή πορεία οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών προϋποθέσεων για την συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων πάνω σε μία αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, που περιλαμβάνει, την αναγκαία προγραμματική συμφωνία, την κοινή δράση στους αγώνες, την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών πάνω στα κρίσιμα θέματα της περιόδου, την κοινή επιδίωξη και επιλογή υπέρ της ανεξαρτησίας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και την οικοδόμηση του δικού της πολιτικού μετώπου-πόλου.

22. Η συντροφική συζήτηση για αυτά, και πολλά άλλα ζητήματα, θα απασχολήσει το δυναμικό του μετώπου μας στις διαδικασίες που ανοίγουν στην πορεία προς την 5η Συνδιάσκεψη. Έχουμε όμως σαν αφετηρία όχι ότι μόνο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ άντεξε παρά τους κλυδωνισμούς αλλά ότι στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να δώσει ελπίδα και διέξοδο στις αριστερές, ριζοσπαστικές αναζητήσεις πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Η διαδικασία προς της 5η Συνδιάσκεψη επιδιώκουμε να είναι μια πλούσια, ενωτική διαδικασία, ανασυγκρότησης του δυναμικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πλατιάς απεύθυνσης στους εργαζόμενους και την νεολαία, ανοιχτού καλέσματος σε δυνάμεις και αγωνιστές για την ανασυγκρότηση συνολικά της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, την συσπείρωση δυνάμεων και την ενωτική παρέμβαση στις μάχες της περιόδου και τις επερχόμενες εκλογές

Το αμέσως επόμενο διάστημα δεν θα είναι μια περίοδος ήρεμων κοινοβουλευτικών εξελίξεων, αλλά μια περίοδος μεγάλων μαχών, με πρώτη την μάχη του αντιλαϊκού προϋπολογισμού. Το εργατικό λαϊκό κίνημα χρειάζεται να αξιοποιήσει την επιταχυνόμενη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, να εντείνει τους αγώνες για την ανατροπή της «από κάτω και αριστερά», ενάντια στην συναίνεση, την κοινοβουλευτική αναμονή και τις αυταπάτες για τον ρόλο  μιας «δημοκρατικής κυβέρνησης».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα παρέμβει στις επερχόμενες εκλογές όποτε και αν γίνουν στη βάση του εργατικού, αντικαπιταλιστικού της προγράμματος. με στόχο να συσπειρώσει τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές που δίνουν τις μάχες για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ  και της πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ, ενάντια στην συναίνεση του αστικού πολιτικού συστήματος και την «προοδευτική διακυβέρνηση» που υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και παζαρεύει το ΜΕΡΑ25. 

Πάνω στην βάση αυτού του προγράμματος και της πολιτικής του κατεύθυνσης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρεμβαίνει στις πολιτικές μάχες και τις εκλογές. Απευθύνει κάλεσμα πλατιάς συστράτευσης για την αριστερά και το κίνημα της ανατροπής που έχει ανάγκη η εποχή μας. Εκτιμά ότι οι αγώνες και οι μετωπικές πολιτικές διεργασίες του προηγούμενου διαστήματος έχουν ωριμάσει τη δυνατότητα και σε άλλους αγωνιστές και δυνάμεις. Παλεύει για τη συσπείρωση και την συνεργασία αγωνιστών και πολιτικών δυνάμεων που συμφωνούν σε αυτή την κατεύθυνση.

Δεν σκοπεύουμε να χαρίσουμε τις νίκες του κινήματος σε μια «προοδευτική» κυβέρνηση που θα βάλει φρένο στη δυναμική τους στο όνομα της «ανασυγκρότησης της οικονομίας». Παλεύουμε για να αποκτήσει η οργανωμένη εργατική τάξη τη δύναμη να επιβάλλει τη δικαίωση των διεκδικήσεών της με τις δικές της δυνάμεις. Αυτές οι διεκδικήσεις, που δεν είναι μόνο οικονομικές,  είναι η «ψυχή» ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος.

23. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να  απευθυνθεί, στη βάση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος και χωρίς αποκλεισμούς, για συνεργασία σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς στις μάχες και στις εκλογές. Είναι μία ξεκινημένη, και πετυχημένη, συνεργασία σε συνδικάτα, αυτοδιοικητικά σχήματα, στα ΕΑΑΚ στις σχολές. Θα είναι και μια έμπρακτη απάντηση σε όσους λένε ότι ο αντικαπιταλισμός είναι περιχαράκωση ενώ η ενότητα υπηρετείται από την προσαρμογή σε ένα ψεύτικο ρεαλισμό.

Οι δυνατότητες που ανοίγονται για μια τέτοια συνεργασία φάνηκαν με τη μαζική ανταπόκριση στην πρωτοβουλία για την κοινή εκδήλωση αυτών των δυνάμεων στον κινηματογράφο Στούντιο στις 19 Δεκέμβρη. 

Οι συντρόφισσες και σύντροφοι του ΣΕΚ που μαζί με πολλές/ούς συντρόφισσες/ους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοστατήσαμε για την επιτυχία στο Στούντιο, θέλουμε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Ενωτικά και αντικαπιταλιστικά! Για να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πολιτικό στήριγμα στο πλατύ ρεύμα αγωνιστριών/ών που έχει διαμορφωθεί μέσα στις μάχες των τελευταίων χρόνων και ψάχνει εναλλακτική πέρα από τα όρια της αριστεράς του κοινοβουλευτικού δρόμου. 

 

 

 

 

Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 10/01/2023 - 20:00

Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική: Πρότεινόμενη τροποποίηση/προσθήκη στο κείμενο θέσεων της πλειοψηφίας του ΠΣΟ

Πρότεινόμενη τροποποίηση/προσθήκη στο κείμενο θέσεων της πλειοψηφίας του ΠΣΟ

[Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική]

 

Μια κριτική αποτίμηση της πορείας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Στις 31 Ιανουαρίου 2009 δέκα οργανώσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στο Σπόρτιγκ, λιγότερο από δύο μήνες μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, συνυπέγραψαν τη δημιουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πραγματοποιώντας τη σύγκλιση δύο μετωπικών σχηματισμών που προϋπήρχαν, του ΜΕΡΑ και του ΕΝΑΝΤΙΑ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε έτσι το πιο φιλόδοξο μέχρι σήμερα εγχείρημα της ελληνικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η συνύπαρξη που μόλις πριν από ένα χρόνο φαινόταν αδύνατη συνέβη κυρίως χάρις στη καταλυτική επίδραση της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008.

 

Από το φοιτητικό κίνημα του 2006-7 μέχρι τη μνημονιακή περίοδο

Από τις δέκα οργανώσεις που συμμετείχαν αρχικά στην ίδρυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εκτός από τις «παραδοσιακές» που είχαν πίσω τους μια μεγαλύτερη ιστορική διαδρομή, σταθερές ιδεολογικές αναφορές και έναν πυρήνα στελεχών πολιτικά διαμορφωμένων στις προηγούμενες περιόδους ανόδου των αγώνων του εργατικού κινήματος (μαζική αντιδικτατορική πάλη, εργατικοί αγώνες της μεταπολίτευσης), συμμετείχαν επίσης οργανώσεις με φοιτητική κυρίως σύνθεση που αναπτύχθηκαν δυναμικά κατά τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος 2006-7.

Στην ίδρυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα πρώτα δύο - τρία χρόνια, μεγάλο μέρος της γενιάς των φοιτητών που είχαν συμμετάσχει στις μεγάλες εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις του 2006-7 ενάντια στο νόμο-πλαίσιο Γιαννάκου και στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια βρισκόταν ακόμη ενεργό πολιτικά μέσα στις σχολές και διατηρούσε ένα ισχυρό κλίμα αντιπαλότητας προς τις νεοφιλελεύθερες αντι-μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και κατ’ επέκταση και προς την επίσημη ρεφορμιστική αριστερά, μια αριστερά που οπισθοχωρούσε διαρκώς απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελευθερισμού και τα «εκσυγχρονιστικά» του ιδεολογήματα.  Ωστόσο, παρά τη μαζικότητα, τη μαχητικότητα και τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος του 2006-7, αυτό δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί συνολικά απέναντι στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού πέρα από τα εκπαιδευτικά ζητήματα, να συνδεθεί δηλαδή με μια συνολική πολιτική πρόταση και να συμβάλει στην προώθησή της στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ο λόγος αυτής της αδυναμίας του φοιτητικού κινήματος 2006-7 οφειλόταν στον γενικότερο συσχετισμό της ταξικής πάλης και στην κατάσταση της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες (κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του Ανατολικού μπλοκ, παγκοσμιοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος).      

Στο εσωτερικό του φοιτητικού κινήματος αναπτύχθηκαν ριζοσπαστικές τάσεις, που όμως δεν αποκτούσαν εμπειρίες σε γενικότερους κοινωνικούς αγώνες και προσπαθούσαν έτσι να θεμελιώσουν την κοσμοαντίληψή τους μόνο μέσα από θεωρητικές αναζητήσεις. Οι οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ που απασχόλησαν έντονα τη συζήτηση στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις εκκλήσεις τους για «παναριστερή ενότητα», αναπτύχθηκαν μέσα σε εκείνο ακριβώς το πλαίσιο.

Στην πραγματικότητα, παρά τις φραστικές καταγγελίες του ρεφορμισμού, παρέμεναν προσανατολισμένες στη σταλινική στρατηγική των λαϊκών μετώπων και η πολιτική τους στόχευση δεν πήγαινε πιο πέρα από τον αριστερό ρεφορμισμό και η πρακτική τους επικεντρώθηκε εν πολλοίς σε εκλογικίστικες τακτικές. Ο αριστερισμός τους εξαντλούνταν κυρίως σε μια αντι-ΕΕ ρητορεία ξεκομμένη από άλλους στόχους. Η «αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ» αποτελούσε γι’ αυτούς την κορωνίδα του προγράμματος και το βασικό πολιτικό κριτήριο για την κατάταξη των οργανώσεων στο πολιτικό φάσμα. Ήταν η στάση της επίσημης ρεφορμιστικής αριστεράς απέναντι στο φοιτητικό κίνημα 2006-7 και την εξέγερση του Δεκεμβρη του 2008 που ώθησε τις οργανώσεις ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ στη συμμετοχή τους στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όμως η υποκειμενική τους αδυναμία να αναλύσουν τα γεγονότα με ταξικούς όρους τις εμπόδιζε να βγάλουν τα πολιτικά συμπεράσματα για την ανάγκη συγκρότησης επαναστατικής οργάνωσης.

Τα θλιβερά επεισόδια στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας το Σεπτέμβριο του 2010, από τις «ομάδες περιφρούρησης» της ΑΡΑΣ ενάντια στους φοιτητές της ΑΡΑΝ, αποτέλεσαν ένα χαρακτηριστικό γεγονός για το επίπεδο και την πολιτική κουλτούρα του «χώρου» που σημαδευόταν από τραμπουκισμούς, σεξιστικές επιθέσεις, συκοφαντίες ενάντια σε αγωνιστές της ευρύτερης Αριστεράς. Από την άλλη πλευρά, η ανοχή της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι σε αυτά τα γεγονότα κατέδειξε τις τάσεις καιροσκοπισμού, της αλλά και την συνολική οργανωτική καχεξία του μετώπου.

 

Η περίοδος της κινηματικής ανόδου 2010-11

Η πρώτη «μνημονιακή» περίοδος 2010-11 δεν χαρακτηρίσθηκε μόνο από τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας και των μεγάλων πόλεων, αλλά και από την εμφάνιση νέων κινημάτων με κάποιες νέες, πρωτόγνωρες μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης.  Τα νέα κινήματα δεν φιλοδοξούσαν  μόνο να αντισταθούν στην πολιτική της επιβολής των αντικοινωνικών μέτρων αλλά επίσης και να αναλάβουν και κάποιες στοιχειώδεις λειτουργίες παροχής κοινωνικών υπηρεσιών από το κατεδαφιζόμενο «κράτος πρόνοιας». Τα κινήματα αυτά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ασύνδετα  μεταξύ τους και δεν απέκτησαν ανώτερες οργανωτικές μορφές και δευτεροβάθμια όργανα που θα τους έδιναν τη δυνατότητα κεντρικού συντονισμού των δράσεων και αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική. Οι μορφές αυτο-οργάνωσης απείχαν  ακόμη πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι «δυαδικής εξουσίας». Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη περίοδο αυτή ενυπήρχαν αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία μιας προεπαναστατικής περιόδου, ενώ η υποχώρησή τους, από την προεκλογική περίοδο της άνοιξης του 2012 και μετά, συνδέεται άμεσα με ένα γενικό κλίμα απογοήτευσης και σχετικής παθητικότητας, την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της Χρυσής Αυγής. Για την υποχώρηση αυτή μεγάλη ευθύνη φέρουν χωρίς αμφιβολία τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ), με την εκτονωτική στάση τους και τον προσανατολισμό όλης της πολιτικής τους στις εκλογές. Η στάση των αναρχικών και αντι-εξουσιαστών μπορούμε να πούμε ότι γενικά υπήρξε επιφυλακτική και επιλεκτική. Συμμετείχαν ενεργά κυρίως σε κινήσεις που μπορούσαν να ελέγχουν απόλυτα, αποκαλύπτοντας έτσι τη βαθιά σεχταριστική τους αντίληψη.

Η πλειοψηφία των αγωνιστών της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς πήρε ενεργό μέρος στα κινήματα, πολλές φορές με σημαντικές πρωτοβουλίες και πάντοτε στην πρώτη γραμμή. Όμως, οι παρεμβάσεις τους γίνονταν χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και χωρίς στόχευση, και το κυριότερο χωρίς να έχουν οι ίδιοι μια πλήρη συνείδηση της σημασίας αυτών των κινημάτων στα οποία συμμετείχαν, για την συνολική εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Αιτίες, ασφαλώς, ο οργανωτικός κατακερματισμός, ο ανταγωνισμός των οργανώσεων, οι διαφορετικές προσεγγίσεις της πολιτικής κατάστασης, αλλά κυρίως η ισχυρή εσωτερική πίεση του ρεφορμισμού.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όντας το κυριότερο εγχείρημα συσπείρωσης και συντονισμού των οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, ανέδειξε αυτές ακριβώς τις δυνατότητες αλλά και τις αδυναμίες. Από τη μια μεριά, το γεγονός της εμπλοκής των αγωνιστών της στα κινήματα συνέβαλλε στο να καταγραφεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με θετικό τρόπο στη συλλογική λαϊκή συνείδηση, από την άλλη η δράση τους δεν κατόρθωσε να αποτελέσει έναν καταλύτη για την εξέλιξη των κινημάτων σε ανώτερη μορφή.

 

Μπροστά στην εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ

Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, μετά από έναν μαραθώνιο διαβουλεύσεων μεταξύ των ηγεσιών των οργανώσεων, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατόρθωσε επιτέλους να αρθρώσει έναν όχι ασήμαντο πολιτικό λόγο, με το να προτείνει ένα στοιχειώδες πρόγραμμα για τις εκλογές της άνοιξης του ’12. Όμως, το πρόγραμμα δεν προέκυψε μέσα από μια πολιτική συζήτηση και ζύμωση στις τοπικές επιτροπές, αλλά μέσα από μια «κοπτοραπτική» των διαφορετικών θέσεων στις συναντήσεις των ηγεσιών, προκειμένου να βρεθεί ένα σημείο φραστικής ισορροπίας.

Η κοινωνική «αναγνωρισιμότητα» που είχε αποκτήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ την προηγούμενη περίοδο της ανόδου των κινημάτων αποδείχθηκε στις πρώτες βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2012, στις οποίες συγκέντρωσε 75.428 ψήφους και ποσοστό 1,19% - το μεγαλύτερο που έχει ποτέ συγκεντρώσει σε ελληνικές βουλευτικές εκλογές οργάνωση ή μετωπικός σχηματισμός της άκρας αριστεράς.

Με την έναρξη της περιόδου υποχώρησης των κινημάτων, από την άνοιξη του ’12, θα περίμενε κανένας να ξεκινήσει μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ τουλάχιστον μια κριτική αποτίμηση των εμπειριών της προηγούμενης περιόδου και να ανοίξει μια γόνιμη συζήτηση πάνω στην ανάγκη για τη χάραξη μιας στρατηγικής. Δεν αξιοποιήθηκε, ωστόσο, η ευκαιρία για μια συστηματική παρουσίαση των διαφορετικών προσεγγίσεων καθώς βαδίζαμε στη συνδιάσκεψη του Ιουνίου του ’13. Μια πολιτική αντιπαράθεση με επιχειρήματα και δημοκρατικούς κανόνες θα πλούτιζε το προβληματισμό και θα αναβάθμιζε τη δημοκρατική λειτουργία στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η αντιπαράθεση, όμως έγινε σχεδόν αποκλειστικά στη βάση των αριθμητικών συσχετισμών των οργανώσεων, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία να εκτεθούν και συζητηθούν ουσιαστικά οι διαφορετικές απόψεις στις τοπικές.

Η πτέρυγα ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ παρουσίασε αμέσως τον προσανατολισμό της προς τη λεγόμενη «συμπόρευση» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το Σχέδιο Β’ του Αλαβάνου, που μονοπώλησε την εσωτερική συζήτηση. Υποστήριξαν με φανατισμό την συνεργασία με μια μικρή, αρχηγική, ρεφορμιστική οργάνωση, σχεδόν ανύπαρκτη μέσα στα κινήματα, και πίστευαν ότι η «συμπόρευση» αυτή θα λύσει ως δια μαγείας το πρόβλημα της κοινωνικής απεύθυνσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις πλατιές λαϊκές μάζες. Από τη μεριά της, η πολιτική πρόταση του Σχεδίου Β’ ήταν απολύτως ενταγμένη στη λογική της διαχείρισης του αστικού κράτους και σε μεταρρυθμιστικές απόψεις για τις δομές της ΕΕ. Τη «συμπόρευση», επιπλέον, δεν την αντιλαμβανόταν σαν μια εκλογική συνεργασία, μέσα στην οποία ο καθένας θα διατηρούσε ακέραιο το πρόγραμμά του, αλλά σαν μια συμμαχία με ενιαία πολιτική έκφραση.

Προκειμένου να επιτύχουν την «συμπόρευση», οι υποστηρικτές της ήταν πρόθυμοι να ακρωτηριάσουν και το συμφωνημένο με τόσο κόπο, στοιχειώδες πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, απαλείφοντας ακόμη και το πολυθρύλητο σύνθημα της «εξόδου από την ΕΕ». Το σημείο δηλαδή που οι ίδιοι, όλο το προηγούμενο διάστημα της συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θεωρούσαν ιερό και απαράβατο όρο, απόλυτο σημείο αναφοράς και υπέρτατο κριτήριο για την κατάταξη των οργανώσεων μέσα στο φάσμα της αριστεράς. Η ευκολία με την οποία δέχθηκαν αυτόν τον ακρωτηριασμό, προκειμένου να προσεταιρισθούν μια προβεβλημένη προσωπικότητα που θα τους έφερνε ίσως εγγύτερα στους απώτερους σχεδιασμούς για μια γνήσια «κυβέρνηση της αριστεράς», είναι ενδεικτική του πόσο εύκολα μπορούν να εγκαταλειφθούν, από τις ρεφορμιστικές ή τις αμφιταλαντευόμενες ηγεσίες οι προγραμματικές δεσμεύσεις και τα μεγάλα λόγια, μόλις  βρεθούν μπροστά σε αποφασιστικά διλήμματα.

Στις εκλογές του Μαΐου του 2014 για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, το κόμμα του Αλαβάνου συγκέντρωσε μόλις 11.307 ψήφους και ποσοστό 0,20%. Στις ίδιες εκλογές η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκέντρωσε 41.299 ψήφους και ποσοστό 0,72%. Η εκλογική αποτυχία, για έναν ρεφορμιστικό πολιτικό σχηματισμό όπως το Σχέδιο Β’, επιβεβαίωνε την κοινωνική του ασημαντότητα και σήμαινε το ουσιαστικό τέλος της ύπαρξής του. Το μάθημα αυτό ωστόσο δεν στάθηκε αρκετό για να νουθετήσει τους υποστηρικτές της «παναριστεράς» μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι ακόρεστες φιλοδοξίες τους για εκλογικούς θριάμβους δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με τα διαχρονικά πενιχρά εκλογικά αποτελέσματα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η αποτυχία του Σχεδίου Β’ μετετράπη ταχυδακτυλουργικά από προφανές επιχείρημα εναντίον, σε επιχείρημα υπέρ της «συμπόρευσης»: εφόσον δεν θα είχε πλέον την αλαζονεία της μεγάλης δύναμης, θα έθετε και λιγότερους όρους σε μια πιθανή συνεργασία. Οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ προσχώρησαν μονομερώς στη ΜΑΡΣ, μαζί με το Σχέδιο Β’, και παίζοντας διπλό παιχνίδι, εντός κι εκτός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συνέχισαν τις πιέσεις, έως ότου ένα πλειοψηφικό κομμάτι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέλεξε την αλλαγή πλεύσης και την ευθυγράμμιση μαζί τους: η «συμπόρευση» επιβλήθηκε τελικά στις εκλογές του Γενάρη του 2015. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέβηκε με το Σχέδιο Β’ και τις λοιπές δυνάμεις της ΜΑΡΣ, με το πιο μετριοπαθές και ανεπαρκές εκλογικό πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει στην ιστορία της. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν δικαίωσε στο παραμικρό τις φιλοδοξίες για το εκλογικό άλμα, και η «συμπόρευση» κατέρρευσε την επαύριο των εκλογών.

 

Πορεία οργανωτικής συρρίκνωσης

Αν η συμπόρευση με το Σχέδιο Β’ και τον Αλαβάνο τελικά ναυάγησε, η έλξη της ΛΑΕ και του Λαφαζάνη αποδείχθηκε για ορισμένες δυνάμεις ακατανίκητη. Η ΛΑΕ δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 2015, μετά το δημοψήφισμα-φιάσκο του ΣΥΡΙΖΑ, από την πλειοψηφία της «Αριστερής Πλατφόρμας» που αποτελούσε και τη μεγαλύτερη μέχρι τότε εσωκομματική ομαδοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η συμμετοχή, στην ίδρυση της ΛΑΕ, 25 εκλεγμένων βουλευτών και 53 μελών της κεντρικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, η υποστήριξή της από πρώην υπουργούς και προσωπικότητες της αριστεράς, δημιουργούσαν ένα διθυραμβικό κλίμα στο οποίο ήταν αδύνατον πλέον να αντισταθούν οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ.

Είναι αλήθεια ότι αρχικά στο εγχείρημα της ΛΑΕ συμμετείχαν και οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που δεν πτοήθηκαν από τις πατριωτικές κορώνες του Λαφαζάνη, από το σύνθημα για «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας» και επιστροφή στη δραχμή, από τις σταλινικές αναφορές και πρακτικές της ηγεσίας. Δεν έλειψαν τότε επίσης και οι παραινέσεις και οι πιέσεις από οργανώσεις της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προσχωρήσει ή τουλάχιστον να στηρίξει εκλογικά την ΛΑΕ. Η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ακολούθησε, ευτυχώς, μια τέτοια πορεία, ωστόσο η επιλογή της ανεξαρτησίας από τον ρεφορμισμό δεν έγινε χωρίς αντιφάσεις: οι δύο μεγαλύτερες οργανώσεις συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με τη ΛΑΕ, οι οποίες σύντομα απέτυχαν, εν μέρει όμως λόγω της αλαζονείας της ίδιας της ηγετικής ομάδας της ΛΑΕ.

Έτσι οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ εγκατέλειψαν χωρίς δισταγμό ό,τι είχε με κόπο οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια των κοινωνικών αγώνων, πιστεύοντας ότι θα δρέψουν τους καρπούς μιας εκλογικής νίκης. Όμως οι ελπίδες για εκλογικές νίκες και κοινοβουλευτικές παρουσίες, για μια φορά ακόμη, διαψεύσθηκαν αμέσως και οικτρά. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η ΛΑΕ δεν κατόρθωσε να περάσει το πολυπόθητο κατώφλι του 3% για να μπει στη Βουλή. Συγκέντρωσε 155.242 ψήφους και ποσοστό 2,87%. Η πολιτική της διαδρομή είχε ουσιαστικά τελειώσει και η μια μετά την άλλη οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς την εγκατέλειπαν. Τα επόμενα χρόνια, η προσωπική πορεία του Λαφαζάνη, αλλά και της ίδιας της ΛΑΕ, εκτός από την ουσιαστική ανυπαρξία τους στο εργατικό και τα κοινωνικά κινήματα, αποκάλυψαν μια αποκρουστική, βαθιά συντηρητική, εθνικιστική, ιδεολογική φυσιογνωμία.

Αν η αποχώρηση των δύο οργανώσεων ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ, τον Αύγουστο του 2015, σηματοδότησε μια πορεία οργανωτικής συρρίκνωσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η εκλογική της απήχηση, όπως αποδείχθηκε στις δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, ελάχιστα ή καθόλου δεν επηρεάστηκε από το γεγονός αυτό. Στις εκλογές του Ιανουαρίου η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκέντρωσε, μαζί με τη ΜΑΡΣ, 39.455 ψήφους και ποσοστό 0,64% και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, σε μια πολύ πιο αριστερή συνεργασία με το ΕΕΚ, 46.096 ψήφους και ποσοστό 0,85%.

 

Το πολύτιμο κεφάλαιο που παραμένει

Η πλειοψηφία των έμπειρων αγωνιστών και αγωνιστριών, με διαρκή παρουσία στο συνδικαλισμό και στα κοινωνικά κινήματα, με μακρά κοινωνική παρουσία και αναγνωρισιμότητα, δεν ανήκε στις οργανώσεις της ΑΡΑΝ και της ΑΡΑΣ, αλλά στις οργανώσεις που παρέμειναν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που αναφέρονταν ή υποστηρίχθηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σημείωσαν όλη τη περίοδο από το 2015 μέχρι και σήμερα άνοδο ή σταθερότητα. Το γεγονός αυτό αποτελεί πολύτιμο, αλλά δυστυχώς και το μοναδικό, κεφάλαιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Επιβεβαίωση για την τοπική κοινωνική ακτινοβολία της δραστηριότητας των αγωνιστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσαν τα αποτελέσματα των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, που δύο φορές ανέδειξαν 12 περιφερειακούς συμβούλους στις 12 περιφέρειες όπου κατέβασε συνδυασμούς και αρκετούς δημοτικούς συμβούλους στις μεγάλες πόλεις, παρά την οδυνηρή διάσπαση των δυνάμεών της σε αντιπαραθετικά κατεβάσματα στους Δήμους Αθηναίων, Θεσσαλονίκης και Πάτρας – για την οποία δεν έχει μέχρι σήμερα γίνει κανένας ουσιαστικός απολογισμός ή προσπάθεια ενοποίησης. Για πρώτη φορά ένας αντικαπιταλιστικός πολιτικός σχηματισμός απόκτησε πανεθνική παρουσία και απήχηση με ένα στοιχειώδες ριζοσπαστικό πρόγραμμα.  

Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί και να εξειδικεύσει αυτό το στοιχειώδες πρόγραμμα που είχε καταρτήσει την άνοιξη του 2012. Οι θέσεις της απέναντι στα ζητήματα της κεντρικής πολιτικής που ανέκυπταν διαρκώς ήταν συνήθως το αποτέλεσμα ενός άνευρου φραστικού συμβιβασμού των θέσεων των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων.

Η έλλειψη ενός μόνιμου κεντρικού μηχανισμού στελεχών με έντυπο και γραφεία, παρά τις αλλεπάλληλες σχετικές αποφάσεις, δεν επιτρέπει την προβολή και την αξιοποίηση των επιμέρους συνδικαλιστικών και κινηματικών επιτυχιών των αγωνιστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αλλά ούτε επίσης μια διαρκή, σοβαρή και συστηματική συζήτηση μεταξύ των οργανώσεων και του ανένταχτου δυναμικού. Η δράση των περιφερειακών και δημοτικών συμβούλων εξαντλείται στις συνεδριάσεις των αντίστοιχων συμβουλίων και σε προσωπικές πρωτοβουλίες που δεν γίνονται αντικείμενο συλλογικής επεξεργασίας από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι τοπικές οργανώσεις της δεν λειτουργούν καθόλου ή λειτουργούν υποτυπωδώς μόνο τις προεκλογικές περιόδους. Το αποτέλεσμα είναι οι ανένταχτοι αγωνιστές να απομακρύνονται, και ακόμη σημαντικότερο, να είναι αδύνατη η προσέλκυση νέων σε μια ανύπαρκτη οργανωτικά δομή.

 

Η τροχοπέδη και οι νέες αποχωρήσεις 

Οι αδυναμίες που αποτέλεσαν την τροχοπέδη για το προχώρημα του μετωπικού σχήματος μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Για μια οργανωμένη μερίδα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε απλώς πεδίο παρέμβασης και όχι συμμετοχής για τη συγκρότηση κάποιου ευρύτερου πολιτικού σχηματισμού. Η μερίδα αυτή συμμετείχε στοιχειωδώς στις τοπικές οργανώσεις μόνο για να μεταφέρει εκεί τη γραμμή και στην πράξη δεν δεσμευόταν από τις αποφάσεις των οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έφτασε στο σημείο να ανακηρύξει στις αυτοδιοικητικές εκλογές δικούς της συνδυασμούς χρησιμοποιώντας αυθαίρετα το όνομα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.  Ταυτόχρονα, έχει αναπτύξει τα δικά του, ιδιόκτητα «μέτωπα» για το φασισμό, τους μετανάστες, το περιβαλλοντικό κλπ. Η αντίληψη και η τακτική αυτή, όπως ήταν επόμενο, αποτέλεσε μόνιμη πηγή τριβών, πολιτικών και οργανωτικών δυσλειτουργιών στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
  2. Μια άλλη μερίδα συμμετείχε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει ποιος ακριβώς θα έπρεπε να είναι ο στόχος. Κυρίως την αντιλαμβάνεται ως ένα ευρύτερο μέτωπο, κάπως μονιμότερο από εκλογικό, με χαλαρές εσωτερικές λειτουργίες. Αν δεν πρόβαλλε προσκόμματα στη λειτουργία των τοπικών οργανώσεων, όπως η πρώτη μερίδα, πάντως δεν κατέβαλλε και καμιά συστηματική προσπάθεια για τη βελτίωσή της.

Τα προηγούμενα χρόνια, η μερίδα αυτή συμμετείχε συστηματικά σε καμπάνιες που στόχευαν μονοθεματικά στην έξοδο από την ΕΕ, ξεκομμένα από τα μεταβατικά εκείνα αιτήματα που θα τη συνέδεαν με την επαναστατική κοινωνική ανατροπή και τη σοσιαλιστική πρόταση, και στήριζε πρόθυμα επιτροπές οικονομολόγων που προσπαθούσαν να προβάλλουν το εθνικό νόμισμα ως την λύση για την οικονομική ύφεση στη χώρα. Δεν αντιλαμβανόταν ότι μια τέτοια πολιτική θέση έρχονταν σε πλήρη αντίφαση με τις διακηρυγμένες προγραμματικές του θέσεις που απέρριπταν τη «θεωρία των σταδίων». Αποτέλεσμα της αντιφατικής πορείας και θεωρητικής σύγχυσης ήταν να μη γίνει έγκαιρα κατανοητός ο ρόλος και η αναγκαιότητα του επαναστατικού κόμματος και του μεταβατικού προγράμματος.

  1. Παρά τη συστηματική και πολλές φορές πρωταγωνιστική εμπλοκή των αγωνιστών και αγωνιστριών της στα κινήματα της περιόδου, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοια δεν μπόρεσε έως σήμερα να προσελκύσει σημαντικά στρώματα της ριζοσπαστικοποιούμενης εργατικής τάξης και των νέων πρωτοποριών. Σε αυτό συνέβαλε η διάσπαση δυνάμεων, με τις μεγαλύτερες οργανώσεις να κουβαλάνε χωρίς σχετικές αποφάσεις διπλά και τριπλά πανό ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η απροθυμία ολόπλευρης εμπλοκής σε μορφές αυτοοργάνωσης που αναδείκνυονταν στο κίνημα (πχ. Λαϊκές συνελεύσεις), καθώς και η λανθασμένη ταύτιση της πολιτικά ορθής επιδίωξης για διακριτή ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς με έναν φετιχισμό ξεχωριστών δράσεων ή διαδηλώσεων, που απέκλειε την επαφή με άλλους εργαζόμενους και εργαζόμενες, καταπιεσμένους και καταπιεσμένες που κινητοποιούνταν. Πολλές φορές, μάλιστα, η άρνηση της ορθής ενιαιομετωπικής δράσης στο δρόμο ερχόταν σε χτυπητή αντίφαση με την λανθασμένη προθυμία πολιτικής και εκλογικής συμπόρευσης με ρεφορμιστικές δυνάμεις.

 

Η απογοήτευση από τη στασιμότητα έφερε νέες τριβές, που κατέληξαν στην αποχώρηση της ομάδας «Μετάβαση» αλλά και άλλων αγωνιστών και αγωνιστριών, που αλληθώριζαν εδώ και καιρό προς το όραμα της «παναριστεράς». Οι προσδοκίες της Μετάβασης για πρόσβαση σε ευρύτερα ακροατήρια, χωρίς του βάρος του υποτιθέμενου σεκταρισμού, δεν είχαν καλύτερη τύχη από τις προηγούμενες αποχωρήσεις, αφού ούτε καν οι ίδιες οι δυνάμεις της δεν μπόρεσαν να ενοποιηθούν, διασπώμενες σε Αναμέτρηση και Κομμουνιστικό Σχέδιο – ούτε η ενοποίηση της πρώτης με την προερχόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ συνάντηση, ούτε η σχεδιαζόμενη ενοποίηση του δεύτερου με την ΑΡΑΝ δείχνουν κάποια αξιόλογη δυναμική. Σήμερα, Αναμέτρηση, Κομμουνιστικό Σχέδιο και ΑΡΑΝ εμφανίζονται απόλυτα προσηλωμένες σε σχέδια «παναριστερής» ενότητας, μαζί με δυνάμεις του ρεφορμισμού, έχοντας και οι ίδιες μετατοπιστεί προγραμματικά σε κρίσιμα θέματα σε σχέση με τα χρόνια της συμμετοχής τους στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Το τελευταίο διάστημα, η ΑΡΙΣ, η οργάνωση που δημιουργήθηκε από τη διάσπαση της ΑΡΑΣ όταν αυτή αποχώρησε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ακολούθησε μια παράλληλη πορεία προς τον ρεφορμισμό, του παρηκμασμένου ΚΚΕ αυτή τη φορά. Πριν από αυτό, και ξεκινώντας από τη μαχητική υπεράσπιση μέλους της που βαρύνεται με περιστατικό σεξιστικής βίας, είχε στο ιστορικό της μια σειρά βίαιων επιθέσεων απέναντι σε άλλα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αναπαράγοντας τις χειρότερες παραδόσεις της ενδοκινηματικής βίας.

Γενικά, όλες οι διασπάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κινήθηκαν προς τα δεξιά, και το εναπομείναν τμήμα της είναι αλήθεια ότι έκανε σοβαρές προγραμματικές προόδους, που δεν ήταν δεδομένες την εποχή της ίδρυσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: η διεθνιστική θέση εναντίωσης στην ελληνική επιθετικότητα στα λεγόμενα ελληνοτουρκικά, η θέση εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών και των εθνικιστικών συλλαλητηρίων και υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του έθνους των Μακεδόνων, η υποστήριξη των φεμινιστικών αγώνων και του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος, η κατανόηση της σοβαρότητας των αγώνων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η καθαρή τοποθέτηση εναντίον όλων των ιμπεριαλιστών στον πόλεμο της Ουκρανίας, η αποκήρυξη του αριστερού κυβερνητισμού είναι ορισμένες από αυτές. Με αυτή την έννοια, κι ανεξαρτήτως του ότι αποδυνάμωσαν οργανωτικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι διασπάσεις υπήρξαν τμήμα μιας διαδικασίας στρατηγικής αποσαφήνισης της στρατηγικής. Κάθε φορά, ωστόσο, η πλειοψηφία της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επαναλάμβανε τα ίδια λάθη: σημαντικές παραχωρήσεις στις δεξιόστροφες τάσεις, με την ελπίδα πως αυτές θα μπορούσαν να παραμείνουν – ελπίδα που κάθε φορά αποδεικνύεται απατηλή ενώ ταυτόχρονα έχει σημαντικό κόστος στη φυσιογνωμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι, κάθε χρονιά επανερχόταν και κάποιο νέο σχέδιο «συμπόρευσης» με δυνάμεις γραφειοκρατικές, ρεφορμιστικές ή αμφιταλαντευόμενες, για να εξευμενιστούν πρώτα οι ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ κι έπειτα η Μετάβαση. Στην τελευταία συνδιάσκεψη, δε, η ΑΡΙΣ όχι μόνο δεν περιθωριοποιήθηκε για τη στάση της, αλλά περιλήφθηκε στην πλειοψηφική πλατφόρμα. Τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, χωρίς να έχει γίνει μέχρι σήμερα κάποιος κριτικός απολογισμός.

Τον τελευταίο χρόνο, ένα νέο σχέδιο «συμπόρευσης» απειλεί να διαλύσει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η «Πρωτοβουλία για την Ενωτική Κίνηση της Ριζοσπαστικής και Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς», στην οποία συμμετέχει και μία από τις μεγαλύτερες οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πιέζοντας διαρκώς και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να το κάνει, αποτελεί τυπική πρόταση πλατιού μετώπου συγχώνευσης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς με αμιγώς ρεφορμιστικά ρεύματα (όπως η ΛΑΕ) και με ενδιάμεσες αμφιταλαντευόμενες δυνάμεις. Τη στιγμή που βασικά στρατηγικά ερωτήματα όπως η θέση απέναντι στις αριστερές κυβερνήσεις και τη διαχείριση των θεσμών του αστικού κράτους, η τοποθέτηση σε έναν ενδο-ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η στάση απέναντι στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό έχουν τεθεί επιτακτικά στην πράξη, η συμμετοχή σε μια συμμαχία που αδυνατεί να μιλήσει για τέτοια ζητήματα, γιατί περιλαμβάνει δυνάμεις ρεφορμιστικές και εθνικιστικές, θα ήταν καταστροφή και θα σήμαινε την παραίτηση από το σχέδιο της ανεξαρτησίας της αντικαπιταλιστικής κι επαναστατικής αριστεράς.

 

Νέα εποχή-νέες απαιτήσεις

Ο πόλεμος στην Ουκρανία σηματοδότησε μια ριζική αλλαγή του πολιτικού τοπίου. Οι συνδυασμένες συνέπειες της πανδημίας, της οικονομικής κρίσης, της κλιματικής αλλαγής οξύνονται από τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, που πυροδοτεί επίσης τις παγκόσμιες ανακατατάξεις και περιφερειακές εντάσεις που κυοφορούνταν από καιρό. Ο κόσμος μας κινδυνεύει να αφανιστεί από μια νέα ιμπεριαλιστική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα. Η επαπειλούμενη κολοσσιαία σύγκρουση επικαθορίζει πλέον όλες τις επιμέρους εξελίξεις. Ήδη προκαλούνται και σύντομα θα ενταθούν κοινωνικοί σεισμοί σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η νέα περίοδος πολέμων και κοινωνικών συγκρούσεων που ανοίγεται μπροστά μας πρέπει να βρει αυτή τη φορά την αντικαπιταλιστική αριστερά καλύτερα συγκροτημένη, πολιτικά και οργανωτικά.

Κάποιοι περιορίζονται απλώς σε γενικόλογο πασιφισμό. Κάποιοι άλλοι, διατελώντας σε πλήρη πολιτική σύγχυση, συντάσσονται με το δυτικό στρατόπεδο, υπεράσπισης των αστικοδημοκρατικών αξιών απέναντι στον «βάρβαρο Ρώσο εισβολέα» και κάποιοι άλλοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη νίκη των καθεστώτων του αντίπαλου υπό διαμόρφωση στρατοπέδου Ρωσίας-Κίνας, χωρίς να είναι σε θέση να διαγνώσουν την ιμπεριαλιστική φύση του. Οι αντιλήψεις αυτές είναι καταδικασμένες να σαρωθούν κάποια στιγμή από τις κατακλυσμιαίες κοινωνικές συνέπειες της κρίσης και των πολέμων. Η ανεπάρκεια και η φυγομαχία των κάθε λογής ρεφορμιστικών κομμάτων και σχηματισμών θα ξεγυμνωθούν μπροστά τα μάτια των εργατικών τάξεων.

Όπως έχουν δείξει το κίνημα για τον πυρηνικό αφοπλισμό και το αντιπολεμικό κίνημα στον πόλεμο του Βιετνάμ (για να μην ανατρέξουμε στο κίνημα του Τσίμερβαλντ), για τη δημιουργία ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος δεν απαιτείται προγραμματική συμφωνία των συνιστωσών. Όμως αντίθετα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να συμμετέχει με ένα συγκεκριμένο αντιπολεμικό πρόγραμμα που θα αποβλέπει στην σοσιαλιστική διέξοδο με την μετατροπή των πολέμων σε εμφύλιους ταξικούς, με τη βασική αντίληψη ότι ο αντίπαλος που πρέπει να αντιπαλέψουμε είναι ο ταξικός αντίπαλος που βρίσκεται στη δική μας πλευρά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διαθέτει ήδη το πολύτιμο κεφάλαιο των έμπειρων και δοκιμασμένων αγωνιστών που πρέπει να αξιοποιηθεί. Για το σκοπό αυτό χρειάζονται:

  1. Επεξεργασία του στοιχειώδους προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και εμπλουτισμός του με τις αντιπολεμικές θέσεις του επαναστατικού μαρξισμού.
  2. Τακτική συνάντηση των τοπικών επιτροπών σε δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση με στόχο την ανάπτυξη της αντιπολεμικής προπαγάνδας και των πρωτοβουλιών σε τοπικό επίπεδο.
  3. Κεντρικά γραφεία και κεντρικό στελεχιακό μηχανισμό που θα συντονίζει τη λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ιδιαίτερα της αντιπολεμικής καμπάνιας.
  4. Κοινό έντυπο, που θα βοηθήσει, εκτός των άλλων, στην ανάπτυξη του διαλόγου των οργανώσεων και στο ξεκαθάρισμα των θέσεων.
  5. Αναζωογόνηση της ομάδας γυναικών, της lgbtqi+ ομάδας καθώς και της εργατικής ομάδας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
  6. Επανεπιβεβαίωση του σχεδίου για μια ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά, η οποία μπορεί να περιλάβει περισσότερες διεθνιστικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις που σήμερα βρίσκονται εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ξεκινώντας από την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Οργανώσεων), σε καμία περίπττωση όμως ρεύματα γραφειοκρατικά, ρεφορμιστικά και εθνικιστικά.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ιστορική εμπειρία, όσο όμως και οι πρόσφατες εξελίξεις στην εποχή της κρίσης, έχουν αναδείξει κόκκινες γραμμές που διαχωρίζουν το επαναστατικό/αντικαπιταλιστικό ρεύμα από τον ρεφορμισμό, πέραν από τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει προγραμματική και πολιτική συμπόρευση:

  1. Η αντίθεση στη στρατηγική των αριστερών κυβερνήσεων και η άρνηση της διαχείρισης των θεσμών του αστικού κράτους, οι οποίοι πρέπει να αντικατασταθούν από θεσμούς εργατικής εξουσίας και όχι απλώς να περάσουν στα χέρια της αριστεράς.
  2. Η άρνησης της υποστήριξης του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου στο όνομα του λιγότερου κακού και της «εθνικής ενότητας» στο όνομα του εξωτερικού εχθρού.
  3. Η συμμετοχή και στήριξη των θεσμών αυτοοργάνωσης και εργατικής αυτοδιεύθυνσης που αναδεικνύονται μέσα στο κίνημα, σε αντιπαράθεση με τη λογική της συνδιαχείρισης.
Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 10/01/2023 - 19:45

Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική: Πρότεινόμενη τροποποίηση/προσθήκη στο κείμενο θέσεων της πλειοψηφίας του ΠΣΟ

Πρότεινόμενη τροποποίηση/προσθήκη στο κείμενο θέσεων της πλειοψηφίας του ΠΣΟ

[Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική]

 

Μια κριτική αποτίμηση της πορείας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Στις 31 Ιανουαρίου 2009 δέκα οργανώσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στο Σπόρτιγκ, λιγότερο από δύο μήνες μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, συνυπέγραψαν τη δημιουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πραγματοποιώντας τη σύγκλιση δύο μετωπικών σχηματισμών που προϋπήρχαν, του ΜΕΡΑ και του ΕΝΑΝΤΙΑ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε έτσι το πιο φιλόδοξο μέχρι σήμερα εγχείρημα της ελληνικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η συνύπαρξη που μόλις πριν από ένα χρόνο φαινόταν αδύνατη συνέβη κυρίως χάρις στη καταλυτική επίδραση της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008.

 

Από το φοιτητικό κίνημα του 2006-7 μέχρι τη μνημονιακή περίοδο

Από τις δέκα οργανώσεις που συμμετείχαν αρχικά στην ίδρυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εκτός από τις «παραδοσιακές» που είχαν πίσω τους μια μεγαλύτερη ιστορική διαδρομή, σταθερές ιδεολογικές αναφορές και έναν πυρήνα στελεχών πολιτικά διαμορφωμένων στις προηγούμενες περιόδους ανόδου των αγώνων του εργατικού κινήματος (μαζική αντιδικτατορική πάλη, εργατικοί αγώνες της μεταπολίτευσης), συμμετείχαν επίσης οργανώσεις με φοιτητική κυρίως σύνθεση που αναπτύχθηκαν δυναμικά κατά τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος 2006-7.

Στην ίδρυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα πρώτα δύο - τρία χρόνια, μεγάλο μέρος της γενιάς των φοιτητών που είχαν συμμετάσχει στις μεγάλες εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις του 2006-7 ενάντια στο νόμο-πλαίσιο Γιαννάκου και στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια βρισκόταν ακόμη ενεργό πολιτικά μέσα στις σχολές και διατηρούσε ένα ισχυρό κλίμα αντιπαλότητας προς τις νεοφιλελεύθερες αντι-μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και κατ’ επέκταση και προς την επίσημη ρεφορμιστική αριστερά, μια αριστερά που οπισθοχωρούσε διαρκώς απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελευθερισμού και τα «εκσυγχρονιστικά» του ιδεολογήματα.  Ωστόσο, παρά τη μαζικότητα, τη μαχητικότητα και τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος του 2006-7, αυτό δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί συνολικά απέναντι στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού πέρα από τα εκπαιδευτικά ζητήματα, να συνδεθεί δηλαδή με μια συνολική πολιτική πρόταση και να συμβάλει στην προώθησή της στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ο λόγος αυτής της αδυναμίας του φοιτητικού κινήματος 2006-7 οφειλόταν στον γενικότερο συσχετισμό της ταξικής πάλης και στην κατάσταση της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες (κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του Ανατολικού μπλοκ, παγκοσμιοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος).      

Στο εσωτερικό του φοιτητικού κινήματος αναπτύχθηκαν ριζοσπαστικές τάσεις, που όμως δεν αποκτούσαν εμπειρίες σε γενικότερους κοινωνικούς αγώνες και προσπαθούσαν έτσι να θεμελιώσουν την κοσμοαντίληψή τους μόνο μέσα από θεωρητικές αναζητήσεις. Οι οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ που απασχόλησαν έντονα τη συζήτηση στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις εκκλήσεις τους για «παναριστερή ενότητα», αναπτύχθηκαν μέσα σε εκείνο ακριβώς το πλαίσιο.

Στην πραγματικότητα, παρά τις φραστικές καταγγελίες του ρεφορμισμού, παρέμεναν προσανατολισμένες στη σταλινική στρατηγική των λαϊκών μετώπων και η πολιτική τους στόχευση δεν πήγαινε πιο πέρα από τον αριστερό ρεφορμισμό και η πρακτική τους επικεντρώθηκε εν πολλοίς σε εκλογικίστικες τακτικές. Ο αριστερισμός τους εξαντλούνταν κυρίως σε μια αντι-ΕΕ ρητορεία ξεκομμένη από άλλους στόχους. Η «αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ» αποτελούσε γι’ αυτούς την κορωνίδα του προγράμματος και το βασικό πολιτικό κριτήριο για την κατάταξη των οργανώσεων στο πολιτικό φάσμα. Ήταν η στάση της επίσημης ρεφορμιστικής αριστεράς απέναντι στο φοιτητικό κίνημα 2006-7 και την εξέγερση του Δεκεμβρη του 2008 που ώθησε τις οργανώσεις ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ στη συμμετοχή τους στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όμως η υποκειμενική τους αδυναμία να αναλύσουν τα γεγονότα με ταξικούς όρους τις εμπόδιζε να βγάλουν τα πολιτικά συμπεράσματα για την ανάγκη συγκρότησης επαναστατικής οργάνωσης.

Τα θλιβερά επεισόδια στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας το Σεπτέμβριο του 2010, από τις «ομάδες περιφρούρησης» της ΑΡΑΣ ενάντια στους φοιτητές της ΑΡΑΝ, αποτέλεσαν ένα χαρακτηριστικό γεγονός για το επίπεδο και την πολιτική κουλτούρα του «χώρου» που σημαδευόταν από τραμπουκισμούς, σεξιστικές επιθέσεις, συκοφαντίες ενάντια σε αγωνιστές της ευρύτερης Αριστεράς. Από την άλλη πλευρά, η ανοχή της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι σε αυτά τα γεγονότα κατέδειξε τις τάσεις καιροσκοπισμού, της αλλά και την συνολική οργανωτική καχεξία του μετώπου.

 

Η περίοδος της κινηματικής ανόδου 2010-11

Η πρώτη «μνημονιακή» περίοδος 2010-11 δεν χαρακτηρίσθηκε μόνο από τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας και των μεγάλων πόλεων, αλλά και από την εμφάνιση νέων κινημάτων με κάποιες νέες, πρωτόγνωρες μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης.  Τα νέα κινήματα δεν φιλοδοξούσαν  μόνο να αντισταθούν στην πολιτική της επιβολής των αντικοινωνικών μέτρων αλλά επίσης και να αναλάβουν και κάποιες στοιχειώδεις λειτουργίες παροχής κοινωνικών υπηρεσιών από το κατεδαφιζόμενο «κράτος πρόνοιας». Τα κινήματα αυτά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ασύνδετα  μεταξύ τους και δεν απέκτησαν ανώτερες οργανωτικές μορφές και δευτεροβάθμια όργανα που θα τους έδιναν τη δυνατότητα κεντρικού συντονισμού των δράσεων και αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική. Οι μορφές αυτο-οργάνωσης απείχαν  ακόμη πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι «δυαδικής εξουσίας». Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη περίοδο αυτή ενυπήρχαν αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία μιας προεπαναστατικής περιόδου, ενώ η υποχώρησή τους, από την προεκλογική περίοδο της άνοιξης του 2012 και μετά, συνδέεται άμεσα με ένα γενικό κλίμα απογοήτευσης και σχετικής παθητικότητας, την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της Χρυσής Αυγής. Για την υποχώρηση αυτή μεγάλη ευθύνη φέρουν χωρίς αμφιβολία τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ), με την εκτονωτική στάση τους και τον προσανατολισμό όλης της πολιτικής τους στις εκλογές. Η στάση των αναρχικών και αντι-εξουσιαστών μπορούμε να πούμε ότι γενικά υπήρξε επιφυλακτική και επιλεκτική. Συμμετείχαν ενεργά κυρίως σε κινήσεις που μπορούσαν να ελέγχουν απόλυτα, αποκαλύπτοντας έτσι τη βαθιά σεχταριστική τους αντίληψη.

Η πλειοψηφία των αγωνιστών της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς πήρε ενεργό μέρος στα κινήματα, πολλές φορές με σημαντικές πρωτοβουλίες και πάντοτε στην πρώτη γραμμή. Όμως, οι παρεμβάσεις τους γίνονταν χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και χωρίς στόχευση, και το κυριότερο χωρίς να έχουν οι ίδιοι μια πλήρη συνείδηση της σημασίας αυτών των κινημάτων στα οποία συμμετείχαν, για την συνολική εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Αιτίες, ασφαλώς, ο οργανωτικός κατακερματισμός, ο ανταγωνισμός των οργανώσεων, οι διαφορετικές προσεγγίσεις της πολιτικής κατάστασης, αλλά κυρίως η ισχυρή εσωτερική πίεση του ρεφορμισμού.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όντας το κυριότερο εγχείρημα συσπείρωσης και συντονισμού των οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, ανέδειξε αυτές ακριβώς τις δυνατότητες αλλά και τις αδυναμίες. Από τη μια μεριά, το γεγονός της εμπλοκής των αγωνιστών της στα κινήματα συνέβαλλε στο να καταγραφεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με θετικό τρόπο στη συλλογική λαϊκή συνείδηση, από την άλλη η δράση τους δεν κατόρθωσε να αποτελέσει έναν καταλύτη για την εξέλιξη των κινημάτων σε ανώτερη μορφή.

 

Μπροστά στην εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ

Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, μετά από έναν μαραθώνιο διαβουλεύσεων μεταξύ των ηγεσιών των οργανώσεων, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατόρθωσε επιτέλους να αρθρώσει έναν όχι ασήμαντο πολιτικό λόγο, με το να προτείνει ένα στοιχειώδες πρόγραμμα για τις εκλογές της άνοιξης του ’12. Όμως, το πρόγραμμα δεν προέκυψε μέσα από μια πολιτική συζήτηση και ζύμωση στις τοπικές επιτροπές, αλλά μέσα από μια «κοπτοραπτική» των διαφορετικών θέσεων στις συναντήσεις των ηγεσιών, προκειμένου να βρεθεί ένα σημείο φραστικής ισορροπίας.

Η κοινωνική «αναγνωρισιμότητα» που είχε αποκτήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ την προηγούμενη περίοδο της ανόδου των κινημάτων αποδείχθηκε στις πρώτες βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2012, στις οποίες συγκέντρωσε 75.428 ψήφους και ποσοστό 1,19% - το μεγαλύτερο που έχει ποτέ συγκεντρώσει σε ελληνικές βουλευτικές εκλογές οργάνωση ή μετωπικός σχηματισμός της άκρας αριστεράς.

Με την έναρξη της περιόδου υποχώρησης των κινημάτων, από την άνοιξη του ’12, θα περίμενε κανένας να ξεκινήσει μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ τουλάχιστον μια κριτική αποτίμηση των εμπειριών της προηγούμενης περιόδου και να ανοίξει μια γόνιμη συζήτηση πάνω στην ανάγκη για τη χάραξη μιας στρατηγικής. Δεν αξιοποιήθηκε, ωστόσο, η ευκαιρία για μια συστηματική παρουσίαση των διαφορετικών προσεγγίσεων καθώς βαδίζαμε στη συνδιάσκεψη του Ιουνίου του ’13. Μια πολιτική αντιπαράθεση με επιχειρήματα και δημοκρατικούς κανόνες θα πλούτιζε το προβληματισμό και θα αναβάθμιζε τη δημοκρατική λειτουργία στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η αντιπαράθεση, όμως έγινε σχεδόν αποκλειστικά στη βάση των αριθμητικών συσχετισμών των οργανώσεων, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία να εκτεθούν και συζητηθούν ουσιαστικά οι διαφορετικές απόψεις στις τοπικές.

Η πτέρυγα ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ παρουσίασε αμέσως τον προσανατολισμό της προς τη λεγόμενη «συμπόρευση» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το Σχέδιο Β’ του Αλαβάνου, που μονοπώλησε την εσωτερική συζήτηση. Υποστήριξαν με φανατισμό την συνεργασία με μια μικρή, αρχηγική, ρεφορμιστική οργάνωση, σχεδόν ανύπαρκτη μέσα στα κινήματα, και πίστευαν ότι η «συμπόρευση» αυτή θα λύσει ως δια μαγείας το πρόβλημα της κοινωνικής απεύθυνσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις πλατιές λαϊκές μάζες. Από τη μεριά της, η πολιτική πρόταση του Σχεδίου Β’ ήταν απολύτως ενταγμένη στη λογική της διαχείρισης του αστικού κράτους και σε μεταρρυθμιστικές απόψεις για τις δομές της ΕΕ. Τη «συμπόρευση», επιπλέον, δεν την αντιλαμβανόταν σαν μια εκλογική συνεργασία, μέσα στην οποία ο καθένας θα διατηρούσε ακέραιο το πρόγραμμά του, αλλά σαν μια συμμαχία με ενιαία πολιτική έκφραση.

Προκειμένου να επιτύχουν την «συμπόρευση», οι υποστηρικτές της ήταν πρόθυμοι να ακρωτηριάσουν και το συμφωνημένο με τόσο κόπο, στοιχειώδες πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, απαλείφοντας ακόμη και το πολυθρύλητο σύνθημα της «εξόδου από την ΕΕ». Το σημείο δηλαδή που οι ίδιοι, όλο το προηγούμενο διάστημα της συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θεωρούσαν ιερό και απαράβατο όρο, απόλυτο σημείο αναφοράς και υπέρτατο κριτήριο για την κατάταξη των οργανώσεων μέσα στο φάσμα της αριστεράς. Η ευκολία με την οποία δέχθηκαν αυτόν τον ακρωτηριασμό, προκειμένου να προσεταιρισθούν μια προβεβλημένη προσωπικότητα που θα τους έφερνε ίσως εγγύτερα στους απώτερους σχεδιασμούς για μια γνήσια «κυβέρνηση της αριστεράς», είναι ενδεικτική του πόσο εύκολα μπορούν να εγκαταλειφθούν, από τις ρεφορμιστικές ή τις αμφιταλαντευόμενες ηγεσίες οι προγραμματικές δεσμεύσεις και τα μεγάλα λόγια, μόλις  βρεθούν μπροστά σε αποφασιστικά διλήμματα.

Στις εκλογές του Μαΐου του 2014 για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, το κόμμα του Αλαβάνου συγκέντρωσε μόλις 11.307 ψήφους και ποσοστό 0,20%. Στις ίδιες εκλογές η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκέντρωσε 41.299 ψήφους και ποσοστό 0,72%. Η εκλογική αποτυχία, για έναν ρεφορμιστικό πολιτικό σχηματισμό όπως το Σχέδιο Β’, επιβεβαίωνε την κοινωνική του ασημαντότητα και σήμαινε το ουσιαστικό τέλος της ύπαρξής του. Το μάθημα αυτό ωστόσο δεν στάθηκε αρκετό για να νουθετήσει τους υποστηρικτές της «παναριστεράς» μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι ακόρεστες φιλοδοξίες τους για εκλογικούς θριάμβους δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με τα διαχρονικά πενιχρά εκλογικά αποτελέσματα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η αποτυχία του Σχεδίου Β’ μετετράπη ταχυδακτυλουργικά από προφανές επιχείρημα εναντίον, σε επιχείρημα υπέρ της «συμπόρευσης»: εφόσον δεν θα είχε πλέον την αλαζονεία της μεγάλης δύναμης, θα έθετε και λιγότερους όρους σε μια πιθανή συνεργασία. Οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ προσχώρησαν μονομερώς στη ΜΑΡΣ, μαζί με το Σχέδιο Β’, και παίζοντας διπλό παιχνίδι, εντός κι εκτός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συνέχισαν τις πιέσεις, έως ότου ένα πλειοψηφικό κομμάτι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέλεξε την αλλαγή πλεύσης και την ευθυγράμμιση μαζί τους: η «συμπόρευση» επιβλήθηκε τελικά στις εκλογές του Γενάρη του 2015. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέβηκε με το Σχέδιο Β’ και τις λοιπές δυνάμεις της ΜΑΡΣ, με το πιο μετριοπαθές και ανεπαρκές εκλογικό πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει στην ιστορία της. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν δικαίωσε στο παραμικρό τις φιλοδοξίες για το εκλογικό άλμα, και η «συμπόρευση» κατέρρευσε την επαύριο των εκλογών.

 

Πορεία οργανωτικής συρρίκνωσης

Αν η συμπόρευση με το Σχέδιο Β’ και τον Αλαβάνο τελικά ναυάγησε, η έλξη της ΛΑΕ και του Λαφαζάνη αποδείχθηκε για ορισμένες δυνάμεις ακατανίκητη. Η ΛΑΕ δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 2015, μετά το δημοψήφισμα-φιάσκο του ΣΥΡΙΖΑ, από την πλειοψηφία της «Αριστερής Πλατφόρμας» που αποτελούσε και τη μεγαλύτερη μέχρι τότε εσωκομματική ομαδοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η συμμετοχή, στην ίδρυση της ΛΑΕ, 25 εκλεγμένων βουλευτών και 53 μελών της κεντρικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, η υποστήριξή της από πρώην υπουργούς και προσωπικότητες της αριστεράς, δημιουργούσαν ένα διθυραμβικό κλίμα στο οποίο ήταν αδύνατον πλέον να αντισταθούν οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ.

Είναι αλήθεια ότι αρχικά στο εγχείρημα της ΛΑΕ συμμετείχαν και οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που δεν πτοήθηκαν από τις πατριωτικές κορώνες του Λαφαζάνη, από το σύνθημα για «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας» και επιστροφή στη δραχμή, από τις σταλινικές αναφορές και πρακτικές της ηγεσίας. Δεν έλειψαν τότε επίσης και οι παραινέσεις και οι πιέσεις από οργανώσεις της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προσχωρήσει ή τουλάχιστον να στηρίξει εκλογικά την ΛΑΕ. Η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ακολούθησε, ευτυχώς, μια τέτοια πορεία, ωστόσο η επιλογή της ανεξαρτησίας από τον ρεφορμισμό δεν έγινε χωρίς αντιφάσεις: οι δύο μεγαλύτερες οργανώσεις συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με τη ΛΑΕ, οι οποίες σύντομα απέτυχαν, εν μέρει όμως λόγω της αλαζονείας της ίδιας της ηγετικής ομάδας της ΛΑΕ.

Έτσι οι ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ εγκατέλειψαν χωρίς δισταγμό ό,τι είχε με κόπο οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια των κοινωνικών αγώνων, πιστεύοντας ότι θα δρέψουν τους καρπούς μιας εκλογικής νίκης. Όμως οι ελπίδες για εκλογικές νίκες και κοινοβουλευτικές παρουσίες, για μια φορά ακόμη, διαψεύσθηκαν αμέσως και οικτρά. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η ΛΑΕ δεν κατόρθωσε να περάσει το πολυπόθητο κατώφλι του 3% για να μπει στη Βουλή. Συγκέντρωσε 155.242 ψήφους και ποσοστό 2,87%. Η πολιτική της διαδρομή είχε ουσιαστικά τελειώσει και η μια μετά την άλλη οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς την εγκατέλειπαν. Τα επόμενα χρόνια, η προσωπική πορεία του Λαφαζάνη, αλλά και της ίδιας της ΛΑΕ, εκτός από την ουσιαστική ανυπαρξία τους στο εργατικό και τα κοινωνικά κινήματα, αποκάλυψαν μια αποκρουστική, βαθιά συντηρητική, εθνικιστική, ιδεολογική φυσιογνωμία.

Αν η αποχώρηση των δύο οργανώσεων ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ, τον Αύγουστο του 2015, σηματοδότησε μια πορεία οργανωτικής συρρίκνωσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η εκλογική της απήχηση, όπως αποδείχθηκε στις δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, ελάχιστα ή καθόλου δεν επηρεάστηκε από το γεγονός αυτό. Στις εκλογές του Ιανουαρίου η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκέντρωσε, μαζί με τη ΜΑΡΣ, 39.455 ψήφους και ποσοστό 0,64% και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, σε μια πολύ πιο αριστερή συνεργασία με το ΕΕΚ, 46.096 ψήφους και ποσοστό 0,85%.

 

Το πολύτιμο κεφάλαιο που παραμένει

Η πλειοψηφία των έμπειρων αγωνιστών και αγωνιστριών, με διαρκή παρουσία στο συνδικαλισμό και στα κοινωνικά κινήματα, με μακρά κοινωνική παρουσία και αναγνωρισιμότητα, δεν ανήκε στις οργανώσεις της ΑΡΑΝ και της ΑΡΑΣ, αλλά στις οργανώσεις που παρέμειναν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που αναφέρονταν ή υποστηρίχθηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σημείωσαν όλη τη περίοδο από το 2015 μέχρι και σήμερα άνοδο ή σταθερότητα. Το γεγονός αυτό αποτελεί πολύτιμο, αλλά δυστυχώς και το μοναδικό, κεφάλαιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Επιβεβαίωση για την τοπική κοινωνική ακτινοβολία της δραστηριότητας των αγωνιστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσαν τα αποτελέσματα των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, που δύο φορές ανέδειξαν 12 περιφερειακούς συμβούλους στις 12 περιφέρειες όπου κατέβασε συνδυασμούς και αρκετούς δημοτικούς συμβούλους στις μεγάλες πόλεις, παρά την οδυνηρή διάσπαση των δυνάμεών της σε αντιπαραθετικά κατεβάσματα στους Δήμους Αθηναίων, Θεσσαλονίκης και Πάτρας – για την οποία δεν έχει μέχρι σήμερα γίνει κανένας ουσιαστικός απολογισμός ή προσπάθεια ενοποίησης. Για πρώτη φορά ένας αντικαπιταλιστικός πολιτικός σχηματισμός απόκτησε πανεθνική παρουσία και απήχηση με ένα στοιχειώδες ριζοσπαστικό πρόγραμμα.  

Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί και να εξειδικεύσει αυτό το στοιχειώδες πρόγραμμα που είχε καταρτήσει την άνοιξη του 2012. Οι θέσεις της απέναντι στα ζητήματα της κεντρικής πολιτικής που ανέκυπταν διαρκώς ήταν συνήθως το αποτέλεσμα ενός άνευρου φραστικού συμβιβασμού των θέσεων των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων.

Η έλλειψη ενός μόνιμου κεντρικού μηχανισμού στελεχών με έντυπο και γραφεία, παρά τις αλλεπάλληλες σχετικές αποφάσεις, δεν επιτρέπει την προβολή και την αξιοποίηση των επιμέρους συνδικαλιστικών και κινηματικών επιτυχιών των αγωνιστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αλλά ούτε επίσης μια διαρκή, σοβαρή και συστηματική συζήτηση μεταξύ των οργανώσεων και του ανένταχτου δυναμικού. Η δράση των περιφερειακών και δημοτικών συμβούλων εξαντλείται στις συνεδριάσεις των αντίστοιχων συμβουλίων και σε προσωπικές πρωτοβουλίες που δεν γίνονται αντικείμενο συλλογικής επεξεργασίας από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι τοπικές οργανώσεις της δεν λειτουργούν καθόλου ή λειτουργούν υποτυπωδώς μόνο τις προεκλογικές περιόδους. Το αποτέλεσμα είναι οι ανένταχτοι αγωνιστές να απομακρύνονται, και ακόμη σημαντικότερο, να είναι αδύνατη η προσέλκυση νέων σε μια ανύπαρκτη οργανωτικά δομή.

 

Η τροχοπέδη και οι νέες αποχωρήσεις 

Οι αδυναμίες που αποτέλεσαν την τροχοπέδη για το προχώρημα του μετωπικού σχήματος μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Για μια οργανωμένη μερίδα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε απλώς πεδίο παρέμβασης και όχι συμμετοχής για τη συγκρότηση κάποιου ευρύτερου πολιτικού σχηματισμού. Η μερίδα αυτή συμμετείχε στοιχειωδώς στις τοπικές οργανώσεις μόνο για να μεταφέρει εκεί τη γραμμή και στην πράξη δεν δεσμευόταν από τις αποφάσεις των οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έφτασε στο σημείο να ανακηρύξει στις αυτοδιοικητικές εκλογές δικούς της συνδυασμούς χρησιμοποιώντας αυθαίρετα το όνομα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.  Ταυτόχρονα, έχει αναπτύξει τα δικά του, ιδιόκτητα «μέτωπα» για το φασισμό, τους μετανάστες, το περιβαλλοντικό κλπ. Η αντίληψη και η τακτική αυτή, όπως ήταν επόμενο, αποτέλεσε μόνιμη πηγή τριβών, πολιτικών και οργανωτικών δυσλειτουργιών στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
  2. Μια άλλη μερίδα συμμετείχε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει ποιος ακριβώς θα έπρεπε να είναι ο στόχος. Κυρίως την αντιλαμβάνεται ως ένα ευρύτερο μέτωπο, κάπως μονιμότερο από εκλογικό, με χαλαρές εσωτερικές λειτουργίες. Αν δεν πρόβαλλε προσκόμματα στη λειτουργία των τοπικών οργανώσεων, όπως η πρώτη μερίδα, πάντως δεν κατέβαλλε και καμιά συστηματική προσπάθεια για τη βελτίωσή της.

Τα προηγούμενα χρόνια, η μερίδα αυτή συμμετείχε συστηματικά σε καμπάνιες που στόχευαν μονοθεματικά στην έξοδο από την ΕΕ, ξεκομμένα από τα μεταβατικά εκείνα αιτήματα που θα τη συνέδεαν με την επαναστατική κοινωνική ανατροπή και τη σοσιαλιστική πρόταση, και στήριζε πρόθυμα επιτροπές οικονομολόγων που προσπαθούσαν να προβάλλουν το εθνικό νόμισμα ως την λύση για την οικονομική ύφεση στη χώρα. Δεν αντιλαμβανόταν ότι μια τέτοια πολιτική θέση έρχονταν σε πλήρη αντίφαση με τις διακηρυγμένες προγραμματικές του θέσεις που απέρριπταν τη «θεωρία των σταδίων». Αποτέλεσμα της αντιφατικής πορείας και θεωρητικής σύγχυσης ήταν να μη γίνει έγκαιρα κατανοητός ο ρόλος και η αναγκαιότητα του επαναστατικού κόμματος και του μεταβατικού προγράμματος.

  1. Παρά τη συστηματική και πολλές φορές πρωταγωνιστική εμπλοκή των αγωνιστών και αγωνιστριών της στα κινήματα της περιόδου, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοια δεν μπόρεσε έως σήμερα να προσελκύσει σημαντικά στρώματα της ριζοσπαστικοποιούμενης εργατικής τάξης και των νέων πρωτοποριών. Σε αυτό συνέβαλε η διάσπαση δυνάμεων, με τις μεγαλύτερες οργανώσεις να κουβαλάνε χωρίς σχετικές αποφάσεις διπλά και τριπλά πανό ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η απροθυμία ολόπλευρης εμπλοκής σε μορφές αυτοοργάνωσης που αναδείκνυονταν στο κίνημα (πχ. Λαϊκές συνελεύσεις), καθώς και η λανθασμένη ταύτιση της πολιτικά ορθής επιδίωξης για διακριτή ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς με έναν φετιχισμό ξεχωριστών δράσεων ή διαδηλώσεων, που απέκλειε την επαφή με άλλους εργαζόμενους και εργαζόμενες, καταπιεσμένους και καταπιεσμένες που κινητοποιούνταν. Πολλές φορές, μάλιστα, η άρνηση της ορθής ενιαιομετωπικής δράσης στο δρόμο ερχόταν σε χτυπητή αντίφαση με την λανθασμένη προθυμία πολιτικής και εκλογικής συμπόρευσης με ρεφορμιστικές δυνάμεις.

 

Η απογοήτευση από τη στασιμότητα έφερε νέες τριβές, που κατέληξαν στην αποχώρηση της ομάδας «Μετάβαση» αλλά και άλλων αγωνιστών και αγωνιστριών, που αλληθώριζαν εδώ και καιρό προς το όραμα της «παναριστεράς». Οι προσδοκίες της Μετάβασης για πρόσβαση σε ευρύτερα ακροατήρια, χωρίς του βάρος του υποτιθέμενου σεκταρισμού, δεν είχαν καλύτερη τύχη από τις προηγούμενες αποχωρήσεις, αφού ούτε καν οι ίδιες οι δυνάμεις της δεν μπόρεσαν να ενοποιηθούν, διασπώμενες σε Αναμέτρηση και Κομμουνιστικό Σχέδιο – ούτε η ενοποίηση της πρώτης με την προερχόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ συνάντηση, ούτε η σχεδιαζόμενη ενοποίηση του δεύτερου με την ΑΡΑΝ δείχνουν κάποια αξιόλογη δυναμική. Σήμερα, Αναμέτρηση, Κομμουνιστικό Σχέδιο και ΑΡΑΝ εμφανίζονται απόλυτα προσηλωμένες σε σχέδια «παναριστερής» ενότητας, μαζί με δυνάμεις του ρεφορμισμού, έχοντας και οι ίδιες μετατοπιστεί προγραμματικά σε κρίσιμα θέματα σε σχέση με τα χρόνια της συμμετοχής τους στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Το τελευταίο διάστημα, η ΑΡΙΣ, η οργάνωση που δημιουργήθηκε από τη διάσπαση της ΑΡΑΣ όταν αυτή αποχώρησε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ακολούθησε μια παράλληλη πορεία προς τον ρεφορμισμό, του παρηκμασμένου ΚΚΕ αυτή τη φορά. Πριν από αυτό, και ξεκινώντας από τη μαχητική υπεράσπιση μέλους της που βαρύνεται με περιστατικό σεξιστικής βίας, είχε στο ιστορικό της μια σειρά βίαιων επιθέσεων απέναντι σε άλλα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αναπαράγοντας τις χειρότερες παραδόσεις της ενδοκινηματικής βίας.

Γενικά, όλες οι διασπάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κινήθηκαν προς τα δεξιά, και το εναπομείναν τμήμα της είναι αλήθεια ότι έκανε σοβαρές προγραμματικές προόδους, που δεν ήταν δεδομένες την εποχή της ίδρυσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: η διεθνιστική θέση εναντίωσης στην ελληνική επιθετικότητα στα λεγόμενα ελληνοτουρκικά, η θέση εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών και των εθνικιστικών συλλαλητηρίων και υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του έθνους των Μακεδόνων, η υποστήριξη των φεμινιστικών αγώνων και του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος, η κατανόηση της σοβαρότητας των αγώνων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η καθαρή τοποθέτηση εναντίον όλων των ιμπεριαλιστών στον πόλεμο της Ουκρανίας, η αποκήρυξη του αριστερού κυβερνητισμού είναι ορισμένες από αυτές. Με αυτή την έννοια, κι ανεξαρτήτως του ότι αποδυνάμωσαν οργανωτικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι διασπάσεις υπήρξαν τμήμα μιας διαδικασίας στρατηγικής αποσαφήνισης της στρατηγικής. Κάθε φορά, ωστόσο, η πλειοψηφία της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επαναλάμβανε τα ίδια λάθη: σημαντικές παραχωρήσεις στις δεξιόστροφες τάσεις, με την ελπίδα πως αυτές θα μπορούσαν να παραμείνουν – ελπίδα που κάθε φορά αποδεικνύεται απατηλή ενώ ταυτόχρονα έχει σημαντικό κόστος στη φυσιογνωμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι, κάθε χρονιά επανερχόταν και κάποιο νέο σχέδιο «συμπόρευσης» με δυνάμεις γραφειοκρατικές, ρεφορμιστικές ή αμφιταλαντευόμενες, για να εξευμενιστούν πρώτα οι ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ κι έπειτα η Μετάβαση. Στην τελευταία συνδιάσκεψη, δε, η ΑΡΙΣ όχι μόνο δεν περιθωριοποιήθηκε για τη στάση της, αλλά περιλήφθηκε στην πλειοψηφική πλατφόρμα. Τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, χωρίς να έχει γίνει μέχρι σήμερα κάποιος κριτικός απολογισμός.

Τον τελευταίο χρόνο, ένα νέο σχέδιο «συμπόρευσης» απειλεί να διαλύσει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η «Πρωτοβουλία για την Ενωτική Κίνηση της Ριζοσπαστικής και Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς», στην οποία συμμετέχει και μία από τις μεγαλύτερες οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πιέζοντας διαρκώς και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να το κάνει, αποτελεί τυπική πρόταση πλατιού μετώπου συγχώνευσης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς με αμιγώς ρεφορμιστικά ρεύματα (όπως η ΛΑΕ) και με ενδιάμεσες αμφιταλαντευόμενες δυνάμεις. Τη στιγμή που βασικά στρατηγικά ερωτήματα όπως η θέση απέναντι στις αριστερές κυβερνήσεις και τη διαχείριση των θεσμών του αστικού κράτους, η τοποθέτηση σε έναν ενδο-ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η στάση απέναντι στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό έχουν τεθεί επιτακτικά στην πράξη, η συμμετοχή σε μια συμμαχία που αδυνατεί να μιλήσει για τέτοια ζητήματα, γιατί περιλαμβάνει δυνάμεις ρεφορμιστικές και εθνικιστικές, θα ήταν καταστροφή και θα σήμαινε την παραίτηση από το σχέδιο της ανεξαρτησίας της αντικαπιταλιστικής κι επαναστατικής αριστεράς.

 

Νέα εποχή-νέες απαιτήσεις

Ο πόλεμος στην Ουκρανία σηματοδότησε μια ριζική αλλαγή του πολιτικού τοπίου. Οι συνδυασμένες συνέπειες της πανδημίας, της οικονομικής κρίσης, της κλιματικής αλλαγής οξύνονται από τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, που πυροδοτεί επίσης τις παγκόσμιες ανακατατάξεις και περιφερειακές εντάσεις που κυοφορούνταν από καιρό. Ο κόσμος μας κινδυνεύει να αφανιστεί από μια νέα ιμπεριαλιστική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα. Η επαπειλούμενη κολοσσιαία σύγκρουση επικαθορίζει πλέον όλες τις επιμέρους εξελίξεις. Ήδη προκαλούνται και σύντομα θα ενταθούν κοινωνικοί σεισμοί σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η νέα περίοδος πολέμων και κοινωνικών συγκρούσεων που ανοίγεται μπροστά μας πρέπει να βρει αυτή τη φορά την αντικαπιταλιστική αριστερά καλύτερα συγκροτημένη, πολιτικά και οργανωτικά.

Κάποιοι περιορίζονται απλώς σε γενικόλογο πασιφισμό. Κάποιοι άλλοι, διατελώντας σε πλήρη πολιτική σύγχυση, συντάσσονται με το δυτικό στρατόπεδο, υπεράσπισης των αστικοδημοκρατικών αξιών απέναντι στον «βάρβαρο Ρώσο εισβολέα» και κάποιοι άλλοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη νίκη των καθεστώτων του αντίπαλου υπό διαμόρφωση στρατοπέδου Ρωσίας-Κίνας, χωρίς να είναι σε θέση να διαγνώσουν την ιμπεριαλιστική φύση του. Οι αντιλήψεις αυτές είναι καταδικασμένες να σαρωθούν κάποια στιγμή από τις κατακλυσμιαίες κοινωνικές συνέπειες της κρίσης και των πολέμων. Η ανεπάρκεια και η φυγομαχία των κάθε λογής ρεφορμιστικών κομμάτων και σχηματισμών θα ξεγυμνωθούν μπροστά τα μάτια των εργατικών τάξεων.

Όπως έχουν δείξει το κίνημα για τον πυρηνικό αφοπλισμό και το αντιπολεμικό κίνημα στον πόλεμο του Βιετνάμ (για να μην ανατρέξουμε στο κίνημα του Τσίμερβαλντ), για τη δημιουργία ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος δεν απαιτείται προγραμματική συμφωνία των συνιστωσών. Όμως αντίθετα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να συμμετέχει με ένα συγκεκριμένο αντιπολεμικό πρόγραμμα που θα αποβλέπει στην σοσιαλιστική διέξοδο με την μετατροπή των πολέμων σε εμφύλιους ταξικούς, με τη βασική αντίληψη ότι ο αντίπαλος που πρέπει να αντιπαλέψουμε είναι ο ταξικός αντίπαλος που βρίσκεται στη δική μας πλευρά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διαθέτει ήδη το πολύτιμο κεφάλαιο των έμπειρων και δοκιμασμένων αγωνιστών που πρέπει να αξιοποιηθεί. Για το σκοπό αυτό χρειάζονται:

  1. Επεξεργασία του στοιχειώδους προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και εμπλουτισμός του με τις αντιπολεμικές θέσεις του επαναστατικού μαρξισμού.
  2. Τακτική συνάντηση των τοπικών επιτροπών σε δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση με στόχο την ανάπτυξη της αντιπολεμικής προπαγάνδας και των πρωτοβουλιών σε τοπικό επίπεδο.
  3. Κεντρικά γραφεία και κεντρικό στελεχιακό μηχανισμό που θα συντονίζει τη λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ιδιαίτερα της αντιπολεμικής καμπάνιας.
  4. Κοινό έντυπο, που θα βοηθήσει, εκτός των άλλων, στην ανάπτυξη του διαλόγου των οργανώσεων και στο ξεκαθάρισμα των θέσεων.
  5. Αναζωογόνηση της ομάδας γυναικών, της lgbtqi+ ομάδας καθώς και της εργατικής ομάδας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
  6. Επανεπιβεβαίωση του σχεδίου για μια ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά, η οποία μπορεί να περιλάβει περισσότερες διεθνιστικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις που σήμερα βρίσκονται εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ξεκινώντας από την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Οργανώσεων), σε καμία περίπττωση όμως ρεύματα γραφειοκρατικά, ρεφορμιστικά και εθνικιστικά.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ιστορική εμπειρία, όσο όμως και οι πρόσφατες εξελίξεις στην εποχή της κρίσης, έχουν αναδείξει κόκκινες γραμμές που διαχωρίζουν το επαναστατικό/αντικαπιταλιστικό ρεύμα από τον ρεφορμισμό, πέραν από τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει προγραμματική και πολιτική συμπόρευση:

  1. Η αντίθεση στη στρατηγική των αριστερών κυβερνήσεων και η άρνηση της διαχείρισης των θεσμών του αστικού κράτους, οι οποίοι πρέπει να αντικατασταθούν από θεσμούς εργατικής εξουσίας και όχι απλώς να περάσουν στα χέρια της αριστεράς.
  2. Η άρνησης της υποστήριξης του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου στο όνομα του λιγότερου κακού και της «εθνικής ενότητας» στο όνομα του εξωτερικού εχθρού.
  3. Η συμμετοχή και στήριξη των θεσμών αυτοοργάνωσης και εργατικής αυτοδιεύθυνσης που αναδεικνύονται μέσα στο κίνημα, σε αντιπαράθεση με τη λογική της συνδιαχείρισης.
Tags: 5η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗCategories: Παρεμβάσεις ΟργανωσεωνΗμερομηνία: 10/01/2023 - 19:45

Η αγορά, το κέρδος και η κυβέρνησή στερούν απ' τον λαό τα φάρμακα!!  

Εν μέσω έξαρσης των ιογενών λοιμώξεων ανώτερου αναπνευστικού σε παιδικές ηλικίες και μεγάλης διασποράς αυτών σε υψηλού κινδύνου ομάδες ενηλίκων, η Κυβέρνηση της ΝΔ και το Υπουργείο Υγείας στέκονται άλλη μια φορά «στο ύψος των περιστάσεων», συνεπείς στο δρόμο των επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία πολιτικών. Το νέο επεισόδιο στην πολύκροτη αυτή σειρά αφορά ελλείψεις σε στοιχειώδη πρώτης γραμμής φαρμακευτικά σκευάσματα για τις λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού, ήτοι αντιπυρετικά, αντιβιοτικά ευρέος φάσματος και εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά και άλλα.

Το Υπουργείο Υγείας αποδίδει τη δυσμενή κατάσταση στην επιβαρυμένη διεθνή συγκυρία, την ευρύτερη έξαρση ιώσεων στο Δυτικό κόσμο (δήθεν πάντα οι «άλλοι» και οι «έξω» φταίνε για όλα), ενώ καθησυχάζει ως προς την επάρκεια των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ. Κρύβει τις τεράστιες ευθύνες για την εν λόγω κατάσταση το  καθεστώς των παράλληλων εξαγωγών φαρμάκων που δεν σταμάτησε ούτε στιγμή  και προβαίνει για τα μάτια του κόσμου σε δειγματοληπτικούς ελέγχους σε φαρμακαποθήκες, θέτοντας και προς παραδειγματισμό σε αναστολή λίγες από αυτές.

Και ο ΕΟΦ εντάσσεται πλήρως στην ελεύθερη αγορά, θύμα και θύτης της «κανονικότητας» της.

Τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Η πλήρης και καθολική εμπορευματοποίηση του φαρμάκου και το αέναο κυνήγι της μέγιστης δυνατής κερδοφορίας. Πώς;

·         Οι πολυεθνικοί κολοσσοί του φαρμάκου θα επιλέξουν να διαθέσουν μεγαλύτερα αποθέματα σε χώρες όπου αυτά αποζημιώνονται πολλαπλάσια σε σχέση με τη χώρα μας.

·         Οι εγχώριες φαρμακευτικές εταιρείες, απ’ την άλλη, θα επιλέξουν να παράγουν εκείνα που είναι τα πιο κερδοφόρα, και από αυτά θα διαθέσουν ένα ικανό ποσοστό για εξαγωγή, καθότι η αποκλειστική εγχώρια διάθεση δε συμφέρει 

·         Οι φαρμακαποθήκες, προφανώς, δεν εξαιρούνται από τη δυνατότητα περαιτέρω κερδοφορίας μέσω εξαγωγών, ακόμα και σε περιόδους αυξημένων «εποχικών» αναγκών

·         Οι συνολικότερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ο πόλεμος, η κρίση σε επίπεδο ενέργειας και πρώτων υλών έχει οδηγήσει στη μεταφορά της βιομηχανίας του φαρμάκου μακριά από τις χώρες της Ε.Ε. (σε αναζήτηση φθηνότερου εργατικού δυναμικού βλ. Ινδία και Κίνα), με αποτέλεσμα να μειώνεται εμμέσως και εξ αυτού ο άμεσα διαθέσιμος όγκος φαρμακευτικού υλικού

Ο  κύριος Πλεύρης και κάθε άλλος εκπρόσωπος του Υπουργείου και της Κυβέρνησης χωρίς ντροπή επιχειρεί να συγκαλύψει, να αποπροσανατολίσει και να καθησυχάζει το λαό, ενώ ο κόσμος καίγεται, διατυπώνοντας,  την πρόθεση για περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές των «φθηνών» φαρμάκων, σαν κίνητρο προς τις φαρμακευτικές εταιρείες, τις οποίες δε συμφέρει η εσαεί παραγωγή τους σε χαμηλό κόστος. Τα κέρδη στα κέρδη και τα λεφτά στα λεφτά!

Οι μόνες λύσεις για τα παραπάνω προβλήματα θα δοθούν μέσα από το συνολικό αγώνα ενάντια στις διαχρονικά εγκληματικές πολιτικές Κυβερνήσεων – ΕΕ – Κεφαλαίου σε βάρος της δημόσιας υγείας, πιάνοντας το νήμα που συνδέει τις ελλείψεις στα φάρμακα με το σύνολο των προβλημάτων του ΕΣΥ   (υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση δημόσιων νοσοκομείων, ιδιωτικοποίηση ΕΣΥ, επιχειρηματικά κριτήρια και εφαρμογή DRG). Το μαζικό κίνημα και οι μαχόμενοι υγειονομικοί απαιτούν:

·         Άμεση αναστολή των εξαγωγών φαρμακευτικών σκευασμάτων από τη χώρα.

·         Καμία αύξηση στη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη για τους ασθενείς – καμία αύξηση τιμών. Φτηνό φάρμακο για το λαό, κατάργηση του ΦΠΑ, διατίμηση και ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Να χτυπηθούν τα κέρδη και όχι οι ασθενείς

·         Επίταξη και εθνικοποίηση των εταιρειών εγχώριας παραγωγής φαρμάκων και των φαρμακαποθηκών χοντρικής διάθεσης. Ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής με κατάλληλο επιστημονικό σχεδιασμό και διάθεση πόρων

·         Διεθνής δράση για την κατάργηση της πατέντας στα φάρμακα και τα εμβόλια

·         Δωρεάν και αποκλειστικό δημόσιο σύστημα υγείας

·         Αγώνας για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος που ακόμα και το ύψιστο αγαθό της υγείας και θεραπευτικής αντιμετώπισης των ασθενειών το μετατρέπουν σε πεδίο κερδοφορίας, εκβιασμών και διαφθοράς

Categories: ΑνακοινώσειςΑνακοινωσεις-Δελτια Τυπου: Ανακοινωσεις-Δελτια ΤυπουΗμερομηνία: 07/01/2023 - 18:00

Pages